Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ακρίβεια και Πληθωρισμός: πολλά «Pass», πολλά «Καλάθια», καθόλου αξιολόγηση.

Με βάση αυτό δημοσιεύτηκε σήμερα 8/7/26 σχετικό μου σχόλια στην Εφημερίδα των Συντακτών: https://www.efsyn.gr/stiles/1422853/poy-einai-o-apologismos-kai-poia-i-axiologisi/

Υπάρχουν πολιτικές που μπορεί να αποτύχουν. Υπάρχουν και πολιτικές που πετυχαίνουν. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, στις ώριμες δημοκρατίες προηγείται πάντα κάτι εξίσου σημαντικό: ο απολογισμός, η αξιολόγηση των επιλογών.

Στην Ελλάδα, τα τελευταία έξι χρόνια φαίνεται να διαμορφώθηκε μια διαφορετική αντίληψη. Δεν είναι ότι δεν πάρθηκαν μέτρα για την ακρίβεια. Το αντίθετο. Πάρθηκαν τόσα πολλά, ώστε σήμερα δύσκολα θυμάται κανείς τη σειρά τους. Fuel Pass, Power Pass, Market Pass, «Καλάθι του Νοικοκυριού», «Καλάθι του Πάσχα», «Καλάθι των Μαθητών», «Καλάθι του Νονού/ας», «Μόνιμη Μείωση Τιμής», πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, συμφωνίες με τις αλυσίδες λιανεμπορίου, εξαγγελίες για νέες μειώσεις τιμών «από τον Σεπτέμβριο»...

Ήταν σχεδόν σαν κάθε λίγους μήνες η αγορά να αποκτούσε ένα νέο εργαλείο σωτηρίας. Αν υπήρχε και ένα «Pass μνήμης», ίσως να θυμόμασταν σήμερα ποιο από όλα απέδωσε πραγματικά.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δοκιμάστηκαν διαφορετικά εργαλεία και πολιτικές αντιμετώπισης ενός συστημικού προβλήματος. Αντιθέτως, απέναντι σε μια πρωτοφανή ενεργειακή και πληθωριστική κρίση, κάθε κυβέρνηση όφειλε να αναζητήσει λύσεις. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι σχεδόν καμία από αυτές τις πολιτικές δεν συνοδεύτηκε από έναν δημόσιο, τεκμηριωμένο απολογισμό της αποτελεσματικότητάς της και κάποια αξιολόγηση των υπουργών και όσων επέλεξαν τις συγκεκριμένες επιλογές.

Μια καταγραφή «μέτρων» και εξαγγελιών

Περίοδος

Μέτρο

Βασική υπόσχεση

Σημερινή εικόνα

2021

Επιδοτήσεις ηλεκτρικού ρεύματος

Περιορισμός ενεργειακού κόστους

Προσωρινή ανακούφιση

2022

Fuel Pass

Αντιστάθμιση αυξήσεων καυσίμων

Ολοκληρώθηκε

2022

Power Pass

Επιστροφή μέρους των αυξήσεων στους λογαριασμούς

Ολοκληρώθηκε

2022

Καλάθι του Νοικοκυριού

Συγκράτηση τιμών βασικών αγαθών

Καταργήθηκε

2023

Market Pass

Στήριξη αγοραστικής δύναμης

Ολοκληρώθηκε

2023

Εποχικά «Καλάθια»

Φθηνότερες εορταστικές και σχολικές αγορές

Προσωρινά μέτρα που ξεχάστηκαν στην πορεία

2024

«Μόνιμη Μείωση Τιμής»

Διαρκείς μειώσεις τιμών

Έληξε

2024–2026

Πλαφόν στο περιθώριο κέρδους

Περιορισμός αισχροκέρδειας

Καταργήθηκε

Ιούνιος 2026

Συμφωνία για «πάγωμα» τιμών μέχρι τον Σεπτέμβριο

Μειώσεις τιμών τους επόμενους μήνες

Αναμένεται να αξιολογηθεί

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπήρξε δραστηριότητα για να αντιμετωπιστεί το θέμα. Κάθε άλλο…

Αυτό όμως που καθόλου ή σε κάθε περίπτωση δύσκολα μπορεί να βρει κανείς/μια είναι μια επίσημη έκθεση απολογισμού ή αξιολόγησης που να απαντά σε απλά ερωτήματα:

  • Πόσο μείωσε τις τιμές κάθε μέτρο;
  • Πόσο κόστισε στον κρατικό προϋπολογισμό;
  • Πόσο βελτίωσε την αγοραστική δύναμη;
  • Γιατί εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από το επόμενο;

Αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ ή σε κάθε περίπτωση δεν έγινε γνωστή στο δημόσιο λόγο.

Και το χειρότερο στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, λες και υπήρξε ενορχηστρωμένη επιλογή, υποβαθμίστηκε το θέμα «αξιολόγηση» όταν αυτή η λέξη από μόνη της, όταν αφορούσε “… τους κάθε άλλους…” και ιδιαιτέρως τους εργαζόμενους, διαμόρφωνε υπόβαθρο για χτιστούν πολιτικές και επαγγελματικές καριέρες.

Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση μεταφερόταν κάθε φορά στο επόμενο μέτρο, πριν ακόμη αξιολογηθεί το προηγούμενο. Έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση μιας διαρκούς κινητικότητας, χωρίς αντίστοιχη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα.

Η κυβέρνηση απέκτησε, πράγματι, μια αξιοσημείωτη παραγωγικότητα στην “επινόηση νέων τίτλων” πολιτικών μέτρων. Εκείνο που παραμένει δυσεύρετο είναι ο απολογισμός των προηγούμενων τίτλων.

Και ενώ οι τίτλοι άλλαζαν, ο λογαριασμός στο ταμείο του σούπερ μάρκετ παρέμενε πεισματικά υψηλός και σε διαρκή άνοδο.

Ο «εισαγόμενος πληθωρισμός» εξηγεί τα πάντα;

Αναμφίβολα, ένα μέρος μέρος των ανατιμήσεων και του πληθωρισμού ήταν εισαγόμενο. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι διεθνείς διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες επηρέασαν όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αλλά αυτό δεν αρκεί ως πλήρης εξήγηση, όταν μάλιστα είναι καταγεγραμμένη η απόκλιση από το μέσο ευρωπαϊκό δείκτη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί, όταν ο πληθωρισμός άρχισε να αποκλιμακώνεται στην Ευρώπη, η Ελλάδα συνέχισε να εμφανίζει από τις υψηλότερες τιμές τροφίμων σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Εκεί η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις διεθνείς αγορές. Βρίσκεται και στη δομή της ελληνικής αγοράς, στον βαθμό ανταγωνισμού, στη φορολογική επιβάρυνση, στο κόστος ενέργειας, αλλά και στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν.

Η “λογοδοσία” και η “αξιολόγηση” που δεν έγινε ποτέ

Υπάρχει λοιπόν ένα θεσμικό ζήτημα.

Τα πρόσωπα που είχαν την ευθύνη σχεδιασμού και εφαρμογής αυτών των πολιτικών εναλλάχτηκαν και συνέχισαν, σε αρκετές περιπτώσεις, να διαχειρίζονται το ίδιο χαρτοφυλάκιο ή να επιστρέφουν σε αυτό, χωρίς να προηγηθεί μια δημόσια αξιολόγηση των προηγούμενων επιλογών τους.

Δεν πρόκειται μόνον για προσωπική μομφή. Είναι ζήτημα θεσμικής λειτουργίας.

Σε κάθε σοβαρή δημόσια πολιτική, η συνέχεια δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού ή στην πολιτική συγκυρία. Οφείλει να στηρίζεται και σε τεκμηριωμένη αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Η συνέχεια της ευθύνης προϋποθέτει και συνέχεια της λογοδοσίας δια μέσω αξιολόγησης των αποτελεσμάτων προηγούμενων επιλογών.

Διαφορετικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι οι πολιτικές δεν κρίνονται από τα αποτελέσματά τους, αλλά από την επικοινωνιακή τους απήχηση.

Και τώρα;

Η τελευταία κυβερνητική διαβεβαίωση είναι ότι οι τιμές θα αρχίσουν να αποκλιμακώνονται τους επόμενους μήνες, μετά και την κατάργηση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και τις νέες συμφωνίες με την αγορά.

Μακάρι.

Οι πολίτες δεν έχουν κανέναν λόγο να επιθυμούν την αποτυχία οποιουδήποτε μέτρου που μπορεί να μειώσει το κόστος ζωής τους.

Έχουν όμως κάθε λόγο να ζητούν κάτι που μέχρι σήμερα απουσιάζει.

Έναν δημόσιο απολογισμό. Μια λογοδοσία προσώπων. Μια αξιολόγηση των επιλογών και των σχετικών μέτρων.

Γιατί η δημόσια πολιτική δεν είναι τηλεοπτική σειρά όπου κάθε νέα σεζόν ξεκινά χωρίς να θυμάται κανείς το τέλος της προηγούμενης.

Οι κυβερνήσεις δικαιούνται να πειραματίζονται, όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

Υποχρεούνται όμως να λογοδοτούν. Να αξιολογούν τα μέτρα και τις πολιτικές που προέκριναν.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, εκείνο που μένει δεν είναι ούτε το επόμενο «Pass», ούτε το επόμενο «Καλάθι», ούτε η επόμενη υπόσχεση ότι «οι τιμές θα μειωθούν από τον Σεπτέμβριο…».

Εκείνο που μένει είναι ο λογαριασμός στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής: Το αφήγημα που κατέρρευσε και η ώρα για απολογισμό.

 

Πού είναι όλοι/ες εκείνοι που, πριν από λίγα χρόνια, διακήρυτταν ότι η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) θα έβαζε τέλος στην «πανεπιστημιακή μετριότητα»; Πού βρίσκονται όσοι/ες χαρακτήριζαν κάθε αντίθετη άποψη «λαϊκισμό», κάθε επιφύλαξη «συντεχνιακή αντίδραση» και κάθε κριτική μας ως «αντιμεταρρυθμιστικό ανακλαστικό»;

Δεν θέλω και δεν πρέπει να τους ξεχάσουμε όσο και αν κρύβονται. Όχι για λόγους εκδικητικότητας, κάθε άλλο. Η δημοκρατία μας πρέπει να είναι ανεκτική και μεγαλόψυχη για τα μέλη της. Αλλά για λόγους παιδαγωγικούς, εκπαιδευτικούς και τελικά παραδειγματισμού αποφυγής του τοξικού τους λόγου.

