Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Διοίκηση Αστικών Συγκοινωνιών και “δημοκρατική νομιμοποίηση”: το Υπερταμείο ως θεσμικό έλλειμμα.

Η πρόσφατη ανάληψη καθηκόντων ανώτατης διοίκησης στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ) — μέσω διαδικασιών που κατευθύνει και εποπτεύει το Υπερταμείο — επαναφέρει στο επίκεντρο την ανάγκη για μια θεσμική συζήτηση:

ποιος αποφασίζει για τη διοίκηση οργανισμών δημόσιου ενδιαφέροντος, που χρηματοδοτούνται άμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και παράγουν μεικτό αγαθό; Πώς αυτή η επιλογή τεκμηριώνεται και ποιος ελέγχει την ποιότητα και συνέπειά της;

Οι αστικές συγκοινωνίες έχουν ευρύτατο αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα μιας πόλης, σε σύγκριση με τις αντίστοιχές της, την πρόσβαση των πολιτών της στην εργασία τους, των επισκεπτών της στα μέρη ενδιαφέροντος τους, τις περιβαλλοντικές εκπομπές, την ποιότητα ζωής και τη συνολική λειτουργία της μητροπολιτικής οικονομίας. Αυτό που παράγουν δεν είναι “απλά υπηρεσίες μετακίνησης”: είναι ένα αναπτυξιακό και κοινωνικό αγαθό με μετρήσιμες επιδράσεις στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών, δεν αποτελούν δηλ. ούτε «καθαρό» “δημόσιο” αγαθό ούτε απλή “επιχειρηματική” δραστηριότητα. Πρόκειται για “μεικτό αγαθό” με ισχυρές θετικές και αρνητικές εξωτερικότητες, για αυτό και λειτουργούν σε καθεστώς μερικής ανταποδοτικότητας, με έσοδα από κόμιστρα αλλά και συστηματική επιδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Παρά την κεντρική σημασία αυτών των υπηρεσιών, η επιλογή των ανώτατων μάνατζερς — με καθοριστικό ρόλο στη στρατηγική και λειτουργική τους απόδοση — δεν τελεί υπό άμεσο δημοκρατικό έλεγχο. Το Υπερταμείο, ως φορέας που διαχειρίζεται ένα μεγάλο χαρτοφυλάκιο θυγατρικών και συμμετοχών του ελληνικού Δημοσίου, επιλέγει στελέχη για τις θυγατρικές του. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτική ακρόαση ή έγκριση, ούτε στην ίδια μορφή λογοδοσίας που απαιτείται για ανεξάρτητες αρχές ή κρίσιμα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Το Υπερταμείο ιδρύθηκε σε συνθήκες ακραίας δημοσιονομικής κρίσης, με σκοπό τη συγκέντρωση και ορθολογική διαχείριση δημόσιων συμμετοχών. Η μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων εκτός της άμεσης κυβερνητικής και κοινοβουλευτικής σφαίρας, τότε, θεωρήθηκε αναγκαία. Όμως, δεκαπέντε χρόνια μετά, η παράταση αυτής της αρχιτεκτονικής χωρίς επαναξιολόγηση δημιουργεί σοβαρό θεσμικό ερώτημα:
είναι συμβατό ένα τέτοιο μοντέλο με μια χώρα που δηλώνει ότι έχει εξέλθει από το καθεστώς έκτακτης ανάγκης;

Ακόμα και αν το Υπερταμείο περιγράφει το έργο του ως «λειτουργία στο δημόσιο ενδιαφέρον» και επιδιώκει τη συμμόρφωση με “καλές πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης”, η πραγματικότητα των επιλογών μάνατζερς δείχνει ένα θεσμικό κενό που μεγαλώνει στα μάτια των πολιτών και των ειδικών.

Η κουλτούρα επιλογής και η «ίδια λίστα» στελεχών

Η κριτική προς το Υπερταμείο δεν αφορά μόνο την καταγωγή του. Αφορά και τον τρόπο άσκησης των αρμοδιοτήτων του. Η επιλογή ανώτατων στελεχών για θυγατρικούς οργανισμούς –όπως ο ΟΑΣΑ– γίνεται χωρίς κοινοβουλευτική ακρόαση, χωρίς δημόσια σύγκριση εναλλακτικών υποψηφιοτήτων και χωρίς θεσμική έγκριση από αιρετό όργανο. Δημιουργείται έτσι ένα κενό λογοδοσίας: τα διοικητικά στελέχη διαχειρίζονται δημόσιους πόρους και κοινωνικά κρίσιμες υπηρεσίες, αλλά δεν λογοδοτούν απευθείας σε δημοκρατικά νομιμοποιημένο θεσμό.

Ένα από τα επαναλαμβανόμενα σημεία κριτικής είναι ότι το Υπερταμείο εμφανίζει εμμονή σε συγκεκριμένο «cluster» συνεργασιών με συμβουλευτικές εταιρείες και παρόχους επιλογής στελεχών, με αποτέλεσμα να επανέρχονται τα ίδια βιογραφικά σε θέσεις υψηλού διοικητικού επιπέδου — ανεξάρτητα από τη σχέση αυτών των στελεχών με το αντικείμενο της εταιρείας που καλούνται να διοικήσουν.
Το ζήτημα οξύνεται όταν συνυπολογιστούν τα αποτελέσματα. Παρά τις αλλεπάλληλες αλλαγές διοικήσεων και τις «βαριές» τεχνοκρατικές αναφορές στα βιογραφικά τους, η ικανοποίηση των χρηστών των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας παραμένει χαμηλή. Πλήθος δημοσιευμάτων και ερευνών κοινής γνώμης αναδεικνύουν προβλήματα αξιοπιστίας, συχνότητας, καθαριότητας, προσβασιμότητας και πληροφόρησης. Η υστέρηση αυτή διαρκεί και προφανώς μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς περιορισμούς, αλλά θέτει ευρύτερο θέμα ικανότητας των επιλογών του
management, δηλαδή θέτει ζήτημα ποιότητας διακυβέρνησης του Οργανισμού.

Στην Ελλάδα, τα ερωτήματα γύρω από τη διαφάνεια των επιλογών στελεχών από τον δημόσιο τομέα έχουν “σκανδαλίσει”, ιδιαιτέρως λόγω πελατειακών και κομματικών σχέσεων. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση υποδαυλίζονται όταν αυτές οι διαδικασίες μοιάζουν να στηρίζονται σε λίστες και φορείς εκτός του “Συστήματος Διαφάνειας” που ισχύει για άλλες διαδικασίες επιλογής στελεχών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πρόσβαση σε υψηλές θέσεις περνά μέσα από πολύ συγκεκριμένα “κανάλια” συνδέσεων και επιχειρηματικών συμφερόντων — και όχι μέσα από έναν ανοικτό, διαφανή και ανταγωνιστικό θεσμό επιλογής.

Έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι εξυπηρετούνται ιδιαίτερα συμφέροντα ή έχουν μονοπωλιακή θέση από επανειλημμένες επιλογές με παρόμοια μοτίβα και από την απουσία δημοσίων, συγκρίσιμων διαδικασιών επιλογής — ειδικά σε οργανισμούς που παράγουν κρίσιμα κοινωνικά αγαθά. Αυτό το παράδοξο επιτείνει τη δυσπιστία, ακόμα και όταν τα στελέχη διαθέτουν “βαριά βιογραφικά”.

