Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Οι Patriot επιστρέφουν. Η εξωτερική πολιτική πότε θα επαναξιολογηθεί;

Η συζήτηση για την πιθανή επιστροφή της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot από τη Σαουδική Αραβία, αλλά και για τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις άλλων ελληνικών συστοιχιών —στην Κάρπαθο, στη Βόρεια Ελλάδα για την αντιβαλλιστική κάλυψη μεγάλου τμήματος της Βουλγαρίας και τώρα από την Κάρπαθο στη Σούδα— θα ήταν λάθος να περιοριστεί στο ερώτημα “εάν κάθε μία από αυτές τις επιλογές ήταν, αυτοτελώς, επιχειρησιακά σωστή ή όχι”.

Αυτό που, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να τεθεί στη δημόσια συζήτηση είναι: τι μας λένε αυτές οι διαδοχικές επανεξετάσεις, με αναφορά στους Patriot, για την εξωτερική πολιτική που ακολούθησε η χώρα στον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν και, κυρίως, τι πρέπει να διδαχθούμε για το μέλλον;

Γιατί δεν μπορεί να ήταν αυτονόητα σωστή η συμφωνία για τους Patriot με τη Σαουδική Αραβία, σωστή η παραμονή και η ενεργοποίησή τους όταν εξελισσόταν ο πόλεμος, σωστή η μετακίνηση άλλης πυροβολαρχίας στην Κάρπαθο, σωστή η ανάπτυξη συστοιχίας στη Βόρεια Ελλάδα για την κάλυψη της Βουλγαρίας και τώρα εξίσου αυτονόητα σωστή η μεταφορά από την Κάρπαθο στη Σούδα και η συζήτηση για επαναπατρισμό της πυροβολαρχίας από τη Σαουδική Αραβία.

Προφανώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι συνθήκες άλλαξαν. Αυτό συμβαίνει στην εξωτερική πολιτική.

Τότε όμως πρέπει να εξηγηθεί τι άλλαξε, τι αξιολογήθηκε διαφορετικά και, κυρίως, τι μάθαμε.

Δεν επιχειρούμε μια εκ των υστέρων κριτική

Δεν ανακαλύπτουμε σήμερα αυτά τα ερωτήματα.

Από τους πρώτους μήνες του πολέμου είχαμε επισημάνει τους κινδύνους μιας ελληνικής πολιτικής που έμοιαζε να μετακινείται από τη στρατηγική συνεργασία προς τη μονομερή ευθυγράμμιση.

Είχαμε μιλήσει για τον κίνδυνο μιας «εμπλοκής χωρίς όνομα» και επισημαίναμε ότι η Ελλάδα είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτή από την Τεχεράνη ως «μη ουδέτερη» (1 Απριλίου 2026, «Εξωτερική πολιτική χωρίς ευρωπαϊκή πυξίδα: ρίσκα για τη ναυτιλία, την οικονομία και μια σχέση δεκαετιών με το Ιράν», Μεταρρύθμιση).

Δεν επρόκειτο για μια θεωρητική διπλωματική παρατήρηση.

Για μια χώρα με μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές ναυτιλίες στον κόσμο, με δεκάδες πλοία ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή, εκατοντάδες πλοία ελληνικού επιχειρησιακού ενδιαφέροντος να επηρεάζονται από την κρίση και μια οικονομία ευάλωτη στις τιμές ενέργειας και μεταφορών, η εξωτερική πολιτική αποκτά πολύ συγκεκριμένο οικονομικό κόστος όταν αυξάνει το γεωπολιτικό ρίσκο.

Λίγες ημέρες αργότερα θέταμε ένα ακόμη ερώτημα: άλλο πράγμα η παρουσία και άλλο η επιρροή (7 Απριλίου 2026, «Στενά του Ορμούζ: η Ελλάδα φαίνεται παρούσα – αλλά με ποια επιρροή;», Εφημερίδα των Συντακτών).

Η συμμετοχή σε πρωτοβουλίες που αποφασίζουν άλλοι, η διαρκής επίδειξη προθυμίας και η προβλεψιμότητα ενός συμμάχου δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι η χώρα συμμετέχει και στη διαμόρφωση των αποφάσεων.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα βασικά προβλήματα της κυβερνητικής αντίληψης των τελευταίων χρόνων: η προθυμία βαφτίστηκε επιρροή και η προβλεψιμότητα αξιοπιστία.

Και όταν αργότερα ΗΠΑ και Ιράν οδηγήθηκαν στο μνημόνιο κατανόησης, επανήλθαμε ακριβώς στο ίδιο πρόβλημα (21 Ιουνίου 2026, «Μετά το μνημόνιο ΗΠΑ–Ιράν: η Ελλάδα και η ναυτιλία της», Μεταρρύθμιση): τι είχε κερδίσει τελικά η Ελλάδα από την τόσο μονομερή προβλεψιμότητά της και ποιος ήταν ο απολογισμός για τη χώρα, την οικονομία και τη ναυτιλία της;

Οι σύμμαχοι αλλάζουν. Τα εθνικά συμφέροντα μένουν

Είχαμε επίσης επισημάνει εγκαίρως κάτι που οι σημερινές εξελίξεις κάνουν ακόμη πιο επίκαιρο: οι συμμαχίες πρέπει να έχουν βάθος και συνέπεια, αλλά δεν είναι και δεν μπορεί να είναι άνευ όρων (19 Απριλίου 2026, «Ελλάδα: Στρατηγική διεθνών συμμαχιών χωρίς προβολή στο μέλλον», https://chlomoudisopinion.blogspot.com/2026/04/blog-post_19.html).

Οι ΗΠΑ μπορούν να αλλάζουν στρατηγική απέναντι στο Ιράν. Οι χώρες του Κόλπου μπορούν να αναδιατάσσουν τις συμμαχίες τους. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να αναζητεί νέες περιφερειακές ισορροπίες. Το Ισραήλ προσαρμόζει τη στρατηγική του στις δικές του ανάγκες.

Ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα οφείλει να επιμένει περισσότερο σε επιλογές αρχών, στην ισχυροποίηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και στην αξιοποίηση της αρχιτεκτονικής των διεθνών οργανισμών που χτίστηκαν μεταπολεμικά για να στηρίξουν την ειρήνη και να δημιουργήσουν θεσμικούς μηχανισμούς διευθέτησης των αντιθέσεων μεταξύ κρατών.

Προφανώς η συνέπεια και η συμμαχική αξιοπιστία αποτελούν κεφάλαιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε δουλικότητα ούτε υποταγή.

Οι Patriot είναι σύμπτωμα, όχι το πρόβλημα

Η κυβέρνηση εξετάζει τώρα τον επαναπατρισμό της πυροβολαρχίας από τη Σαουδική Αραβία. Ταυτόχρονα, η πυροβολαρχία που είχε αναπτυχθεί στην Κάρπαθο μετακινείται στη Σούδα, ενώ έχει προηγηθεί η ανάπτυξη άλλης πυροβολαρχίας στη Βόρεια Ελλάδα για την αντιβαλλιστική κάλυψη μεγάλου τμήματος της Βουλγαρίας.

Δεν έχουμε κανέναν λόγο —ούτε την επιχειρησιακή αρμοδιότητα— να αμφισβητήσουμε ότι καθεμία από αυτές τις αποφάσεις μπορεί, στις συγκεκριμένες συνθήκες, να ήταν ορθή.

Έχει όμως σημασία να επισημάνουμε ότι η ίδια κυβέρνηση που πριν από λίγους μήνες αντιμετώπιζε την παρουσία και την επιχειρησιακή δράση των Patriot ως απόδειξη της στρατηγικής αξιοπιστίας της Ελλάδας, σήμερα θεωρεί αναγκαίο να επαναξιολογεί ακόμη και κάθε μήνα τους λόγους παραμονής της πυροβολαρχίας στη Σαουδική Αραβία.

Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην αποτυχία. Γίνεται όμως δείγμα πολιτικής αποτυχίας όταν αλλάζεις επιλογές χωρίς να αξιολογείς δημόσια τις προηγούμενες.

Δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή μια παράδοξη κυβερνητική θεωρία εξωτερικής πολιτικής σύμφωνα με την οποία: είχαμε δίκιο όταν τους στείλαμε, είχαμε δίκιο όταν τους χρησιμοποιήσαμε, είχαμε δίκιο όταν τους μετακινήσαμε, είχαμε δίκιο όταν αποφασίσαμε να τους αποσύρουμε και θα έχουμε πάλι δίκιο όπου αποφασίσουμε αύριο να τους εγκαταστήσουμε.

Αυτό δεν διαμορφώνει όρους εθνικής στρατηγικής. Δημιουργεί όρους κομματικής διαχείρισης της συγκυρίας σε βάρος μακροπρόθεσμων εθνικών επιλογών.

Ο λογαριασμός αφορά και την οικονομία

Η εξωτερική πολιτική δεν είναι ένας απομονωμένος χώρος υψηλής διπλωματίας, με αποκλειστικούς παίκτες τον πρωθυπουργό, την κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς.

Οι επιλογές στη Μέση Ανατολή μεταφέρονται πολύ γρήγορα στο πρατήριο καυσίμων, στον πληθωρισμό, στα ασφάλιστρα πολέμου, στους ναύλους, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ακόμη περισσότερο, επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών και, για την Ελλάδα, την υποστήριξη μιας κοινής ευρωπαϊκής προοπτικής.

Για τη χώρα μας αυτή η σχέση είναι ακόμη ισχυρότερη.

Η ελληνική ναυτιλία δραστηριοποιείται παγκοσμίως. Δεν κινείται μόνο μεταξύ φίλων και συμμάχων. Περνά από θαλάσσιες ζώνες όπου συναντώνται και συγκρούονται αμερικανικά, ευρωπαϊκά, κινεζικά, ρωσικά, αραβικά και ιρανικά συμφέροντα.

Γι’ αυτό μια παγκόσμια ναυτιλιακή δύναμη χρειάζεται και διπλωματική πολυμέρεια.

Όχι ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Ούτε ουδετερότητα απέναντι στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Αλλά ανοικτούς διαύλους, δυνατότητα συνομιλίας και διπλωματικό κεφάλαιο που δεν εξαντλείται σε έναν μόνο γεωπολιτικό άξονα.

Και η Ευρώπη;

Η Ελλάδα δεν είναι μια μικρή περιφερειακή δύναμη που πρέπει κάθε φορά να αναζητεί τον ισχυρότερο προστάτη. Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και για μια χώρα του δικού μας μεγέθους η Ευρώπη δεν αποτελεί ιδεολογική πολυτέλεια. Αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος.

Η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ είναι απαραίτητη. Η συνεργασία με το Ισραήλ έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική αξία. Οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, τις χώρες του Κόλπου και ευρύτερα τον αραβικό κόσμο πρέπει να αναπτύσσονται.

Αλλά όλα αυτά πρέπει να εντάσσονται σε μια ελληνική εξωτερική πολιτική με σαφή ευρωπαϊκή αγκύρωση — όχι να την υποκαθιστούν.

Είχαμε προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα κινδύνευε να «κλειδώσει» σε ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό αφήγημα, χωρίς επαρκή πρόβλεψη για την περίπτωση που η απόλυτη επικράτηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν θα ήταν δεδομένη.

Η πραγματικότητα δεν επιτρέπει πλέον να παραγνωρίζουμε αυτές τις επιφυλάξεις.