Διότι πάνω στην ΕΒΕ οικοδομήθηκαν πολιτικές και επαγγελματικές καριέρες, καλλιεργήθηκε ένα αφήγημα δήθεν μεταρρυθμιστικής υπεροχής και νομιμοποιήθηκε ένας πρωτοφανής ανορθολογισμός στην εκπαιδευτική πολιτική.

Τα στοιχεία των Πανελλαδικών Εξετάσεων του 2026 επαναφέρουν το ζήτημα με τον πιο εμφατικό τρόπο. Στη Φυσική, μετά από δύο συνεχόμενα χρόνια χαμηλών επιδόσεων, το ποσοστό των υποψηφίων με βαθμολογία άνω του 18 εκτινάχθηκε στο 30,06%, όταν ήταν μόλις 9,39% το 2025. Την ίδια στιγμή, στο μάθημα της Οικονομίας παρατηρείται η αντίστροφη εικόνα, με τους αριστούχους να μειώνονται περισσότερο από το μισό σε σχέση με πέρυσι.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Όχι ότι οι μαθητές έγιναν ξαφνικά πολύ καλύτεροι στη Φυσική ή πολύ χειρότεροι στην Οικονομία. Σημαίνουν ότι η δυσκολία των θεμάτων μεταβλήθηκε τόσο έντονα ώστε να αλλοιώνει τη συνολική κατανομή των επιδόσεων και, κατά συνέπεια, να επηρεάζει τις βάσεις εισαγωγής και τελικά την ίδια την ΕΒΕ.

Οι Πανελλαδικές είναι ένας συγκριτικός διαγωνισμός. Αυτό δεν είναι πρόβλημα από μόνο του. Πρόβλημα δημιουργείται όταν η ποιότητα των θεμάτων δεν εξασφαλίζει μια σχετικά σταθερή κατανομή των βαθμολογιών από χρονιά σε χρονιά. Τότε, η ΕΒΕ μετατρέπεται από εργαλείο αξιολόγησης σε μηχανισμό παραγωγής τυχαίων αποκλεισμών.

Από την πρώτη στιγμή είχαμε επισημάνει ότι η ΕΒΕ δεν θα βελτίωνε την ποιότητα των πανεπιστημίων. Θα δημιουργούσε απλώς χιλιάδες κενές θέσεις, κυρίως σε περιφερειακά τμήματα, ανεξάρτητα από τις πραγματικές ανάγκες της χώρας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της αγοράς εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτά τα χρόνια δυστυχώς μας δικαίωσε.

Διότι αυτό ακριβώς συνέβη.

Η αποδυνάμωση πολλών δημόσιων πανεπιστημιακών τμημάτων, ιδιαιτέρως στη περιφέρεια, δεν υπήρξε μια ακούσια συνέπεια. Υπήρξε προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας πολιτικής επιλογής. Ταυτόχρονα, η τεχνητή συρρίκνωση της πρόσβασης στο δημόσιο πανεπιστήμιο διεύρυνε τον χώρο για Ζήτηση στα ιδιωτικά κολέγια μεταλυκειακής εκπαίδευσης και, πλέον, για τα νεοεισερχόμενα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Δεν είναι απαραίτητο να υπήρχε οργανωμένο σχέδιο. Αρκεί το γεγονός ότι η πολιτική αυτή λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν ακαδημαϊκά κριτήρια εισαγωγής. Προφανώς και πρέπει. Το ερώτημα είναι αν τα κριτήρια αυτά είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα, σταθερά, αξιόπιστα και δίκαια.

Ένα σύστημα που παράγει τόσο ακραίες διακυμάνσεις στις επιδόσεις δεν μπορεί να αποτελεί ασφαλή βάση για τον αποκλεισμό χιλιάδων νέων από τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση με την ΕΒΕ. Η αξιοπιστία των εξετάσεων απαιτεί θέματα που κατανέμουν ομαλά τους υποψηφίους στη βαθμολογική κλίμακα και όχι με τις λογικές διακυμάνσεις να μετατρέπεται μια διοικητική ρύθμιση σε μηχανισμό εκπαιδευτικού αποκλεισμού και απαξίωσης περιφερειακών Τμημάτων των πανεπιστημίων της χώρας.

Η ΕΒΕ παρουσιάστηκε ως σύμβολο «αριστείας». Στην πράξη, όμως, ανέδειξε κυρίως τις αδυναμίες ενός συστήματος που συγχέει την ποιότητα με τον αποκλεισμό.

Ίσως ήρθε η ώρα οι υποστηρικτές της να κάνουν κάτι που δεν έκαναν ποτέ: να αξιολογήσουν με την ίδια αυστηρότητα τη δική τους υποστήριξη σε μια εκ των πραγμάτων αντιμεταρρυθμιστική πολιτική επιλογή.