ESG και σύγχρονες απαιτήσεις διοίκησης

Στο στρατηγικό του σχέδιο, το Υπερταμείο διακηρύσσει την πρόθεσή του να ευθυγραμμιστεί με αρχές ESG (Περιβάλλον–Κοινωνία–Διακυβέρνηση) και να ενσωματώσει δείκτες απόδοσης που σχετίζονται με αυτούς τους άξονες. Ωστόσο, η ίδια η διαδικασία επιλογής διοικητικών στελεχών δεν αποτυπώνει πάντα πρακτική ενσωμάτωση των αξόνων ESG, δηλαδή την ικανότητα των υποψηφίων να ενσωματώνουν κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων — παρά μόνο χρηματοοικονομική και διαχειριστική επάρκεια. Αυτό αποτελεί θεσμική αντίφαση: οργανισμοί που καλούνται να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον πρέπει να έχουν διοικήσεις με παραδοτέα στοιχεία κοινωνικής ευαισθησίας, βιώσιμης στρατηγικής και διαφάνειας, όχι μόνο οικονομικής διαχειριστικής επάρκειας.

Η διαφάνεια και η «κουλτούρα» της δημόσιας λογοδοσίας

Σε σχέση με τον υπόλοιπο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα, όπου οι διαδικασίες πρόσβασης, προκηρύξεων και επιλογών εμφανίζονται δημόσια μέσω υποχρεωτικής ανάρτησης δημόσιας διακήρυξης και άλλων πλαισίων διαφάνειας, η λειτουργία του Υπερταμείου υστερεί στη μορφή δημόσιας λογοδοσίας.
Το επίπεδο διαφάνειας που απαιτεί ένας δημόσιος οργανισμός που επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο δεν μπορεί να ταυτίζεται με εκείνο μιας κλειστής ιδιωτικής διαδικασίας επιλογής μάνατζερ, ακόμα και αν αυτή συνοδεύεται από νομικές υποχρεώσεις δημοσιοποίησης. Η αίσθηση ότι κρίσιμες επιλογές περνούν “από μέσα” και όχι μέσα από ορθολογικό, δημοσίως ελεγχόμενο ανταγωνισμό, ενισχύει την πολιτική δυσπιστία απέναντι στο ίδιο το μοντέλο.

Ευρωπαϊκά πρότυπα: κοινοβουλευτική λογοδοσία και διαφάνεια

Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι ο συνδυασμός τεχνοκρατίας και δημοκρατικής λογοδοσίας μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα:

  • Στη Γαλλία, οι διοικητικές επιλογές σε οργανισμούς όπως η RATP υπόκεινται σε κοινοβουλευτική και πολιτική εποπτεία και όχι μόνο σε μηχανισμούς εκτελεστικής επιλογής.
  • Στη Γερμανία, επιχειρήσεις όπως η Deutsche Bahn έχουν σαφή θεσμική επίβλεψη και έλεγχο από κοινοβουλευτικές επιτροπές, ενώ η επιλογή της διοίκησης έχει περισσότερα στάδια δημόσιας λογοδοσίας.
  • Σκανδιναβικές χώρες εφαρμόζουν αυστηρές διαδικασίες επιλογής, όπου οι θεσμοί διοίκησης δημοσίων αγαθών πρέπει να αναδεικνύονται με δημόσια κριτήρια, αξιολογήσεις απόδοσης και κοινωνικούς δείκτες, όχι μόνο χρηματοοικονομικούς.

Σε αυτές τις χώρες, η δημοκρατική νομιμοποίηση και η διαφάνεια δεν είναι απλώς «διακοσμητικές» — είναι μέρος της στρατηγικής ποιότητας και κοινωνικής αποδοχής των οργανισμών δημόσιου ενδιαφέροντος.

Προτάσεις για θεσμική αναβάθμιση

Ζητείται επομένως:

  1. Κοινοβουλευτική ακρόαση και έγκριση των ανώτατων διοικήσεων οργανισμών που παράγουν κοινωνικά και οικονομικά κρίσιμα αγαθά, με αυξημένη πλειοψηφία. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως Πόντιος Πιλάτος
  2. Ανοικτές, ανταγωνιστικές διαδικασίες επιλογής, με σαφή κριτήρια ESG και κοινωνικής αξιολόγησης, όχι μονοδιάστατη χρηματοοικονομική επάρκεια.
  3. Δημόσια δημοσιευμένα κριτήρια επιλογής, αιτιολόγηση των αποφάσεων και σύγκριση υποψηφιοτήτων, ώστε να αποφευχθούν αίσθηση “κλειστών λιστών” και “επαναλαμβανόμενων φακέλων”.
  4. Δημόσια και ανεξάρτητη αξιολόγηση αποτελεσμάτων τόσο των διοικήσεων όσο και των στρατηγικών επιλογών, με κοινωνικούς δείκτες απόδοσης — όχι μόνο οικονομικούς.

Η Δημοκρατία δεν απειλείται από τον έλεγχο. Η έλλειψη θεσμικών ελέγχων και η υπερβολική συγκέντρωση καθοριστικών επιλογών σε ένα “ιδιωτικο-δημόσιο” σώμα, χωρίς άμεση λογοδοσία στη Βουλή και την κοινωνία, απειλεί ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι υπηρετεί: την εμπιστοσύνη και τη δημόσια αξία.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Για την αναζήτηση “συναινέσεων”, στο ελληνικό πολιτικό σύστημα


 Για μια “διακυβερνήσιμη” χώρα, στην εποχή της αύξησης των ανισοτήτων

Φαίνεται πως κλείνει ένας ιστορικός κύκλος που άνοιξε τη δεκαετία του 1970, όταν κυριάρχησε η ιδέα ότι η ευημερία των κοινωνιών μπορεί —και πρέπει— αφεθεί σχεδόν αποκλειστικά στις αγορές. Τις τελευταίες δεκαετίες ζήσαμε το πείραμα όπου, η πολιτική αποσύρθηκε, περιορίστηκε στον ρόλο του διαχειριστή, ενώ η οικονομία αναγορεύτηκε σε υπέρτατο ρυθμιστή όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της κοινωνικής οργάνωσης. Σήμερα, διεθνώς, το εκκρεμές κινείται ξανά: η πολιτική διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία της απέναντι στην οικονομία — όχι όμως χωρίς κινδύνους και αντιφάσεις. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν αυτή η επιστροφή θα συμβεί, αλλά πώς, με ποιους όρους και προς όφελος ποιων, ώστε να μην αγνοείται, ευνουχιζόμενος, ο ιδιωτικός τομέας αλλά σε κάποια ισορροπία με την ρυθμιστική παρουσία του κράτους. Τελικά με ποιες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, βρίσκεται ίσως, στην καρδιά αυτής της μετάβασης. Πρέπει να βρεθούμε στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, καθώς η παρατεταμένη κρίση, η ακρίβεια, η γεωγραφική και κοινωνική ανισότητα, αδύναμη κοινωνική κινητικότητα αλλά και η φθορά της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για την αναζήτηση του πλαισίου μιας νέας πολιτικής συναίνεσης στον πολιτικό προσανατολισμό της χώρας. Όχι μια συναίνεση κορυφής ή επικοινωνιακής ευκολίας, αλλά ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό συμβόλαιο που θα καθιστά τη χώρα ουσιαστικά “διακυβερνήσιμη”.