Από τη «σωστή πλευρά» στη σωστή στρατηγική

Το δίδαγμα επομένως από τις επιλογές για τους Patriot δεν αφορά τους Patriot και την επιχειρησιακή διαχείρισή τους. Για αυτήν, άλλωστε, είμαστε οι λιγότερο αρμόδιοι να υποδείξουμε στους στρατιωτικούς πού και πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Αφορά κάτι πολύ σημαντικότερο: την ανάγκη μετάβασης από μια εξωτερική πολιτική της ευθυγράμμισης και της άκριτης επίδειξης υπακοής σε μια πολύμορφη και περισσότερο αυτόνομη εξωτερική πολιτική, με σταθερή επιδίωξη της στρατηγικής αυτονομίας και πάντα εναρμονισμένοι με την Ευρώπη.

Μια πολιτική που θα αξιολογεί κάθε συμμαχία με βάση το εθνικό συμφέρον, το διεθνές δίκαιο και την ευρωπαϊκή μας θέση. Που θα προστατεύει τη δυνατότητα της χώρας να συνομιλεί. Που θα συνυπολογίζει, πριν από κάθε επιλογή, τις συνέπειες για την οικονομία και τη ναυτιλία. Και που θα αφήνει πάντοτε ανοικτές εναλλακτικές διαδρομές.

Γιατί στην εξωτερική πολιτική το πλέον επικίνδυνο για μια χώρα είναι να έχει επενδύσει τόσο μονομερώς σε επιλογές έξω από ένα σταθερό πλαίσιο αρχών και διεθνούς δικαίου, ώστε να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί όταν ο κόσμος γύρω της αλλάζει.

Οι Patriot μπορεί να επιστρέψουν, να επανεγκατασταθούν ή να μετακινηθούν και πάλι αλλού. Αυτό θα το αποφασίσουν οι αρμόδιοι με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες.

Εκείνο όμως που η κοινωνία των πολιτών οφείλει να απαιτήσει και τα κόμματα εθνικής ευθύνης να διεκδικήσουν, είναι κάτι δυσκολότερο:

να αποκτήσει επιτέλους η χώρα την ικανότητα να σχεδιάζει την εξωτερική πολιτική της όχι συρόμενη κάθε φορά από τη συγκυρία και τις επιλογές των ισχυρότερων συμμάχων της, αλλά με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα, μέσα από εθνικό διάλογο, ευρωπαϊκή αναφορά και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Περί των αποφάσεων του ΣΤΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.


Για τη συζήτηση περί των ιδιωτικών πανεπιστημίων, έχουμε πολλαπλώς αρθρογραφήσει σχετικά και ως εκ τούτου δεν θα επαναλάβω τις απόψεις μου.

Δεν χρειάζεται βιαστικός σχολιασμός για την πρόσφατη απόφαση του ΣΤΕ για ακύρωση λειτουργίας των τριών μη κρατικών πανεπιστημίων.

Μπορούμε όμως πλέον μετά βεβαιότητας να δούμε ότι και σε αυτή την περίπτωση συνέβη ότι συνήθως συμβαίνει σε πλείστες τόσες περιπτώσεις τα χρόνια Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση εμφανίζει συστηματικά τη νομοθέτηση ως συνώνυμο της μεταρρύθμισης. Όμως σε σειρά εμβληματικών περιπτώσεων η ψήφιση του νόμου υπήρξε το επικοινωνιακό τέλος της ιστορίας, ενώ διοικητικά ήταν απλώς η αρχή μιας μακράς περιόδου παρατάσεων, διορθώσεων, νέων νόμων και, ενίοτε, δικαστικών ακυρώσεων.

Στη περίπτωση των ΝΠΠΕ ενώ η κυβέρνηση κέρδισε τη μεγάλη συνταγματική μάχη, στη συνέχεια, τμήμα του συστήματος, προσέκρουσε στη Δικαιοσύνη σε πολύ πιο πεζά ζητήματα διοικητικής επάρκειας και νόμιμης εφαρμογής. Δηλαδή πρόβλημα της ίδιας της κανονιστικής κατασκευής της εφαρμογής.

Το ΣτΕ λοιπόν δεν ακύρωσε γενικώς τον θεσμό των μη κρατικών πανεπιστημίων, αλλά συγκεκριμένες άδειες και προγράμματα, επειδή εντόπισε νομικά ελαττώματα στις κανονιστικές πράξεις.

Τουλάχιστον θα αντιληφθούν, τα κυβερνητικά στελέχη, ότι είναι υποχρεωμένα να εποπτεύουν την υλοποίηση των νόμων και προφανώς την ισχύ των κριτηρίων που η ίδια η κυβέρνηση νομοθέτησε...

Όχι δηλαδή άδειες λειτουργίας ΝΠΠΕ, με πελατειακά κριτήρια χωρίς την υλοποίηση των απαιτήσεων του σχετικού Νόμου.

Στο κράτος δικαίου, άλλο η συνταγματικότητα ενός γενικού πλαισίου και άλλο η νομιμότητα των πράξεων που το εφαρμόζουν.

Ας είμαστε λοιπόν καθαροί: “…Ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο και, παράλληλα, λειτουργία διεθνώς αναγνωρισμένων, πραγματικά μη κερδοσκοπικών ξένων ιδρυμάτων, με διαφανή διοίκηση και αυστηρά ακαδημαϊκά πρότυπα…”, πρέπει να είναι το προγραμματικό πολιτικό πρόταγμα, αντιπαράθεσης προς την κυβέρνηση.

Για δε τους “ανησυχούντες” υποστηρικτές της συγκεκριμένης κυβερνητικής πολιτικής, ας έχουν υπόψη τους ότι θα υπάρχει  συνέχεια.

Προφανώς και θα αναμένουμε να καθαρογραφτούν και να δημοσιευθούν οι σχετικές αποφάσεων του ΣτΕ, ώστε να έχουμε συνολική τοποθέτηση.

