Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Για τις δύο από τις οικονομικές προτάσεις, με αφορμή τη ΔΕΘ. Πώς και σε τι απαντούν

Μπορεί μια οικονομία να υπεραποδίδει και ταυτόχρονα η πλειοψηφία των πολιτών να δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα; Μπορούν να αυξάνονται το ΑΕΠ, οι επενδύσεις και τα εταιρικά κέρδη, ενώ η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους της κοινωνίας παραμένει ασθενής και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν δυσκολίες χρηματοδότησης και ανάπτυξης;

Η απάντηση είναι ναι. Και αυτό, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί ένα χρήσιμο κριτήριο για να αξιολογηθούν οι δύο από τις οικονομικές προτάσεις που παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη, αυτές του πρωθυπουργού κου Μητσοτάκη και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κου Ανδρουλάκη.

Θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε ένα πραγματικό ερώτημα: πώς και σε τι απαντά κάθε μια από αυτές τις δυο προτάσεις στην απόσταση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στη μακροοικονομική επίδοση της οικονομίας και στην ευημερία μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Η ευημερία των αριθμών και οι λογαριασμοί των πολιτών

Δεν θα ήταν επιστημονικά αποδεκτό να αμφισβητήσουμε τις θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις. Η ανεργία έχει υποχωρήσει, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αποκλιμακώνεται και η οικονομία αναπτύσσεται.

Αυτή είναι μία σημαντική και αναμφισβήτητη όψη της οικονομίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική.

Όπως εύστοχα επισήμανε πρόσφατα στη «Μεταρρύθμιση» η οικονομολόγος Μάχη Γεωργακοπούλου, κανένας δείκτης δεν μπορεί αυτοτελώς να αποδώσει την πολυσχιδή έννοια της ευημερίας. Η επιστημονικά ασφαλέστερη προσέγγιση απαιτεί συνεξέταση επιπέδων, μεταβολών και κατανομής: παραγωγικότητας, διάμεσου εισοδήματος, αγοραστικής δύναμης, στέγασης, ιδιωτικού χρέους και ανισότητας.

Με αυτό το υπόβαθρο ας επιχειρήσουμε να κάνουμε μια προσπάθεια αξιολόγησης των οικονομικών προτάσεων που εισηγήθηκαν στην ΔΕΘ οι δυο θεσμικοί παράγοντες.

Το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο αποκαλυπτική όμως είναι η εξέταση του διαθέσιμου εισοδήματος και κυρίως της κατανομής του. Και εδώ χρειάζεται ένας δείκτης που σπανίως εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο: ο διάμεσος.

Τι σημαίνει διάμεσος και γιατί διαφέρει από τον μέσο όρο;

Ας υποθέσουμε ότι πέντε πολίτες έχουν μηνιαίο εισόδημα 800, 900, 1.000, 1.100 και 6.200 ευρώ. Συνολικά εισπράττουν 10.000 ευρώ. Αν διαιρέσουμε το ποσό διά πέντε, το μέσο εισόδημα είναι 2.000 ευρώ. Κανείς όμως από τους τέσσερις πρώτους δεν πλησιάζει καν αυτό το ποσό.

Για να υπολογίσουμε τον διάμεσο, τοποθετούμε τα πέντε εισοδήματα από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και παίρνουμε εκείνο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Στο παράδειγμά μας είναι τα 1.000 ευρώ: δύο πολίτες έχουν χαμηλότερο και δύο υψηλότερο εισόδημα.

Έχουμε λοιπόν στην ίδια μικρή κοινωνία μέσο εισόδημα 2.000 ευρώ και διάμεσο 1.000 ευρώ.

Ας προχωρήσουμε ένα βήμα ακόμη. Αν το εισόδημα του πλουσιότερου αυξηθεί από 6.200 σε 11.200 ευρώ, το συνολικό εισόδημα αυξάνεται από 10.000 σε 15.000 ευρώ και ο μέσος όρος από 2.000 σε 3.000 ευρώ. Καταγράφεται δηλαδή αύξηση του μέσου εισοδήματος κατά 50%. Ο διάμεσος όμως παραμένει στα 1.000 ευρώ. Οι τέσσερις από τους πέντε δεν έχουν κερδίσει ούτε ένα ευρώ.

Αυτό ακριβώς μας βοηθά να καταλάβουμε ο διάμεσος: αν η αύξηση του συνολικού πλούτου μετακινεί προς τα πάνω και τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής.

Ο μέσος όρος δεν είναι λανθασμένος. Μετρά κάτι διαφορετικό. Γι' αυτό σε μια οικονομία με σημαντικές εισοδηματικές αποκλίσεις η ταυτόχρονη εξέταση μέσου και διάμεσου προσφέρει πληρέστερη εικόνα.

Και τι μας λένε ο μέσος και ο διάμεσος για την πραγματική οικονομία στην Ελλάδα;

Εδώ η θεωρητική διάκριση αποκτά πρακτική σημασία.

Για το εισόδημα αναφοράς του 2024, η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει το μέσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανά άτομο σε 13.381 ευρώ. Την ίδια στιγμή, το όριο κινδύνου φτώχειας για ένα άτομο ήταν 7.020 ευρώ και, επειδή αυτό ορίζεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, ο αντίστοιχος διάμεσος ήταν 11.700 ευρώ.

Έχουμε επομένως ένα πραγματικό ελληνικό παράδειγμα αυτού που προηγουμένως περιγράψαμε θεωρητικά: μέσο διαθέσιμο εισόδημα 13.381 ευρώ και διάμεσο 11.700 ευρώ. Η απόσταση είναι περίπου 1.700 ευρώ. Δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια. Τα υψηλότερα εισοδήματα μετακινούν τον μέσο προς τα πάνω και ο πολίτης στη μέση της κατανομής διαθέτει εισόδημα χαμηλότερο από εκείνο που περιγράφει ο μέσος όρος.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με το 2019, όταν αρχίζει η σημερινή κυβερνητική περίοδος. Το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ήταν τότε περίπου 8.781 ευρώ και το 2024 έφθασε τα 11.700 ευρώ: ονομαστική αύξηση περίπου 33%.

Πρόκειται για πραγματική και σημαντική βελτίωση και πρέπει να καταγραφεί ως τέτοια.

Δεν είναι όμως ολόκληρη η εικόνα. Στην ίδια περίοδο μεσολάβησε ισχυρή πληθωριστική έξαρση. Επομένως, η αύξηση κατά 33% του ονομαστικού διάμεσου εισοδήματος δεν ισοδυναμεί με αύξηση κατά 33% της πραγματικής αγοραστικής δύναμης του διάμεσου πολίτη.

Η σωστή ερώτηση, συνεπώς, δεν είναι αν βελτιώθηκε το εισόδημα του πολίτη στη μέση της κατανομής. Βελτιώθηκε. Η σωστή ερώτηση είναι πόσο βελτιώθηκε σε πραγματικούς όρους και πόσο η βελτίωσή του συμβαδίζει με την εικόνα της συνολικής μακροοικονομικής ανάκαμψης.