Για τους Ηρακλειδείς της κυβερνητικής φρουράς, στα περί της Εθνικής Ελαχίστης Βάσεως, ο λόγος…

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Αστικές Μεταφορές: Προτάσεις ανέξοδης πλειοδοσίας ή πρόκριμα άλλου μοντέλου οργάνωσης της ζωής μας;


Τις τελευταίες μέρες έχει ανοίξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τις υπηρεσίες μεταφορών στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, με αφορμή σχετικές εξαγγελίες αρχηγών πολιτικών κομμάτων της αντιπολιτεύσεως.

Η εύκολη και ανέξοδη κριτική που ασκείται, σε προτάσεις όπως η δωρεάν ή επιδοτούμενη μετακίνηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, γίνεται από άκριτους και κάθε λογής  στρατευμένους υποστηριχτές της παρούσης κυβέρνησης, πρωτίστως, αλλά και θιασώτες της κοσμοθεωρίας υποβάθμισης των "δημόσιων" αγαθών και ως επί το πλείστο, συνήθως, ομαδοποιείται σε τρεις ομάδες επιχειρημάτων:

  1. «Δεν υπάρχει τίποτα τσάμπα. Στο τέλος τον λογαριασμό κάποιος τον πληρώνει και αυτός είναι ο φορολογούμενος».
  2. «Θα υπονομευθεί η οικονομική βιωσιμότητα των συγκοινωνιών και τελικά η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών τους».
  3. «Είναι λαϊκισμός και όχι σοβαρή πρόταση για τις αστικές μεταφορές».

Η ευρωπαϊκή εμπειρία όμως δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Ειδικότερα δε η πρόταση για δωρεάν μετακίνηση των νέων έως 24 ετών βρίσκεται πολύ πιο κοντά στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πολιτικές για στοχευμένες παροχές, συνθήκες που συνήθως αγνοούν ή επιλέγουν να απορρίπτουν οι επικριτές των σχετικών προτάσεων.

Η ευρωπαϊκή λογική: οι συγκοινωνίες ως κοινωνικό αγαθό

Στην Ευρώπη (αλλά θα υποστήριζα στην πλειοψηφία στις μεγαλουπόλεις του κόσμου) οι αστικές συγκοινωνίες δεν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως εμπορική υπηρεσία αλλά ως δημόσια υπηρεσία γενικού συμφέροντος ή σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον ως μεικτό αγαθό.

Η φιλοσοφία είναι απλή:

  • μειώνουν την κυκλοφοριακή συμφόρηση,
  • περιορίζουν τις εκπομπές ρύπων,
  • βελτιώνουν την κοινωνική συνοχή,
  • αυξάνουν την πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην εργασία,
  • ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα.
  • υποστηρίζουν την κινητικότητα φυσική και κοινωνική.

Γι' αυτό σχεδόν σε καμία μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη δεν χρηματοδοτούνται οι συγκοινωνίες αποκλειστικά από τα εισιτήρια. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι το εισιτήριο καλύπτει λιγότερο από το 50% του πραγματικού κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας.

Με άλλα λόγια, οι φορολογούμενοι ήδη επιδοτούν τις μεταφορές, επειδή θεωρούνται εν μέρει ή εν συνόλω δημόσιο αγαθό, όπως αντιστοίχως αναφέρονται για την εκπαίδευση ή τη δημόσια υγεία και πολύ περισσότερο για την δημόσια ασφάλεια και την άμυνα της χώρας.

Τι δείχνουν τα ευρωπαϊκά παραδείγματα

Πολλές ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν ειδικές πολιτικές για τους νέους, όπως ως παράδειγμα:

  • Στη Γερμανία εφαρμόζονται ιδιαίτερα χαμηλά κόμιστρα για μαθητές, φοιτητές και νέους και κατά περιόδους διαμορφώθηκαν με εξαιρετική επιτυχία και “εξωτερικότητες”, προγράμματα ελεύθερης η χαμηλού κόστους μεταφορών για μεγάλο εύρος πληθυσμού και μεταξύ κρατιδίων.
  • Στην Αυστρία το περίφημο Klimaticket δίνει εξαιρετικά φθηνή πρόσβαση στις δημόσιες μεταφορές.
  • Στη Γαλλία δεν είναι λίγες οι περιφέρειες οι οποίες επιλέγουν να επιδοτήσουν σημαντικά τις μετακινήσεις νέων και φοιτητών.
  • Στο Λουξεμβούργο οι δημόσιες μεταφορές είναι δωρεάν για όλους.
  • και διάφορες αντίστοιχες πρακτικές σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η κοινή λογική αυτών των πολιτικών είναι ότι υπάρχει λόγος και έχουμε μετρήσιμα αποτελέσματα εφόσον μπορούμε να επηρεάσουμε τις μεταφορικές συνήθειες των πολιτών. Ιδιαιτέρως δε αν αναφερόμαστε στην ηλικία 15-24 ετών, όπου είναι η περίοδος κατά την οποία συγκροτείται και διαμορφώνεται αυτή η μεταφορική κουλτούρα και συμπεριφορά.