Πρώτο θεμέλιο αυτής της συναίνεσης οφείλει να είναι η νηφάλια αλλά καθαρή αναγνώριση ότι η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης έχει φτάσει σε οριακά —και επικίνδυνα— επίπεδα για τη δημοκρατία. Σε παγκόσμια κλίμακα, μια ομάδα υπερπλούσιων ατόμων και επιχειρηματικών ομίλων, ελέγχει κρίσιμους τομείς της οικονομίας, κρίσιμες υποδομές των τεχνολογιών πληροφόρησης, πληροφορίες, αγορές και, εν τέλει, ολοένα και περισσότερο, της ίδιας της πολιτικής διαδικασίας. Το χρήμα δεν επηρεάζει πλέον απλώς τις αποφάσεις· διαμορφώνει τους κανόνες. Η οικονομική ισχύς μεταφράζεται ολοένα και πιο άμεσα σε πολιτική επιρροή, διαβρώνοντας τη δημοκρατική αρχή της ισότητας.

Η πλουτοκρατία του 21ου αιώνα διαφέρει από τις παλαιότερες μορφές οικονομικής ισχύος. Δεν περιορίζεται στην παραγωγή ή στις αγορές. Επεκτείνεται στον έλεγχο των μέσων επικοινωνίας, των ψηφιακών πλατφορμών, των μηχανισμών διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και, τελικά, της συλλογικής μνήμης. Το ποια γεγονότα προβάλλονται, ποια αποσιωπώνται, ποια ερμηνεία κυριαρχεί και ποια στιγματίζεται, δεν είναι πλέον ουδέτερες επιλογές. Όταν η ενημέρωση συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, η δημοκρατική κρίση βαθαίνει, ακόμη κι αν οι εκλογές διεξάγονται κανονικά.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αφηρημένο. Επηρεάζει τον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές, οι ψηφιακές πλατφόρμες, τα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και η ίδια η δημόσια συζήτηση. Όταν η οικονομία παύει να είναι πεδίο ανταγωνισμού και μετατρέπεται σε κλειστό κλαμπ ολιγοπωλίων, τότε η δημοκρατία υπονομεύεται εκ των έσω. Η πολιτική οφείλει να το πει καθαρά — και να δράσει αναλόγως.

Αυτή η πραγματικότητα δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τις μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες. Αφορά πρωτίστως την Ευρώπη και προφανώς και την Ελλάδα. Στη χώρα μας, η διαχρονική διαπλοκή οικονομικής ισχύος, πολιτικής επιρροής και μιντιακού ελέγχου υπονόμευσε την εμπιστοσύνη των πολιτών, καλλιέργησε κυνισμό και αποδυνάμωσε την έννοια της συλλογικής ευθύνης. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η πραγματικότητα «φιλτράρεται», ότι η κριτική φωνή περιθωριοποιείται και ότι η δημόσια συζήτηση κατευθύνεται, τότε η συναίνεση μετατρέπεται σε υποψία και η συμμετοχή σε αποχή.

Δεύτερο θεμέλιο μιας νέας συναίνεσης είναι η αποκατάσταση της αξιοπρέπειας ανθρώπων και περιοχών, που οι ασκούμενες πολιτικές των τελευταίων ετών άφησαν πίσω. Ο νεοφιλελεύθερος λόγος των τελευταίων δεκαετιών, με την κυριαρχία του αφηγήματος της “ατομικής ευθύνης για τα πάντα”, μετέτρεψε τις κοινωνικές ανισότητες σε ατομικές αποτυχίες: οι φτωχοί ευθύνονται για τη φτώχεια τους, οι άνεργοι για την ανεργία τους, οι εργαζόμενοι για το κόστος ζωής επειδή «δεν έκαναν τις σωστές επιλογές»...
 Ένα αφήγημα που μετέτρεψε τις κοινωνικές ανισότητες σε ατομικά ελαττώματα και τις διαρθρωτικές αποτυχίες σε προσωπικές αποτυχίες. Έτσι, όμως, η πολιτική αποποιήθηκε τις ευθύνες της και οι συλλογικές αποτυχίες βαφτίστηκαν προσωπικές.

Στην Ελλάδα, αυτό μεταφράστηκε σε ερημοποίηση ολόκληρων περιοχών, σε γενιές νέων που ένιωσαν περιττοί, σε εργαζόμενους που είδαν την ασφάλεια και την προοπτική τους να συρρικνώνονται. Καμία χώρα δεν μπορεί να είναι διακυβερνήσιμη όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται αόρατα ή εγκαταλελειμμένα. Η αξιοπρέπεια δεν είναι ηθική πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και πολιτικής σταθερότητας.

Η διεθνής συζήτηση δείχνει πλέον μια σαφή μετατόπιση. Όπως καταγράφεται και στη σύγχρονη αρθρογραφία, οι νέοι οικονομολόγοι θεωρούν ως τα πιο πιεστικά προβλήματα τη φτώχεια, την ανισότητα και τον πληθωρισμό, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις αξίες της ισότητας και της αλληλεγγύης

Αυτό δεν είναι ιδεολογική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ρεαλιστική αποτίμηση για αδιέξοδα που έγιναν ορατά σε όλους. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική μετατόπιση, που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα της φορολογικής δικαιοσύνης αποκτά κεντρική σημασία. Η Ελλάδα δεν υποφέρει από χαμηλή φορολόγηση συνολικά· υποφέρει από άδικη κατανομή των βαρών. Η υπερβολική εξάρτηση από έμμεσους φόρους και εισφορές επιβαρύνει δυσανάλογα τους μισθωτούς και τα χαμηλά εισοδήματα, ενώ η φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και του συσσωρευμένου πλούτου παραμένει περιορισμένη, συχνά με θεσμικές εξαιρέσεις και ασυμμετρίες.

Μια σοβαρή συμφωνία για δικαιότερο φορολογικό πλαίσιο, δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής αντιπαράθεσης, αλλά προϋπόθεση κοινωνικής εμπιστοσύνης. Μετατόπιση προς πιο προοδευτικούς άμεσους φόρους, ελάφρυνση των έμμεσων βαρών, ουσιαστική επιβάρυνση του κεφαλαίου, όπου αυτό είναι τεκμηριωμένα εφικτό και αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, συνιστούν βασικά στοιχεία ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Χωρίς αυτά, καμία χώρα δεν μπορεί να είναι πραγματικά διακυβερνήσιμη.

Τρίτο θεμέλιο είναι η παραδοχή ότι το κράτος οφείλει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη νέα εποχή, και στη θωράκιση της δημοκρατίας, αλλά και στην οικονομία. Αυτό περιλαμβάνει τη ρύθμιση των αγορών, την προστασία του πλουραλισμού στα μέσα ενημέρωσης και τη διασφάλιση της διαφάνειας στη χρηματοδότηση της πολιτικής. Το κράτος δεν μπορεί να παρακολουθεί αμέτοχο τη μετατροπή της ενημέρωσης σε εργαλείο ισχύος.

Εδώ αναδεικνύεται και ο κρίσιμος ρόλος των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια εποχή που η πλουτοκρατία και ο αυταρχικός καπιταλισμός υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα, καμία χώρα δεν μπορεί να απαντήσει μόνη της. Η ΕΕ οφείλει να ενισχύσει το ρυθμιστικό της αποτύπωμα: στον έλεγχο των ψηφιακών πλατφορμών, στη διασφάλιση της ελευθερίας και του πλουραλισμού των ΜΜΕ, στη φορολόγηση των πολυεθνικών και στην προστασία των δημοκρατικών θεσμών από την οικονομική χειραγώγηση.

Η διακυβερνησιμότητα μιας χώρας στον 21ο αιώνα δεν εξαντλείται στη δημοσιονομική πειθαρχία ή στους δείκτες ανάπτυξης. Κρίνεται από την ικανότητά της να περιορίζει τις ανισότητες, να προστατεύει τη δημοκρατία από την πλουτοκρατία και να πείθει τους πολίτες ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους. Μετριέται με την ικανότητά της να κρατά την κοινωνία όρθια, να περιορίζει τις ανισότητες και να δίνει νόημα στη συλλογική προσπάθεια. Αυτό απαιτεί σοβαρή τεκμηρίωση, πολιτικό θάρρος και ευρωπαϊκή συνεργασία. 