Η κατανομή προσφέρει μια ακόμη ένδειξη. Από το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του 2024, το 25% με τα υψηλότερα εισοδήματα εισέπραττε το 45,5%, το μεσαίο 50% το 44,1% και το χαμηλότερο 25% μόλις το 10,5%.

Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025 κάνουν την κοινωνική διάσταση ακόμη πιο συγκεκριμένη. Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην ΕΕ — το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Παράλληλα, το 18,1% του πληθυσμού δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, έναντι 8,8% στην ΕΕ.

Άρα, η συζήτηση για τον διάμεσο δεν αποτελεί στατιστική παρένθεση. Μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ακριβέστερα το βασικό ερώτημα: δεν αρκεί να γνωρίζουμε αν αυξάνεται ο συνολικός πλούτος ή το μέσο εισόδημα. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσο μετακινείται προς τα πάνω ο πολίτης στη μέση της κατανομής και πόσο ευρεία είναι η συμμετοχή στην αύξηση του παραγόμενου πλούτου.

Η κυβέρνηση κοιτάζει εύλογα την οικονομία από ψηλά. Ο πολίτης όμως τη ζει από το έδαφος.

Και οι δύο εικόνες είναι πραγματικές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν θεωρούμε ότι η μία ακυρώνει την άλλη.

Μητσοτάκης: η ανάπτυξη και το «μέρισμά» της

Η κυβερνητική πρόταση ακολουθεί μια σαφή οικονομική αλληλουχία: δημοσιονομική σταθερότητα, ανάπτυξη, δημιουργία δημοσιονομικού χώρου και σταδιακή επιστροφή μέρους του στους πολίτες.

Δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι σχετικές παρεμβάσεις. Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ενίσχυση των χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας αποτελεί αναγνώριση ενός πραγματικού προβλήματος.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το μέγεθος της επιχείρησης εξακολουθεί να συνδέεται με διαφορετικό κόστος χρηματοδότησης. Τον Ιούλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο νέου επιχειρηματικού δανείου έως 250.000 ευρώ ήταν 5,07%, για ποσά από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ 4,52%, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ 4,14%.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποδεικνύουν από μόνοι τους «αθέμιτο ανταγωνισμό». Αποτυπώνουν όμως χρηματοδοτική ασυμμετρία: το μικρότερο μέγεθος συνδέεται με ακριβότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Στη χθεσινή συνέντευξή του στην ΕΡΤ ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε και πρόσθετες παρεμβάσεις απέναντι στη νέα ενεργειακή επιβάρυνση: στήριξη κράτους και διυλιστηρίων ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να ξεκινήσει κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο, οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, παράταση της στήριξης στο ντίζελ για τον Οκτώβριο και επαναφορά πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων. Δήλωσε επίσης ότι θα εξέταζε προσωρινή μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα εφόσον υπήρχε ο αναγκαίος ευρωπαϊκός δημοσιονομικός χώρος.

Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν προφανή σημασία για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών — ιδίως όταν το 18,1% δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης.

Ταυτόχρονα όμως καθιστούν ακόμη καθαρότερο το ερώτημα που θέτουμε: διορθώνουμε τις συνέπειες όταν αυτές εμφανίζονται ή παρεμβαίνουμε και στους μηχανισμούς που τις παράγουν;

Η κυβερνητική πρόταση δίνει ιδιαίτερο βάρος στην πρώτη διαδρομή: η μακροοικονομική επιτυχία δημιουργεί δημοσιονομικούς πόρους, οι οποίοι επιστρέφουν στην κοινωνία μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, επιδομάτων, παρεμβάσεων στις τιμές και χρηματοδοτικών εργαλείων.

Πρόκειται για συγκεκριμένη οικονομική επιλογή. Δεν απαντά όμως από μόνη της στο ερώτημα ποιοι έχουν εξαρχής ευκολότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο, στις επενδύσεις και στις ευκαιρίες που δημιουργεί η ανάπτυξη.

Δεν αρκεί να εξετάζουμε πόσο από την ανάπτυξη αναδιανέμεται εκ των υστέρων. Χρειάζεται να εξετάζουμε και ποιοι μπορούν εξαρχής να συμμετέχουν στην παραγωγή της.

Διαφορετικά μπορεί να έχουμε ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη με ασθενή κοινωνικό πολλαπλασιαστή.

Ανδρουλάκης: από το διαθέσιμο εισόδημα στον μηχανισμό παραγωγής

Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη ακολουθεί διαφορετική αρχιτεκτονική. Επιχειρεί να συνδέσει δύο πεδία που συχνά συζητούνται χωριστά: την κοινωνική αναδιανομή και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Στο πρώτο πεδίο εντάσσονται οι προτάσεις για ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αντιμετώπιση της ακρίβειας, ιδιωτικό χρέος και στέγη. Περιλαμβάνονται επίσης στοχευμένες και προσωρινές μειώσεις του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, καθώς και ένας μηχανισμός έκτακτης φορολόγησης υπερκερδών σε ολιγοπωλιακές αγορές, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόταση, θα ενεργοποιείται ύστερα από τεκμηριωμένη εισήγηση των αρμόδιων ανεξάρτητων αρχών.

Αυτά είναι μέτρα που αφορούν κυρίως την κατανομή του διαθέσιμου εισοδήματος και τη λειτουργία των αγορών.

Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο, που αφορά την ίδια την παραγωγική βάση.

Κομβικό σημείο είναι η πρόταση για ισχυρό Όμιλο Αναπτυξιακής Τράπεζας, με δύο πυλώνες: μια αναβαθμισμένη Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου. Η σημασία της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία ενός ακόμη χρηματοδοτικού εργαλείου. Βρίσκεται στην αντίληψη ότι η πρόσβαση στο κεφάλαιο αποτελεί μέρος της ίδιας της αναπτυξιακής πολιτικής.

Και εδώ τα επιμέρους μέτρα αποκτούν σημασία.

Προτείνονται ειδικά φορολογικά κίνητρα για τις ΜμΕ που πραγματοποιούν νέες παραγωγικές επενδύσεις και επιταχυνόμενες αποσβέσεις για εξοπλισμό, νέες τεχνολογίες και αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας. Παράλληλα, προβλέπονται κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της τεκμαρτής φορολόγησης, σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50%, αύξηση του ορίου απαλλαγής από τον ΦΠΑ στις 20.000 ευρώ για μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους και θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού.

Τα μέτρα αυτά δεν είναι όλα της ίδιας οικονομικής φύσης. Ορισμένα μειώνουν φορολογικά βάρη, άλλα επιχειρούν να ενισχύσουν τη ρευστότητα και άλλα δημιουργούν κίνητρα για επένδυση και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι μεταφέρουν μέρος της συζήτησης από το πόσο εισόδημα αναδιανέμεται προς το ποιος έχει τη δυνατότητα να επενδύσει, να μεγαλώσει και να συμμετάσχει στην παραγωγή του νέου πλούτου.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν τα ίδια τα τραπεζικά δεδομένα δείχνουν ακριβότερη χρηματοδότηση για μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια.

