Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Όταν υποχωρεί η Πολιτική, κερδίζει η αντι-Πολιτική


Υπάρχει κάτι βαθύτερα ανησυχητικό στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ημερών. Και δεν αφορά μόνο το ΠΑΣΟΚ, ούτε ένα «μυστικό δείπνο» που οι φερόμενοι ως συνδαιτυμόνες διαψεύδουν κατηγορηματικά, ούτε τις συμβάσεις μιας εταιρείας που συνδέεται συγγενικά με πολιτικό στέλεχος και άλλα αντίστοιχα σενάρια.

Αφορά κάτι πολύ σοβαρότερο: την ποιότητα της ίδιας της Πολιτικής και της δημοκρατικής συζήτησης στη χώρα.

Μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη του Αυγούστου, ενώ η χώρα δοκιμάζεται ξανά από τις πυρκαγιές και επανέρχονται τα ερωτήματα για την προετοιμασία και την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, μια εντελώς διαφορετική ατζέντα διεκδικεί αίφνης το κέντρο της δημόσιας συζήτησης.

«Μυστικά δείπνα». Κυβερνήσεις που σχεδιάζονται πριν ακόμη γίνουν εκλογές. Επιχειρηματίες που υποτίθεται ότι οργανώνουν πολιτικές συμμαχίες. Συμβάσεις συγγενικών προσώπων. Υπόγειες συνεννοήσεις. «Διαπλοκή».

Και, φυσικά, σενάρια. Πολλά σενάρια.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι όλα αυτά απαγορεύεται να ερευνώνται. Το αντίθετο. Η δημοσιογραφική έρευνα για τα πολιτικά πρόσωπα είναι αναγκαία στη δημοκρατία. Οι σχέσεις πολιτικής και οικονομικών συμφερόντων πρέπει να ελέγχονται, οι δημόσιες συμβάσεις να είναι απολύτως διαφανείς και κανένα κόμμα —ούτε βεβαίως το ΠΑΣΟΚ— δεν δικαιούται οποιαδήποτε ασυλία.

Άλλο όμως έρευνα και άλλο κατασκευή πολιτικής ατζέντας.

Όταν το σενάριο υποκαθιστά την πολιτική

Η ιστορία του περιβόητου «μυστικού δείπνου» είναι χαρακτηριστική. Οι τρεις άνθρωποι που υποτίθεται ότι συμμετείχαν το διέψευσαν κατηγορηματικά. Ακολούθησαν εξώδικες ενέργειες. Κι όμως, η ιστορία απέκτησε τη δική της πολιτική ζωή.

Διότι στην εποχή της επικοινωνιακής πολιτικής ένα σενάριο δεν χρειάζεται πάντοτε να αποδειχθεί για να επιτελέσει τη λειτουργία του. Αρκεί να καταλάβει τον διαθέσιμο χώρο της δημόσιας συζήτησης.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Τι σταματήσαμε να συζητάμε όταν αρχίσαμε να συζητάμε για τα δείπνα;

Τις πυρκαγιές και την πολιτική προστασία. Την ακρίβεια. Το στεγαστικό. Την κατάσταση της δημόσιας υγείας και της παιδείας. Την αγοραστική δύναμη των μισθών. Τις ανισότητες. Την ασφάλεια. Την παραγωγική ανασυγκρότηση. Τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών. Το άδειασμα του Σταύρο Μπένου από την κυβέρνηση για το σχεδιασμό αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων των καταστροφικών πυρκαγιών τα τελευταία χρόνια στον Έβρο κλπ. κλπ. Στην ουσία την προοπτική της χώρας.

Δηλαδή, σταματήσαμε να συζητάμε για Πολιτική.

Δεν χρειάζεται συνωμοσία. Αρκεί η σύγκλιση

Δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουμε κάποιο ενιαίο κέντρο που κινεί τα νήματα. Ούτε κάποια παράδοξη συμμαχία τμημάτων Δεξιάς και Αριστεράς.

Η πραγματικότητα είναι απλούστερη.

Διαφορετικά πολιτικά, οικονομικά και μιντιακά κέντρα μπορεί να έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικές επιδιώξεις. Μπορούν όμως, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, να συγκλίνουν στους στόχους χρησιμοποιώντας παρόμοιες μεθόδους.

Για κάποιους το ζητούμενο είναι να εμφανιστεί το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικό συμπλήρωμα της Νέας Δημοκρατίας. Για άλλους, να αποδυναμωθεί ώστε να διευκολυνθεί μια διαφορετική αναδιάταξη του χώρου της Κεντροαριστεράς. Για άλλους, απλώς να συντηρηθεί ένας δημόσιος διάλογος περισσότερο θεαματικός και περισσότερο εμπορεύσιμος.

Δεν χρειάζεται να συνεννοούνται μεταξύ τους.

Η σύγκλιση των επιδιώξεων και κυρίως των μεθόδων αρκεί.

Το αποτέλεσμα όμως είναι κοινό: αντί να συζητούμε για πολιτικές, συζητούμε για πρόσωπα. Αντί για προγράμματα, για παρασκήνια. Αντί για κοινωνικές προτεραιότητες, για υποτιθέμενες μυστικές συμφωνίες.

Ο πρώτος πολιτικός ωφελημένος

Και ποιος ωφελείται άμεσα από αυτή τη μετατόπιση;

Εκ του αποτελέσματος, πρωτίστως η σημερινή κυβέρνηση.

Όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποιος δείπνησε με ποιον, ποιος σχεδιάζει να κυβερνήσει με ποιον και ποιες προσωπικές στρατηγικές εξυφαίνονται στην αντιπολίτευση, τόσο απομακρύνεται από το ερώτημα που φυσιολογικά θα έπρεπε να κυριαρχεί:

Ποιος είναι ο απολογισμός επτά ετών διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Δεν χρειάζεται λοιπόν να αποδώσει κανείς πρόθεση στην κυβέρνηση για να διαπιστώσει την πολιτική της ωφέλεια. Είναι ωφέλεια εκ του αποτελέσματος.

