Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

"ΛΕΥΚΗ ΒΙΒΛΟΣ", ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Μία Πρόταση Θεσμικής Ανασυγκρότησης για την Ενίσχυση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, του Πλουραλισμού και της Δημοκρατικής Λογοδοσίας.

Συμβολή προς Δημόσιο Διάλογο

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομότιμου Καθηγητή
Πανεπιστημίου Πειραιώς

Προς

Τα πολιτικά κόμματα του συνταγματικού τόξου, τη Βουλή των Ελλήνων, τις δημοσιογραφικές ενώσεις, τους κοινωνικούς εταίρους, την ακαδημαϊκή κοινότητα και τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών.


Εισαγωγή: Γιατί μια Λευκή Βίβλος σήμερα;

Οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα δεν απειλούνται πλέον από πραξικοπήματα ή την κατάργηση των εκλογών. Απειλούνται από τη σταδιακή συγκέντρωση οικονομικής, επικοινωνιακής και πολιτικής ισχύος σε περιορισμένους κύκλους προσώπων και συμφερόντων, οι οποίοι, χωρίς να καταργούν τους θεσμούς, περιορίζουν την ουσιαστική λειτουργία τους.

Το πρόβλημα δεν είναι νέο.

Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ είχε ήδη επισημάνει ότι η δημοκρατία μπορεί να αδειάσει από το περιεχόμενό της χωρίς να καταργηθούν οι θεσμοί της.

Ο Ρόμπερτ Νταλ, θεμελιωτής της θεωρίας της πλουραλιστικής δημοκρατίας, θεωρούσε ότι η ύπαρξη πολλαπλών κέντρων ισχύος αποτελεί βασική προϋπόθεση της ελευθερίας.

Αντίστοιχα, ο Γιούργκεν Χάμπερμας υποστήριξε ότι η δημοκρατία εξαρτάται από την ύπαρξη μιας ελεύθερης δημόσιας σφαίρας, μέσα στην οποία οι πολίτες μπορούν να διαμορφώνουν γνώμη ανεξάρτητα από οικονομικούς ή κρατικούς καταναγκασμούς.

Σήμερα η βασική απειλή είναι η σταδιακή μετάβαση από την πλουραλιστική δημοκρατία σε συστήματα «συγκεντρωμένης επιρροής», όπου λίγοι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες καθορίζουν δυσανάλογα το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης.

Η παρούσα προσπάθεια πρότασης, δεν στρέφεται κατά της επιχειρηματικότητας, ούτε κατά συγκεκριμένων προσώπων ή κλάδων. Στρέφεται κατά της υπερσυγκέντρωσης ισχύος και θέλει να συμβάλλει υπέρ της θεσμικής θωράκισης της δημοκρατίας.


Η ελληνική εμπειρία: από τη Μεταπολίτευση στη σύγχρονη ολιγαρχία επιρροής

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα πέτυχε σημαντικές δημοκρατικές κατακτήσεις. Ωστόσο, παράλληλα, διαμορφώθηκε ένα ιδιαίτερο σύστημα σχέσεων μεταξύ πολιτικής εξουσίας, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης.

Κατά τη δεκαετία του 1980 αναπτύχθηκε ένα μοντέλο ισχυρής κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Κατά τη δεκαετία του 1990, με την ιδιωτική τηλεόραση και την απελευθέρωση των αγορών, εμφανίσθηκαν μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που συνδύαζαν δραστηριότητες στις κατασκευές, στις κρατικές προμήθειες, στις υποδομές, στην ενέργεια και στα μέσα ενημέρωσης.

Σταδιακά, η κατοχή ΜΜΕ έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά επιχειρηματική δραστηριότητα. Έγινε μέσο επιρροής, διαπραγμάτευσης και προστασίας ευρύτερων οικονομικών συμφερόντων.

Η οικονομική κρίση της περιόδου 2010-2018 δεν αποδυνάμωσε το φαινόμενο. Αντιθέτως, επιτάχυνε την αναδιάταξη του μιντιακού χάρτη της χώρας. Νέα επιχειρηματικά κέντρα απέκτησαν σημαντική παρουσία στην ενημέρωση, ενώ παλαιότερα σχήματα υποχώρησαν ή εξαφανίσθηκαν.

Σήμερα, η Ελλάδα παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: σημαντικό μέρος της ενημέρωσης βρίσκεται υπό τον έλεγχο επιχειρηματικών παραγόντων των οποίων η κύρια δραστηριότητα βρίσκεται εκτός του χώρου των ΜΜΕ.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι παράνομη ούτε κατ’ ανάγκη προβληματική. Γίνεται όμως θεσμικά κρίσιμη όταν συνδυάζεται με:

  • εξάρτηση από κρατικές αποφάσεις,
  • συμμετοχή σε δημόσιες συμβάσεις,
  • πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές,
  • επιρροή στην κοινή γνώμη,
  • δυνατότητα άσκησης πίεσης προς το πολιτικό σύστημα.

Τότε δημιουργείται αυτό που η διεθνής βιβλιογραφία αποκαλεί «ολιγαρχία επιρροής» και «αιχμαλωσία της δημόσιας σφαίρας» (media capture).


Η διεθνής εμπειρία και τα διδάγματά της

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση.

Στην Ιταλία, η περίπτωση Μπερλουσκόνι ανέδειξε τους κινδύνους από τη συνύπαρξη πολιτικής εξουσίας και μιντιακής κυριαρχίας.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η υπόθεση Murdoch και η Έρευνα Leveson οδήγησαν σε εκτεταμένη συζήτηση για τη σχέση πολιτικής και μιντιακής ισχύος.

Στην Ουγγαρία, η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μέσων ενημέρωσης σε φιλοκυβερνητικές δομές κατέδειξε ότι η υποβάθμιση του πλουραλισμού μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς κατάργηση των δημοκρατικών διαδικασιών.

Αντιθέτως, οι σκανδιναβικές χώρες ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο: αυστηρή διαφάνεια ιδιοκτησίας, ισχυρές ανεξάρτητες αρχές, ενίσχυση περιφερειακών μέσων και σαφείς κανόνες για τη διαχείριση δημόσιων πόρων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του European Media Freedom Act, αναγνωρίζει πλέον ότι η προστασία της ενημέρωσης αποτελεί ζήτημα κράτους δικαίου και όχι απλώς ζήτημα αγοράς.


Η Ελληνική ιδιαιτερότητα και μια ειδική (παγκοσμίως) περίπτωση της σχέσης Ναυτιλίας – ΜΜΕ – Πολιτικής Επιρροής

Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας και βασικό πυλώνα της διεθνούς οικονομικής παρουσίας της Ελλάδας.

Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται μια ώριμη και θεσμικά ισορροπημένη προσέγγιση.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σημαντικοί ναυτιλιακοί παράγοντες απέκτησαν ισχυρή παρουσία στα μέσα ενημέρωσης, στον αθλητισμό, στις μεταφορές, στα ναυπηγεία, στις λιμενικές δραστηριότητες και σε άλλους στρατηγικούς τομείς.

Ανάλογα φαινόμενα εμφανίζονται και σε άλλους κλάδους, όπως η ενέργεια, οι κατασκευές ή οι υποδομές.

Το πρόβλημα δεν είναι η επιχειρηματική διαφοροποίηση.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ένας οικονομικός παράγοντας διαθέτει ταυτόχρονα:

  • ισχυρή οικονομική επιρροή,
  • πρόσβαση στην πολιτική εξουσία,
  • σημαντικό έλεγχο της ενημέρωσης,
  • δυνατότητα διαμόρφωσης της δημόσιας ατζέντας.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι όλοι οι ισχυροί παράγοντες θα ασκούν αυτοπεριορισμό και στο τέλος θα υπάρξει η επιθυμητή «αυτορρύθμιση».

Οφείλει να δημιουργεί θεσμούς που θα αποτρέπουν τη συσσώρευση υπερβολικής επιρροής ανεξαρτήτως προσώπων.

Οι κανόνες πρέπει να αφορούν εξίσου τον εφοπλιστή, τον κατασκευαστή, τον ενεργειακό όμιλο, τον τραπεζίτη ή τον ιδιοκτήτη αθλητικού συλλόγου.

Η αρχή είναι μία: καμία οικονομική δύναμη δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δύναμη δημοκρατικής υπεροχής.


Δέκα προτάσεις για μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική

1. Συνταγματική αρχή διαφάνειας στην κρατική επικοινωνία

Κάθε ευρώ που διοχετεύεται από το Δημόσιο προς ΜΜΕ, εταιρείες επικοινωνίας, διαφημιστικές εταιρείες ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις να δημοσιοποιείται σε πραγματικό χρόνο.

2. Ανώτατο όριο κρατικής εξάρτησης

Καμία επιχείρηση ΜΜΕ ή συνδεδεμένος όμιλος να μην αντλεί περισσότερο από το 15% των ετήσιων εσόδων του από κρατικές πηγές χρηματοδότησης.

Στόχος δεν είναι η απαγόρευση της κρατικής διαφήμισης αλλά η αποτροπή σχέσεων εξάρτησης.

3. Ανεξάρτητη Αρχή Κατανομής Δημόσιας Επικοινωνίας

Η κατανομή κρατικής διαφήμισης και επικοινωνιακών πόρων να αποσυνδεθεί από την κυβέρνηση και να πραγματοποιείται από ανεξάρτητο θεσμό με διακομματική νομιμοποίηση.

4. Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων ΜΜΕ

Κανένα μέσο να μην λαμβάνει δημόσιους πόρους εάν δεν είναι γνωστή η πλήρης αλυσίδα ιδιοκτησίας και οι πραγματικοί δικαιούχοι του.

5. Έλεγχος διασταυρούμενης ιδιοκτησίας

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο πλαίσιο που θα αξιολογεί τη συγκέντρωση ισχύος μεταξύ ΜΜΕ, στρατηγικών οικονομικών δραστηριοτήτων και κρατικών συμβάσεων.

6. Δημοκρατικός έλεγχος εξαγορών

Κάθε μεγάλη εξαγορά ή συγχώνευση μέσων ενημέρωσης να αξιολογείται όχι μόνο με οικονομικά αλλά και με δημοκρατικά κριτήρια.

Όπως εξετάζεται η επίδραση μιας συγχώνευσης στον ανταγωνισμό, πρέπει να εξετάζεται και η επίδρασή της στον πλουραλισμό.

7. Ταμείο Πλουραλισμού και Ερευνητικής Δημοσιογραφίας

Ανεξάρτητος δημόσιος μηχανισμός χρηματοδότησης ερευνητικής δημοσιογραφίας, τοπικών μέσων και μη κερδοσκοπικών πρωτοβουλιών.

Η χρηματοδότηση να γίνεται μέσω ανοιχτών προσκλήσεων και όχι κυβερνητικών επιλογών.

8. Προστασία από καταχρηστικές αγωγές

Η Ελλάδα οφείλει να εφαρμόσει πλήρως τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες κατά των SLAPPs, δηλαδή των αγωγών που χρησιμοποιούνται ως εργαλείο οικονομικής εξόντωσης δημοσιογράφων.

9. Ετήσια Έκθεση Δημοκρατικού Πλουραλισμού

Ανεξάρτητη ετήσια αξιολόγηση που θα κατατίθεται στη Βουλή για:

  • τη συγκέντρωση ιδιοκτησίας,
  • την κατανομή κρατικών πόρων,
  • τις συνθήκες εργασίας των δημοσιογράφων,
  • την ανεξαρτησία των ΜΜΕ.

10. Δημοκρατική Παιδεία και Ψηφιακή πληροφόρηση

Καμία θεσμική μεταρρύθμιση δεν αρκεί χωρίς πολίτες ικανούς να αξιολογούν κριτικά την πληροφορία.

Η εκπαίδευση οφείλει να ενσωματώσει συστηματικά την ψηφιακή γνώση για τα πλαίσια και όρους πληροφόρησης.


Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την ενημέρωση

Η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα εκλογικό σύστημα.

Είναι ένα σύστημα κατανομής ισχύος.

Όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής και επικοινωνιακής ισχύος, τόσο πιο ευάλωτη γίνεται η δημοκρατική λειτουργία.

Η Ελλάδα και οι προοδευτικές δυνάμεις στο σύνολό τους στη χώρα, χρειάζονται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την ενημέρωση.

Ένα συμβόλαιο που δεν θα στρέφεται κατά κανενός παραγωγικού κλάδου, ούτε κατά συγκεκριμένων επιχειρηματιών, αλλά θα θέτει σαφείς κανόνες για όλους.

Η ελευθερία της αγοράς και η ελευθερία της ενημέρωσης δεν είναι αντίπαλες έννοιες.

Η δεύτερη αποτελεί προϋπόθεση για να λειτουργεί η πρώτη προς όφελος της κοινωνίας.

Η ενίσχυση του κράτους δικαίου, του πλουραλισμού και της δημοκρατικής λογοδοσίας δεν αποτελεί ζήτημα κομματικής αντιπαράθεσης.

Αποτελεί εθνική δημοκρατική υποχρέωση.