Οι μεγάλοι όμιλοι έχουν πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, κεφαλαιαγορές και μεγάλα επενδυτικά προγράμματα με διαφορετικούς όρους από εκείνους που αντιμετωπίζει η μικρή και μεσαία επιχείρηση. Ένας μόνιμος δημόσιος αναπτυξιακός χρηματοδοτικός βραχίονας, εφόσον σχεδιαστεί με αυστηρά κριτήρια βιωσιμότητας και πρόσθετης οικονομικής αξίας, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης.

Επομένως, εδώ δεν συζητούμε μόνο για αναδιανομή μετά την ανάπτυξη. Συζητούμε και για το ποιοι αποκτούν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην ίδια την παραγωγή της ανάπτυξης.

Αυτό είναι διαφορετικό επίπεδο παρέμβασης και πρέπει να αξιολογηθεί ως τέτοιο.

Από την εξαγγελία στην εφαρμογή

Υπάρχει, τέλος, μία ακόμη παράμετρος.

Η ποιότητα ενός κυβερνητικού προγράμματος δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό ή την ελκυστικότητα των μέτρων του. Μπορεί να αξιολογηθεί τουλάχιστον σε τέσσερα επίπεδα: διάγνωση του προβλήματος, εσωτερική συνοχή των πολιτικών, θεσμικοί μηχανισμοί εφαρμογής και βαθμός προετοιμασίας για τη μετάβαση από την εξαγγελία στη νομοθέτηση.

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ενδιαφέρον η δέσμευση Ανδρουλάκη για επτά νομοθετικές παρεμβάσεις μέσα στους πρώτους έξι μήνες μιας ενδεχόμενης διακυβέρνησης: για αγορά και ακρίβεια, παραγωγικό πρότυπο, εργασία και μισθούς, ιδιωτικό χρέος, στέγη και δημογραφικό, δημόσια Παιδεία και Υγεία, αξιοκρατία και λογοδοσία.

Ο αριθμός επτά από μόνος του δεν αποδεικνύει ούτε επιτυχία ούτε κυβερνητική επάρκεια. Ούτε η ανακοίνωση ενός νομοσχεδίου εγγυάται την αποτελεσματική εφαρμογή του.

Αποτελεί όμως παρατηρήσιμο στοιχείο προγραμματικής προετοιμασίας: η πολιτική πρόταση δεν σταματά στο «τι θέλουμε να αλλάξουμε», αλλά επιχειρεί να προσδιορίσει «τι νομοθετούμε πρώτα και με ποια χρονική ακολουθία».

Και αυτό είναι θεμιτό κριτήριο αξιολόγησης για οποιοδήποτε κόμμα διεκδικεί τη διακυβέρνηση.

Τελικά, πώς και σε τι απαντούν;

Ας επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα.

Αν το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας οριστεί πρωτίστως ως ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας, αύξησης των επενδύσεων και συνέχισης της μεγέθυνσης, η κυβερνητική πρόταση είναι δομημένη γύρω από αυτές τις προτεραιότητες και τη σταδιακή επιστροφή μέρους των αποτελεσμάτων τους ως «μέρισμα ανάπτυξης».

Αν όμως η αξιολόγηση διευρυνθεί —όπως επιβάλλει, κατά τη γνώμη μας, η οικονομική μεθοδολογία— και περιλάβει όχι μόνο τον μέσο αλλά και τον διάμεσο, την πραγματική αγοραστική δύναμη, την κατανομή του εισοδήματος, το κόστος στέγασης και ενέργειας, τη λειτουργία των αγορών και τους όρους πρόσβασης των ΜμΕ στη χρηματοδότηση, τότε αναδεικνύεται μια διαφορετική διάσταση της οικονομικής πολιτικής.

Με αυτά τα κριτήρια, οι δύο προτάσεις δεν διαφέρουν απλώς ως προς το πλήθος ή το ύψος των μέτρων. Διαφέρουν ως προς το σημείο στο οποίο επιχειρούν να παρέμβουν στον οικονομικό μηχανισμό.

Η κυβερνητική πρόταση δίνει μεγαλύτερο βάρος στη διατήρηση της μακροοικονομικής δυναμικής και σε διορθωτικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάχυση μέρους των αποτελεσμάτων της. Η πρόταση Ανδρουλάκη συνδέει περισσότερο ρητά τη χρηματοδότηση των ΜμΕ, την παραγωγική επένδυση, τη λειτουργία των αγορών, τις εργασιακές σχέσεις και την αναπτυξιακή χρηματοδότηση σε ένα ενιαίο πλαίσιο, το οποίο συνοδεύεται από συγκεκριμένο πρώτο νομοθετικό προγραμματισμό.

Αυτή η διαφορά μπορεί να περιγραφεί και να αξιολογηθεί χωρίς κομματικούς χαρακτηρισμούς. Και βεβαίως η τελική αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε πρότασης θα εξαρτηθεί από την κοστολόγηση, τη διοικητική ικανότητα και την εφαρμογή της.

Δεν αμφισβητείται ότι τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία παράγεται περισσότερος πλούτος. Ούτε ότι το διάμεσο εισόδημα έχει αυξηθεί από το 2019. Η αναγνώριση αυτών των δεδομένων δεν αποδυναμώνει την κριτική· την κάνει ακριβέστερη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο από αυτή την πρόοδο μετατρέπεται σε πραγματική αγοραστική δύναμη για τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής, ποιοι έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην παραγωγή του νέου πλούτου και αν διευρύνονται οι παραγωγικές ευκαιρίες πέρα από εκείνους που ήδη διαθέτουν πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Γι' αυτό η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το αν ευημερούν οι μακροοικονομικοί δείκτες της.

Αξιολογείται τελικά και από το αν η βελτίωσή τους μετατρέπεται σε μετρήσιμη βελτίωση του διάμεσου εισοδήματος, σε ευρύτερη συμμετοχή στην παραγωγή του πλούτου και σε ευημερία που διαχέεται στην κοινωνία.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Φορολογική ασυλία, εξαγορά του υπάρχοντος πλούτου και πολιτική για επενδύσεις;


Στην Εφημερίδα των Συντακτών, 16/09/2026

Η μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του δισεκατομμυριούχου Κρις Ρόκος στην Ελλάδα και η απόφαση της Millennium Management να ανοίξει γραφείο στην Αθήνα μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν θετικές ειδήσεις.

Υπό μία προϋπόθεση: ότι ειδήσεις όπως οι προηγούμενες θα συνοδεύονται από δημιουργία νέου πλούτου στην Ελλάδα.

Η κυβέρνηση, ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, επιχειρεί τώρα να δημιουργήσει οικοσύστημα διαχείρισης κεφαλαίων, προσφέροντας ισχυρά φορολογικά κίνητρα. Για επιλέξιμα στελέχη hedge funds και private equity προβλέπεται φορολόγηση bonus και carried interest με 5%, με προϋπόθεση πραγματικής εγκατάστασης και τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ ετήσιων λειτουργικών δαπανών. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία: συνδέει το προνόμιο με πραγματική δραστηριότητα.

Γιατί αυτό δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο.