Αυτή είναι η πρόκληση της εποχής — και το στοίχημα μιας νέας ελληνικής συναίνεσης.

Μια νέα πολιτική συναίνεση δεν θα προκύψει αυτόματα. Αν, όμως, οικοδομηθεί πάνω στη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια Ελλάδα πιο δίκαιη, πιο σταθερή και —τελικά— πραγματικά διακυβερνήσιμη. Απαιτεί υπέρβαση τακτικισμών, σοβαρή τεκμηρίωση πολιτικών επιλογών και απεγκλωβισμό από ιδεολογικά στερεότυπα που δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματικότητα. Κυρίως, όμως, απαιτεί πολιτικό θάρρος: αλήθειες που δεν χωρούν σε συνθήματα και συμμαχίες που δεν βασίζονται στον φόβο, αλλά στην ελπίδα.


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Ένα πολιτικό dragging με την… υποτιθέμενη “προοδευτική” Ελλάδα στα γόνατα του εφήμερου εντυπωσιασμού.

  

Τι κι αν λέμε πως είμαστε ευρωπαϊκή χώρα, με φιλοδοξίες για γεωπολιτική αυτοτέλεια, ενεργειακή ανεξαρτησία και ευρωπαϊκή στρατηγική — στην πραγματικότητα πολλοί από τους κυβερνώντες αλλά και άλλους παράγοντες του δημόσιου βίου της χώρας, φαίνεται πως προτιμούν να αναπαράγουν το σκηνικό του γκαλά “κυρία Πρέσβειρα ιδού οι υποτελείς σου”. Η πρόσφατες υποδοχές από υπουργούς στα υπουργεία ευθύνης τους, της κας Kimberly Guilfoyle, οι… ξεναγήσεις της στο πλοίο-μουσείο «Hellas Liberty» και σε άλλα “πολιτιστικά κέντρα”, δεν αποτελούν τίποτα λιγότερο από πολιτική θεατρικής παράστασης μιας κακής ποιότητας επιθεωρήσεως, με πρωταγωνιστές που ξεχνούν πως εκπροσωπούν μια ευρωπαϊκή χώρα με φωνή εθνική συνείδηση.

Το ζήτημα δεν είναι αν ένας υπουργός φωτογραφίζεται χαμογελαστός δίπλα στην Αμερικανή διπλωμάτισσα — είναι η ένδειξη δουλικότητας, σχεδόν υποτέλειας, υποδοχή που δείχνει έλλειψη στοιχειώδους πολιτικής αυτοεκτίμησης και ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Και η Ελλάδα δεν είναι… επαρχία ναυλωτών, για να ποζάρει αναντίρρητα όταν ρίχνουν εικονικά δολάρια στο λιμάνι της.

Η “προνομιακή” μεταχείριση ως καθημερινότητα — και τι υπονοεί

Η κα Guilfoyle, που ανέλαβε τα καθήκοντά της ως πρέσβης μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, έσπευσε από την αρχή να τονίσει ότι η Ελλάδα αποτελεί «κεντρικό πυλώνα» στη στρατηγική ενέργειας, επενδύσεων και τεχνητής νοημοσύνης των ΗΠΑ.

Να συζητήσουμε προφανώς για “ευημερία και ανάπτυξη” αρκεί η “συνεργασία” αυτή να μην περιορίζεται σε opportunistic φωτο-ops, χωρίς καμία αίσθηση στρατηγικής αυτονομίας και ευρωπαϊκής προοπτικής.

Αυτό που μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτική — και τη ναυτιλία — σε showcase για ξένες επενδύσεις και αμερικανικά συμφέροντα, με αφανή ανταλλάγματα για το ευρωπαϊκό status και τη γεωπολιτική αξιοπρέπεια της χώρας.

Πολιτική μιας φωτογραφίας — και τα όρια της υποτέλειας

Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε.·Αυτό το θέαμα δεν έχει να κάνει με διπλωματία, έχει να κάνει με μία επίδειξη υποτέλειας που θυμίζει περισσότερο αποικιοκρατικό status παρά σύγχρονη ευρωπαϊκή διπλωματία. Θεσμοί, εκτελεστική εξουσία, υπουργοί — ως επί το πλείστον — μοιάζουν έτοιμοι να υποκλιθούν σε κάθε απροσδιόριστο νεύμα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, λες και η γεωγραφία και οι συμμαχίες δεν έχουν καμία αξία χωρίς φωτογραφία.

Είναι σαφές πως η ατζέντα περιλαμβάνει τα πάντα — από λιμάνια και ναυτιλία μέχρι ασφάλεια και τεχνητή νοημοσύνη — αλλά με tone και υπόκρουση που μοιάζουν να υπαγορεύονται από ξένα συμφέροντα, όχι από εθνικό σχέδιο.

Η Ευρώπη ως background — οι ελίτ που προτάσσουν την κάμερα

Κι εδώ ερχόμαστε στο πιο κρίσιμο σημείο: αυτά δεν είναι απλώς μεμονωμένα περιστατικά, πλέον, είναι δείγματα μιας νοοτροπίας — από την πολιτική, την οικονομική και την πνευματική ελίτ — που θεωρεί την Ευρώπη — και τις αξίες της — ως δεύτερης κατηγορίας. Η Ελλάδα, από ευρωπαϊκό κράτος, μετατρέπεται σε “backstage” δήλωσης: ένα σκηνικό όπου η αμερικανική πρεσβεία είναι VIP και οι θεσμοί της χώρας οι απλοί υποταγμένοι θεατές.

Κάθε selfie, κάθε φωτογραφία δίπλα στην πρέσβειρα, κάθε δημοσιογραφική “αναφορά στη στενή συνεργασία” πακετάρει την ελληνική πολιτική προσαρμογή — και την υποτίμηση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας.

Αν αυτό δεν αποτελεί δείγμα υποτέλειας, τότε τι;

Έχει σημασία και χρειάζεται συλλογική αντίδραση

Δεν είναι απλώς ζήτημα γούστου ή πολιτικής αισθητικής. Όταν τα υπουργεία γίνονται σκηνικά υποδοχής ξένων διπλωματών — χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα, χωρίς διαφάνεια, χωρίς στρατηγική — η Ελλάδα απαξιώνει το κύρος της. Γίνεται όχημα στοχεύσεων που δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον αλλά ιδιωτικές και ξένες στοχεύσεις.

Και όταν αυτό δεν σχολιάζεται — ή όταν ακόμα θεωρείται “καλό για την εικόνα” — τότε ανοίγει ο δρόμος για έναν νέο τύπο πολιτικής “διπλωματίας”: όχι ανάμεσα ισότιμων κρατών, αλλά ανάμεσα σε κράτος-υποδοχέα και μεγάλες δυνάμεις που λογαριάζουν την Ελλάδα σαν υποχείριο.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι η πρέσβειρα. Οι διπλωμάτες προωθούν το συμφέρον της χώρας τους — και αυτό ακριβώς κάνει. Το ζήτημα είναι η ελληνική πλευρά:

πώς ανταποκρίνεται; θέτει όρια; αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως φίλτρο και ως σταθεροποιητή;

Όλο και περισσότερο η απάντηση μοιάζει να είναι «όχι»...