Αν ένας νέος μάθει να χρησιμοποιεί λεωφορείο, μετρό και προαστιακό, είναι πολύ πιθανότερο να συνεχίσει να το κάνει και ως ενήλικος.

Οι “στοχευμένες” προτάσεις είναι πλέον συμβατές με την ευρωπαϊκή εμπειρία και πρακτική.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την πρόταση για δωρεάν μετακίνηση έως τα 24 έτη. Και αυτό βέβαια θα μπορούσε να αφορά το σύνολο των αστικών κέντρων της χώρας μας. Αυτή έχει τρία σημαντικά πλεονεκτήματα.

1. Επένδυση στη νέα γενιά

Στην Ελλάδα οι νέοι αντιμετωπίζουν:

  • υψηλό κόστος σπουδών,
  • στεγαστική κρίση,
  • χαμηλούς αρχικούς μισθούς,
  • δυσκολία πρόσβασης στην αγορά εργασίας.

Η μετακίνηση αποτελεί πραγματικό οικονομικό βάρος.

Η δωρεάν πρόσβαση στις συγκοινωνίες λειτουργεί ως έμμεση κοινωνική πολιτική χωρίς να δημιουργεί στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας.

2. Περιβαλλοντικό όφελος

Οι νέοι είναι η ομάδα που ευκολότερα εγκαταλείπει τη χρήση ΙΧ ή δικύκλου, όταν οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι οικονομικά ελκυστικές.

Αυτό σημαίνει:

  • λιγότερη συμφόρηση,
  • λιγότερα ατυχήματα,
  • μικρότερη ενεργειακή κατανάλωση,
  • καλύτερη ποιότητα αέρα.

Έχει τη δική του δε σημασία ότι οι στόχοι αυτοί συνδέονται άμεσα και με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.

3. Εκπαιδευτική και εργασιακή κινητικότητα

Η πρόσβαση ενός νέου:

  • στο πανεπιστήμιο,
  • στην πρακτική άσκηση,
  • στην πρώτη εργασία,
  • στον πολιτισμό,

δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν διαθέτει αυτοκίνητο ή από το εισόδημα της οικογένειάς του.

Η κινητικότητα αυτή αποτελεί προϋπόθεση κοινωνικής και κοινωνικής κινητικότητας και προφανώς προοπτικής ισότητας.

Η απάντηση στην κριτική περί «λαϊκισμού»

Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι αν οι προτάσεις αυτές έχουν κόστος.

Όλες οι δημόσιες πολιτικές προφανώς έχουν κόστος. Μήπως έχουν δει το κόστος των κάθε λογής something pass στην Ελλάδα και αν έχουν αποτιμηθεί τα αποτελέσματά τους;

Το ερώτημα πρέπει να είναι αν η κοινωνική απόδοση υπερβαίνει τη δημοσιονομική δαπάνη.

Στην περίπτωση λοιπόν της διευκόλυνσης της κινητικότητας των νέων, η απάντηση φαίνεται, με βάση τη διεθνή εμπειρία και πρακτική, να είναι θετική διότι:

  • αυξάνεται η χρήση των δημόσιων συγκοινωνιών,
  • μειώνεται η ανάγκη για οδικές επενδύσεις,
  • περιορίζεται η κυκλοφοριακή συμφόρηση,
  • ενισχύεται η κοινωνική συνοχή,
  • υποστηρίζεται η εκπαιδευτική και επαγγελματική κινητικότητα.

Η πραγματική ευρωπαϊκή συζήτηση, είναι προφανές ότι, δεν είναι αν πρέπει να επιδοτούνται οι δημόσιες μεταφορές. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Η συζήτηση αφορά το ποιοι πρέπει να ευνοούνται περισσότερο, γιατί και με ποιον τρόπο.

Η πρόταση για καθολική δωρεάν μετακίνηση

Η καθολική δωρεάν μετακίνηση αποτελεί μια πραγματικά καινοτόμα και ταυτόχρονα όμως αμφίβολης αποδοτικότητας πρόταση, για τις οικονομικές συνθήκες της χώρας αλλά και την παράδοση και επίπεδο των αστικών μεταφορών, ιδιαιτέρως στο κεντρικό πολεοδομικό μας συγκρότημα.

Η αλήθεια είναι ότι παρουσιάζει ως σημαντικό πλεονέκτημα την απλότητα της διατύπωσης της, τη μείωση του διοικητικού κόστους στην εφαρμογή της και την κοινωνική καθολικότητα.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι περισσότεροι φορείς προτιμούν “στοχευμένες” πολιτικές υπέρ συγκεκριμένων ομάδων (νέοι, φοιτητές, άνεργοι, ηλικιωμένοι), διότι επιτυγχάνουν μεγαλύτερη κοινωνική αποτελεσματικότητα με μικρότερη δημοσιονομική επιβάρυνση.

Υπό αυτή την έννοια, η πρόταση για δωρεάν μετακίνηση των νέων έως 24 ετών μπορεί να θεωρηθεί πιο κοντά στην κυρίαρχη ευρωπαϊκή πρακτική: συνδυάζει κοινωνική πολιτική, περιβαλλοντική στρατηγική και μεταφορικό σχεδιασμό, χωρίς να απαιτεί την πλήρη κατάργηση των εσόδων από τα εισιτήρια.