Υπάρχει όμως ένας ακόμη ωφελημένος. Και ενδεχομένως πολύ πιο επικίνδυνος.

Όταν απαξιώνεται η Πολιτική, ενισχύονται τα άκρα

Όταν επί εβδομάδες η Πολιτική παρουσιάζεται ως ένας κόσμος μυστικών δείπνων, επιχειρηματικών συναλλαγών, προσωπικών συμφωνιών και παρασκηνιακών διευθετήσεων, ο πολίτης δεν καταλήγει αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι «ο ένας πολιτικός είναι καλύτερος από τον άλλο».

Μπορεί να καταλήξει σε κάτι πολύ χειρότερο:

«Όλοι ίδιοι είναι».

Και αυτή είναι η πρώτη ύλη του αντι-συστημισμού.

Η απαξίωση της δημοκρατικής πολιτικής δεν ενισχύει τελικά μόνο εκείνον που βρίσκεται προσωρινά στην κυβέρνηση. Τροφοδοτεί εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα κόμματα, οι θεσμοί, το Κοινοβούλιο, οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν έχουν κανένα νόημα επειδή όλα δήθεν αποφασίζονται σε κάποιο σκοτεινό παρασκήνιο.

Εκεί ακριβώς βρίσκουν πρόσφορο έδαφος οι κάθε λογής ακραίοι. Από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά με κοινό καύσιμο: τη δυσπιστία απέναντι στη δημοκρατική Πολιτική.

Γι' αυτό το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ την υπεράσπιση ενός κόμματος ή κάποιων στελεχών του.

Αφορά την υπεράσπιση της Πολιτικής απέναντι στην αντι-Πολιτική.

Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι αμυντική

Σε αυτή την κατάσταση το ΠΑΣΟΚ έχει μια ιστορική ευθύνη.

Θα ήταν λάθος να εγκλωβιστεί σε έναν καθημερινό πόλεμο διαψεύσεων, καταγγελιών και ανταπαντήσεων. Ακόμη μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να απαντήσει στην τοξικότητα με περισσότερη τοξικότητα ή να βλέπει πίσω από κάθε κριτική μια οργανωμένη συνωμοσία.

Όπου υπάρχουν πραγματικά ερωτήματα, χρειάζονται καθαρές απαντήσεις. Όπου διατυπώνονται κατηγορίες, χρειάζεται τεκμηρίωση και διαφάνεια και προφανώς πολιτική αλληλεγγύης των στελεχών του που προδήλως σκόπιμα υπονομεύονται.

Αλλά η ουσιαστική απάντηση είναι άλλη: περισσότερη Πολιτική.

Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να μεταφέρει επίμονα τη συζήτηση εκεί όπου διαθέτει το πραγματικό του όπλο: στην προγραμματική του πρόταση.

Στην οικονομία και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Στο κοινωνικό κράτος. Στη δημόσια υγεία και παιδεία. Στη στέγη. Στην εργασία και τους μισθούς. Στην περιφερειακή ανάπτυξη. Στην πράσινη μετάβαση. Στους θεσμούς και τη λειτουργία του κράτους.

Και κυρίως να συνεχίσει την προσπάθεια να καθιστά σαφές τι ακριβώς προτείνει να γίνει διαφορετικά την επόμενη ημέρα, αναδεικνύοντας και σε τι αντιτίθεται, από τις όποιες προτάσεις άλλων φορέων και κομμάτων.

Αυτή είναι η προγραμματική πανοπλία που μπορεί να υπερβεί τον θόρυβο.

Διότι η απάντηση στην παραπολιτική δεν είναι περισσότερη παραπολιτική. Η απάντηση στον αντισυστημισμό δεν είναι η υιοθέτηση της γλώσσας του.

Είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της δημοκρατικής Πολιτικής.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το πραγματικό διακύβευμα πίσω από όλα τα «μυστικά δείπνα» του φετινού Αυγούστου:

να ξαναρχίσουμε να συζητάμε για όσα συμβαίνουν στο φως της ημέρας.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Από τη Διακήρυξη της Κέρκυρας στο Μνημόνιο της Ρόδου: το θέμα της νησιωτικότητας.

Δημοσιεύθηκε στον ΠΟΛΙΤΗ 24 Ιουλίου

Οι τέσσερις νησιωτικές Περιφέρειες της χώρας συναντώνται στη Ρόδο για να υπογράψουν ένα ακόμη Μνημόνιο Συνεργασίας. Η πρωτοβουλία παρουσιάζεται ως θεσμική συνέχεια της «Διακήρυξης της Κέρκυρας», η οποία διαμορφώθηκε στην Κέρκυρα και υπογράφηκε τον Ιούλιο του 2025 στη Λέσβο από τις Περιφέρειες Ιονίων Νήσων, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου. Τώρα προστίθεται και η Κρήτη και εξαγγέλλεται ένα «σταθερό πλαίσιο κοινών δράσεων και παρεμβάσεων».

Μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία νησιωτικής συνεργασίας. Τα νησιά έχουν κοινά προβλήματα, χρειάζονται ισχυρή συλλογική εκπροσώπηση και οφείλουν να διεκδικούν από κοινού πόρους και ειδικές ευρωπαϊκές πολιτικές.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσες φορές θα συναντηθούν οι περιφερειάρχες ούτε πόσες διακηρύξεις θα υπογράψουν. Είναι τι άλλαξε μετά την προηγούμενη υπογραφή και τι ακριβώς σχεδιάζεται να αλλάξει με την επόμενη.

Όραμα χωρίς δεσμεύσεις

Η Διακήρυξη του 2025 εξήγγειλε βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, διεθνή συνεργασία, τακτικές συνεδριάσεις και τη συγκρότηση Μόνιμου Δικτύου Νησιωτικών Περιφερειών. Έναν χρόνο αργότερα, αναγγέλλεται ένα νέο Μνημόνιο, με ενδιαφέρουσες αλλά πάλι γενικές αναφορές σε «αναπτυξιακές προτεραιότητες», «κοινή πορεία» και «βιώσιμο μέλλον».