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα οργανωμένο κίνημα — από την όποια υπάρχουσα κοινωνία των πολιτών και τις ελίτ που μπορούν να σώσουν το κύρος της χώρας, με πρωτοπόρα την πνευματική — που να απαιτήσει διαφάνεια, στρατηγική αυτονομία, ευρωπαϊκή προοπτική. Χωρίς αυτήν, κάθε υπουργός που θα ποζάρει με όποια ξένη πρέσβειρα δεν θα κάνει τίποτε παρά θα φτιάχνει το «cover photo» της πολιτικής υποταγής του αλλά ίσως και της χώρας.

Αν θέλουμε να “μείνουμε Ευρώπη”

Μπορεί κάποιοι να βλέπουν τις συναντήσεις και τις φωτογραφίες ως δείγμα διεθνούς αναγνώρισης ή ως “αναγκαίο κακ(λ)ό για τους δύσκολους αυτούς καιρούς των γεωπολιτικών αναδιατάξεων”. Αλλά δεν είναι. Είναι δείγμα πολιτικής μικρότητας. Δείγμα μιας εξουσίας που αντιμετωπίζει τη χώρα ως πεδίο συμφερόντων, όχι ως εταίρο.

Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να είναι μέρος της Ευρώπης — με την αξιοπρέπεια που της αρμόζει — δεν χρειάζεται χαμόγελα σε ένα πλοίο-μουσείο...

Χρειάζεται πολιτική με όραμα, στρατηγική διαπραγμάτευσης, δημοκρατική συμμετοχή.

Και χρειάζεται να πούμε «όχι» σε όσους μπερδεύουν διπλωματία με καλλιτεχνική διπλωματία — γιατί η αξιοπρέπεια ενός κράτους δεν εξαγοράζεται με φωτογραφίες, αλλά με σεβασμό και αρχές.

Ας μεριμνήσουμε λοιπόν — πριν η Ελλάδα γίνει σκηνικό άλλων.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Αγροτικές κινητοποιήσεις: Η ωριμότητα για την επιλογή της στιγμής της "υποχώρησης".


Υπάρχουν αρκετοί/ες εκ των ψηφιακών ή και πολιτικών “φίλων” μου, που εκτιμώ λιγότερο ή περισσότερο, που επισημαίνουν ότι όποιος, σε αυτή τη στιγμή της εξέλιξης του αγροτικού κινήματος, αναφέρεται στο τρόπο και τα μέσα διεκδίκησης των αγροτών, “αντικειμενικά” αβαντάρει την κυβέρνηση…

Από την άλλη όλοι/ες εκείνοι/ες, γνωστοί/ες πλέον, που το μόνο που τους νοιάζει είναι η αντιμετώπιση κάθε φωνής ή δράσης, ανεξαρτήτως περιεχομένου, η οποία αντιπαρατίθεται ή κρίνει την κυβερνητική πολιτική.

Έχει σημασία εδώ να αναδείξουμε την αρκούντως υπεύθυνη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, με αναφορά σε αυτά του συνταγματικού τόξου, σε αντίθεση με άλλες εποχές και μάλιστα όταν η Ν.Δ. ήταν στην αντιπολίτευση…

Να το ξεκαθαρίσουμε.

Κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα…

Όσο δίκιο και αν έχει κάποιος/οι στα αιτήματά τους, πολλώ δε μάλλον αν αφορά σε συλλογικές διεκδικήσεις που απαιτούν οργάνωση, σκέψη, φρονιμάδα και στέρεη στρατηγική, δεν υπάρχει καμιά λογική ανοχής σε ακραίες και παραβατικές συμπεριφορές…

Οι επιθέσεις σε όργανα της τάξης και όχι μόνον, οι βανδαλισμοί σε δημόσια περιουσία, οι τραυματισμοί αστυνομικών ή πολιτών και διάφορα αντίστοιχα που καταγράφονται στις αγροτικές κινητοποιήσεις, αμαυρώνουν και ακυρώνουν τον δίκαιο αγώνα τους.

Η παρεμπόδιση του δικαιώματος της κινητικότητας με αποκλεισμό εθνικών οδών, αεροδρομίων και λιμένων με αποτέλεσμα ακυρώσεις ταξιδιών των πολιτών και μεταφορών των εμπορευμάτων, με πτήσεις να χάνονται, δρομολόγια πλοίων να ακυρώνονται και οι είσοδοι/έξοδοι της χώρας να γίνονται υποκείμενα της ασφάλειας στις εθνικές και διεθνείς μεταφορές, είναι επιλογές εκβιασμού της κυβέρνησης με θύμα όμως την κοινωνία, που υφίσταται τις επιπτώσεις.

Η ενεργοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού θα είναι το αποτέλεσμα και η αλλοίωση της στέρεης βάσης του δίκιου τους θα είναι η χαρά των αντιπάλων του αγώνα των αγροτών…

Έχει σημασία αυτές τις στιγμές η ωριμότητά τους να τους επιβάλλει να είναι "οπλισμένοι" με ψυχραιμία και να μη παρασύρονται από συνειδητές ή ασυνείδητες προβοκάτσιες.

Οι αντιδράσεις της αστυνομίας, με χημικά και γκλομπ, είτε για λόγους αμύνης, όπως αναφέρουν, είτε και σκοπιμότητας, θα έλεγα τουλάχιστον για κάποιες περιπτώσεις, δεν πρέπει να εισπράττονται ως υλικό εμπρησμού, ώστε να επιτρέπεται στους «αψείς» να εξωθούν τις καταστάσεις στα άκρα.

Η αυτοσυγκράτηση και ο έλεγχος του αυθόρμητου, από την οργανωμένη εκπροσώπησης κάθε αγροτικής κινητοποίησης, είναι υποχρέωση όποιων θέλουν να ηγηθούν, διαμορφώνοντας ένα θερμοκήπιο ψύχραιμης δράσης.

Το πρόβλημα της πρωτογενούς παραγωγής, στον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα, δεν είναι αποτέλεσμα της τελευταίας δεκαετίας ούτε παρουσιάστηκε τώρα. Η συζήτηση για το επαναλαμβανόμενο σύνθημα “αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου”, δεν έχει γίνει. Και αυτό είναι ευθύνη της κάθε “παρούσης” κυβερνήσεως. Σε αυτό το πεδίο η υστέρηση, συγκριτικά με τις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, είναι αδικαιολόγητη. Για αυτό έχουν ευθύνη οι εκάστοτε κυβερνήσεις και προφανώς η σημερινή, αλλά δεν υπολείπονται ευθυνών και η διαχρονική εκπροσώπηση των αγροτών και κτηνοτρόφων, με τις παρωχημένες απόψεις, τις περισσότερες φορές και τα αντίστοιχα με αυτές αιτήματά τους.

Προσπαθώ να βρω επεξεργασίες και απόψεις για την “δια βίου εκπαίδευση” των αγροτών και κτηνοτρόφων και αυτά που εντοπίζω, ως επί το πλείστον, είναι κάτι επιδοτούμενα προγράμματα “τρωκτικών” του δημοσίου χρήματος από “σεμιναριατζήδες” (σε κατανομή πελατειακού κράτους) και κάποιους που καμώνονται τους εκπαιδευόμενους, απλώς και μόνον για να εισπράξουν την όποια επιδότηση…

Οργάνωση λοιπόν της εισαγωγής “γνώσης και εκπαίδευσης” σε συγκεκριμένες τεχνολογίες και δυνατότητες παραγωγής, την εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη προελαύνει και σε αυτούς τους τομείς.