Το ουσιαστικό ευρωπαϊκό επιχείρημα υπέρ της πρότασης δεν είναι ότι «οι νέοι θα μετακινούνται δωρεάν». Είναι ότι μια κοινωνία επενδύει στην κινητικότητα των νέων της, επειδή γνωρίζει ότι η κινητικότητα δεν είναι απλώς μεταφορά ανθρώπων· είναι πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία, στον πολιτισμό και τελικά στην ίδια τη συμμετοχή στη δημοκρατική ζωή.

Υπό αυτή την έννοια ας συζητήσουμε επί της ουσίας και ας σταματήσουμε να "πυροβολούμε τον πιανίστα". Οι ασκημένοι, με επιδόσεις, στο να "αντιπολιτεύονται την αντιπολίτευση", πρέπει να μάθουν και να συζητούν για την ουσία και τη διαφορετική φιλοσοφία των προτάσεων…

Διαφορετικά ας αρκεστούν στην αναπαραγωγή των “αντιλήψεων Κυρανάκη” για τα των προγραμματικών συζητήσεων και αναζητήσεων…

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

"ΛΕΥΚΗ ΒΙΒΛΟΣ", ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Μία Πρόταση Θεσμικής Ανασυγκρότησης για την Ενίσχυση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, του Πλουραλισμού και της Δημοκρατικής Λογοδοσίας.

Συμβολή προς Δημόσιο Διάλογο

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομότιμου Καθηγητή
Πανεπιστημίου Πειραιώς

Προς

Τα πολιτικά κόμματα του συνταγματικού τόξου, τη Βουλή των Ελλήνων, τις δημοσιογραφικές ενώσεις, τους κοινωνικούς εταίρους, την ακαδημαϊκή κοινότητα και τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών.


Εισαγωγή: Γιατί μια Λευκή Βίβλος σήμερα;

Οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα δεν απειλούνται πλέον από πραξικοπήματα ή την κατάργηση των εκλογών. Απειλούνται από τη σταδιακή συγκέντρωση οικονομικής, επικοινωνιακής και πολιτικής ισχύος σε περιορισμένους κύκλους προσώπων και συμφερόντων, οι οποίοι, χωρίς να καταργούν τους θεσμούς, περιορίζουν την ουσιαστική λειτουργία τους.

Το πρόβλημα δεν είναι νέο.

Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ είχε ήδη επισημάνει ότι η δημοκρατία μπορεί να αδειάσει από το περιεχόμενό της χωρίς να καταργηθούν οι θεσμοί της.

Ο Ρόμπερτ Νταλ, θεμελιωτής της θεωρίας της πλουραλιστικής δημοκρατίας, θεωρούσε ότι η ύπαρξη πολλαπλών κέντρων ισχύος αποτελεί βασική προϋπόθεση της ελευθερίας.

Αντίστοιχα, ο Γιούργκεν Χάμπερμας υποστήριξε ότι η δημοκρατία εξαρτάται από την ύπαρξη μιας ελεύθερης δημόσιας σφαίρας, μέσα στην οποία οι πολίτες μπορούν να διαμορφώνουν γνώμη ανεξάρτητα από οικονομικούς ή κρατικούς καταναγκασμούς.

Σήμερα η βασική απειλή είναι η σταδιακή μετάβαση από την πλουραλιστική δημοκρατία σε συστήματα «συγκεντρωμένης επιρροής», όπου λίγοι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες καθορίζουν δυσανάλογα το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης.

Η παρούσα προσπάθεια πρότασης, δεν στρέφεται κατά της επιχειρηματικότητας, ούτε κατά συγκεκριμένων προσώπων ή κλάδων. Στρέφεται κατά της υπερσυγκέντρωσης ισχύος και θέλει να συμβάλλει υπέρ της θεσμικής θωράκισης της δημοκρατίας.


Η ελληνική εμπειρία: από τη Μεταπολίτευση στη σύγχρονη ολιγαρχία επιρροής

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα πέτυχε σημαντικές δημοκρατικές κατακτήσεις. Ωστόσο, παράλληλα, διαμορφώθηκε ένα ιδιαίτερο σύστημα σχέσεων μεταξύ πολιτικής εξουσίας, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης.

Κατά τη δεκαετία του 1980 αναπτύχθηκε ένα μοντέλο ισχυρής κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Κατά τη δεκαετία του 1990, με την ιδιωτική τηλεόραση και την απελευθέρωση των αγορών, εμφανίσθηκαν μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που συνδύαζαν δραστηριότητες στις κατασκευές, στις κρατικές προμήθειες, στις υποδομές, στην ενέργεια και στα μέσα ενημέρωσης.

Σταδιακά, η κατοχή ΜΜΕ έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά επιχειρηματική δραστηριότητα. Έγινε μέσο επιρροής, διαπραγμάτευσης και προστασίας ευρύτερων οικονομικών συμφερόντων.