Αυτό που λείπει και θα άξιζε να γνωρίζουν οι πολίτες και οι πρωτοβάθμιοι φορείς Τ.Α. της περιοχής, είναι ένας δημόσιος απολογισμός των αποτελεσμάτων της υπογραφής της «Διακήρυξης της Κέρκυρας». Απολογισμό τον οποίο ελπίζουμε να γίνουμε κοινωνοί κατά της διαδικασίες στη συνάντηση της Ρόδου...

Γιατί χωρίς αντίστοιχους απολογισμούς, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα πολλών τέτοιων πρωτοβουλιών. Η υπογραφή μετατρέπεται σε υποκατάστατο πολιτικής. Παράγει φωτογραφίες, δηλώσεις, προσδοκίες και πρόσκαιρη δημοσιότητα, χωρίς να δημιουργεί αναγκαστικά μηχανισμούς εφαρμογής των στόχων.

Ένα σοβαρό μνημόνιο θα έπρεπε να απαντά τουλάχιστον σε κάποια από τα ακόλουθα πέντε ερωτήματα:

1.     Ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι στόχοι;

2.     Ποιος αναλαμβάνει κάθε δράση;

3.     Από ποιους πόρους θα χρηματοδοτηθεί;

4.     Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα;

5.     Πότε και με ποιους δείκτες θα γίνει δημόσιος απολογισμός;

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, το Μνημόνιο αυτό, όπως και κάθε αντίστοιχο, κινδυνεύει να αποτελέσει περισσότερο εργαλείο διασποράς προσδοκιών παρά άσκηση περιφερειακής πολιτικής.

Το Βόρειο Αιγαίο δεν αντέχει “συμβολικές” πολιτικές

Για το Βόρειο Αιγαίο το ζήτημα είναι ακόμη σοβαρότερο. Δεν πρόκειται για μία απλώς «νησιωτική» Περιφέρεια με ορισμένα πρόσθετα μεταφορικά κόστη. Πρόκειται για την Περιφέρεια με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα: μόλις 13.136 ευρώ, έναντι 21.301 ευρώ του εθνικού μέσου όρου, σύμφωνα με τα τελευταία περιφερειακά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Παράλληλα, ο μόνιμος πληθυσμός της μειώθηκε από 199.231 κατοίκους το 2011 σε 194.943 το 2021. Πολύ πιο ανησυχητική είναι η ηλικιακή σύνθεση: οι κάτοικοι ηλικίας 20–29 ετών μειώθηκαν κατά 24,3% και εκείνοι των 30–39 ετών κατά 15,1%, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά οι μεγαλύτερες ηλικίες.

Αυτά δεν είναι απλοί αριθμοί. Περιγράφουν μία Περιφέρεια που χάνει νέους, παραγωγικό δυναμικό και δυνατότητες αναπαραγωγής των τοπικών κοινωνιών της. Στη Χίο, στη Λέσβο, στη Σάμο, στη Λήμνο και στην Ικαρία, η νησιωτικότητα δεν είναι αφηρημένο αναπτυξιακό «πλεονέκτημα». Είναι καθημερινό αυξημένο κόστος μετακίνησης, περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες, ελλείψεις προσωπικού και ανασφάλεια για το αν μια οικογένεια μπορεί να παραμείνει στον τόπο της.

Η ατζέντα που απουσιάζει

Την ώρα που ανακοινώνεται το νέο Μνημόνιο, δεν παρουσιάζεται μία κοινή, κοστολογημένη διεκδίκηση των Περιφερειών για το Μεταφορικό Ισοδύναμο. Το εργαλείο αυτό θεσπίστηκε ακριβώς για να εξισώνει το κόστος θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών, εμπορευμάτων και καυσίμων με το αντίστοιχο χερσαίο κόστος. Ωστόσο, η ουσία του δεν κρίνεται από την ύπαρξη μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας αλλά από την έγκαιρη πληρωμή, την επάρκεια των πιστώσεων και την πραγματική κάλυψη του πρόσθετου νησιωτικού κόστους.

Δεν παρουσιάζεται επίσης κοινό σχέδιο για την ακτοπλοΐα: ελάχιστες εγγυημένες συχνότητες, ανώτατος αποδεκτός χρόνος απομόνωσης μικρών νησιών, ανανέωση στόλου, ποιότητα υπηρεσίας, προσβασιμότητα και διαφάνεια στη χρηματοδότηση των άγονων γραμμών.

Ούτε στόχοι για εναέριες μεταφορές μεταξύ των νησιών και με το κέντρο. Το κόστος εισιτηρίου και ένας έλεγχος για τη διακύμανση του κόστους της συγκεκριμένης μεταφοράς στην αεροπορική εταιρεία. Ακόμη και για την υπόθεση των υδατοδρομίων και των σχετικών μεταφορών με Υδροπλάνα. Να την κλείσουμε τη συζήτηση αν υπάρχει θέμα ή να οργανώσουμε την υποστήριξη για τις αναγκαίες διαδικασίες.

Ούτε προκύπτει συντονισμένη διεκδίκηση για καθολική εφαρμογή των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 το μειωμένο καθεστώς επεκτάθηκε σε νησιά του Βορείου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων με πληθυσμό έως 20.000 κατοίκους, ενώ η Χίος, η Λέσβος και η Σάμος διατηρούν ειδικό καθεστώς συνδεδεμένο με τη λειτουργία δομών υποδοχής. Η νησιωτικότητα, όμως, δεν παύει πάνω από ένα αυθαίρετο πληθυσμιακό όριο ούτε είναι εύλογο μια μόνιμη γεωγραφική επιβάρυνση να συνδέεται με το προσφυγικό.