Η προσπάθεια αυτή καταγραφής σκέψεων για τη διαμόρφωση μιας χρήσιμης σχετικής «Λευκής Βίβλου», κατατίθεται ως πρόσκληση διαλόγου και συνεννόησης προς όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.

Διότι η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται από την ισχύ των ισχυρών, αλλά από την ικανότητα των θεσμών να θέτουν όρια στην ισχύ τους.

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Επί των πολιτικών μας επιλογών: Για όσους/ες δεν γνωριζόμαστε προσωπικά…

Μια προσωπική εξομολόγηση, για τους φίλους και ακολούθους μου, εδώ μέσα…

Με αφορμή την δημοσίευση των τριών μου τελευταίων σχολίων μου (περί της φορολόγησης της ναυτιλίας, την αντίδραση στην αθλιότητα επίθεσης στο Νίκο Μαρατζίδη και την προγραμματική μου αντιπαράθεση για την “Πατριωτική Εισφορά” ως πολιτική φορολογικής προοπτικής…) είχα διάφορα προσωπικά μηνύματα από ανθρώπους που δεν με γνωρίζουν και κάποιες τηλεφωνικές επικοινωνίες με ανθρώπου που με γνωρίζουν, με θέμα τους πολιτικούς μου προσανατολισμούς…

Από φοιτητής συμμετείχα ενεργά στα κοινά μέσα από διάφορες συλλογικότητες…

Για αυτό μέχρι και σήμερα επιφυλάσσω για τον εαυτό μου τη θέση του "Πολίτη Κώστα".

Ο δημόσιος λόγος μου είναι καταγεγραμμένος σε μεγάλο αριθμό άρθρων και σχολίων, που έχουν δημοσιευθεί με την υπογραφή μου τα τελευταία τριάντα χρόνια…

Όταν ανέλαβα (δυο φορές για συνολικά τέσσερα χρόνια) κρατικές θέσεις, με πράξεις προσωπικής πολιτικής υπέρβασης των δυο υπευθύνων υπουργών (τρία χρόνια με Αλέκο Παπαδόπουλο και ένα με Δημήτρη Ρέππα), η συγκεκριμένη επιλογή αυτών των συνεργασιών μου δεν ήταν χωρίς προσωπικό, κοινωνικό αλλά και οικονομικό κόστος (μιας και άφησα δραστηριότητες μεγαλύτερου οικονομικού οφέλους), ούτε έμεινε ασχολίαστη από καλοθελητές ερμηνευτές προθέσεων…

Όσοι και όσες έζησαν από κοντά ή παρακολούθησαν αυτές τις δυο προσπάθειες-τομές στην επαγγελματική μου δραστηριότητα (υπενθυμίζω πως ήμουν μέλος ΔΕΠ πανεπιστημίου που δεν είναι της παρούσης η αποτίμηση της εκεί προσπάθειά μου), ξέρουν την συμβολή και τα αποτελέσματα…

Προφανώς και αυτές οι προσπάθειες αξιολογούνται και κρίνονται… Οι ανορθολογισμοί στη λειτουργία του Δημοσίου δεν ήταν ο καλύτερος σύμμαχος μας… Αλλά η δική μου δουλειά ήταν να αποδώσω μέσα στις “δεδομένες συνθήκες” και όχι να διαμορφώσω τις κάποιες “άλλες”, όσο και αν το επιθυμούσα…

Μέχρι το 2000 συμμετείχα ενεργά στις διεργασίες του τότε ΣΥΝασπισμού με τις όποιες δυνατότητες προγραμματικής συμβολής μου, ατομικά και συλλογικά.

Από το 2000 μέχρι το 2004, όπου συνέκλινα πολιτικά με το χώρο του ΠΑΣΟΚ, παρέμεινα ενεργός σε πολιτικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες υποστήριξης του “εκσυγχρονιστικού” εγχειρήματος.

Το 2004 και μετά την ήττα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές, μέχρι σήμερα, από θέση “προγραμματικής” συμβολής και επεξεργασίας, συμμετείχα σε διάφορες ενδοΠΑΣΟΚικές προσπάθειες διαμόρφωσης θέσεων...
Μέχρι εκεί ήταν η εμπλοκή μου στην εσωτερική λειτουργία του κόμματος.

Το 2015 και επιλέγοντας να τιμήσω, με δημόσιον τρόπο, τη θέση του ΠΑΣΟΚ και την στάση του τότε ηγέτη του, κου Βενιζέλου (με τον οποίο γνωριζόμαστε από τη Θεσσαλονίκη αλλά ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε τέτοια πολιτική σύγκλιση), για την εθνική ευθύνη που είχε αναλάβει όλα τα μεταΚαραμανλικά χρόνια (2009 μέχρι το 2015), αποφάσισα να συμβάλλω, με ότι σήμαινε για μένα σε προσωπικό κόστος, "κατεβαίνοντας" ως υποψήφιος βουλευτής στη Χίο (κατάσταση που ποτέ δεν ήταν στις προσωπικές μου επιδιώξεις) 25 μέρες πριν τις εκλογές, μιας και φαινόταν πως θα ήταν η μόνη εκλογική περιφέρεια χωρίς υποψήφιο του ΠΑΣΟΚ… Ήδη ήταν δεδομένο πολύ πριν τις εκλογές πως είχε χαθεί η έδρα. Από τις τέσσερις (4) υποψηφιότητες βρεθήκαμε μόνο δυο (2) υποψηφιότητες, στην ουσία μόνος μου…

Δεν το μετάνιωσα.

Έκανα μια προσπάθεια για την οποία ποτέ δεν είχα προετοιμαστεί, αλλά νομίζω πως εκτιμήθηκε αρκούντως από τους ενδιαφερόμενους με τα κοινά στο νησί και όχι μόνον…

Εκεί κατάλαβα πόσο "δύσκολη" και έξω από τα δικά μου χαρακτηριστικά και ύφος, είναι η “δουλειά” των πολιτευτών.

Μέσα από όλη αυτή την εμπειρία, σήμερα μέσα σε συνθήκες ρευστοποίησης του πολιτικού σκηνικού στη χώρα, μπορώ να υποστηρίξω πως από το ΠΑΣΟΚ προκύπτει μια σταθερή, σοβαρή και αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση για τη χώρα μας.

Με τεκμηριωμένη αντιπολίτευση, θέσεις και σχέδιο για πολλά δύσκολα θέματα της χώρας.

Ένας όμως ακόμη λόγος, από τους πολλούς λόγους, που νοιώθω πιο οικία "πολιτικά" με το ΠΑΣΟΚ είναι η συνεπής πολιτική του στάση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Όχι μονάχα επειδή έκανε τις δύσκολες επιλογές, υπηρετώντας με κόστος το εθνικό συμφέρον.