Μέχρι τότε όμως να υπενθυμίσουμε ότι:

  •  Πολλαπλώς στα, αρκετά για ενεργό Πολίτη, άρθρα-σχόλιά μας, είχαμε επισημάνει τα κενά του βαθμού συμμετοχής των μητρικών πανεπιστημίων και την κατ΄ ουσίαν ανωτατοποίηση κάποιων κολλεγίων σε πανεπιστήμια.
  •  Είχαμε θέσει το θέμα της μη αποδεδειγμένης συμμετοχής του μητρικού πανεπιστημίου στα παράβολα και τις εγγυητικές επιστολές, στο κεφάλαιο αλλά και τη συμμετοχή τους στη διοίκηση.
  •  Είχαμε θίξει με εμφατικό τρόπο τα προβλήματα των εγκαταστάσεων και τις άδειες που δόθηκαν χωρίς να πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις στις υποδομές.
  •  Είχαμε αναφερθεί στα σοβαρά κενά στα προγράμματα σπουδών και τη μη πιστοποίηση των προγραμμάτων από τις αντίστοιχες αρχές πιστοποίησης ποιότητας των χωρών προέλευσης.
  •  Και τέλος είχαμε επισημάνει πως, δεν υπήρχαν καν οι απαιτούμενες ως προς το εκάστοτε πρόγραμμα σπουδών εγκαταστάσεις, κάτι που προφανώς εντόπισε και το ΣτΕ στη δική του αξιολόγηση.

Δεν είναι θέμα δικαίωσης. Είναι θέμα ανάδειξης της εφαρμοστικής ανεπάρκειας της εκτελεστικής εξουσίας των κατά τα λοιπά «αρίστων», ημιμαθών αλαζόνων…

Ο Νόμος Πιερακάκη έχει υποστεί μια πρώτη, επί της ουσίας, αμφισβήτηση από θεσμικό φορέα… Την Δικαιοσύνη.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Όταν υποχωρεί η Πολιτική, κερδίζει η αντι-Πολιτική


Υπάρχει κάτι βαθύτερα ανησυχητικό στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ημερών. Και δεν αφορά μόνο το ΠΑΣΟΚ, ούτε ένα «μυστικό δείπνο» που οι φερόμενοι ως συνδαιτυμόνες διαψεύδουν κατηγορηματικά, ούτε τις συμβάσεις μιας εταιρείας που συνδέεται συγγενικά με πολιτικό στέλεχος και άλλα αντίστοιχα σενάρια.

Αφορά κάτι πολύ σοβαρότερο: την ποιότητα της ίδιας της Πολιτικής και της δημοκρατικής συζήτησης στη χώρα.

Μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη του Αυγούστου, ενώ η χώρα δοκιμάζεται ξανά από τις πυρκαγιές και επανέρχονται τα ερωτήματα για την προετοιμασία και την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, μια εντελώς διαφορετική ατζέντα διεκδικεί αίφνης το κέντρο της δημόσιας συζήτησης.

«Μυστικά δείπνα». Κυβερνήσεις που σχεδιάζονται πριν ακόμη γίνουν εκλογές. Επιχειρηματίες που υποτίθεται ότι οργανώνουν πολιτικές συμμαχίες. Συμβάσεις συγγενικών προσώπων. Υπόγειες συνεννοήσεις. «Διαπλοκή».

Και, φυσικά, σενάρια. Πολλά σενάρια.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι όλα αυτά απαγορεύεται να ερευνώνται. Το αντίθετο. Η δημοσιογραφική έρευνα για τα πολιτικά πρόσωπα είναι αναγκαία στη δημοκρατία. Οι σχέσεις πολιτικής και οικονομικών συμφερόντων πρέπει να ελέγχονται, οι δημόσιες συμβάσεις να είναι απολύτως διαφανείς και κανένα κόμμα —ούτε βεβαίως το ΠΑΣΟΚ— δεν δικαιούται οποιαδήποτε ασυλία.

Άλλο όμως έρευνα και άλλο κατασκευή πολιτικής ατζέντας.

Όταν το σενάριο υποκαθιστά την πολιτική

Η ιστορία του περιβόητου «μυστικού δείπνου» είναι χαρακτηριστική. Οι τρεις άνθρωποι που υποτίθεται ότι συμμετείχαν το διέψευσαν κατηγορηματικά. Ακολούθησαν εξώδικες ενέργειες. Κι όμως, η ιστορία απέκτησε τη δική της πολιτική ζωή.

Διότι στην εποχή της επικοινωνιακής πολιτικής ένα σενάριο δεν χρειάζεται πάντοτε να αποδειχθεί για να επιτελέσει τη λειτουργία του. Αρκεί να καταλάβει τον διαθέσιμο χώρο της δημόσιας συζήτησης.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Τι σταματήσαμε να συζητάμε όταν αρχίσαμε να συζητάμε για τα δείπνα;

Τις πυρκαγιές και την πολιτική προστασία. Την ακρίβεια. Το στεγαστικό. Την κατάσταση της δημόσιας υγείας και της παιδείας. Την αγοραστική δύναμη των μισθών. Τις ανισότητες. Την ασφάλεια. Την παραγωγική ανασυγκρότηση. Τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών. Το άδειασμα του Σταύρο Μπένου από την κυβέρνηση για το σχεδιασμό αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων των καταστροφικών πυρκαγιών τα τελευταία χρόνια στον Έβρο κλπ. κλπ. Στην ουσία την προοπτική της χώρας.

Δηλαδή, σταματήσαμε να συζητάμε για Πολιτική.

Δεν χρειάζεται συνωμοσία. Αρκεί η σύγκλιση

Δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουμε κάποιο ενιαίο κέντρο που κινεί τα νήματα. Ούτε κάποια παράδοξη συμμαχία τμημάτων Δεξιάς και Αριστεράς.

Η πραγματικότητα είναι απλούστερη.

Διαφορετικά πολιτικά, οικονομικά και μιντιακά κέντρα μπορεί να έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικές επιδιώξεις. Μπορούν όμως, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, να συγκλίνουν στους στόχους χρησιμοποιώντας παρόμοιες μεθόδους.