Προγραμματισμένες και ιεραρχημένες προτεραιότητες χρηματοδότησης, με σαφή και προσυμπεφωνημένη διαδικασία αυστηρού ελέγχου και αξιολόγησής των αποτελεσμάτων τους. Ανά μονάδα εργασίας, ανά μονάδα παραγωγής με αναφορά στην απόδοση τους και τον εκσυγχρονισμό των εργαλείων και των λειτουργιών τους.

Προφανώς και η κάθε περιοχή θέλει το δικό της σχεδιασμό. Άλλη είναι η Θεσσαλία, άλλη η Κρήτη, η Πελοπόννησος, η Βόρεια Ελλάδα, άλλα τα νησιά του Αιγαίου και μεταξύ τους ιδιαίτερες και σημαντικές διαφορές, όπως αυτές της μαστιχοπαραγωγού Χίου.

Διαφορετικά, κάποια στιγμή, θα τελειώσουν τα «μπλόκα», με νικητές και ηττημένους ή συμβιβασμένους (μακάρι) και θα ξαναθυμηθούμε τα υπαρκτά προβλήματα που ταλανίζουν τον τομέα και τη χώρα, ξανά του χρόνου και κάθε χρόνο στην αντίστοιχη εποχή και με διαφορετική ένταση, που θα εξαρτάται από την απήχηση της κυβέρνησης εκείνης της εποχής…

Σήμερα πλέον πιο ώριμοι" και πληροφορημένοι, γνωρίζουμε ότι το βάρος του σχεδιασμού, της εφαρμογής και της παρακολούθησης της (αγροτικής) πολιτικής αποτελεί πλέον σε συντριπτικό βαθμό ευθύνη των κρατών-μελών...

Τα κράτη μέλη, δηλαδή οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν την ευθύνη να διαμορφώσουν τα εργαλεία αυτού του σχεδιασμού... Τα "εθνικά στρατηγικά σχέδια".

Εεε... λοιπόν στη χώρα μας, τέτοια σχέδια, δεν δεν έχουν καταρτιστεί.

Το δε υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης κάνει απλώς ένα πράγμα που από καιρό γνώριζε... Να διαχειρίζεται κατά το δοκούν τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις...

Αυτό είναι που πρέπει να αλλάξει...

Και σε αυτό πρέπει να έχουν γνώμη, αλλά και την απαιτούμενη γνώση, οι ίδιοι οι αγρότες μέσω των καλά κατηρτησμένων αντιπροσώπων τους... π.χ με τη δημιουργία ενός σχετικού επιμελητηρίου - συμβούλου...

Χρειάζεται ένα σχέδιο για μια κλιματικά ανθεκτική και τεχνολογικά σύγχρονη αγροτική παραγωγή, που θα αξιοποιεί τα εθνικά πλεονεκτήματα και θα προσαρμόζει στην ελληνική πραγματικότητα τις καλές πρακτικές άλλων χωρών που μας μοιάζουν.

Προφανώς και ως προυπόθεση απαιτείται ένα ένα πολιτικό σύστημα που θα συναινέσει να υπηρετήσει αυτό το σχέδιο, κάνοντάς το ανθεκτικό στον εκλογικό κύκλο. Με ένα υπουργείο που θα λειτουργεί ως στρατηγικό επιτελείο...

Κυβέρνηση και αγροτικό κίνημα με τις εκφάνσεις του, ας διαχειριστούν την κρίση με ψυχραιμία και σχέδιο, αντιμετωπίζοντας τα ζέοντα θέματα της συγκυρίας με κατανόηση στο δίκιο των αγροτοκτηνοτρόφων και ας διαμορφώσουν ένα συνεκτικό “οδικό χάρτη”, για τα παραπάνω θέματα και όλα όσα απαιτούν ευρύτερο σχεδιασμό και να μη φύγουν από το τραπέζι αν δεν υπάρξει δέσμευση σε αυτόν τον " οδικό χάρτη", με την ευρύτερη δυνατή διακομματική συναίνεση…

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Όταν οι αμερικάνικες σκέψεις για την Ευρώπη μοιάζουν με πολιτικό μανιφέστο ακροδεξιών troll‎‎ς.

 

Οι πρόσφατες διαρροές από το έγγραφο της κυβέρνησης Donald J. Trump για τη «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» έχουν προκαλέσει θόρυβο. Η διατύπωση ότι η Ευρώπη «οδεύει σε πολιτισμικό αφανισμό» δεν είναι απλώς κυνική — είναι ένδειξη μιας στρατηγικής που βλέπει τον πλουραλισμό ως πρόβλημα και την αλληλεγγύη ως αδυναμία. (Όπως αναφέρεται και στο δημοσίευμα της Καθημερινής).

Αυτό που κάνει εντύπωση — και ανησυχεί — δεν είναι μόνο η ρητορική. Είναι η πολιτική πρόθεση που κρύβεται πίσω από αυτήν. Και, δεδομένων των πρόσφατων πολιτικών ρευμάτων στον πλανήτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη από τις ιδεολογικές διακηρύξεις ακροδεξιών κύκλων στην Ευρώπη — μια «δυνητική σχέση» που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί.

Είναι η ώρα που πρέπει να δημιουργηθεί και στη χώρα μας ένα κίνημα υποστήριξης των ευρωπαϊκών κατακτήσεων, στέρεη, θετική υπεράσπιση του ευρωπαϊκού μοντέλου: κοινωνικές διευθετήσεις, δικαιώματα, κοινωνικό κράτος — απέναντι στην υποψία, τον φόβο και τον ιδεολογικό αυταρχισμό που εκπροσωπεί το συγκεκριμένο αμερικανικό έγγραφο.


Όταν η ανάγκη για «ασφάλεια» μεταμφιέζεται σε εργαλείο ενάντια στα «δικαιώματα»

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: καλώς ή κακώς, η λέξη «ασφάλεια» για την ακροδεξιά δεν είναι κάτι καινούργιο. Όσοι την επικαλούνται ως βάση για συλλογικό πολιτικό υποκείμενο είναι προφανές ότι κρύβουν πολιτική πρόθεση. Στην περίπτωση του εν λόγω εγγράφου: η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζεται ως σύμμαχος, ως ίση, αλλά ως το «εν δυνάμει πρόβλημα».

Δεν υπάρχει καμία ειλικρινής αναφορά σε δημοκρατικές αξίες, σε ανθρώπινα δικαιώματα, σε κοινωνική συνοχή. Υπάρχει όμως φόβος — φόβος απέναντι στην αλλαγή, στη μετανάστευση, στον πολυπολιτισμό. Η «στρατηγική ασφάλειας» γίνεται — άθελά της ή εκ προθέσεως — πολιτική διακήρυξη φόβου.

Αυτή η ρητορική θυμίζει — χωρίς να συγκαλύπτει — τις διακηρύξεις ακροδεξιών σχηματισμών στην Ευρώπη που, υποτίθεται, αγωνίζονται για «παραδοσιακές αξίες», «εθνική ταυτότητα», «ταυτότητα πολιτισμού». Η παραπάνω «δυνητική σχέση» — ανάμεσα στην αμερικανική στρατηγική και σε ευρωπαϊκά ακροδεξιά προγράμματα — δεν είναι θεωρητική, είναι πολιτικά ανησυχητική.

Αν αποδεχθούμε ότι η ασφάλεια απαιτεί «επιτήρηση του διαφορετικού», τότε αποδεχόμαστε ότι η δημοκρατία υποχωρεί. Αν πούμε ότι οι κοινωνίες πρέπει να προστατευτούν από την πορεία τους, τότε ξεκινάμε να γράφουμε χάρτες αποκλεισμών.