Επτά χρόνια: τι ακριβώς ονομάζαμε «επένδυση»;

Η σημερινή κυβέρνηση δεν δημιούργησε τη Χρυσή Βίζα. Την παρέλαβε, τη διατήρησε και την αξιοποίησε επί χρόνια ως εργαλείο προσέλκυσης ξένου κεφαλαίου.

Το πρόβλημα είναι ότι συνηθίσαμε να θεωρούμε «επένδυση» ακόμη και την απλή αλλαγή ιδιοκτησίας ενός ήδη υπάρχοντος περιουσιακού στοιχείου.

Η αγορά μιας κατοικίας δεν ισοδυναμεί με δημιουργία νέας παραγωγικής δυναμικότητας. Ούτε η εξαγορά μετοχών μιας υπάρχουσας επιχείρησης σημαίνει αυτομάτως νέες θέσεις εργασίας ή νέες επενδύσεις.

Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι τα όρια επένδυσης της Golden Visa επηρέασαν τη συμπεριφορά των τιμών και των συναλλαγών στην αγορά κατοικίας.

Άρα, μετά από επτά χρόνια, δικαιούμαστε να ρωτήσουμε: πόσο από το ξένο κεφάλαιο που ήρθε δημιούργησε κάτι καινούργιο και πόσο απλώς αγόρασε κάτι που ήδη υπήρχε;

Και η φορολογική δικαιοσύνη;

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ερώτημα.

Μπορεί η προσέλκυση πλούτου να βασίζεται διαρκώς στη λογική ότι ο πλουσιότερος φορολογούμενος πρέπει να πληρώνει αναλογικά λιγότερο για να επιλέξει τη χώρα μας;

Η διεθνής συζήτηση κινείται πλέον προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά τον ελάχιστο παγκόσμιο εταιρικό φόρο, η πρόταση Zucman για το G20 έθεσε στο τραπέζι έναν διεθνώς συντονισμένο ελάχιστο φόρο στους δισεκατομμυριούχους, περίπου 2% του πλούτου τους.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον: μέρος των ίδιων των πλουσίων ζητά να φορολογηθεί περισσότερο.

Στη Βρετανία, περισσότεροι από 120 εκατομμυριούχοι υπέγραψαν το 2026 ανοικτή επιστολή προς την κυβέρνηση: «φορολογήστε μας». Το 80% των Βρετανών εκατομμυριούχων που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα υποστήριξε φόρο 2% σε περιουσίες άνω των 10 εκατ. λιρών.

Στις ΗΠΑ, οι Patriotic Millionaires εμφανίστηκαν τον Απρίλιο στο Καπιτώλιο ζητώντας από το Κογκρέσο να αυξήσει τη δική τους φορολογία.

Δεν πρόκειται για συλλογική μεταστροφή των πλουσίων σε φορολογικούς ασκητές. Πρόκειται όμως για αναγνώριση μιας απλής αρχής: μια κοινωνία δεν μπορεί να στηρίζεται στην προαιρετική γενναιοδωρία των ισχυρότερων.

Το ελληνικό μάθημα της ναυτιλίας

Η ναυτιλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Παρά τις εύλογες επιφυλάξεις για το ειδικό φορολογικό της καθεστώς, διαθέτει πραγματική παραγωγική παρουσία στην Ελλάδα: εταιρείες, γραφεία, υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό, δίκτυα υπηρεσιών και σημαντικές επενδύσεις και εκτός ναυτιλίας.

Αυτό το οικονομικό αποτύπωμα πρέπει να αναγνωρίζεται.

Όπως πρέπει να αναγνωρίζονται η οικειοθελής παροχή της ναυτιλιακής κοινότητας, οι δωρεές, οι ευεργεσίες, η φιλανθρωπία και οι δράσεις Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης.

Αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Η ευεργεσία είναι εθελοντική. Η φορολογία είναι κανόνας.

Η δίκαιη συμμετοχή του καθενός στη χρηματοδότηση των κοινών αναγκών δεν μπορεί να εξαρτάται από διαπραγμάτευση ή καλή διάθεση.

Τι καινούργιο δημιουργήθηκε;

Αν ο Ρόκος, η Millennium και άλλοι φέρουν στην Ελλάδα επιχειρήσεις, στελέχη, τεχνογνωσία, ελληνικό payroll και νέες επενδύσεις, να τους καλωσορίσουμε.

Και να διευκολύνουμε τις επενδύσεις με σταθερούς κανόνες, ταχύτητα, ασφάλεια δικαίου και προβλέψιμη φορολογία.

Αλλά να μετρήσουμε και το αποτέλεσμα.

Πόσες νέες θέσεις εργασίας; Πόση νέα παραγωγική δραστηριότητα; Πόσα δημόσια έσοδα; Πόσο κεφάλαιο δημιούργησε νέο πλούτο και πόσο απλώς αγόρασε τον υπάρχοντα;

Γιατί ανάπτυξη δεν είναι να ακριβαίνει και να αλλάζει ιδιοκτήτη αυτό που ήδη έχουμε.

Ανάπτυξη είναι να δημιουργούμε αυτό που χθες δεν υπήρχε.

Και φορολογική δικαιοσύνη είναι να δημιουργούμε πλούτο με κανόνες που δεν αλλάζουν ανάλογα με το πόσο πλούσιος είναι εκείνος που χτυπά την πόρτα μας.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Οι «Ράμπο της Υγείας», το επιτελικό κράτος και οι γκρίζες ζώνες.

Το 2001 είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον τότε υπουργό Υγείας, Αλέκο Παπαδόπουλο. Ήταν μια συνεργασία που, μεταξύ άλλων, με έμαθε να είμαι επιφυλακτικός απέναντι στις απολυτότητες και στις εύκολες βεβαιότητες, όταν μάλιστα πρόκειται για την πολιτική.

Θυμάμαι σήμερα, με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις, μία από τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου: τη δημιουργία του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, του γνωστού ΣΕΥΥΠ.

Με τον ν. 2920/2001 συγκροτήθηκε για πρώτη φορά ένας αυτοτελής, εξειδικευμένος μηχανισμός ελέγχου στον χώρο της Υγείας και της Πρόνοιας. Ο νόμος προέβλεπε 100 Επιθεωρητές και 30 Βοηθούς Επιθεωρητές, με δημόσια διαδικασία επιλογής, διαφορετικές ειδικότητες και ουσιαστικές ελεγκτικές εξουσίες. Μπορούσαν να πραγματοποιούν ακόμη και αιφνιδιαστικούς ελέγχους, είχαν πρόσβαση στους φακέλους των ελεγχόμενων υπηρεσιών και δικαιώματα ανακριτικού υπαλλήλου.

Έμειναν γνωστοί ως οι «Ράμπο στην Υγεία».

Δεν εξαφάνισαν, φυσικά, την παρανομία. Ούτε υπήρξε ποτέ ελεγκτικός μηχανισμός χωρίς προβλήματα. Υπήρχε όμως κάτι πολύ σημαντικό: ένας θεσμός αποκλειστικά προσανατολισμένος στην Υγεία, με συσσωρευμένη τεχνογνωσία, θεσμική μνήμη και σαφές αντικείμενο.

Και άντεξε επί δεκαοκτώ χρόνια, μέσα από κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων.

Μέχρι το 2019.

Μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του κου Μητσοτάκη, στον περιβόητο νόμο για το «επιτελικό κράτος», ήταν να καταργήσει το ΣΕΥΥΠ ως αυτοτελές Σώμα και να το ενσωματώσει στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας μαζί με τέσσερις ακόμη μεγάλους ελεγκτικούς μηχανισμούς του Δημοσίου. Οι αρμοδιότητες δεν εξαφανίστηκαν μιας και στα χαρτιά μεταφέρθηκαν. Εξαφανίστηκε όμως η αυτοτέλεια ενός εξειδικευμένου μηχανισμού που είχε ως μοναδικό του πεδίο την Υγεία και την Πρόνοια.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν σήμερα. Ήταν πράγματι «μεταρρύθμιση» η απορρόφηση των εξειδικευμένων ελεγκτών Υγείας μέσα σε μία τεράστια οριζόντια Αρχή;

Ή ήταν ακόμη ένα παράδειγμα εκείνης της ιδιότυπης λογικής του επιτελικού κράτους, που συγκεντρώνει δομές, αρμοδιότητες και εξουσίες στο όνομα του συντονισμού, αλλά τελικά αποδυναμώνει την εξειδίκευση και θολώνει την ευθύνη;

Τα ίδια τα γεγονότα στην συνέχεια του νόμου αυτού της κατάργησης του ΣΕΥΥΠ, κάνουν το ερώτημα πολύ λιγότερο θεωρητικό.

Ήδη από το 2023 ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών κατήγγελλε ότι μη γιατροί πραγματοποιούν σε μη αδειοδοτημένους χώρους botox, εμφυτεύματα, νήματα και άλλες επεμβατικές πράξεις, με περιστατικά δυσμορφιών, νεκρώσεων, λοιμώξεων και αλλεργικών αντιδράσεων. Το 2025 ο ίδιος Σύλλογος αναγκάστηκε να ζητήσει ακόμη και εισαγγελική παρέμβαση για καταγγελίες αντιποίησης του ιατρικού επαγγέλματος.

Και τις τελευταίες ημέρες, μετά τη δραματική υπόθεση του δημοφιλούς καλλιτέχνη, ανακαλύπτουμε ξανά την ύπαρξη μιας ολόκληρης γκρίζας ζώνης υπηρεσιών «ευεξίας», «αντιγήρανσης», «αναζωογόνησης» και δήθεν καινοτόμων θεραπειών. Στο συγκεκριμένο ιατρείο ο ΙΣΑ ανακοίνωσε ότι εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης τα οποία δεν επιτρεπόταν να βρίσκονται σε ιατρείο πρωτοβάθμιας φροντίδας.

Και τώρα τι μας ανακοινώνει το Υπουργείο Υγείας; «Σαρωτικές αλλαγές» για να κλείσουν οι γκρίζες ζώνες.

Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα μας. Ποιοι και γιατί άφησαν επί επτά χρόνια να υπάρχουν αυτές οι γκρίζες ζώνες;

Ποιος τις έλεγχε; Πόσοι έλεγχοι έγιναν; Πόσες παράνομες δομές εντοπίστηκαν; Πόσες κυρώσεις επιβλήθηκαν; Και κυρίως: γιατί με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, όλο και πιο συχνά η κοινωνία πληροφορείται κάθε φορά ότι χρειάζεται «αυστηρότερο πλαίσιο» μόνο αφού συμβεί το κακό;

Δεν ισχυρίζομαι ότι η κατάργηση του ΣΕΥΥΠ προκάλεσε κάθε μεταγενέστερο περιστατικό παρανομίας. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο.

Ισχυρίζομαι όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2019 πήρε την πολιτική απόφαση να καταργήσει έναν αυτοτελή, εξειδικευμένο και δοκιμασμένο επί δεκαοκτώ χρόνια μηχανισμό ελέγχου της Υγείας. Και σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, το ίδιο το κράτος παραδέχεται ότι στον χώρο της παραϊατρικής, της αντιγήρανσης και της αισθητικής ιατρικής υπάρχουν επικίνδυνες «γκρίζες ζώνες».

Γι’ αυτό δεν αρκούν άλλες εγκύκλιοι μετά από κάθε τραγωδία.

Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος είναι σήμερα ο «Ράμπο της Υγείας» που μπαίνει απροειδοποίητα από την πόρτα πριν μπει ο εισαγγελέας — ή, ακόμη χειρότερα, πριν φτάσει το ΕΚΑΒ;

Γιατί η προστασία της δημόσιας υγείας δεν είναι επικοινωνιακή διαχείριση μετά το γεγονός. Είναι έλεγχος πριν από αυτό.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Για όσους/ες είχαν “αγαπήσει να μισούν” το δημόσιο Πανεπιστήμιο

 

Όταν τα δεδομένα χαλούν το αφήγημα της απαξίωσης και η «αριστεία» πρέπει επιτέλους να μετριέται με το ίδιο μέτρο για όλους.

Για αρκετά χρόνια στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη πολιτική και σαφούς προσανατολισμού και σκόπευσης, δημοσιολογική μόδα.

Ήταν περίπου ένδειξη “εκσυγχρονισμού” το να απαξιώνεις και να κατακεραυνώνεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Να μιλάς για τα ελληνικά ΑΕΙ σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τις παθογένειές τους. Για καταλήψεις, «αιώνιους» φοιτητές, γραφειοκρατία, συντεχνίες, εσωστρέφεια, χαμηλές επιδόσεις. Να παρουσιάζεις ένα ολόκληρο πανεπιστημιακό σύστημα περίπου ως αποτυχημένο κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, το οποίο αδυνατεί να παρακολουθήσει τον διεθνή ανταγωνισμό.

Και ήταν πολλοί/ες, από αξιόλογους ανθρώπους, που θα έλεγε κανείς, “αγάπησαν” να μισούν το δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οικοδομήθηκε, σταδιακά αλλά σταθερά, ένα πολιτικό συμπέρασμα: αφού το δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν μπορεί, ας έρθει ο ιδιωτικός ανταγωνιστής να μας δείξει πώς γίνεται.

Τη λογική αυτή την είχαμε αμφισβητήσει πολύ πριν φτάσουμε στη σημερινή συζήτηση. Ήδη γράφαμε ότι η πραγματική πρόκληση δεν ήταν η κατασκευή νέων «εχθρών» μέσα στα ΑΕΙ αλλά η χρηματοδότηση, η αξιολόγηση και ο ουσιαστικός εκσυγχρονισμός τους (Κώστας Χλωμούδης, «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», 22.12.2023, Μεταρρύθμιση).

Και σήμερα πλέον γνωρίζουμε ότι φτιάχνοντας δείκτες αξιολόγησης και συγκροτώντας βάσεις δεδομένων έχουμε την πολυτέλεια να αμφισβητούμε ευθέως τους μύθους. Οι μετρήσιμοι δείκτες ενίοτε καταρρίπτουν τα άκριτα και αυθαίρετα αφηγήματα.

Οι αριθμοί που δεν χωρούν στην καρικατούρα των εμμονών.