Για κάποιους το ζητούμενο είναι να εμφανιστεί το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικό συμπλήρωμα της Νέας Δημοκρατίας. Για άλλους, να αποδυναμωθεί ώστε να διευκολυνθεί μια διαφορετική αναδιάταξη του χώρου της Κεντροαριστεράς. Για άλλους, απλώς να συντηρηθεί ένας δημόσιος διάλογος περισσότερο θεαματικός και περισσότερο εμπορεύσιμος.

Δεν χρειάζεται να συνεννοούνται μεταξύ τους.

Η σύγκλιση των επιδιώξεων και κυρίως των μεθόδων αρκεί.

Το αποτέλεσμα όμως είναι κοινό: αντί να συζητούμε για πολιτικές, συζητούμε για πρόσωπα. Αντί για προγράμματα, για παρασκήνια. Αντί για κοινωνικές προτεραιότητες, για υποτιθέμενες μυστικές συμφωνίες.

Ο πρώτος πολιτικός ωφελημένος

Και ποιος ωφελείται άμεσα από αυτή τη μετατόπιση;

Εκ του αποτελέσματος, πρωτίστως η σημερινή κυβέρνηση.

Όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποιος δείπνησε με ποιον, ποιος σχεδιάζει να κυβερνήσει με ποιον και ποιες προσωπικές στρατηγικές εξυφαίνονται στην αντιπολίτευση, τόσο απομακρύνεται από το ερώτημα που φυσιολογικά θα έπρεπε να κυριαρχεί:

Ποιος είναι ο απολογισμός επτά ετών διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Δεν χρειάζεται λοιπόν να αποδώσει κανείς πρόθεση στην κυβέρνηση για να διαπιστώσει την πολιτική της ωφέλεια. Είναι ωφέλεια εκ του αποτελέσματος.

Υπάρχει όμως ένας ακόμη ωφελημένος. Και ενδεχομένως πολύ πιο επικίνδυνος.

Όταν απαξιώνεται η Πολιτική, ενισχύονται τα άκρα

Όταν επί εβδομάδες η Πολιτική παρουσιάζεται ως ένας κόσμος μυστικών δείπνων, επιχειρηματικών συναλλαγών, προσωπικών συμφωνιών και παρασκηνιακών διευθετήσεων, ο πολίτης δεν καταλήγει αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι «ο ένας πολιτικός είναι καλύτερος από τον άλλο».

Μπορεί να καταλήξει σε κάτι πολύ χειρότερο:

«Όλοι ίδιοι είναι».

Και αυτή είναι η πρώτη ύλη του αντι-συστημισμού.

Η απαξίωση της δημοκρατικής πολιτικής δεν ενισχύει τελικά μόνο εκείνον που βρίσκεται προσωρινά στην κυβέρνηση. Τροφοδοτεί εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα κόμματα, οι θεσμοί, το Κοινοβούλιο, οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν έχουν κανένα νόημα επειδή όλα δήθεν αποφασίζονται σε κάποιο σκοτεινό παρασκήνιο.

Εκεί ακριβώς βρίσκουν πρόσφορο έδαφος οι κάθε λογής ακραίοι. Από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά με κοινό καύσιμο: τη δυσπιστία απέναντι στη δημοκρατική Πολιτική.

Γι' αυτό το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ την υπεράσπιση ενός κόμματος ή κάποιων στελεχών του.

Αφορά την υπεράσπιση της Πολιτικής απέναντι στην αντι-Πολιτική.

Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι αμυντική

Σε αυτή την κατάσταση το ΠΑΣΟΚ έχει μια ιστορική ευθύνη.

Θα ήταν λάθος να εγκλωβιστεί σε έναν καθημερινό πόλεμο διαψεύσεων, καταγγελιών και ανταπαντήσεων. Ακόμη μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να απαντήσει στην τοξικότητα με περισσότερη τοξικότητα ή να βλέπει πίσω από κάθε κριτική μια οργανωμένη συνωμοσία.

Όπου υπάρχουν πραγματικά ερωτήματα, χρειάζονται καθαρές απαντήσεις. Όπου διατυπώνονται κατηγορίες, χρειάζεται τεκμηρίωση και διαφάνεια και προφανώς πολιτική αλληλεγγύης των στελεχών του που προδήλως σκόπιμα υπονομεύονται.

Αλλά η ουσιαστική απάντηση είναι άλλη: περισσότερη Πολιτική.

Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να μεταφέρει επίμονα τη συζήτηση εκεί όπου διαθέτει το πραγματικό του όπλο: στην προγραμματική του πρόταση.

Στην οικονομία και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Στο κοινωνικό κράτος. Στη δημόσια υγεία και παιδεία. Στη στέγη. Στην εργασία και τους μισθούς. Στην περιφερειακή ανάπτυξη. Στην πράσινη μετάβαση. Στους θεσμούς και τη λειτουργία του κράτους.

Και κυρίως να συνεχίσει την προσπάθεια να καθιστά σαφές τι ακριβώς προτείνει να γίνει διαφορετικά την επόμενη ημέρα, αναδεικνύοντας και σε τι αντιτίθεται, από τις όποιες προτάσεις άλλων φορέων και κομμάτων.

Αυτή είναι η προγραμματική πανοπλία που μπορεί να υπερβεί τον θόρυβο.

Διότι η απάντηση στην παραπολιτική δεν είναι περισσότερη παραπολιτική. Η απάντηση στον αντισυστημισμό δεν είναι η υιοθέτηση της γλώσσας του.

Είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της δημοκρατικής Πολιτικής.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το πραγματικό διακύβευμα πίσω από όλα τα «μυστικά δείπνα» του φετινού Αυγούστου:

να ξαναρχίσουμε να συζητάμε για όσα συμβαίνουν στο φως της ημέρας.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Από τη Διακήρυξη της Κέρκυρας στο Μνημόνιο της Ρόδου: το θέμα της νησιωτικότητας.