Η Ευρώπη ως παγκόσμιο πρότυπο στη διαχείριση των κοινωνικών αντιθέσεων

Σε αντίθεση με το δόγμα του φόβου, το ευρωπαϊκό μοντέλο — αυτό που τόσες φορές αποσιωπάται από πολιτικές φωνές που φοβούνται την αλλαγή — είναι ένα μοντέλο με θάρρος: θάρρος για κοινωνική συνοχή, για δικαιώματα, για πολυμορφία.

  • Κοινωνικές διευθετήσεις και κοινωνικό κράτος: Τα δικαιώματα στην υγεία, στην κοινωνική ασφάλιση, στην παιδεία, στην αξιοπρεπή διαβίωση — δεν είναι προνόμια.·Είναι θεσμοί που αναγνωρίζουν την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου. Η Ευρώπη — με τα προβλήματά της — δείχνει ότι μπορεί να έχει κοινωνική συνοχή χωρίς να καταφεύγει σε λογικές φόβου και αποκλεισμού.
  • Δικαιώματα και ελευθερίες: Η ελευθερία έκφρασης, η ανεξάρτητη δικαιοσύνη, η συμμετοχή των πολιτών — σε πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές αποφάσεις — δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για ανοιχτές, δίκαιες κοινωνίες. Η προσπάθεια να αντικατασταθούν με λογικές «εθνικής ταυτότητας» είναι προσπάθεια να υποκατασταθεί η κοινωνία με μια στατική, μονολιθική ιδέα.
  • Πολυμορφία και αλληλεγγύη: Η μετανάστευση δεν είναι «κίνδυνος» — είναι ευκαιρία. Εξαρτάται από την διαχείρισή της.  Η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι απειλή — είναι εμπλουτισμός. Οι άνθρωποι που φέρνουν διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικά βιώματα, δεν είναι βάρος. Είναι δύναμη.

Η Ευρώπη δεν είναι τέλεια — καμία κοινωνία δεν είναι. Αλλά το να παλεύεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ελευθερία, δεν είναι αδυναμία. Είναι επιλογή ανθρωπιάς.


Η «δυνητική σχέση» με ακροδεξιές διακηρύξεις — και γιατί πρέπει να την αναδείξουμε

Αναλογιζόμενοι τις πρόσφατες δηλώσεις, τις πολιτικές κινήσεις, βλέποντας πολιτικά κόμματα που συχνά επικαλούνται «παραδοσιακές αξίες», «προστασία της ταυτότητας», «έλεγχο μεταναστών» — δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως η ατζέντα που προτείνει το αμερικανικό έγγραφο διευκολύνει αυτούς που θέλουν να χρησιμοποιήσουν την Ευρώπη ως πεδίο κοινωνικού & εσωτερικού ελέγχου.

Δεν πρόκειται απλώς για διπλωματική στάση· αλλά για ιδεολογική σπορά: φόβου, υποψίας, αποξένωσης. Και όταν αυτές οι ιδέες φυτρώσουν δεν ζητούν άδεια· ζητούν εφαρμογή.

Αν η Ευρώπη — τα κράτη της, οι κοινωνίες της — δεν σταθούν απέναντι με σαφήνεια, θα επιτρέψουν σε αυτό το σενάριο να γίνει κανονικότητα. Κι όταν η κανονικότητα σημαίνει «εθνική ταυτότητα», «πολεμική σε κάθε μετανάστευση», «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για τις κοινωνικές αντιθέσεις — τότε δεν μιλάμε για ασφάλεια, μιλάμε για περιορισμούς.


Για να μην ξεχάσουμε τι σημαίνει ελευθερία

Φανταστείτε έναν επιθεωρητή ασφαλείας (με στολή, σφυρίχτρα και υπερβολικό ζήλο), να κρατά έναν κατάλογο με «επιτρεπτέες κουλτούρες», «επιτρεπτέες οικογενειακές δομές», «επιτρεπτέες εθνικές ταυτότητες» — και να ζητάει από κάθε πολίτη στην Ευρώπη να υπογράψει ότι «συμφωνεί με το βιβλίο οδηγιών που συνέγραψαν αμερικανοί φωστήρες».

Αν αυτό δεν σας φαίνεται απλώς αυταρχικό, αλλά και γελοίο — τότε είμαστε στην ίδια μεριά. Η ελευθερία είναι και συνειδητή συμμόρφωση, είναι προφανές και ρίσκο. Να αφήνεις τους ανθρώπους να ζουν, να αλλάζουν, να σκέφτονται, προφανές σε δεδομένο και συμπεφωνημένο θεσμικό πλαίσιο, ίδιο για όλους.

Κι όποιος νομίζει πως η ασφάλεια διασφαλίζεται περισσότυερο όταν περιορίζεις την ελευθερία — μάλλον δεν κατάλαβε τι σημαίνει ελευθερία.


Η Ευρώπη ως κοινότητα ανθρωπιάς, όχι ως στρατιωτική ζώνη ασφαλείας

Στο τέλος, αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι πρέπει να είμαστε πλέον επιφυλακτικοί με οποιοδήποτε εκτός Ευρώπης βλέπει την ΕΕ ως «πρόβλημα» που χρειάζεται προστασία. Για όσους δε από το εσωτερικό ασπάζονται αντίστοιχες ιδέες θα πρέπει να συζητήσουμε και να πείσουμε για τις κατακτήσεις συγκριτικά με όλον τον υπόλοιπο κόσμο των κοινοτικών κοινωνικών αξιών, των δικαιωμάτων και της αλληλεγγύης.

Η επιλογή ανάμεσα στο φόβο και την αλληλεγγύη δεν είναι παρά επιλογή ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ανθρωπολογίες.

Και αν η Ευρώπη έχει κάτι να υπερασπιστεί — είναι η συγκριτική με τον άλλο κόσμο ανθρωπιά της, η πολυμορφία της, η αξιοπρέπεια των πολιτών της.

Ας μην της επιτρέψουμε να γίνει πεδίο δοκιμών δογμάτων που νομίζουν ότι κατανοούν την «ασφάλεια» — με υποχωρήσεις στο δικαίωμα για «ζωή».


Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη στο μεταίχμιο: Από τη στασιμότητα της “Ολοκλήρωσής” της στην “Οικονομία του πολέμου”.

 

Από τη στασιμότητα της “Ολοκλήρωσής” της στην “Οικονομία του πολέμου”.

Ο κόσμος αλλάζει με ορμή και βία. Ζούμε μια ιστορική μετάβαση. Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου υποχωρούν, ενώ η παλιά βεβαιότητα ότι οι μεγάλες συγκρούσεις αποτρέπονται με “θεσμούς και διεθνή συνεννόηση” αντικαθίσταται από μια νέα, ωμή πραγματικότητα: την επιστροφή της “ισχύος” ως ρυθμιστή των εξελίξεων. Στο περιβάλλον αυτό, η πολεμική βιομηχανία γνωρίζει ιστορική άνθηση, καταγράφοντας συνεχείς ανόδους στις πωλήσεις και τα κέρδη της, διεκδικώντας ρόλο που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της οικονομίας και υποδεικνύοντας τη δυνατότητά της για έλεγχο της ίδιας της Πολιτικής.

Η τάση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Την τελευταία δεκαετία, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται σταθερά — το 2023 ξεπέρασαν τα 2,44 τρισ. δολάρια, ιστορικό υψηλό, σύμφωνα με το SIPRI. Μόνο την περίοδο 2020–2024, οι χώρες της ΕΕ αύξησαν πάνω από 20% τις στρατιωτικές τους δαπάνες, ενώ ο ευρωπαϊκός αμυντικός προϋπολογισμός έφτασε για πρώτη φορά στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980. Η Γερμανία —που για δεκαετίες θεωρούσε την “στρατιωτική ισχύ” ταμπού— δημιούργησε ειδικό ταμείο 100 δισ. ευρώ για εξοπλισμούς. Η Πολωνία έχει φτάσει στο 4% του ΑΕΠ σε άμυνα, το υψηλότερο στην ΕΕ.