Αλλά επειδή δεν υιοθέτησε, στην πλειοψηφία του, ρητορική μίσους και οργανωμένες δομές στοχοποίησης έναντι των πολιτικών του αντιπάλων. Και αυτό αφορά στο σύνολο των στελεχών του και των μελών του, εκτός περιπτώσεων "φανατικών", που ευτυχώς δεν δίνουν τον τόνο.

Το ΠΑΣΟΚ δεν το αξιολογώ μόνον για ότι προγραμματικά λέει και συνεισφέρει στον εθνικό δημόσιο διάλογο. Το αξιολογώ και για τον τρόπο που τα λέει και τα προκρίνει. Από θέση αρχής και από θέση δημοσίου συμφέροντος…

Προφανώς και είχα προβλήματα σε αυτά τα χρόνια με θέσεις του. Όπως αυτήν για τη συμφωνία των Πρεσπών... Όμως η μάχη του ενάντια σε κάθε μορφής "ακραίων" και ιδιαιτέρως η άμυνά του στην ανήθικη επίθεση των "ακραιοκεντρώων", ήταν και είναι το σημείο αναφοράς και ικανοποίηση μου για την επιλογή μου ως "Πολίτης".

Το στελεχιακό δυναμικό του ΠΑΣΟΚ συμβάλλει (εκτός πάντα υπαρκτών εξαιρέσεων) να αντιστέκεται η χώρα στο κίνδυνο να ξανακυλιστεί στον βούρκο των "ακραίων". Κάθε λογής "ακραίων"…

Τα προβλήματα και το μέλλον της χώρας είναι τα "σημαντικά". Και η ελπίδα μου είναι ότι όποτε χρειαστεί, το κόμμα αυτό, δεν θα διστάσει να βάλει σε δεύτερη θέση τις δικές του προτεραιότητες μπροστά στο εθνικό "πρόκριμα", όπως το έκανε μέχρι και σήμερα.

Ως ενεργός "Πολίτης" στέκομαι "κριτικά" και προσπαθώ "μαζί" τους και με όσους/ες έχουν προγραμματική σύγκλιση με αντίστοιχα τα εθνικά προτάγματα...

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

"Πατριωτική Εισφορά” και Κράτος Δικαίου. Η “Φορολογία” να μην ειναι αντικείμενο διαρκούς διαπραγμάτευσης.

 

Η συζήτηση που άνοιξε γύρω από την ιδέα μιας "Πατριωτικής Εισφοράς" δεν είναι ούτε παράλογη ούτε αδικαιολόγητη. Αντιθέτως, αντανακλά μια υπαρκτή κοινωνική ανησυχία: κατά πόσον το φορολογικό βάρος κατανέμεται δίκαια, σε μια χώρα μάλιστα όπου οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι παραμένουν οι πλέον ορατοί και συνεπείς φορολογούμενοι, ενώ μεγάλα τμήματα οικονομικής δραστηριότητας απολαμβάνουν “ιδιαίτερα καθεστώτα” ή διαθέτουν μεγαλύτερη ευχέρεια φορολογικού “εύρους”.

Το ερώτημα είναι απολύτως θεμιτό. Οι σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες δεν μπορούν να αγνοούν τις ανισότητες που παράγονται ή αναπαράγονται από τα φορολογικά τους συστήματα. Η κοινωνική συνοχή προϋποθέτει την αίσθηση ότι όλοι συμμετέχουν αναλογικά στα κοινά βάρη. Όταν αυτή η αίσθηση διαβρώνεται, διαβρώνεται μαζί της και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, όμως, η απάντηση δεν μπορεί να βρίσκεται σε λύσεις που αποδυναμώνουν τους ίδιους τους θεσμούς.

Η ιδέα μιας "Πατριωτικής Εισφοράς" εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ελκυστική. Υπονοεί ότι όσοι έχουν μεγαλύτερη οικονομική δύναμη θα συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών. Όμως πίσω από τη φαινομενική απλότητά της κρύβεται ένα θεμελιώδες πρόβλημα: μετατοπίζει τη συζήτηση από τους κανόνες στις προθέσεις και από τους θεσμούς στην πολιτική διαπραγμάτευση.

Η φορολογία σε ένα κράτος δικαίου δεν αποτελεί ζήτημα πατριωτισμού. Αποτελεί ζήτημα νόμου.

Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις δεν φορολογούνται επειδή κρίνονται περισσότερο ή λιγότερο πατριώτες, κοινωνικά ευαίσθητοι ή πρόθυμοι να συνεισφέρουν. Φορολογούνται επειδή υπάρχουν γενικοί κανόνες που ισχύουν για όλους. Η δύναμη των φιλελεύθερων δημοκρατιών έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διάκριση: η ηθική αξιολόγηση των προθέσεων παραμένει στην κοινωνία· η επιβολή υποχρεώσεων ανήκει στους θεσμούς.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Το 1997, η κυβέρνηση του Tony Blair στη Βρετανία επέβαλε έκτακτη φορολόγηση στις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Η απόφαση υπήρξε αμφιλεγόμενη, αλλά στηρίχθηκε σε σαφές νομοθετικό πλαίσιο, αντικειμενικά κριτήρια και προκαθορισμένο κοινωνικό σκοπό. Αντίστοιχα, κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε σε έκτακτες ρυθμίσεις για τη φορολόγηση υπερκερδών στον ενεργειακό τομέα. Και πάλι, η λογική ήταν θεσμική: συγκεκριμένοι κανόνες, συγκεκριμένη διάρκεια, συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Κανείς δεν μπορεί να ζητήσει από τις επιχειρήσεις να αποδείξουν τον πατριωτισμό τους. Επιχειρήσεις που τα επενδυτικά τους κεφάλαια μπορεί να είναι αλλοδαπά.

Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι βαθιά πολιτική.

Μια "Πατριωτική Εισφορά" μπορεί σήμερα να παρουσιάζεται ως εθελοντική συνεισφορά. Αύριο, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε υποχρεωτική επιβάρυνση. Και μεθαύριο να ζητηθεί από έναν άλλο κλάδο, με διαφορετικά κριτήρια και διαφορετικές σκοπιμότητες. Έτσι δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη φορολογική υποχρέωση και την πολιτική διαπραγμάτευση.