Δημοσιεύθηκε στον ΠΟΛΙΤΗ 24 Ιουλίου

Οι τέσσερις νησιωτικές Περιφέρειες της χώρας συναντώνται στη Ρόδο για να υπογράψουν ένα ακόμη Μνημόνιο Συνεργασίας. Η πρωτοβουλία παρουσιάζεται ως θεσμική συνέχεια της «Διακήρυξης της Κέρκυρας», η οποία διαμορφώθηκε στην Κέρκυρα και υπογράφηκε τον Ιούλιο του 2025 στη Λέσβο από τις Περιφέρειες Ιονίων Νήσων, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου. Τώρα προστίθεται και η Κρήτη και εξαγγέλλεται ένα «σταθερό πλαίσιο κοινών δράσεων και παρεμβάσεων».

Μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία νησιωτικής συνεργασίας. Τα νησιά έχουν κοινά προβλήματα, χρειάζονται ισχυρή συλλογική εκπροσώπηση και οφείλουν να διεκδικούν από κοινού πόρους και ειδικές ευρωπαϊκές πολιτικές.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσες φορές θα συναντηθούν οι περιφερειάρχες ούτε πόσες διακηρύξεις θα υπογράψουν. Είναι τι άλλαξε μετά την προηγούμενη υπογραφή και τι ακριβώς σχεδιάζεται να αλλάξει με την επόμενη.

Όραμα χωρίς δεσμεύσεις

Η Διακήρυξη του 2025 εξήγγειλε βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, διεθνή συνεργασία, τακτικές συνεδριάσεις και τη συγκρότηση Μόνιμου Δικτύου Νησιωτικών Περιφερειών. Έναν χρόνο αργότερα, αναγγέλλεται ένα νέο Μνημόνιο, με ενδιαφέρουσες αλλά πάλι γενικές αναφορές σε «αναπτυξιακές προτεραιότητες», «κοινή πορεία» και «βιώσιμο μέλλον».

Αυτό που λείπει και θα άξιζε να γνωρίζουν οι πολίτες και οι πρωτοβάθμιοι φορείς Τ.Α. της περιοχής, είναι ένας δημόσιος απολογισμός των αποτελεσμάτων της υπογραφής της «Διακήρυξης της Κέρκυρας». Απολογισμό τον οποίο ελπίζουμε να γίνουμε κοινωνοί κατά της διαδικασίες στη συνάντηση της Ρόδου...

Γιατί χωρίς αντίστοιχους απολογισμούς, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα πολλών τέτοιων πρωτοβουλιών. Η υπογραφή μετατρέπεται σε υποκατάστατο πολιτικής. Παράγει φωτογραφίες, δηλώσεις, προσδοκίες και πρόσκαιρη δημοσιότητα, χωρίς να δημιουργεί αναγκαστικά μηχανισμούς εφαρμογής των στόχων.

Ένα σοβαρό μνημόνιο θα έπρεπε να απαντά τουλάχιστον σε κάποια από τα ακόλουθα πέντε ερωτήματα:

1.     Ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι στόχοι;

2.     Ποιος αναλαμβάνει κάθε δράση;

3.     Από ποιους πόρους θα χρηματοδοτηθεί;

4.     Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα;

5.     Πότε και με ποιους δείκτες θα γίνει δημόσιος απολογισμός;

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, το Μνημόνιο αυτό, όπως και κάθε αντίστοιχο, κινδυνεύει να αποτελέσει περισσότερο εργαλείο διασποράς προσδοκιών παρά άσκηση περιφερειακής πολιτικής.

Το Βόρειο Αιγαίο δεν αντέχει “συμβολικές” πολιτικές

Για το Βόρειο Αιγαίο το ζήτημα είναι ακόμη σοβαρότερο. Δεν πρόκειται για μία απλώς «νησιωτική» Περιφέρεια με ορισμένα πρόσθετα μεταφορικά κόστη. Πρόκειται για την Περιφέρεια με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα: μόλις 13.136 ευρώ, έναντι 21.301 ευρώ του εθνικού μέσου όρου, σύμφωνα με τα τελευταία περιφερειακά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Παράλληλα, ο μόνιμος πληθυσμός της μειώθηκε από 199.231 κατοίκους το 2011 σε 194.943 το 2021. Πολύ πιο ανησυχητική είναι η ηλικιακή σύνθεση: οι κάτοικοι ηλικίας 20–29 ετών μειώθηκαν κατά 24,3% και εκείνοι των 30–39 ετών κατά 15,1%, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά οι μεγαλύτερες ηλικίες.

Αυτά δεν είναι απλοί αριθμοί. Περιγράφουν μία Περιφέρεια που χάνει νέους, παραγωγικό δυναμικό και δυνατότητες αναπαραγωγής των τοπικών κοινωνιών της. Στη Χίο, στη Λέσβο, στη Σάμο, στη Λήμνο και στην Ικαρία, η νησιωτικότητα δεν είναι αφηρημένο αναπτυξιακό «πλεονέκτημα». Είναι καθημερινό αυξημένο κόστος μετακίνησης, περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες, ελλείψεις προσωπικού και ανασφάλεια για το αν μια οικογένεια μπορεί να παραμείνει στον τόπο της.

Η ατζέντα που απουσιάζει

Την ώρα που ανακοινώνεται το νέο Μνημόνιο, δεν παρουσιάζεται μία κοινή, κοστολογημένη διεκδίκηση των Περιφερειών για το Μεταφορικό Ισοδύναμο. Το εργαλείο αυτό θεσπίστηκε ακριβώς για να εξισώνει το κόστος θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών, εμπορευμάτων και καυσίμων με το αντίστοιχο χερσαίο κόστος. Ωστόσο, η ουσία του δεν κρίνεται από την ύπαρξη μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας αλλά από την έγκαιρη πληρωμή, την επάρκεια των πιστώσεων και την πραγματική κάλυψη του πρόσθετου νησιωτικού κόστους.