Το ίδιο ισχύει για την υποστελέχωση νοσοκομείων, κέντρων υγείας, σχολείων, τεχνικών υπηρεσιών δήμων και Περιφερειών. Χωρίς ειδικό νησιωτικό πλαίσιο προσλήψεων, στέγασης και οικονομικών κινήτρων, η ίση μεταχείριση των νησιών παραμένει τυπική και όχι πραγματική.

Η Ευρώπη προχωρά – εμείς τι διεκδικούμε;

Η συζήτηση αυτή και η σχετική κριτική μας, γίνεται ακόμη πιο επιτακτική επειδή από τις 10 Ιουνίου 2026 υπάρχει πλέον η πρώτη αυτοτελής Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Νησιά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει επίσημα τη γεωγραφική απομόνωση, τις δημογραφικές πιέσεις, το αυξημένο κόστος, τις δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες και την ανάγκη καλύτερου συντονισμού των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.

Εδώ ακριβώς θα έπρεπε να εστιάζεται η κοινή πρωτοβουλία των Περιφερειών: σε συγκεκριμένες προτάσεις εφαρμογής της ευρωπαϊκής στρατηγικής, σε διεκδίκηση διακριτού νησιωτικού χρηματοδοτικού φακέλου στον προϋπολογισμό 2028–2034 και σε πίεση για μία ολοκληρωμένη εθνική νησιωτική στρατηγική με δεσμευτικούς στόχους.

Οι Περιφέρειες δεν αρκεί να υπογράψουν ακόμη μία διακήρυξη για να συμφωνήσουν ότι τα νησιά έχουν προβλήματα. Αυτό το γνωρίζουν ήδη οι κάτοικοί τους, και μάλιστα πολύ καλά.

Χρειάζεται να δημοσιοποιήσουν ένα επιχειρησιακό σχέδιο με κάποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις, προϋπολογισμό, υπεύθυνους εφαρμογής και ετήσιο απολογισμό ανά νησί. Να γνωρίζει ο κάτοικος της Χίου, της Λέσβου ή της Λήμνου τι ακριβώς θα έχει αλλάξει σε δώδεκα και σε είκοσι τέσσερις μήνες.

Διαφορετικά, οι διακηρύξεις κινδυνεύουν να συνεχίσουν να ταξιδεύουν από την Κέρκυρα στη Μυτιλήνη και από εκεί στη Ρόδο, ενώ οι νέοι θα ταξιδεύουν μονίμως προς την αντίθετη κατεύθυνση: μακριά από τα νησιά τους.

Ας ευχηθούμε οι σκέψεις αυτές να ληφθούν υπόψη.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ακρίβεια και Πληθωρισμός: πολλά «Pass», πολλά «Καλάθια», καθόλου αξιολόγηση.

Με βάση αυτό δημοσιεύτηκε σήμερα 8/7/26 σχετικό μου σχόλια στην Εφημερίδα των Συντακτών: https://www.efsyn.gr/stiles/1422853/poy-einai-o-apologismos-kai-poia-i-axiologisi/

Υπάρχουν πολιτικές που μπορεί να αποτύχουν. Υπάρχουν και πολιτικές που πετυχαίνουν. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, στις ώριμες δημοκρατίες προηγείται πάντα κάτι εξίσου σημαντικό: ο απολογισμός, η αξιολόγηση των επιλογών.

Στην Ελλάδα, τα τελευταία έξι χρόνια φαίνεται να διαμορφώθηκε μια διαφορετική αντίληψη. Δεν είναι ότι δεν πάρθηκαν μέτρα για την ακρίβεια. Το αντίθετο. Πάρθηκαν τόσα πολλά, ώστε σήμερα δύσκολα θυμάται κανείς τη σειρά τους. Fuel Pass, Power Pass, Market Pass, «Καλάθι του Νοικοκυριού», «Καλάθι του Πάσχα», «Καλάθι των Μαθητών», «Καλάθι του Νονού/ας», «Μόνιμη Μείωση Τιμής», πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, συμφωνίες με τις αλυσίδες λιανεμπορίου, εξαγγελίες για νέες μειώσεις τιμών «από τον Σεπτέμβριο»...

Ήταν σχεδόν σαν κάθε λίγους μήνες η αγορά να αποκτούσε ένα νέο εργαλείο σωτηρίας. Αν υπήρχε και ένα «Pass μνήμης», ίσως να θυμόμασταν σήμερα ποιο από όλα απέδωσε πραγματικά.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δοκιμάστηκαν διαφορετικά εργαλεία και πολιτικές αντιμετώπισης ενός συστημικού προβλήματος. Αντιθέτως, απέναντι σε μια πρωτοφανή ενεργειακή και πληθωριστική κρίση, κάθε κυβέρνηση όφειλε να αναζητήσει λύσεις. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι σχεδόν καμία από αυτές τις πολιτικές δεν συνοδεύτηκε από έναν δημόσιο, τεκμηριωμένο απολογισμό της αποτελεσματικότητάς της και κάποια αξιολόγηση των υπουργών και όσων επέλεξαν τις συγκεκριμένες επιλογές.

Μια καταγραφή «μέτρων» και εξαγγελιών

Περίοδος

Μέτρο

Βασική υπόσχεση

Σημερινή εικόνα

2021

Επιδοτήσεις ηλεκτρικού ρεύματος

Περιορισμός ενεργειακού κόστους

Προσωρινή ανακούφιση

2022

Fuel Pass

Αντιστάθμιση αυξήσεων καυσίμων

Ολοκληρώθηκε

2022

Power Pass

Επιστροφή μέρους των αυξήσεων στους λογαριασμούς

Ολοκληρώθηκε

2022

Καλάθι του Νοικοκυριού

Συγκράτηση τιμών βασικών αγαθών

Καταργήθηκε

2023

Market Pass

Στήριξη αγοραστικής δύναμης

Ολοκληρώθηκε

2023

Εποχικά «Καλάθια»