Τα νέα στοιχεία της ειδικής Transparent Ranking of Universities του Cybermetrics Lab του ισπανικού CSIC χρησιμοποιούν τη βάση OpenAlex και αξιολογούν τα ιδρύματα με βάση τον αριθμό των εργασιών τους που ανήκουν στο παγκόσμιο Top 1% των περισσότερο αναφερόμενων επιστημονικών δημοσιεύσεων την περίοδο 2021–2025, με δευτερεύον κριτήριο το Top 10%. Η αλλαγή αυτή είναι ουσιώδης σε σχέση με την αντίστοιχη αποτύπωση του 2025 που στηριζόταν κυρίως στον συνολικό αριθμό ετεροαναφορών των κορυφαίων ερευνητών (Ιωάννης Δ. Παππάς, «Webometrics: Παγκόσμια ανακατάταξη των ελληνικών ΑΕΙ όσον αφορά στην ακαδημαϊκή έρευνα», 10.9.2026, Alfavita).

Πρέπει να είμαστε ακριβείς. Δεν πρόκειται για συνολική αξιολόγηση της ποιότητας ενός Πανεπιστημίου. Δεν μετρά το σύνολο της διδασκαλίας, τη φοιτητική μέριμνα, τη διοίκηση ή την κοινωνική του συνεισφορά. Μετρά όμως κάτι κάθε άλλο παρά δευτερεύον για ένα Πανεπιστήμιο: την ερευνητική του ισχύ και τη διεθνή απήχηση του επιστημονικού του έργου.

Τα αποτελέσματα αυτής της μέτρησης λοιπόν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Επτά ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια βρίσκονται μεταξύ των πρώτων 1.000 παγκοσμίως στη συγκεκριμένη ερευνητική κατάταξη: το ΕΚΠΑ στην 152η θέση, το ΑΠΘ στην 336η, το Πανεπιστήμιο Πατρών στην 646η, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στην 666η, το ΕΜΠ στην 722η, το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην 787η και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στην 831η. Άλλα εννέα ελληνικά ΑΕΙ βρίσκονται στη δεύτερη χιλιάδα και άλλα πέντε στην τρίτη.

Κάτι, λοιπόν, δεν ταιριάζει με την εικόνα ενός περίπου επιστημονικά χρεοκοπημένου δημόσιου πανεπιστημιακού συστήματος.

Και προφανώς υπάρχουν προβλήματα και παθογένειες.

Μην παρασυρθούμε και κάνουμε ένα αντίστροφο λάθος. Ο πίνακας δεν αποτελεί πιστοποιητικό αριστείας για κάθε ΑΕΙ της χώρας. Τα πανεπιστήμια έχουν να κάνουν δουλειά. Η διαρκής διεθνής αξιολόγηση ήρθε επιτέλους ως κουλτούρα και στη χώρα μας. Και αυτό επιβάλλει κανόνες εξέλιξης σε κάθε δομή ΑΕΙ και στο σύνολό τους.

Υπάρχουν δημόσια ΑΕΙ με αισθητά χαμηλότερες επιδόσεις. Το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, για παράδειγμα (δεν θέλω να ασχοληθώ με τις προβεβλημένες προσωπικότητες από τις διορισμένες Διοικήσεις του από την έναρξη λειτουργίας του και τις ευθύνες τους) εμφανίζεται στη θέση 9.179, με μόλις τρεις εργασίες στο Top 1%, ενώ το Πάντειο βρίσκεται στη θέση 3.879 με 37.

Αντίστοιχα στοιχεία και ευρήματα δεν πρέπει ούτε μπορούν να κρυφτούν ή να αποσιωπηθούν. Κάθε άλλο. Και είναι ακριβώς αυτό που σημαίνει αξιολόγηση.

Να γνωρίζουμε πού ένα ίδρυμα αποδίδει εξαιρετικά, πού υπολείπεται, γιατί υπολείπεται και με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο δεσμεύεται να καλύψει την απόσταση.

Όχι να χρησιμοποιούμε επιλεκτικά την αξιολόγηση ως πολιτικό ρόπαλο εναντίον του δημόσιου Πανεπιστημίου και να την ξεχνάμε όταν έρχεται η ώρα να αξιολογηθούν οι επίδοξοι ιδιωτικοί ανταγωνιστές του.

Αυτή ακριβώς ήταν άλλωστε η θέση μας όταν υποστηρίζαμε ότι, μετά το τέλος των «Σορβόνων» της επικοινωνιακής υπερβολής, έπρεπε να στραφούμε επιτέλους στα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ και στις πραγματικές τους αδυναμίες (Κώστας Χλωμούδης, «Το τέλος των ψευδαισθήσεων και τα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ», 2025, Μεταρρύθμιση).

Η πραγματική εξαίρεση: έρευνα στην Ελλάδα, με πολύ λιγότερους πόρους

Αυτό το στοιχείο πολύ πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Ιδιαιτέρως όταν έχει στηθεί ολόκληρος μηχανισμός επικοινωνίας για να υποστηρίξει ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν έχουν πρόβλημα χρηματοδότησης, αλλά είναι ένα συντεχνιακό αίτημα των πανεπιστημιακών.

Τα ελληνικά Πανεπιστήμια, λοιπόν, δεν παράγουν αυτό το ερευνητικό έργο σε συνθήκες χρηματοδοτικής, έστω και σχετικής, επάρκειας. Το παράγουν υπό καθεστώς χρόνιας χρηματοδοτικής υστέρησης.

Σύμφωνα με το Education at a Glance 2025, η δημόσια δαπάνη στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε μόλις 4.497 δολάρια ανά φοιτητή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP), όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 15.102 δολάρια. Δηλαδή λιγότερο από το ένα τρίτο.

Μάλιστα, ο ΟΟΣΑ παρατηρεί ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, στην Ελλάδα η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή είναι χαμηλότερη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση —όπου περιλαμβάνεται και η έρευνα και ανάπτυξη— από ό,τι στις χαμηλότερες βαθμίδες!

Η συνολική επένδυση στην εκπαίδευση αντιστοιχεί στο 3,9% του ΑΕΠ έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ (ΟΟΣΑ, Education at a Glance 2025: Greece, 9.9.2025).

Αυτό είναι ίσως και η μεγαλύτερη ευθύνη και ανάγκη αυτοκριτικής, για όσους επί χρόνια αναζητούσαν το πρόβλημα αποκλειστικά στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων και ιδιαιτέρως στους πανεπιστημιακούς-ερευνητές: Τι θα μπορούσαν να κάνουν αυτά τα ιδρύματα εάν χρηματοδοτούνταν, έστω πλησιέστερα, στα επίπεδα των χωρών με τις οποίες απαιτούμε να τα συγκρίνουμε;

Διότι είναι κάπως παράδοξο να απαιτούμε από τα ελληνικά ΑΕΙ επιδόσεις μεγάλων ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, διατηρώντας ταυτοχρόνως τη χρηματοδότησή τους σε χαμηλό κλάσμα του διεθνούς μέσου όρου.

Και το χειρότερο δε είναι ότι, στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε ορισμένες από τις συνέπειες αυτής της υποχρηματοδότησης ως επιχείρημα εναντίον του ίδιου του δημόσιου χαρακτήρα τους.