Δεν παρουσιάζεται επίσης κοινό σχέδιο για την ακτοπλοΐα: ελάχιστες εγγυημένες συχνότητες, ανώτατος αποδεκτός χρόνος απομόνωσης μικρών νησιών, ανανέωση στόλου, ποιότητα υπηρεσίας, προσβασιμότητα και διαφάνεια στη χρηματοδότηση των άγονων γραμμών.

Ούτε στόχοι για εναέριες μεταφορές μεταξύ των νησιών και με το κέντρο. Το κόστος εισιτηρίου και ένας έλεγχος για τη διακύμανση του κόστους της συγκεκριμένης μεταφοράς στην αεροπορική εταιρεία. Ακόμη και για την υπόθεση των υδατοδρομίων και των σχετικών μεταφορών με Υδροπλάνα. Να την κλείσουμε τη συζήτηση αν υπάρχει θέμα ή να οργανώσουμε την υποστήριξη για τις αναγκαίες διαδικασίες.

Ούτε προκύπτει συντονισμένη διεκδίκηση για καθολική εφαρμογή των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 το μειωμένο καθεστώς επεκτάθηκε σε νησιά του Βορείου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων με πληθυσμό έως 20.000 κατοίκους, ενώ η Χίος, η Λέσβος και η Σάμος διατηρούν ειδικό καθεστώς συνδεδεμένο με τη λειτουργία δομών υποδοχής. Η νησιωτικότητα, όμως, δεν παύει πάνω από ένα αυθαίρετο πληθυσμιακό όριο ούτε είναι εύλογο μια μόνιμη γεωγραφική επιβάρυνση να συνδέεται με το προσφυγικό.

Το ίδιο ισχύει για την υποστελέχωση νοσοκομείων, κέντρων υγείας, σχολείων, τεχνικών υπηρεσιών δήμων και Περιφερειών. Χωρίς ειδικό νησιωτικό πλαίσιο προσλήψεων, στέγασης και οικονομικών κινήτρων, η ίση μεταχείριση των νησιών παραμένει τυπική και όχι πραγματική.

Η Ευρώπη προχωρά – εμείς τι διεκδικούμε;

Η συζήτηση αυτή και η σχετική κριτική μας, γίνεται ακόμη πιο επιτακτική επειδή από τις 10 Ιουνίου 2026 υπάρχει πλέον η πρώτη αυτοτελής Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Νησιά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει επίσημα τη γεωγραφική απομόνωση, τις δημογραφικές πιέσεις, το αυξημένο κόστος, τις δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες και την ανάγκη καλύτερου συντονισμού των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.

Εδώ ακριβώς θα έπρεπε να εστιάζεται η κοινή πρωτοβουλία των Περιφερειών: σε συγκεκριμένες προτάσεις εφαρμογής της ευρωπαϊκής στρατηγικής, σε διεκδίκηση διακριτού νησιωτικού χρηματοδοτικού φακέλου στον προϋπολογισμό 2028–2034 και σε πίεση για μία ολοκληρωμένη εθνική νησιωτική στρατηγική με δεσμευτικούς στόχους.

Οι Περιφέρειες δεν αρκεί να υπογράψουν ακόμη μία διακήρυξη για να συμφωνήσουν ότι τα νησιά έχουν προβλήματα. Αυτό το γνωρίζουν ήδη οι κάτοικοί τους, και μάλιστα πολύ καλά.

Χρειάζεται να δημοσιοποιήσουν ένα επιχειρησιακό σχέδιο με κάποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις, προϋπολογισμό, υπεύθυνους εφαρμογής και ετήσιο απολογισμό ανά νησί. Να γνωρίζει ο κάτοικος της Χίου, της Λέσβου ή της Λήμνου τι ακριβώς θα έχει αλλάξει σε δώδεκα και σε είκοσι τέσσερις μήνες.

Διαφορετικά, οι διακηρύξεις κινδυνεύουν να συνεχίσουν να ταξιδεύουν από την Κέρκυρα στη Μυτιλήνη και από εκεί στη Ρόδο, ενώ οι νέοι θα ταξιδεύουν μονίμως προς την αντίθετη κατεύθυνση: μακριά από τα νησιά τους.

Ας ευχηθούμε οι σκέψεις αυτές να ληφθούν υπόψη.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ακρίβεια και Πληθωρισμός: πολλά «Pass», πολλά «Καλάθια», καθόλου αξιολόγηση.

Με βάση αυτό δημοσιεύτηκε σήμερα 8/7/26 σχετικό μου σχόλια στην Εφημερίδα των Συντακτών: https://www.efsyn.gr/stiles/1422853/poy-einai-o-apologismos-kai-poia-i-axiologisi/

Υπάρχουν πολιτικές που μπορεί να αποτύχουν. Υπάρχουν και πολιτικές που πετυχαίνουν. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, στις ώριμες δημοκρατίες προηγείται πάντα κάτι εξίσου σημαντικό: ο απολογισμός, η αξιολόγηση των επιλογών.

Στην Ελλάδα, τα τελευταία έξι χρόνια φαίνεται να διαμορφώθηκε μια διαφορετική αντίληψη. Δεν είναι ότι δεν πάρθηκαν μέτρα για την ακρίβεια. Το αντίθετο. Πάρθηκαν τόσα πολλά, ώστε σήμερα δύσκολα θυμάται κανείς τη σειρά τους. Fuel Pass, Power Pass, Market Pass, «Καλάθι του Νοικοκυριού», «Καλάθι του Πάσχα», «Καλάθι των Μαθητών», «Καλάθι του Νονού/ας», «Μόνιμη Μείωση Τιμής», πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, συμφωνίες με τις αλυσίδες λιανεμπορίου, εξαγγελίες για νέες μειώσεις τιμών «από τον Σεπτέμβριο»...