Αυτή η στροφή δεν είναι απλώς αύξηση δαπανών: είναι η εγκαθίδρυση μιας μόνιμης ηγεμονικής αντίληψης της «οικονομίας του πολέμου». Μιας λογικής όπου η ανασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται, αλλά "κεφαλαιοποιείται". Όπου η ύφεση των πολεμικών διενέξεων δεν είναι στόχος αλλά εμπόδιο.

Ο φαύλος κύκλος της ανασφάλειας και η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους

Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών από ένα κράτος εκλαμβάνεται ως απειλή από τα υπόλοιπα, πυροδοτώντας έναν ανταγωνισμό που τρέφει νέες ανασφάλειες. Στατιστικά, το 2023–2024, 21 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες πολύ πιο γρήγορα από τις κοινωνικές. Στην Ελλάδα, οι δαπάνες για άμυνα ανέρχονται σταθερά πάνω από 3% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για υγεία παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (περίπου 8% του ΑΕΠ έναντι 10% στην ΕΕ).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι κοινωνικές δομές —υγεία, παιδεία, πρόνοια— αντιμετωπίζονται ως κόστος, ενώ η πολεμικοι εξοπλισμοί ως επένδυση. Η προτεραιότητα της πολιτικής ανατρέπεται: οι δημόσιοι πόροι δεν κατευθύνονται εκεί όπου παράγεται κοινωνική ευημερία, αλλά σε έναν κλάδο που ευδοκιμεί μόνο όταν οι διεθνείς σχέσεις επιδεινώνονται.

Την ίδια στιγμή, ένας τεράστιος χρηματοοικονομικός μηχανισμός έχει αναπτυχθεί γύρω από τις εταιρείες εξοπλισμών: οι μετοχές τους εκτινάσσονται ανάλογα με τις διεθνείς εντάσεις. Το 2024, ο δείκτης αμυντικών μετοχών στις ΗΠΑ είχε απόδοση μεγαλύτερη του 20%, ενώ εταιρείες όπως η Rheinmetall στη Γερμανία είδαν τη χρηματιστηριακή τους αξία να τριπλασιάζεται από το 2022.

Η ειρήνη, για τις αγορές, δεν “αποδίδει”. Η ανασφάλεια όμως αποδίδει.

Η Ευρώπη δεν είναι —και δεν πρέπει να γίνει— Αμερική

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ιστορικά μια εντελώς διαφορετική σχέση με τον στρατιωτικοβιομηχανικό τομέα. Η αμυντική βιομηχανία είναι ενσωματωμένη στον πυρήνα της οικονομίας τους. Περίπου το 40% της παγκόσμιας στρατιωτικής δαπάνης προέρχεται από τις ΗΠΑ, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες όπλων έχουν συμβόλαια άνω των 200 δισ. δολαρίων ετησίως.

Αντίθετα, η Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω στη λογική του κοινωνικού κράτους. Στο ευρωπαϊκό μοντέλο:

  • η υγεία είναι δικαίωμα,
  • η παιδεία δημόσιο αγαθό,
  • η πρόνοια κοινωνική υποχρέωση,
  • η διπλωματία εργαλείο ασφάλειας,
  • και η κοινωνική συνοχή θεμέλιο σταθερότητας.

Η αμερικανικού τύπου στρατιωτικοποίηση αντιπαρατίθεται με το Ευρωπαϊκό μοντέλο αστικής δημοκρατίας. Δεν κάνει την Ευρώπη πιο αυτόνομη. Την καθιστά πιο εξαρτημένη. Και, το χειρότερο, υπονομεύει το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πλεονέκτημα: το κοινωνικό της μοντέλο.

Ναι, η Ευρώπη χρειάζεται άμυνα — αλλά όχι εις βάρος των πολιτών της

Οι γεωπολιτικές απειλές είναι πραγματικές. Η Ευρώπη οφείλει να αναπτύξει αξιόπιστες δυνατότητες αποτροπής. Όμως η ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται μονοσήμαντα στην αύξηση των εξοπλισμών. Πραγματική ασφάλεια σημαίνει επίσης:

  • κοινωνική ανθεκτικότητα,
  • ισχυρούς θεσμούς,
  • ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτησία,
  • τεχνολογική αυτονομία,
  • αποτελεσματική διπλωματία.

Αν η Ευρώπη δεν ενδυναμώσει αυτά τα πεδία, τότε τα όπλα της θα είναι ακριβά αλλά πολιτικά ανίσχυρα.

Η Ελλάδα στο μεταίχμιο των επιλογών της

Η Ελλάδα έχει λόγους να διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα — αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Το γεωπολιτικό περιβάλλον το επιβάλλει. Όμως σήμερα η χώρα:

  • δαπανά αναλογικά από τα περισσότερα στην Ευρώπη για άμυνα,
  • στηρίζει κυρίως ξένες βιομηχανίες,
  • υπονομεύει την κοινωνική επένδυση,
  • και ενισχύει ελάχιστα την εγχώρια παραγωγική βάση.

Σε μια χώρα όπου η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική φροντίδα δοκιμάζονται, οι εξοπλισμοί πρέπει να είναι στοχευμένοι, όχι ανεξέλεγκτοι. Και κυρίως, πρέπει να εντάσσονται σε μια στρατηγική διπλωματίας και σταθερότητας, όχι σε μια εισαγόμενη λογική “οικονομίας του πολέμου”.

Η Ευρώπη χρειάζεται νέα πυξίδα — και η προοδευτική σκέψη οφείλει να την χαράξει

Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα ιστορικό μεταίχμιο. Μπορεί:

  • να μετατραπεί σε απομίμηση των ΗΠΑ, εγκλωβισμένη σε αδιέξοδη κούρσα εξοπλισμών,
    ή
  • να υπερασπιστεί το μοναδικό της μοντέλο: ειρήνη, κοινωνικό κράτος, ισότητα, δικαιώματα, κανόνες.

Οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ευθύνη να αρθρώσουν μια στρατηγική που:

  1. Αναγνωρίζει την ανάγκη άμυνας αλλά απορρίπτει τον μιλιταρισμό.
  2. Υπερασπίζεται το κοινωνικό κράτος ως κεντρικό πυλώνα ασφάλειας.
  3. Επανενεργοποιεί τη διεθνή συνεννόηση και την πολυμέρεια.
  4. Μετατρέπει την αμυντική δαπάνη σε μοχλό ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης, όχι σε μεταφορά πόρων.
  5. Θέτει ως προτεραιότητα την κοινωνική ευημερία και την πράσινη μετάβαση.

Η Ευρώπη δεν γεννήθηκε για να γίνει δύναμη πολέμου. Γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη να αποτραπεί ο πόλεμος.

Αν χάσει αυτό το νήμα, θα χάσει τον λόγο ύπαρξής της.
Αν το ξαναπιάσει, μπορεί να γίνει ξανά φάρος δημοκρατίας και κοινωνικής προόδου.

Ο «Κάθετος Διάδρομος» και το αφήγημα: η Ελλάδα «ενεργειακός κόμβος».

Η κατάρρευση ενός ακόμη επικοινωνιακού αφηγήματος: όταν η γεωπολιτική επικοινωνία προηγείται της αγοράς Η ελληνική κυβέρνηση επαναλαμβάνει...