Σε αυτό το σημείο αναδύεται το πραγματικό θεσμικό πρόβλημα. Το κράτος παύει να λειτουργεί ως ουδέτερος θεσμοθέτης και μετατρέπεται σε διαμεσολαβητή μεταξύ κοινωνικών πιέσεων και οικονομικών ομάδων. Αντί να καθορίζει κανόνες, αρχίζει να διαπραγματεύεται εξαιρέσεις, εισφορές, συναινέσεις και ανταλλάγματα. Η σχέση μεταξύ Πολιτείας και οικονομίας αποκτά προσωπικά και συγκυριακά χαρακτηριστικά, ανοίγοντας χώρο στον υποκειμενισμό και, τελικά, στην πελατειακή λογική.

Η ιστορία των ευρωπαϊκών κρατών δείχνει ότι οι οικονομίες προοδεύουν όταν οι κανόνες είναι σταθεροί και προβλέψιμοι. Ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα, που επιδιώκουν να προσελκύσουν επενδύσεις και να διατηρήσουν διεθνώς ανταγωνιστικούς κλάδους όπως η ναυτιλία, η ενέργεια ή οι μεταφορές, η θεσμική αξιοπιστία είναι εξίσου σημαντική με το ύψος της φορολογίας.

Η ανάγκη για μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη είναι πραγματική. Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, η αναθεώρηση παρωχημένων εξαιρέσεων και η δικαιότερη κατανομή των βαρών αποτελούν απολύτως θεμιτούς στόχους. Όμως όλα αυτά πρέπει να επιδιώκονται μέσα από θεσμούς που ισχύουν για όλους και όχι μέσω έκτακτων ηθικών προσκλήσεων προς συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Διότι ο πατριωτισμός είναι πολιτική και ηθική αξία. Η φορολογία είναι θεσμός.

Και όταν οι δημοκρατίες αρχίζουν να φορολογούν με βάση την πρώτη αντί να κυβερνούν με βάση τον δεύτερο, κινδυνεύουν να χάσουν ταυτόχρονα και τη δικαιοσύνη και τη βεβαιότητα δικαίου που έχουν ανάγκη για να ευημερήσουν.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Αντιπαράθεση με την κουλτούρα "τοξικού" λόγου: Υποχρέωση των δυνάμεων εθνικής ευθύνης.

 

Απευθύνεται κυρίως σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις "κυβερνητικής ευθύνης", στους δημοκρατικούς πολιτικούς φορείς και στη κοινωνία των πολιτών.

Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από τη διαδικασία για το ποιος και πως κυβερνά, αλλά και από το πώς αντιπαρατίθενται οι πολιτικές δυνάμεις μεταξύ τους. Και δυστυχώς, στη σημερινή Ελλάδα, ο δημόσιος λόγος διολισθαίνει, όλο και συχνότερα, σε μια μορφή πολιτικής τοξικότητας που δεν παράγει πολιτική, αλλά μόνο εντυπώσεις, φανατισμό και τελικά απαξίωση.

Οι προσωπικές επιθέσεις, οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, οι ειρωνείες και οι λεκτικές υπερβολές —όπως αυτές που κατά καιρούς και μάλιστα προσφάτως, εκστομίζονται από πολιτικά στελέχη απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους— μπορεί να εξυπηρετούν στιγμιαίες επικοινωνιακές ανάγκες, όμως υπονομεύουν βαθύτερα τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους μας και των θεσμών της κοινωνίας μας. Όταν ο πολιτικός αντίπαλος παρουσιάζεται όχι ως φορέας διαφορετικής πολιτικής αντίληψης αλλά περίπου ως «εχθρός» ή ως πρόσωπο ηθικά αποκρουστικό, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο ανθρωποφαγίας και όχι δημοκρατικής διαπάλης.

Αυτό το φαινόμενο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η ανάγκη συγκλίσεων και συνεργασιών δεν αποτελεί θεωρητική άσκηση, αλλά πιθανή πολιτική αναγκαιότητα είτε σε κυβερνητικό επίπεδο, είτε στη συγκρότηση αξιόπιστου εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου, από ότι δείχνουν και οι δημοσκοπικές μετρήσεις στη κοινή γνώμη.

Η ελληνική κοινωνία, μετά από μια μακρά περίοδο κρίσεων —οικονομικής, υγειονομικής, θεσμικής και γεωπολιτικής— έχει ανάγκη από πολιτική σοβαρότητα, προγραμματικό διάλογο και κουλτούρα συνεννόησης.

Ιδίως στον χώρο της Κεντροαριστεράς και ευρύτερα της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης, η συζήτηση αυτή υποχρεωτικά πρέπει να αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος. Όχι γιατί οι πολιτικές διαφορές πρέπει να εξαφανιστούν, ούτε γιατί απαιτείται μια άνευρη «συναίνεση του κέντρου», αλλά γιατί χωρίς στοιχειώδεις όρους πολιτικού πολιτισμού, καμία προγραμματική σύγκλιση δεν μπορεί να υπάρξει.

Σε μια σημερινή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από το ιδιότυπο φαινόμενο, στα επηρεαζόμενα από την κυβερνητική πολιτική Μέσα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, της "μονοθεματικής" “αντιπολίτευσης στην αντιπολίτευση”, ως συνέχεια του αντίστοιχου “μονοθεματικού αντισυριζισμού”, που είχε κυριαρχήσει την προηγούμενη πενταεαετία. Συχνά, αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται στα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα —την ακρίβεια, την ανασφάλεια, την παραγωγική στασιμότητα, τις ανισότητες, τη θεσμική λειτουργία— αναλώνεται σε μια ατέρμονη ανακύκλωση πολιτικών παθών και προσωπικών δαιμονοποιήσεων.

Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι το μέλλον της χώρας και είναι ευθύνη ευρύτερα των δυνάμεων της θεσμικής δημοκρατικής λειτουργίας.

Η αντιπαράθεση στον και από το χώρο της Κεντροαριστεράς και ευρύτερα της προοδευτικής παράταξης, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική και προγραμματική. Να «τρελάνουμε ο ένας τον άλλον στην πολιτική αντιπαράθεση», όχι στον λαϊκισμό, στη δημαγωγία, στις προβοκάτσιες και στις προσωπικές επιθέσεις. Αυτά τα αφήνουμε σε όσους δεν έχουν κάτι συγκεκριμένο να προτείνουν για τη λύση και διαχείριση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής μας.