Φθηνότερες εορταστικές και σχολικές αγορές

Προσωρινά μέτρα που ξεχάστηκαν στην πορεία

2024

«Μόνιμη Μείωση Τιμής»

Διαρκείς μειώσεις τιμών

Έληξε

2024–2026

Πλαφόν στο περιθώριο κέρδους

Περιορισμός αισχροκέρδειας

Καταργήθηκε

Ιούνιος 2026

Συμφωνία για «πάγωμα» τιμών μέχρι τον Σεπτέμβριο

Μειώσεις τιμών τους επόμενους μήνες

Αναμένεται να αξιολογηθεί

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπήρξε δραστηριότητα για να αντιμετωπιστεί το θέμα. Κάθε άλλο…

Αυτό όμως που καθόλου ή σε κάθε περίπτωση δύσκολα μπορεί να βρει κανείς/μια είναι μια επίσημη έκθεση απολογισμού ή αξιολόγησης που να απαντά σε απλά ερωτήματα:

  • Πόσο μείωσε τις τιμές κάθε μέτρο;
  • Πόσο κόστισε στον κρατικό προϋπολογισμό;
  • Πόσο βελτίωσε την αγοραστική δύναμη;
  • Γιατί εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από το επόμενο;

Αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ ή σε κάθε περίπτωση δεν έγινε γνωστή στο δημόσιο λόγο.

Και το χειρότερο στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, λες και υπήρξε ενορχηστρωμένη επιλογή, υποβαθμίστηκε το θέμα «αξιολόγηση» όταν αυτή η λέξη από μόνη της, όταν αφορούσε “… τους κάθε άλλους…” και ιδιαιτέρως τους εργαζόμενους, διαμόρφωνε υπόβαθρο για χτιστούν πολιτικές και επαγγελματικές καριέρες.

Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση μεταφερόταν κάθε φορά στο επόμενο μέτρο, πριν ακόμη αξιολογηθεί το προηγούμενο. Έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση μιας διαρκούς κινητικότητας, χωρίς αντίστοιχη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα.

Η κυβέρνηση απέκτησε, πράγματι, μια αξιοσημείωτη παραγωγικότητα στην “επινόηση νέων τίτλων” πολιτικών μέτρων. Εκείνο που παραμένει δυσεύρετο είναι ο απολογισμός των προηγούμενων τίτλων.

Και ενώ οι τίτλοι άλλαζαν, ο λογαριασμός στο ταμείο του σούπερ μάρκετ παρέμενε πεισματικά υψηλός και σε διαρκή άνοδο.

Ο «εισαγόμενος πληθωρισμός» εξηγεί τα πάντα;

Αναμφίβολα, ένα μέρος μέρος των ανατιμήσεων και του πληθωρισμού ήταν εισαγόμενο. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι διεθνείς διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες επηρέασαν όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αλλά αυτό δεν αρκεί ως πλήρης εξήγηση, όταν μάλιστα είναι καταγεγραμμένη η απόκλιση από το μέσο ευρωπαϊκό δείκτη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί, όταν ο πληθωρισμός άρχισε να αποκλιμακώνεται στην Ευρώπη, η Ελλάδα συνέχισε να εμφανίζει από τις υψηλότερες τιμές τροφίμων σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Εκεί η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις διεθνείς αγορές. Βρίσκεται και στη δομή της ελληνικής αγοράς, στον βαθμό ανταγωνισμού, στη φορολογική επιβάρυνση, στο κόστος ενέργειας, αλλά και στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν.

Η “λογοδοσία” και η “αξιολόγηση” που δεν έγινε ποτέ

Υπάρχει λοιπόν ένα θεσμικό ζήτημα.

Τα πρόσωπα που είχαν την ευθύνη σχεδιασμού και εφαρμογής αυτών των πολιτικών εναλλάχτηκαν και συνέχισαν, σε αρκετές περιπτώσεις, να διαχειρίζονται το ίδιο χαρτοφυλάκιο ή να επιστρέφουν σε αυτό, χωρίς να προηγηθεί μια δημόσια αξιολόγηση των προηγούμενων επιλογών τους.

Δεν πρόκειται μόνον για προσωπική μομφή. Είναι ζήτημα θεσμικής λειτουργίας.

Σε κάθε σοβαρή δημόσια πολιτική, η συνέχεια δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού ή στην πολιτική συγκυρία. Οφείλει να στηρίζεται και σε τεκμηριωμένη αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Η συνέχεια της ευθύνης προϋποθέτει και συνέχεια της λογοδοσίας δια μέσω αξιολόγησης των αποτελεσμάτων προηγούμενων επιλογών.

Διαφορετικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι οι πολιτικές δεν κρίνονται από τα αποτελέσματά τους, αλλά από την επικοινωνιακή τους απήχηση.

Και τώρα;

Η τελευταία κυβερνητική διαβεβαίωση είναι ότι οι τιμές θα αρχίσουν να αποκλιμακώνονται τους επόμενους μήνες, μετά και την κατάργηση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και τις νέες συμφωνίες με την αγορά.

Μακάρι.

Οι πολίτες δεν έχουν κανέναν λόγο να επιθυμούν την αποτυχία οποιουδήποτε μέτρου που μπορεί να μειώσει το κόστος ζωής τους.

Έχουν όμως κάθε λόγο να ζητούν κάτι που μέχρι σήμερα απουσιάζει.

Έναν δημόσιο απολογισμό. Μια λογοδοσία προσώπων. Μια αξιολόγηση των επιλογών και των σχετικών μέτρων.

Γιατί η δημόσια πολιτική δεν είναι τηλεοπτική σειρά όπου κάθε νέα σεζόν ξεκινά χωρίς να θυμάται κανείς το τέλος της προηγούμενης.

Οι κυβερνήσεις δικαιούνται να πειραματίζονται, όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

Υποχρεούνται όμως να λογοδοτούν. Να αξιολογούν τα μέτρα και τις πολιτικές που προέκριναν.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, εκείνο που μένει δεν είναι ούτε το επόμενο «Pass», ούτε το επόμενο «Καλάθι», ούτε η επόμενη υπόσχεση ότι «οι τιμές θα μειωθούν από τον Σεπτέμβριο…».