Αυτό δεν είναι αξιολόγηση. Είναι πολιτική μεροληψία.

Τα ιδιωτικά ΑΕΙ και η πρώτη συνάντηση τους με το κριτήριο της έρευνας

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τα κολέγια, που λειτούργησαν επί χρόνια στην Ελλάδα και ορισμένα από τα οποία βρίσκονται, άμεσα ή έμμεσα, στον δρόμο της “πανεπιστημιοποίησής” τους μέσω των ΝΠΠΕ.

Το Deree εμφανίζεται στην 23η θέση της ελληνικής κατάταξης, στην παγκόσμια θέση 3.546, με 45 δημοσιεύσεις στο Top 1%.

Το Metropolitan College βρίσκεται στην 26η ελληνική θέση και στην 8.163η παγκοσμίως, με μόλις πέντε δημοσιεύσεις στο Top 1%.

Το Aegean College καταγράφει δύο εργασίες στο Top 1% και έξι στο Top 10%.

Και αρκετοί άλλοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί φορείς έχουν ουσιαστικά μηδενική παρουσία στη συγκεκριμένη μέτρηση (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να εξελιχθούν. Μακάρι να εξελιχθούν.

Ούτε σημαίνει ότι πρέπει να εμποδιστεί η λειτουργία πραγματικά αξιόπιστων, διεθνώς αναγνωρισμένων και πράγματι πανεπιστημιακών μη κρατικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα.

Άλλο όμως αυτό και άλλο να αναγορεύεται σε «Πανεπιστήμιο» μια υφιστάμενη εκπαιδευτική επιχειρηματική δομή επειδή συνδέθηκε συμβατικά με ένα ξένο ίδρυμα.

Γιατί η “πανεπιστημιακότητα” δεν είναι ταμπέλα.

Είναι διδασκαλία και έρευνα.

Είναι οργανικά ενταγμένο και συμβεβλημένο ακαδημαϊκό προσωπικό, με τα απαιτούμενα προσόντα και αξιολόγηση από τους “ομότεχνούς” συναδέλφους τους.

Είναι εργαστήρια, ερευνητικές ομάδες, διδακτορικές σπουδές, διεθνείς δημοσιεύσεις, ακαδημαϊκή ελευθερία και θεσμική συνέχεια.

Και όλα αυτά πρέπει να μετρώνται.

Η “ποιότητα” και η σειρά αξιολόγησης δεν μεταβιβάζεται με franchise

Πριν λίγες ημέρες επισημαίναμε κάτι εξαιρετικά απλό. Η διεθνής κατάταξη ενός ξένου μητρικού Πανεπιστημίου δεν μεταβιβάζεται αυτομάτως στο ελληνικό παράρτημά του.

Άλλο το μητρικό Πανεπιστήμιο, άλλο το παράρτημα στην Ελλάδα, άλλο το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και άλλο το ακαδημαϊκό προσωπικό που πραγματικά θα το υπηρετεί και με τα βιογραφικά τους, σε πραγματικό χρόνο επικαιροποιημένα, θα διαμορφώνουν τη βάση αξιολόγησής τους.

Η διεθνής φήμη του μητρικού ιδρύματος δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα του παραρτήματος (Κώστας Χλωμούδης, «Πολλοί ή λίγοι οι πτυχιούχοι στη Χώρα; Η κυβερνητική αντίφαση και η “αριστεία” των ΝΠΠΕ», 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Και οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έκαναν ακόμη επιτακτικότερη την ανάγκη συγκεκριμένων, διαφανών και μετρήσιμων κριτηρίων.

Το ζήτημα δεν είναι να ακυρωθεί ιδεολογικά και πολιτικά ο θεσμός αυτός.

Το ζήτημα είναι πολύ πιο απλό: Ποια ακριβώς ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά μετατρέπουν έναν πάροχο σχετικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε Πανεπιστήμιο;

Τις αδυναμίες της κυβερνητικής εφαρμογής του νόμου είχαμε επισημάνει και αμέσως μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ, όταν θέταμε ζητήματα υποδομών, προγραμμάτων σπουδών, πιστοποίησης και πραγματικής ακαδημαϊκής επάρκειας (Κώστας Χλωμούδης, «Περί των αποφάσεων του ΣτΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια», 16.8.2026, Μεταρρύθμιση). Η ηχηρή παραίτηση του πρύτανη του ιδιωτικού πανεπιστημίου Keele Greece καθηγητή κου Οδυσσέα Ζώρα, με αναφορά sτις ευθύνες του υπουργείου και την υπονόμευση του έργου τους, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, είναι ενδεικτική και επιβεβαιώνει της παρατηρήσεις μας.

Είναι, πράγματι, καλή η ιδέα να βάλουμε στις προϋποθέσεις και κατώφλι ερευνητικών δυνατοτήτων.

Η πρόταση του κου Ιωάννη Παππά αξίζει σοβαρής συζήτησης.

Γιατί να μην υπάρχει στην αξιολόγηση ενός ΝΠΠΕ και ένα αντικειμενικό ελάχιστο κριτήριο ερευνητικής παρουσίας;

Η συγκεκριμένη πρόταση είναι να συνδέεται το κατώφλι με τις επιδόσεις των χαμηλότερα κατατασσόμενων δημόσιων ΑΕΙ και, ενδεικτικά, να απαιτούνται τουλάχιστον περίπου 15 δημοσιεύσεις στο παγκόσμιο Top 1% (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).

Δεν είμαι βέβαιος ούτε και απόλυτος ότι πρέπει να υιοθετήσουμε μηχανιστικά ακριβώς τον αριθμό «15».

Είμαι όμως βέβαιος ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα προϋποτιθέμενου δείκτη.

Και όχι ένας μόνο δείκτης. Ερευνητικές δημοσιεύσεις. Διεθνής απήχηση. Ποιότητα και αριθμός μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού. Ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα. Διδακτορική δραστηριότητα. Εργαστηριακές υποδομές. Σταθερότητα των μελών ΔΕΠ. Αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες.

Γιατί το κρίσιμο δεν είναι αν ένα Πανεπιστήμιο είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, κερδοσκοπικό ή όχι. Το κρίσιμο είναι: αν η λέξη «Πανεπιστήμιο» σημαίνει κάτι, πρέπει να σημαίνει το ίδιο για όλους.

Για το ΕΚΠΑ και το ΑΠΘ. Για το Πάντειο και το ΔΙΠΑΕ. Για το Deree και το Metropolitan. Και για κάθε ΝΠΠΕ που ζητά άδεια λειτουργίας.

Μεταρρύθμιση δεν είναι η πολιτική απαξίωσης του δημόσιου Πανεπιστημίου

Ήρθε η ώρα του εξορθολογισμού του δημόσιου λόγου μας και της αποκατάστασης του νοήματος των εννοιών.

Η υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου δεν σημαίνει άρνηση των μεταρρυθμίσεων.

Όποιος/α επιθυμεί να στηρίξει πραγματικά το δημόσιο πανεπιστήμιο και τελικά το σύνολο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα, δεν μπορεί παρά να επιμένει σε διαρκείς μεταρρυθμίσεις των όρων και των κανόνων λειτουργίας των σχετικών δομών της, ανεξαρτήτως συγκυρίας και χρώματος της εκτελεστικής εξουσίας.