Η πολιτική δεν είναι reality show

Τα τελευταία χρόνια, με πρότυπο τη χαρακτηριστική εικόνα πολιτικού ύφους αυτού του κου Τράμπ, μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος εγκλωβίζεται στη λογική της συνεχούς επικοινωνιακής σύγκρουσης. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν γίνεται πάνω σε προγράμματα, κοινωνικές ανάγκες ή στρατηγικές επιλογές για τη χώρα, αλλά πάνω σε ατάκες, προσωπικές προσβολές και μηχανισμούς ψηφιακής πόλωσης.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό ή ηθικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Διότι όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή παραγωγή εχθρών:

  • δυσκολεύει κάθε δυνατότητα θεσμικής συνεννόησης,
  • ενισχύεται η κοινωνική πόλωση,
  • απομακρύνονται οι πιο μετριοπαθείς και δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις,
  • και τελικά ενισχύονται οι ακραίες ή αντιπολιτικές λογικές.

Η δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί με όρους εμφυλιοπολεμικής κουλτούρας. Προϋποθέτει τη δυνατότητα διαφωνίας χωρίς την μεθόδευση απονομιμοποίηση του άλλου.

Άλλο η σκληρή πολιτική κριτική και άλλο η πολιτική δαιμονοποίηση.

Η ανάγκη των συγκλίσεων δεν αναιρεί τις διαφορές

Στην Ελλάδα, για δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα οργανώθηκε γύρω από την έννοια της κυβερνητικής αυτοδυναμίας. Η λογική του «όλα ή τίποτα» διαμόρφωσε πολιτικές κουλτούρες αλαζονείας στην εξουσία και καταστροφικής άρνησης στην αντιπολίτευση.

Όμως η πραγματικότητα αλλάζει.

Οι κοινωνίες γίνονται πιο σύνθετες. Τα προβλήματα —από την ακρίβεια και το δημογραφικό μέχρι την ενεργειακή ασφάλεια, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τις γεωπολιτικές προκλήσεις— απαιτούν ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη σε χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε μια γεωπολιτικά ασταθή περιοχή και ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν σοβαρές θεσμικές και παραγωγικές αδυναμίες.

Σε τέτοιες συνθήκες, η πολιτική ωριμότητα δεν μετριέται από το ποιος φωνάζει περισσότερο ή ποιος παράγει πιο επιθετικά συνθήματα. Μετριέται από την ικανότητα διαμόρφωσης προγραμματικών συγκλίσεων χωρίς απώλεια ταυτότητας.

Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση πολιτικών χώρων. Ούτε κατάργηση ιδεολογικών διαφορών.

Σημαίνει όμως ότι:

  • η αντιπαράθεση πρέπει να αφορά πολιτικές επιλογές,
  • η κριτική να είναι τεκμηριωμένη,
  • οι διαφωνίες να μην μετατρέπονται σε ηθικό εμφύλιο,
  • και κυρίως να παραμένουν ανοιχτοί οι δίαυλοι δημοκρατικού διαλόγου.

Οι κοινωνίες και οι πολιτικοί δεν μένουν αμετάβλητοι

Ένα από τα πιο προβληματικά στοιχεία της σημερινής πολιτικής προπαγάνδας είναι η αντίληψη ότι το παρελθόν προδιαγράφει υποχρεωτικά και το μέλλον. Ότι ένας πολιτικός ή ένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει, να ωριμάσει, να αναθεωρήσει ή να διδαχθεί από τα λάθη του.

Αν ίσχυε αυτό, τότε η ίδια η πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης θα ήταν ακατανόητη.

Δεν υπήρξε ο ίδιος ο Καραμανλής πριν και μετά το 1974. Δεν υπήρξε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου του προ του 1981 και των επόμενων φάσεων της πολιτικής του διαδρομής. Δεν υπήρξαν ευθεία και δογματική πορεία στην ευρωπαϊκή Αριστερά, στην ανανεωτική Αριστερά, ακόμη και σε πρόσωπα και χώρους που σημάδεψαν τη μεταπολιτευτική πορεία της χώρας. Δεν ήταν η Νέα Δημοκρατία του κου Καρμανλή του νεότερου ίδια με αυτήν του κου Σαμαρά και ούτε αντίστοιχη με αυτήν του κου Μητσοτάκη…

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με θρησκευτικού τύπου βεβαιότητες. Η αυτοκριτική, η αναθεώρηση και η πολιτική ωρίμανση δεν είναι ένδειξη αδυναμίας· είναι συστατικά στοιχεία της δημοκρατικής πολιτικής.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει λήθη ή άκριτη αποδοχή. Σημαίνει όμως ότι η πολιτική κρίση πρέπει να γίνεται χωρίς φανατισμό και χωρίς μισαλλοδοξία.

Η προοδευτική παράταξη και το ιστορικό της βάρος

Η ευρύτερη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη ιστορικά διαμορφώθηκε μέσα από αντιθέσεις, αλλά και μέσα από συνθέσεις.

Η μεγάλη παράδοση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και οι σημαντικές στιγμές της ελληνικής Κεντροαριστεράς, δεν στηρίχθηκαν μόνο στη σύγκρουση με τη συντήρηση. Στηρίχθηκαν και στην ικανότητα οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

Η μεταπολιτευτική δημοκρατική σταθερότητα, η ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η κοινωνική κινητικότητα, οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ακόμη και κρίσιμες επιλογές σε περιόδους κρίσης, δεν προέκυψαν με αποκλειστική δράση και λογική την πολιτική εξόντωση του αντιπάλου στο προοδευτικό χώρο.

Τις μέρες μας όμως, με αναφορά μια αντίληψη ότι η κατάκτηση της δεύτερης θέσης στις ερχόμενες εκλογές είναι θέμα “ο θάνατός σου η ζωή μου”, παρατηρείται μια κουλτούρα εσωτερικού εμφυλίου στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Ένα κλίμα όπου η διαφορετική στρατηγική άποψη αντιμετωπίζεται ως «προδοσία», όπου η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε ηθική απαξίωση και όπου ο δημόσιος λόγος υποκαθίσταται από στρατούς τρολ και επικοινωνιακές επιχειρήσεις.

Αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί σε ανασύνθεση της παράταξης. Οδηγεί σε περαιτέρω απαξίωση.

Δημοκρατία σημαίνει και θεσμική αυτοσυγκράτηση

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να διεξάγεται σαν να μην υπάρχει επόμενη ημέρα. Είτε αυτό αφορά στο τρόπο που γίνεται η αντιπολίτευση στην παρούσα κυβέρνηση είτε στην αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών απόψεων στα πλαίσια των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου.

Όποιος επενδύει συστηματικά στην πλήρη απονομιμοποίηση του αντιπάλου, αργά ή γρήγορα υπονομεύει και τη δυνατότητα δημοκρατικής συνύπαρξης. Διότι αν ο άλλος παρουσιάζεται διαρκώς ως «εχθρός της χώρας», «ανήθικος», «επικίνδυνος» ή «μολυσματικός», τότε πώς μπορεί την επόμενη ημέρα να υπάρξει οποιαδήποτε θεσμική συνεννόηση; Είτε αυτό αφορά στη διαμόρφωση κυβερνητικών συμπράξεων είτε στην ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου.