Εκείνο που μένει είναι ο λογαριασμός στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής: Το αφήγημα που κατέρρευσε και η ώρα για απολογισμό.

 

Πού είναι όλοι/ες εκείνοι που, πριν από λίγα χρόνια, διακήρυτταν ότι η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) θα έβαζε τέλος στην «πανεπιστημιακή μετριότητα»; Πού βρίσκονται όσοι/ες χαρακτήριζαν κάθε αντίθετη άποψη «λαϊκισμό», κάθε επιφύλαξη «συντεχνιακή αντίδραση» και κάθε κριτική μας ως «αντιμεταρρυθμιστικό ανακλαστικό»;

Δεν θέλω και δεν πρέπει να τους ξεχάσουμε όσο και αν κρύβονται. Όχι για λόγους εκδικητικότητας, κάθε άλλο. Η δημοκρατία μας πρέπει να είναι ανεκτική και μεγαλόψυχη για τα μέλη της. Αλλά για λόγους παιδαγωγικούς, εκπαιδευτικούς και τελικά παραδειγματισμού αποφυγής του τοξικού τους λόγου.

Διότι πάνω στην ΕΒΕ οικοδομήθηκαν πολιτικές και επαγγελματικές καριέρες, καλλιεργήθηκε ένα αφήγημα δήθεν μεταρρυθμιστικής υπεροχής και νομιμοποιήθηκε ένας πρωτοφανής ανορθολογισμός στην εκπαιδευτική πολιτική.

Τα στοιχεία των Πανελλαδικών Εξετάσεων του 2026 επαναφέρουν το ζήτημα με τον πιο εμφατικό τρόπο. Στη Φυσική, μετά από δύο συνεχόμενα χρόνια χαμηλών επιδόσεων, το ποσοστό των υποψηφίων με βαθμολογία άνω του 18 εκτινάχθηκε στο 30,06%, όταν ήταν μόλις 9,39% το 2025. Την ίδια στιγμή, στο μάθημα της Οικονομίας παρατηρείται η αντίστροφη εικόνα, με τους αριστούχους να μειώνονται περισσότερο από το μισό σε σχέση με πέρυσι.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Όχι ότι οι μαθητές έγιναν ξαφνικά πολύ καλύτεροι στη Φυσική ή πολύ χειρότεροι στην Οικονομία. Σημαίνουν ότι η δυσκολία των θεμάτων μεταβλήθηκε τόσο έντονα ώστε να αλλοιώνει τη συνολική κατανομή των επιδόσεων και, κατά συνέπεια, να επηρεάζει τις βάσεις εισαγωγής και τελικά την ίδια την ΕΒΕ.

Οι Πανελλαδικές είναι ένας συγκριτικός διαγωνισμός. Αυτό δεν είναι πρόβλημα από μόνο του. Πρόβλημα δημιουργείται όταν η ποιότητα των θεμάτων δεν εξασφαλίζει μια σχετικά σταθερή κατανομή των βαθμολογιών από χρονιά σε χρονιά. Τότε, η ΕΒΕ μετατρέπεται από εργαλείο αξιολόγησης σε μηχανισμό παραγωγής τυχαίων αποκλεισμών.

Από την πρώτη στιγμή είχαμε επισημάνει ότι η ΕΒΕ δεν θα βελτίωνε την ποιότητα των πανεπιστημίων. Θα δημιουργούσε απλώς χιλιάδες κενές θέσεις, κυρίως σε περιφερειακά τμήματα, ανεξάρτητα από τις πραγματικές ανάγκες της χώρας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της αγοράς εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτά τα χρόνια δυστυχώς μας δικαίωσε.

Διότι αυτό ακριβώς συνέβη.

Η αποδυνάμωση πολλών δημόσιων πανεπιστημιακών τμημάτων, ιδιαιτέρως στη περιφέρεια, δεν υπήρξε μια ακούσια συνέπεια. Υπήρξε προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας πολιτικής επιλογής. Ταυτόχρονα, η τεχνητή συρρίκνωση της πρόσβασης στο δημόσιο πανεπιστήμιο διεύρυνε τον χώρο για Ζήτηση στα ιδιωτικά κολέγια μεταλυκειακής εκπαίδευσης και, πλέον, για τα νεοεισερχόμενα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Δεν είναι απαραίτητο να υπήρχε οργανωμένο σχέδιο. Αρκεί το γεγονός ότι η πολιτική αυτή λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν ακαδημαϊκά κριτήρια εισαγωγής. Προφανώς και πρέπει. Το ερώτημα είναι αν τα κριτήρια αυτά είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα, σταθερά, αξιόπιστα και δίκαια.

Ένα σύστημα που παράγει τόσο ακραίες διακυμάνσεις στις επιδόσεις δεν μπορεί να αποτελεί ασφαλή βάση για τον αποκλεισμό χιλιάδων νέων από τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση με την ΕΒΕ. Η αξιοπιστία των εξετάσεων απαιτεί θέματα που κατανέμουν ομαλά τους υποψηφίους στη βαθμολογική κλίμακα και όχι με τις λογικές διακυμάνσεις να μετατρέπεται μια διοικητική ρύθμιση σε μηχανισμό εκπαιδευτικού αποκλεισμού και απαξίωσης περιφερειακών Τμημάτων των πανεπιστημίων της χώρας.

Η ΕΒΕ παρουσιάστηκε ως σύμβολο «αριστείας». Στην πράξη, όμως, ανέδειξε κυρίως τις αδυναμίες ενός συστήματος που συγχέει την ποιότητα με τον αποκλεισμό.

Ίσως ήρθε η ώρα οι υποστηρικτές της να κάνουν κάτι που δεν έκαναν ποτέ: να αξιολογήσουν με την ίδια αυστηρότητα τη δική τους υποστήριξη σε μια εκ των πραγμάτων αντιμεταρρυθμιστική πολιτική επιλογή.

