Τα πρόσφατα έντονα καιρικά φαινόμενα που έπληξαν πολλές παράκτιες περιοχές της χώρας και ιδιαίτερα νησιά του Αιγαίου, ανέδειξαν για ακόμη μία φορά τις διαχρονικές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, διαχειριζόμαστε και «αξιοποιούμε» τον παράκτιο χώρο.
Στη Χίο, το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα
χαρακτηριστικό. Η θάλασσα εισέβαλε σε χώρους που εδώ και χρόνια είχαν
μετατραπεί σε «δεδομένη» στεριά. Όχι επειδή η φύση έγινε ξαφνικά πιο επιθετική,
αλλά επειδή εμείς γίναμε πιο επιθετικοί απέναντί της. Γιατί η φύση δεν ξεχνά.
Θυμάται τις παλιές ακτογραμμές, θυμάται τις ζώνες εκτόνωσης των κυμάτων,
θυμάται πού ανήκε ο χώρος πριν τον τσιμεντώσουμε, τον ασφαλτοστρώσουμε ή τον
«αξιοποιήσουμε».
Ένας δυνατός νοτιάς ήταν αρκετός για να φέρει τη
θάλασσα εκεί όπου κάποιοι είχαν πειστεί —ή ήθελαν να πιστεύουν— ότι δεν θα
φτάσει ποτέ. Δρόμοι πλημμυρισμένοι, κατασκευές κατεστραμμένες, υποδομές
εκτεθειμένες.
Ο νοτιάς δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά, ούτε
πρόκειται για φαινόμενο που δεν θα ξανασυμβεί. Αντιθέτως, αποτελεί γνωστό,
επαναλαμβανόμενο και απολύτως προβλέψιμο στοιχείο της τοπικής κλιματολογίας. Και,
φυσικά, η συνήθης απορία: «πώς έγινε αυτό;»
Αυτό που αποδείχθηκε και πάλι είναι ότι ο
σχεδιασμός —ή μάλλον η απουσία του— συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα φυσικά
φαινόμενα ως «εξαιρέσεις» και όχι ως παραμέτρους που οφείλουν να ενσωματώνονται
στον χωροταξικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό. Η Πολιτεία και η τοπική
αυτοδιοίκηση, σε όλα τα επίπεδα, φέρουν σοβαρές ευθύνες για τη διαχρονικά
πλημμελή ρυθμιστική παρουσία τους στις παράκτιες ζώνες, για την έλλειψη
στρατηγικού σχεδιασμού ανθεκτικότητας των υποδομών και για την ανοχή —συχνά
σιωπηρή— πρακτικών που μετακινούν σταδιακά τα όρια μεταξύ στεριάς και θάλασσας.
Στη Χίο, όπως και αλλού, η τοπική αυτοδιοίκηση
έχει επιτρέψει επί χρόνια την παγίωση χρήσεων και κατασκευών σε ζώνες που είναι
εκτεθειμένες στη δυναμική της θάλασσας. Παρεμβάσεις προσωρινού χαρακτήρα
μετατράπηκαν σε μόνιμες, ενώ η τουριστική και εμπορική αξιοποίηση του παράκτιου
χώρου αντιμετωπίστηκε συχνά ως αυτονόητη αναπτυξιακή επιλογή, χωρίς επαρκή
αξιολόγηση κινδύνου. Όταν, όμως, τα φυσικά φαινόμενα επανέρχονται —όπως πάντοτε
έκαναν— οι ίδιες αυτές επιλογές εμφανίζονται εκ των υστέρων ως «απρόβλεπτες».
Ωστόσο, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται
αποκλειστικά στις ευθύνες του κράτους και της αυτοδιοίκησης. Η κοινωνία των
πολιτών έχει επίσης μερίδιο ευθύνης. Η ανοχή, η σιωπηρή αποδοχή ή ακόμη και η
διεκδίκηση εκτεταμένης εκμετάλλευσης των ακτών, χωρίς σεβασμό στα φυσικά τους
όρια, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ψευδούς αίσθησης ασφάλειας. Όταν η θάλασσα
υποχωρεί, θεωρούμε ότι «κερδίσαμε χώρο». Όταν επιστρέφει, μιλάμε για
καταστροφή.
Γιατί δεν είναι μόνο το κράτος που «δεν
προστάτευσε». Είναι και οι πολίτες που απαίτησαν να χτίσουν δίπλα στο κύμα, να
λειτουργούν επιχειρήσεις πάνω στην άμμο, να μετατρέπουν τις ακτές σε μόνιμους
χώρους εκμετάλλευσης παντός καιρού. Είναι εκείνοι που χειροκρότησαν την
«ανάπτυξη» όταν τους εξυπηρετούσε και θυμήθηκαν το κράτος μόνο όταν το νερό
μπήκε στην «ιδιοκτησία» τους.
Οι ακτές δεν είναι σταθερές επιφάνειες προς
μόνιμη κατάληψη. Είναι ζώνες μετάβασης, με φυσική μεταβλητότητα και σαφή όρια
ανοχής. Η κλιματική αλλαγή ενισχύει την ένταση των φαινομένων, αλλά δεν αναιρεί
την ιστορική εμπειρία: οι νοτιάδες, οι κυματισμοί και οι θαλάσσιες εισβολές
ήταν πάντοτε μέρος της πραγματικότητας στο Αιγαίο.
Αν τα πρόσφατα γεγονότα πρόκειται να έχουν κάποιο
θετικό αποτέλεσμα, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από μια πιο ώριμη θεσμική και
κοινωνική προσέγγιση στον παράκτιο χώρο. Με σαφείς κανόνες, με σχεδιασμό
ανθεκτικότητας, αλλά και με την αναγνώριση ότι η ανάπτυξη χωρίς όρια δεν είναι
ανάπτυξη — είναι πρόσκαιρη μετατόπιση του κόστους στο μέλλον.
Αν κάτι μας δίδαξαν τα γεγονότα των τελευταίων
ημερών, στη Χίο και αλλού, είναι ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο θέμα έργων
και σχεδίων. Είναι και θέμα νοοτροπίας. Χωρίς έναν στοιχειώδη σεβασμό στα
φυσικά όρια, καμία πολιτική προστασία δεν αρκεί. Και χωρίς κοινωνική
αυτοκριτική, κάθε καταγγελία προς το κράτος ακούγεται μισή.
Ο νοτιάς δεν μας αιφνιδίασε. Μας υπενθύμισε,
απλώς, όσα επιλέξαμε να αγνοούμε.
Η φύση δεν “εκδικείται”, τουλάχιστον στην
προκείμενη περίπτωση...
Υπενθυμίζει… Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά θα μπορέσουμε
να πείσουμε εαυτούς και αλλήλους να μην το ξαναξεχάσουμε.