Έχουμε υποστηρίξει την αξιολόγηση, τη διεθνοποίηση, την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, ακόμη και αλλαγές που μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας αντιμετώπιζε και ίσως ακόμη αντιμετωπίζει, με επιφύλαξη.

Στη συζήτηση για την Bologna, για παράδειγμα, υποστηρίξαμε ρητά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργεί ως ακαδημαϊκή εξαίρεση από τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και ότι χρειάζεται οργανωμένος οδικός χάρτης μεταρρυθμίσεων, με διάλογο και χωρίς κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς (Κώστας Χλωμούδης, «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», 10.6.2025, Μεταρρύθμιση).

Επομένως η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν μπορεί να είναι ο παραλογισμός: μεταρρυθμιστές εναντίον υπερασπιστών του δημόσιου Πανεπιστημίου. Η αντιπαράθεση πρέπει να είναι: μεταρρύθμιση του δημόσιου Πανεπιστημίου για να ανταγωνισθεί διεθνώς στις σύγχρονες συνθήκες ή απαξίωσή του προκειμένου να νομιμοποιηθεί πολιτικά η υποκατάστασή του.

Αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Επτά χρόνια αργότερα, η συζήτηση αντιστρέφεται

Υπό αυτή την έννοια η πολιτική ευθύνη μιας ετερόκλιτης πολιτικής συμμαχίας απαξίωσης των ελληνικών ΑΕΙ, δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, δύσκολα μπορεί πλέον κανείς να αποδίδει τις αδυναμίες των δημόσιων Πανεπιστημίων αποκλειστικά σε κάποια απρόσωπη ιστορική κακοδαιμονία.

Η κυβέρνηση επέλεξε τις προτεραιότητές της. Επένδυσε τεράστιο πολιτικό και επικοινωνιακό κεφάλαιο στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία, για να αναγνωρίσει τελικά ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ότι ήταν «αχρείαστη».

Επέλεξε την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, αφήνοντας επί σειρά ετών χιλιάδες θέσεις κενές, ιδιαίτερα στα περιφερειακά Πανεπιστήμια.

Και ταυτόχρονα οικοδόμησε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο το δημόσιο ΑΕΙ εμφανιζόταν, ως επί το πλείστο, ως το πρόβλημα και το ιδιωτικό ως περίπου αυτονόητη μεταρρυθμιστική απάντηση.

Για την Πανεπιστημιακή Αστυνομία θυμίσαμε μόλις πριν από λίγες ημέρες ότι οι πολιτικές δεν αξιολογούνται από την ένταση με την οποία χειροκροτούνται όταν εξαγγέλλονται αλλά από την εφαρμογή και το αποτέλεσμά τους (Κώστας Χλωμούδης, «Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας», 7.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνουμε τώρα και με την πολιτική για την Ανώτατη Εκπαίδευση συνολικά.

Τα δημόσια ΑΕΙ δεν χρειάζονται αγιογραφία

Δεν χρειάζεται να ωραιοποιήσουμε τίποτε στα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ.

Υπάρχουν ελληνικά Πανεπιστήμια και Τμήματα που πρέπει να αλλάξουν δραστικά.

Υπάρχει εσωστρέφεια.

Υπάρχουν αναχρονιστικές δομές, αδύναμο management, μεγάλες διαφορές απόδοσης μεταξύ Ιδρυμάτων, ακαδημαϊκός κορπορατισμός, ανεπαρκής διεθνοποίηση, περιορισμένη αξιοποίηση των δεικτών ικανοποίησης χρηστών...

Και τα νέα στοιχεία είναι χρήσιμα ακριβώς επειδή επιτρέπουν να εντοπίζουμε καλύτερα τις αποκλίσεις.

Αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν με σχέδιο, χρονοδιάγραμμα, μετρήσιμους στόχους και λογοδοσία.

Αλλά άλλο να θέλεις να μεταρρυθμίσεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο και άλλο να θέλεις πρώτα να το απαξιώσεις, ώστε να καταστήσεις πολιτικά ευκολότερη την υποκατάστασή του.

Το πρώτο είναι μεταρρυθμιστική πολιτική. Το δεύτερο είναι ιδεολογική μηχανική.

Και μια πρόβλεψη που αρχίζει ήδη να επιβεβαιώνεται στην πράξη

Μόλις πριν από λίγες ημέρες επαναλαμβάναμε την διατυπωμένη εκτίμησή μας ότι, παρά τα προβλήματα, τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότησή τους, τα περισσότερα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να βλέπουν τα νέα ιδιωτικά Πανεπιστήμια όχι μπροστά τους αλλά στον καθρέφτη τους (Κώστας Χλωμούδης, 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Τα νέα στοιχεία δεν αποδεικνύουν βεβαίως ότι αυτό θα ισχύει για πάντα. Και δεν θα έπρεπε να ευχόμαστε να ισχύει για πάντα.

Ο πραγματικός ανταγωνισμός υψηλής ποιότητας μόνο καλό μπορεί να κάνει.

Δείχνουν όμως πόσο διαφορετικό είναι σήμερα το σημείο εκκίνησης από αυτό που επί χρόνια μας περιέγραφαν. Και γεννούν μια, μάλλον άβολη, ερώτηση προς όσους/ες επένδυσαν πολιτικά και δημοσιολογικά στη συστηματική απαξίωση των δημόσιων ΑΕΙ: Αν αυτά τα Πανεπιστήμια, με αυτή την υποχρηματοδότηση, παράγουν ήδη τέτοιο ερευνητικό έργο, μήπως το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ότι είχαμε “πολύ δημόσιο Πανεπιστήμιο”;

Μήπως ήταν ότι είχαμε πολύ λίγο ενδιαφέρον να το κάνουμε καλύτερο;

Τώρα λοιπόν που διαθέτουμε περισσότερα δεδομένα, μπορούμε να κάνουμε κάτι πράγματι μεταρρυθμιστικό. Να πάψουμε να αξιολογούμε θεσμούς ανάλογα με το αν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί.

Να αξιολογούμε όλους με τα ίδια απαιτητικά κριτήρια και προφανώς τις ίδιες προϋποθέσεις.

Και ας αφήσουμε τους δείκτες και τους αριθμούς να μιλήσουν.

Γιατί, όπως φαίνεται, έχουν ήδη αρχίσει να λένε ορισμένα πράγματα που εκείνοι/ες που “αγάπησαν να μισούν” το δημόσιο Πανεπιστήμιο θα χρειαστεί να κάνουν την αυτοκριτική τους για ότι δημιούργησαν συνειδητά ή ασυνείδητα. Ένας απολογισμός δημόσιος ή στη συνείδησή τους.

Για τις δύο από τις οικονομικές προτάσεις, με αφορμή τη ΔΕΘ. Πώς και σε τι απαντούν

Μπορεί μια οικονομία να υπεραποδίδει και ταυτόχρονα η πλειοψηφία των πολιτών να δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα; Μπορούν να αυξάνονται το ΑΕΠ...