Η δημοκρατία απαιτεί και αυτοσυγκράτηση.

Απαιτεί την κατανόηση ότι η πολιτική σύγκρουση έχει όρια. Ότι η κριτική δεν μπορεί να μετατρέπεται σε διαρκή πολιτική ανθρωποφαγία. Ότι ο πολιτικός αντίπαλος δεν παύει να είναι μέρος της ίδιας δημοκρατικής κοινότητας.

Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη ιδίως σήμερα, σε μια εποχή όπου διεθνώς ενισχύονται μορφές ακραίας πόλωσης, αντισυστημικού θυμού και μεταδημοκρατικών λογικών.

Η περίπτωση αντιμετώπισης του πρώην πρωθυπουργού κου Αλέξη Τσίπρα είναι ίσως χαρακτηριστική για το πώς λειτουργεί σήμερα η τοξικότητα στον δημόσιο λόγο.

Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμφωνεί πολιτικά μαζί του. Πολλοί είμαστε αυτοί που ασκήσαμε —και δικαίως— έντονη κριτική στη ρητορική της περιόδου πριν το 2015, στις επιλογές του πρώτου εξαμήνου, στο δημοψήφισμα, σε πλευρές της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ή σε φαινόμενα προσωποκεντρικής λειτουργίας που αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο.

Όμως άλλο πράγμα η τεκμηριωμένη πολιτική κριτική και άλλο το μόνιμο «αντι-μέτωπο» που λειτουργεί σχεδόν με όρους πολιτικής και ηθικής εξόντωσης.

Όποιος αντιμετωπίζει την πολιτική με ψυχραιμία και όχι με φανατισμό, μπορεί να αναγνωρίσει ότι ακόμη και σε δύσκολες ιστορικές περιόδους υπάρχουν πλευρές που χρειάζονται νηφάλια αποτίμηση. Οι εμπειρίες της διαπραγμάτευσης του 2015, οι μαρτυρίες ευρωπαίων παραγόντων, τα βιβλία και τα ντοκιμαντέρ που καταγράφουν εκείνη την περίοδο, ανεξαρτήτως της υποκειμενικής οπτικής τους, αποτελούν πολύτιμο υλικό για όποιον θέλει να κατανοήσει την πολιτική και όχι απλώς να επιβεβαιώσει προκαταλήψεις.

Η πολιτική άλλωστε δεν είναι θρησκεία. Δεν υπάρχουν αλάνθαστοι ηγέτες, ούτε «μεσσίες». Υπάρχουν πολιτικοί με θετικές και αρνητικές στιγμές, με επιτυχίες και λάθη, με δυνατότητα εξέλιξης ή και πολιτικής φθοράς.

Αντίστοιχα, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή προοδευτική πολιτική κουλτούρα όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε θρησκευτικού τύπου μίσος. Ιδίως όταν συχνά όσοι εμφανίζονται αμείλικτοι απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα, επιδεικνύουν εντυπωσιακή επιείκεια απέναντι σε ιστορικές ευθύνες άλλων πολιτικών χώρων.

Προγραμματική αντιπολίτευση και όχι αντιπολίτευση μίσους

Η χώρα χρειάζεται ουσιαστική αντιπολίτευση. Χρειάζεται σκληρή και τεκμηριωμένη κριτική προς κάθε κυβέρνηση. Χρειάζεται αποκάλυψη λαθών, αδιαφάνειας, ανεπάρκειας ή αλαζονείας.

Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην προγραμματική αντιπολίτευση και στην αντιπολίτευση μίσους.

Η πρώτη προσπαθεί να πείσει. Η δεύτερη προσπαθεί να εξοντώσει.

Η πρώτη δημιουργεί όρους πολιτικής εναλλακτικής. Η δεύτερη δημιουργεί μόνο τοξικότητα.

Η πρώτη μπορεί να αποτελέσει βάση κυβερνητικών συνεργασιών ή εθνικών συνεννοήσεων όταν απαιτηθεί. Η δεύτερη οδηγεί σε αδιέξοδο.

Και τελικά, οι κοινωνίες που εγκλωβίζονται διαρκώς σε λογικές πολιτικού εμφυλίου, χάνουν την ικανότητα συλλογικού σχεδιασμού.

Η επόμενη ημέρα απαιτεί πολιτική ωριμότητα

Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο όπου οι μεγάλες προκλήσεις δεν θα μπορούν να αντιμετωπιστούν με επικοινωνιακά τεχνάσματα και εύκολες διχαστικές αφηγήσεις.

Η ανασυγκρότηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η παραγωγική μετάβαση της οικονομίας, η αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, η στρατηγική θέση της χώρας στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο, απαιτούν σοβαρότητα, πολιτικό σχέδιο και κουλτούρα δημοκρατικής ευθύνης.

Αυτό προϋποθέτει μια διαφορετική αντίληψη για την πολιτική αντιπαράθεση.

Μια αντίληψη όπου:

  • οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν αντιμετωπίζονται ως υπαρξιακοί εχθροί,
  • η διαφωνία δεν οδηγεί σε ηθική εξόντωση,
  • οι προγραμματικές συγκλίσεις ή αντιπαραθέσεις δεν βαφτίζονται «προδοσία», «ξεπούλημα» ή «τυχοδιωκτισμός»,
  • και η πολιτική επανασυνδέεται με την κοινωνική ευθύνη και όχι με τον ψηφιακό όχλο.

Επειδή υπάρχουν εθνικοί λόγοι η δημοκρατική και προοδευτική παράταξη να ξαναγίνει δύναμη πλειοψηφίας και κοινωνικής αξιοπιστίας, οφείλει να δώσει πρώτη αυτή τη μάχη πολιτικού πολιτισμού.

Γιατί τελικά, η ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν είναι δευτερεύον ζήτημα ύφους.

Είναι ζήτημα δημοκρατίας.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Πανεπιστήμια χωρίς κανόνες οδηγούν σε Ευρώπη χωρίς συνοχή.


Η ίδρυση των λεγόμενων «μη κρατικών» πανεπιστημίων στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως τομή εκσυγχρονισμού. Πίσω όμως από τις κορδέλες και τη ρητορική περί «ελευθερίας επιλογών», διαμορφώνεται μια βαθιά πολιτική μετατόπιση: από την Ανώτατη Εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό προς ένα πεδίο άνισης, αγοραίας πρόσβασης.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα το θέμα δεν είναι απλώς ένα ελληνικό ζήτημα, που θα το διαχειριστούν εθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων. Είναι πλέον ευρωπαϊκό ζήτημα.