Για τους Ηρακλειδείς της κυβερνητικής φρουράς, στα περί της Εθνικής Ελαχίστης Βάσεως, ο λόγος…

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Αστικές Μεταφορές: Προτάσεις ανέξοδης πλειοδοσίας ή πρόκριμα άλλου μοντέλου οργάνωσης της ζωής μας;


Τις τελευταίες μέρες έχει ανοίξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τις υπηρεσίες μεταφορών στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, με αφορμή σχετικές εξαγγελίες αρχηγών πολιτικών κομμάτων της αντιπολιτεύσεως.

Η εύκολη και ανέξοδη κριτική που ασκείται, σε προτάσεις όπως η δωρεάν ή επιδοτούμενη μετακίνηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, γίνεται από άκριτους και κάθε λογής  στρατευμένους υποστηριχτές της παρούσης κυβέρνησης, πρωτίστως, αλλά και θιασώτες της κοσμοθεωρίας υποβάθμισης των "δημόσιων" αγαθών και ως επί το πλείστο, συνήθως, ομαδοποιείται σε τρεις ομάδες επιχειρημάτων:

  1. «Δεν υπάρχει τίποτα τσάμπα. Στο τέλος τον λογαριασμό κάποιος τον πληρώνει και αυτός είναι ο φορολογούμενος».
  2. «Θα υπονομευθεί η οικονομική βιωσιμότητα των συγκοινωνιών και τελικά η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών τους».
  3. «Είναι λαϊκισμός και όχι σοβαρή πρόταση για τις αστικές μεταφορές».

Η ευρωπαϊκή εμπειρία όμως δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Ειδικότερα δε η πρόταση για δωρεάν μετακίνηση των νέων έως 24 ετών βρίσκεται πολύ πιο κοντά στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πολιτικές για στοχευμένες παροχές, συνθήκες που συνήθως αγνοούν ή επιλέγουν να απορρίπτουν οι επικριτές των σχετικών προτάσεων.

Η ευρωπαϊκή λογική: οι συγκοινωνίες ως κοινωνικό αγαθό

Στην Ευρώπη (αλλά θα υποστήριζα στην πλειοψηφία στις μεγαλουπόλεις του κόσμου) οι αστικές συγκοινωνίες δεν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως εμπορική υπηρεσία αλλά ως δημόσια υπηρεσία γενικού συμφέροντος ή σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον ως μεικτό αγαθό.

Η φιλοσοφία είναι απλή:

  • μειώνουν την κυκλοφοριακή συμφόρηση,
  • περιορίζουν τις εκπομπές ρύπων,
  • βελτιώνουν την κοινωνική συνοχή,
  • αυξάνουν την πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην εργασία,
  • ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα.
  • υποστηρίζουν την κινητικότητα φυσική και κοινωνική.

Γι' αυτό σχεδόν σε καμία μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη δεν χρηματοδοτούνται οι συγκοινωνίες αποκλειστικά από τα εισιτήρια. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι το εισιτήριο καλύπτει λιγότερο από το 50% του πραγματικού κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας.

Με άλλα λόγια, οι φορολογούμενοι ήδη επιδοτούν τις μεταφορές, επειδή θεωρούνται εν μέρει ή εν συνόλω δημόσιο αγαθό, όπως αντιστοίχως αναφέρονται για την εκπαίδευση ή τη δημόσια υγεία και πολύ περισσότερο για την δημόσια ασφάλεια και την άμυνα της χώρας.

Τι δείχνουν τα ευρωπαϊκά παραδείγματα

Πολλές ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν ειδικές πολιτικές για τους νέους, όπως ως παράδειγμα:

  • Στη Γερμανία εφαρμόζονται ιδιαίτερα χαμηλά κόμιστρα για μαθητές, φοιτητές και νέους και κατά περιόδους διαμορφώθηκαν με εξαιρετική επιτυχία και “εξωτερικότητες”, προγράμματα ελεύθερης η χαμηλού κόστους μεταφορών για μεγάλο εύρος πληθυσμού και μεταξύ κρατιδίων.
  • Στην Αυστρία το περίφημο Klimaticket δίνει εξαιρετικά φθηνή πρόσβαση στις δημόσιες μεταφορές.
  • Στη Γαλλία δεν είναι λίγες οι περιφέρειες οι οποίες επιλέγουν να επιδοτήσουν σημαντικά τις μετακινήσεις νέων και φοιτητών.
  • Στο Λουξεμβούργο οι δημόσιες μεταφορές είναι δωρεάν για όλους.
  • και διάφορες αντίστοιχες πρακτικές σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η κοινή λογική αυτών των πολιτικών είναι ότι υπάρχει λόγος και έχουμε μετρήσιμα αποτελέσματα εφόσον μπορούμε να επηρεάσουμε τις μεταφορικές συνήθειες των πολιτών. Ιδιαιτέρως δε αν αναφερόμαστε στην ηλικία 15-24 ετών, όπου είναι η περίοδος κατά την οποία συγκροτείται και διαμορφώνεται αυτή η μεταφορική κουλτούρα και συμπεριφορά.

Αν ένας νέος μάθει να χρησιμοποιεί λεωφορείο, μετρό και προαστιακό, είναι πολύ πιθανότερο να συνεχίσει να το κάνει και ως ενήλικος.

Οι “στοχευμένες” προτάσεις είναι πλέον συμβατές με την ευρωπαϊκή εμπειρία και πρακτική.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την πρόταση για δωρεάν μετακίνηση έως τα 24 έτη. Και αυτό βέβαια θα μπορούσε να αφορά το σύνολο των αστικών κέντρων της χώρας μας. Αυτή έχει τρία σημαντικά πλεονεκτήματα.