Η οικονομική κρίση της περιόδου 2010-2018 δεν αποδυνάμωσε το φαινόμενο. Αντιθέτως, επιτάχυνε την αναδιάταξη του μιντιακού χάρτη της χώρας. Νέα επιχειρηματικά κέντρα απέκτησαν σημαντική παρουσία στην ενημέρωση, ενώ παλαιότερα σχήματα υποχώρησαν ή εξαφανίσθηκαν.

Σήμερα, η Ελλάδα παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: σημαντικό μέρος της ενημέρωσης βρίσκεται υπό τον έλεγχο επιχειρηματικών παραγόντων των οποίων η κύρια δραστηριότητα βρίσκεται εκτός του χώρου των ΜΜΕ.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι παράνομη ούτε κατ’ ανάγκη προβληματική. Γίνεται όμως θεσμικά κρίσιμη όταν συνδυάζεται με:

  • εξάρτηση από κρατικές αποφάσεις,
  • συμμετοχή σε δημόσιες συμβάσεις,
  • πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές,
  • επιρροή στην κοινή γνώμη,
  • δυνατότητα άσκησης πίεσης προς το πολιτικό σύστημα.

Τότε δημιουργείται αυτό που η διεθνής βιβλιογραφία αποκαλεί «ολιγαρχία επιρροής» και «αιχμαλωσία της δημόσιας σφαίρας» (media capture).


Η διεθνής εμπειρία και τα διδάγματά της

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση.

Στην Ιταλία, η περίπτωση Μπερλουσκόνι ανέδειξε τους κινδύνους από τη συνύπαρξη πολιτικής εξουσίας και μιντιακής κυριαρχίας.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η υπόθεση Murdoch και η Έρευνα Leveson οδήγησαν σε εκτεταμένη συζήτηση για τη σχέση πολιτικής και μιντιακής ισχύος.

Στην Ουγγαρία, η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μέσων ενημέρωσης σε φιλοκυβερνητικές δομές κατέδειξε ότι η υποβάθμιση του πλουραλισμού μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς κατάργηση των δημοκρατικών διαδικασιών.

Αντιθέτως, οι σκανδιναβικές χώρες ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο: αυστηρή διαφάνεια ιδιοκτησίας, ισχυρές ανεξάρτητες αρχές, ενίσχυση περιφερειακών μέσων και σαφείς κανόνες για τη διαχείριση δημόσιων πόρων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του European Media Freedom Act, αναγνωρίζει πλέον ότι η προστασία της ενημέρωσης αποτελεί ζήτημα κράτους δικαίου και όχι απλώς ζήτημα αγοράς.


Η Ελληνική ιδιαιτερότητα και μια ειδική (παγκοσμίως) περίπτωση της σχέσης Ναυτιλίας – ΜΜΕ – Πολιτικής Επιρροής

Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας και βασικό πυλώνα της διεθνούς οικονομικής παρουσίας της Ελλάδας.

Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται μια ώριμη και θεσμικά ισορροπημένη προσέγγιση.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σημαντικοί ναυτιλιακοί παράγοντες απέκτησαν ισχυρή παρουσία στα μέσα ενημέρωσης, στον αθλητισμό, στις μεταφορές, στα ναυπηγεία, στις λιμενικές δραστηριότητες και σε άλλους στρατηγικούς τομείς.

Ανάλογα φαινόμενα εμφανίζονται και σε άλλους κλάδους, όπως η ενέργεια, οι κατασκευές ή οι υποδομές.

Το πρόβλημα δεν είναι η επιχειρηματική διαφοροποίηση.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ένας οικονομικός παράγοντας διαθέτει ταυτόχρονα:

  • ισχυρή οικονομική επιρροή,
  • πρόσβαση στην πολιτική εξουσία,
  • σημαντικό έλεγχο της ενημέρωσης,
  • δυνατότητα διαμόρφωσης της δημόσιας ατζέντας.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι όλοι οι ισχυροί παράγοντες θα ασκούν αυτοπεριορισμό και στο τέλος θα υπάρξει η επιθυμητή «αυτορρύθμιση».

Οφείλει να δημιουργεί θεσμούς που θα αποτρέπουν τη συσσώρευση υπερβολικής επιρροής ανεξαρτήτως προσώπων.

Οι κανόνες πρέπει να αφορούν εξίσου τον εφοπλιστή, τον κατασκευαστή, τον ενεργειακό όμιλο, τον τραπεζίτη ή τον ιδιοκτήτη αθλητικού συλλόγου.

Η αρχή είναι μία: καμία οικονομική δύναμη δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δύναμη δημοκρατικής υπεροχής.


Δέκα προτάσεις για μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική

1. Συνταγματική αρχή διαφάνειας στην κρατική επικοινωνία

Κάθε ευρώ που διοχετεύεται από το Δημόσιο προς ΜΜΕ, εταιρείες επικοινωνίας, διαφημιστικές εταιρείες ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις να δημοσιοποιείται σε πραγματικό χρόνο.

2. Ανώτατο όριο κρατικής εξάρτησης

Καμία επιχείρηση ΜΜΕ ή συνδεδεμένος όμιλος να μην αντλεί περισσότερο από το 15% των ετήσιων εσόδων του από κρατικές πηγές χρηματοδότησης.