Η Ελλάδα συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, προϊόν της Bologna Process, και δεσμεύεται από τα πρότυπα ποιότητας των ESG Standards. Οι αρχές αυτές δεν είναι διακοσμητικές: αφορούν τη διαφάνεια, τη συγκρισιμότητα τίτλων, την κοινωνική συνοχή και την ισότιμη πρόσβαση στη γνώση.

Αυτό θα επιχειρήσουμε στο σχόλιό μας να αναδείξουμε την αντίφαση της ελληνικής πολιτικής και της ευρωπαϊκής στρατηγικής σύγκλισης.

Το κοινωνικό κεκτημένο υπό πίεση

Η μεταπολιτευτική ανάπτυξη της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες δημοκρατικές κατακτήσεις της χώρας. Όπως έχει επισημανθεί εύστοχα, «η διεύρυνση της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης… έδωσε προοπτική σε νέους ανθρώπους που αλλιώς δεν θα την είχαν».

Αυτό το άνοιγμα δεν ήταν μόνο εθνική επιλογή. Συνδέθηκε με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το οποίο αντιμετώπιζε την εκπαίδευση όχι ως εμπόρευμα αλλά ως επένδυση στη δημοκρατία, στην κινητικότητα και στη συλλογική πρόοδο.

Σήμερα, όμως, η εμφάνιση ιδρυμάτων με δίδακτρα πολλών χιλιάδων ευρώ δημιουργεί ένα παράλληλο σύστημα με σαφή ταξικά χαρακτηριστικά. Η πρόσβαση μετατρέπεται σταδιακά από κοινωνικό δικαίωμα σε οικονομική δυνατότητα.

Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο κοινωνικό. Είναι και αναπτυξιακό.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο «A New Economics for the 21st Century» (Mariana Mazzucato και Lara Merling ) επισημαίνεται ότι οι μεγάλες μεταβάσεις του 21ου αιώνα απαιτούν ισχυρούς δημόσιους θεσμούς «με ικανότητα να επενδύουν, να συντονίζουν και να ρυθμίζουν προς όφελος του κοινού συμφέροντος».

Αυτή η σκέψη αφορά άμεσα και τα πανεπιστήμια.

Διότι τα δημόσια ΑΕΙ δεν είναι απλώς φορείς παροχής πτυχίων. Είναι θεσμοί στρατηγικής γνώσης, έρευνας, κοινωνικής κινητικότητας και περιφερειακής ανάπτυξης. Είναι θεσμοί που μπορούν να οργανώνουν μακροπρόθεσμες εθνικές και ευρωπαϊκές αποστολές: από την πράσινη μετάβαση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό μέχρι τη δημοκρατική ανθεκτικότητα.

Η υποχώρηση του δημόσιου ρόλου στην Ανώτατη Εκπαίδευση δεν συνιστά εκσυγχρονισμό. Συνιστά θεσμική αποεπένδυση.

Ποιότητα κατά περίπτωση;

Η ΕΘΑΑΕ έχει θέσει αυστηρό πλαίσιο για τη δημιουργία Ιατρικών Σχολών—και ορθώς. Η ποιότητα στην εκπαίδευση των γιατρών δεν επιδέχεται εκπτώσεις.

Το ερώτημα όμως είναι απλό: γιατί αυτή η αυστηρότητα δεν αποτελεί καθολική αρχή;

Οι κατευθύνσεις της European Association for Quality Assurance in Higher Education και τα ESG προβλέπουν συνεκτικά και συγκρίσιμα κριτήρια ποιότητας για όλα τα επιστημονικά πεδία.

Στην ελληνική περίπτωση φαίνεται να διαμορφώνεται ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων:

  • αυστηροί κανόνες όπου υπάρχει υψηλή κοινωνική ευαισθησία,
  • χαλαρότερη εποπτεία όπου κυριαρχεί η λογική της αγοράς.

Αυτό όμως δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι θεσμική ασυνέπεια.

Η απαίτηση είναι σαφής: ενιαία, αυστηρά και επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια πιστοποίησης για όλα τα προγράμματα σπουδών, ανεξαρτήτως φορέα και γνωστικού αντικειμένου.

Το ψευδές αφήγημα της ανταγωνιστικότητας

Η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων προβάλλεται ως εργαλείο ανταγωνιστικότητας. Όμως η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι τα ισχυρά πανεπιστημιακά συστήματα δεν οικοδομούνται σε συνθήκες ρυθμιστικής χαλαρότητας, αλλά μέσα από στρατηγικό συντονισμό και δημόσια επένδυση.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της European Universities Initiative, προωθεί συνεργασίες, κοινά προγράμματα και ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης—όχι την απορρύθμιση και τον κατακερματισμό. Ένα διαφορετικό μοντέλο: συνεργατικά δίκτυα πανεπιστημίων, κοινή έρευνα, δημόσια επένδυση και διασύνδεση της γνώσης με κοινωνικές ανάγκες.

Στην Ελλάδα, αντί για μια συνεκτική στρατηγική εντός αυτού του πλαισίου, επιλέγεται μια παράκαμψη: η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος χωρίς σαφείς εγγυήσεις ποιότητας και ισότητας.

Το αποτέλεσμα δεν θα είναι περισσότερη ανταγωνιστικότητα. Θα είναι περισσότερη ανισότητα και χαμηλότερη θεσμική αξιοπιστία.

Από την αγορά γνώσης στη δημόσια αποστολή

Αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη ευρωπαϊκή συζήτηση σήμερα: όχι λιγότερο δημόσιο, αλλά πιο ικανό, στρατηγικό και δημοκρατικά λογοδοτούμενο δημόσιο.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Ή θα αντιμετωπίσει τα πανεπιστήμια ως θεσμούς συλλογικής προοπτικής και κοινωνικής συνοχής ή θα τα μετατρέψει σε μια ακόμη αγορά άνισης πρόσβασης.

Το ερώτημα τελικά δεν είναι αν θα έχουμε περισσότερα πανεπιστήμια.

Το ερώτημα είναι αν θα έχουμε πανεπιστήμια που υπηρετούν την κοινωνία ή πανεπιστήμια που αναπαράγουν τις ανισότητές της.

"ΛΕΥΚΗ ΒΙΒΛΟΣ", ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Μία Πρόταση Θεσμικής Ανασυγκρότησης για την Ενίσχυση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, του Πλουραλισμού και της Δημοκρατικής Λογοδοσίας. Συ...