1. Επένδυση στη νέα γενιά

Στην Ελλάδα οι νέοι αντιμετωπίζουν:

  • υψηλό κόστος σπουδών,
  • στεγαστική κρίση,
  • χαμηλούς αρχικούς μισθούς,
  • δυσκολία πρόσβασης στην αγορά εργασίας.

Η μετακίνηση αποτελεί πραγματικό οικονομικό βάρος.

Η δωρεάν πρόσβαση στις συγκοινωνίες λειτουργεί ως έμμεση κοινωνική πολιτική χωρίς να δημιουργεί στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας.

2. Περιβαλλοντικό όφελος

Οι νέοι είναι η ομάδα που ευκολότερα εγκαταλείπει τη χρήση ΙΧ ή δικύκλου, όταν οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι οικονομικά ελκυστικές.

Αυτό σημαίνει:

  • λιγότερη συμφόρηση,
  • λιγότερα ατυχήματα,
  • μικρότερη ενεργειακή κατανάλωση,
  • καλύτερη ποιότητα αέρα.

Έχει τη δική του δε σημασία ότι οι στόχοι αυτοί συνδέονται άμεσα και με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.

3. Εκπαιδευτική και εργασιακή κινητικότητα

Η πρόσβαση ενός νέου:

  • στο πανεπιστήμιο,
  • στην πρακτική άσκηση,
  • στην πρώτη εργασία,
  • στον πολιτισμό,

δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν διαθέτει αυτοκίνητο ή από το εισόδημα της οικογένειάς του.

Η κινητικότητα αυτή αποτελεί προϋπόθεση κοινωνικής και κοινωνικής κινητικότητας και προφανώς προοπτικής ισότητας.

Η απάντηση στην κριτική περί «λαϊκισμού»

Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι αν οι προτάσεις αυτές έχουν κόστος.

Όλες οι δημόσιες πολιτικές προφανώς έχουν κόστος. Μήπως έχουν δει το κόστος των κάθε λογής something pass στην Ελλάδα και αν έχουν αποτιμηθεί τα αποτελέσματά τους;

Το ερώτημα πρέπει να είναι αν η κοινωνική απόδοση υπερβαίνει τη δημοσιονομική δαπάνη.

Στην περίπτωση λοιπόν της διευκόλυνσης της κινητικότητας των νέων, η απάντηση φαίνεται, με βάση τη διεθνή εμπειρία και πρακτική, να είναι θετική διότι:

  • αυξάνεται η χρήση των δημόσιων συγκοινωνιών,
  • μειώνεται η ανάγκη για οδικές επενδύσεις,
  • περιορίζεται η κυκλοφοριακή συμφόρηση,
  • ενισχύεται η κοινωνική συνοχή,
  • υποστηρίζεται η εκπαιδευτική και επαγγελματική κινητικότητα.

Η πραγματική ευρωπαϊκή συζήτηση, είναι προφανές ότι, δεν είναι αν πρέπει να επιδοτούνται οι δημόσιες μεταφορές. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Η συζήτηση αφορά το ποιοι πρέπει να ευνοούνται περισσότερο, γιατί και με ποιον τρόπο.

Η πρόταση για καθολική δωρεάν μετακίνηση

Η καθολική δωρεάν μετακίνηση αποτελεί μια πραγματικά καινοτόμα και ταυτόχρονα όμως αμφίβολης αποδοτικότητας πρόταση, για τις οικονομικές συνθήκες της χώρας αλλά και την παράδοση και επίπεδο των αστικών μεταφορών, ιδιαιτέρως στο κεντρικό πολεοδομικό μας συγκρότημα.

Η αλήθεια είναι ότι παρουσιάζει ως σημαντικό πλεονέκτημα την απλότητα της διατύπωσης της, τη μείωση του διοικητικού κόστους στην εφαρμογή της και την κοινωνική καθολικότητα.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι περισσότεροι φορείς προτιμούν “στοχευμένες” πολιτικές υπέρ συγκεκριμένων ομάδων (νέοι, φοιτητές, άνεργοι, ηλικιωμένοι), διότι επιτυγχάνουν μεγαλύτερη κοινωνική αποτελεσματικότητα με μικρότερη δημοσιονομική επιβάρυνση.

Υπό αυτή την έννοια, η πρόταση για δωρεάν μετακίνηση των νέων έως 24 ετών μπορεί να θεωρηθεί πιο κοντά στην κυρίαρχη ευρωπαϊκή πρακτική: συνδυάζει κοινωνική πολιτική, περιβαλλοντική στρατηγική και μεταφορικό σχεδιασμό, χωρίς να απαιτεί την πλήρη κατάργηση των εσόδων από τα εισιτήρια.

Το ουσιαστικό ευρωπαϊκό επιχείρημα υπέρ της πρότασης δεν είναι ότι «οι νέοι θα μετακινούνται δωρεάν». Είναι ότι μια κοινωνία επενδύει στην κινητικότητα των νέων της, επειδή γνωρίζει ότι η κινητικότητα δεν είναι απλώς μεταφορά ανθρώπων· είναι πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία, στον πολιτισμό και τελικά στην ίδια τη συμμετοχή στη δημοκρατική ζωή.

Υπό αυτή την έννοια ας συζητήσουμε επί της ουσίας και ας σταματήσουμε να "πυροβολούμε τον πιανίστα". Οι ασκημένοι, με επιδόσεις, στο να "αντιπολιτεύονται την αντιπολίτευση", πρέπει να μάθουν και να συζητούν για την ουσία και τη διαφορετική φιλοσοφία των προτάσεων…

Διαφορετικά ας αρκεστούν στην αναπαραγωγή των “αντιλήψεων Κυρανάκη” για τα των προγραμματικών συζητήσεων και αναζητήσεων…

Όταν υποχωρεί η Πολιτική, κερδίζει η αντι-Πολιτική

Υπάρχει κάτι βαθύτερα ανησυχητικό στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ημερών. Και δεν αφορά μόνο το ΠΑΣΟΚ, ούτε ένα «μυστικό δείπνο» που οι ...