Στόχος δεν είναι η απαγόρευση της κρατικής διαφήμισης αλλά η αποτροπή σχέσεων εξάρτησης.

3. Ανεξάρτητη Αρχή Κατανομής Δημόσιας Επικοινωνίας

Η κατανομή κρατικής διαφήμισης και επικοινωνιακών πόρων να αποσυνδεθεί από την κυβέρνηση και να πραγματοποιείται από ανεξάρτητο θεσμό με διακομματική νομιμοποίηση.

4. Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων ΜΜΕ

Κανένα μέσο να μην λαμβάνει δημόσιους πόρους εάν δεν είναι γνωστή η πλήρης αλυσίδα ιδιοκτησίας και οι πραγματικοί δικαιούχοι του.

5. Έλεγχος διασταυρούμενης ιδιοκτησίας

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο πλαίσιο που θα αξιολογεί τη συγκέντρωση ισχύος μεταξύ ΜΜΕ, στρατηγικών οικονομικών δραστηριοτήτων και κρατικών συμβάσεων.

6. Δημοκρατικός έλεγχος εξαγορών

Κάθε μεγάλη εξαγορά ή συγχώνευση μέσων ενημέρωσης να αξιολογείται όχι μόνο με οικονομικά αλλά και με δημοκρατικά κριτήρια.

Όπως εξετάζεται η επίδραση μιας συγχώνευσης στον ανταγωνισμό, πρέπει να εξετάζεται και η επίδρασή της στον πλουραλισμό.

7. Ταμείο Πλουραλισμού και Ερευνητικής Δημοσιογραφίας

Ανεξάρτητος δημόσιος μηχανισμός χρηματοδότησης ερευνητικής δημοσιογραφίας, τοπικών μέσων και μη κερδοσκοπικών πρωτοβουλιών.

Η χρηματοδότηση να γίνεται μέσω ανοιχτών προσκλήσεων και όχι κυβερνητικών επιλογών.

8. Προστασία από καταχρηστικές αγωγές

Η Ελλάδα οφείλει να εφαρμόσει πλήρως τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες κατά των SLAPPs, δηλαδή των αγωγών που χρησιμοποιούνται ως εργαλείο οικονομικής εξόντωσης δημοσιογράφων.

9. Ετήσια Έκθεση Δημοκρατικού Πλουραλισμού

Ανεξάρτητη ετήσια αξιολόγηση που θα κατατίθεται στη Βουλή για:

  • τη συγκέντρωση ιδιοκτησίας,
  • την κατανομή κρατικών πόρων,
  • τις συνθήκες εργασίας των δημοσιογράφων,
  • την ανεξαρτησία των ΜΜΕ.

10. Δημοκρατική Παιδεία και Ψηφιακή πληροφόρηση

Καμία θεσμική μεταρρύθμιση δεν αρκεί χωρίς πολίτες ικανούς να αξιολογούν κριτικά την πληροφορία.

Η εκπαίδευση οφείλει να ενσωματώσει συστηματικά την ψηφιακή γνώση για τα πλαίσια και όρους πληροφόρησης.


Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την ενημέρωση

Η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα εκλογικό σύστημα.

Είναι ένα σύστημα κατανομής ισχύος.

Όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής και επικοινωνιακής ισχύος, τόσο πιο ευάλωτη γίνεται η δημοκρατική λειτουργία.

Η Ελλάδα και οι προοδευτικές δυνάμεις στο σύνολό τους στη χώρα, χρειάζονται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την ενημέρωση.

Ένα συμβόλαιο που δεν θα στρέφεται κατά κανενός παραγωγικού κλάδου, ούτε κατά συγκεκριμένων επιχειρηματιών, αλλά θα θέτει σαφείς κανόνες για όλους.

Η ελευθερία της αγοράς και η ελευθερία της ενημέρωσης δεν είναι αντίπαλες έννοιες.

Η δεύτερη αποτελεί προϋπόθεση για να λειτουργεί η πρώτη προς όφελος της κοινωνίας.

Η ενίσχυση του κράτους δικαίου, του πλουραλισμού και της δημοκρατικής λογοδοσίας δεν αποτελεί ζήτημα κομματικής αντιπαράθεσης.

Αποτελεί εθνική δημοκρατική υποχρέωση.

Η προσπάθεια αυτή καταγραφής σκέψεων για τη διαμόρφωση μιας χρήσιμης σχετικής «Λευκής Βίβλου», κατατίθεται ως πρόσκληση διαλόγου και συνεννόησης προς όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.

Διότι η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται από την ισχύ των ισχυρών, αλλά από την ικανότητα των θεσμών να θέτουν όρια στην ισχύ τους.

Ακρίβεια και Πληθωρισμός: πολλά «Pass», πολλά «Καλάθια», καθόλου αξιολόγηση.

Με βάση αυτό δημοσιεύτηκε σήμερα 8/7/26 σχετικό μου σχόλια στην Εφημερίδα των Συντακτών:  https://www.efsyn.gr/stiles/1422853/poy-einai-o-ap...