Ήταν σχεδόν σαν κάθε λίγους μήνες η αγορά να αποκτούσε ένα νέο εργαλείο σωτηρίας. Αν υπήρχε και ένα «Pass μνήμης», ίσως να θυμόμασταν σήμερα ποιο από όλα απέδωσε πραγματικά.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δοκιμάστηκαν διαφορετικά εργαλεία και πολιτικές αντιμετώπισης ενός συστημικού προβλήματος. Αντιθέτως, απέναντι σε μια πρωτοφανή ενεργειακή και πληθωριστική κρίση, κάθε κυβέρνηση όφειλε να αναζητήσει λύσεις. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι σχεδόν καμία από αυτές τις πολιτικές δεν συνοδεύτηκε από έναν δημόσιο, τεκμηριωμένο απολογισμό της αποτελεσματικότητάς της και κάποια αξιολόγηση των υπουργών και όσων επέλεξαν τις συγκεκριμένες επιλογές.

Μια καταγραφή «μέτρων» και εξαγγελιών

Περίοδος

Μέτρο

Βασική υπόσχεση

Σημερινή εικόνα

2021

Επιδοτήσεις ηλεκτρικού ρεύματος

Περιορισμός ενεργειακού κόστους

Προσωρινή ανακούφιση

2022

Fuel Pass

Αντιστάθμιση αυξήσεων καυσίμων

Ολοκληρώθηκε

2022

Power Pass

Επιστροφή μέρους των αυξήσεων στους λογαριασμούς

Ολοκληρώθηκε

2022

Καλάθι του Νοικοκυριού

Συγκράτηση τιμών βασικών αγαθών

Καταργήθηκε

2023

Market Pass

Στήριξη αγοραστικής δύναμης

Ολοκληρώθηκε

2023

Εποχικά «Καλάθια»

Φθηνότερες εορταστικές και σχολικές αγορές

Προσωρινά μέτρα που ξεχάστηκαν στην πορεία

2024

«Μόνιμη Μείωση Τιμής»

Διαρκείς μειώσεις τιμών

Έληξε

2024–2026

Πλαφόν στο περιθώριο κέρδους

Περιορισμός αισχροκέρδειας

Καταργήθηκε

Ιούνιος 2026

Συμφωνία για «πάγωμα» τιμών μέχρι τον Σεπτέμβριο

Μειώσεις τιμών τους επόμενους μήνες

Αναμένεται να αξιολογηθεί

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπήρξε δραστηριότητα για να αντιμετωπιστεί το θέμα. Κάθε άλλο…

Αυτό όμως που καθόλου ή σε κάθε περίπτωση δύσκολα μπορεί να βρει κανείς/μια είναι μια επίσημη έκθεση απολογισμού ή αξιολόγησης που να απαντά σε απλά ερωτήματα:

  • Πόσο μείωσε τις τιμές κάθε μέτρο;
  • Πόσο κόστισε στον κρατικό προϋπολογισμό;
  • Πόσο βελτίωσε την αγοραστική δύναμη;
  • Γιατί εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από το επόμενο;

Αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ ή σε κάθε περίπτωση δεν έγινε γνωστή στο δημόσιο λόγο.

Και το χειρότερο στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, λες και υπήρξε ενορχηστρωμένη επιλογή, υποβαθμίστηκε το θέμα «αξιολόγηση» όταν αυτή η λέξη από μόνη της, όταν αφορούσε “… τους κάθε άλλους…” και ιδιαιτέρως τους εργαζόμενους, διαμόρφωνε υπόβαθρο για χτιστούν πολιτικές και επαγγελματικές καριέρες.

Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση μεταφερόταν κάθε φορά στο επόμενο μέτρο, πριν ακόμη αξιολογηθεί το προηγούμενο. Έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση μιας διαρκούς κινητικότητας, χωρίς αντίστοιχη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα.

Η κυβέρνηση απέκτησε, πράγματι, μια αξιοσημείωτη παραγωγικότητα στην “επινόηση νέων τίτλων” πολιτικών μέτρων. Εκείνο που παραμένει δυσεύρετο είναι ο απολογισμός των προηγούμενων τίτλων.

Και ενώ οι τίτλοι άλλαζαν, ο λογαριασμός στο ταμείο του σούπερ μάρκετ παρέμενε πεισματικά υψηλός και σε διαρκή άνοδο.

Ο «εισαγόμενος πληθωρισμός» εξηγεί τα πάντα;

Αναμφίβολα, ένα μέρος μέρος των ανατιμήσεων και του πληθωρισμού ήταν εισαγόμενο. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι διεθνείς διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες επηρέασαν όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αλλά αυτό δεν αρκεί ως πλήρης εξήγηση, όταν μάλιστα είναι καταγεγραμμένη η απόκλιση από το μέσο ευρωπαϊκό δείκτη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί, όταν ο πληθωρισμός άρχισε να αποκλιμακώνεται στην Ευρώπη, η Ελλάδα συνέχισε να εμφανίζει από τις υψηλότερες τιμές τροφίμων σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Εκεί η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις διεθνείς αγορές. Βρίσκεται και στη δομή της ελληνικής αγοράς, στον βαθμό ανταγωνισμού, στη φορολογική επιβάρυνση, στο κόστος ενέργειας, αλλά και στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν.

Η “λογοδοσία” και η “αξιολόγηση” που δεν έγινε ποτέ

Υπάρχει λοιπόν ένα θεσμικό ζήτημα.

Τα πρόσωπα που είχαν την ευθύνη σχεδιασμού και εφαρμογής αυτών των πολιτικών εναλλάχτηκαν και συνέχισαν, σε αρκετές περιπτώσεις, να διαχειρίζονται το ίδιο χαρτοφυλάκιο ή να επιστρέφουν σε αυτό, χωρίς να προηγηθεί μια δημόσια αξιολόγηση των προηγούμενων επιλογών τους.

Δεν πρόκειται μόνον για προσωπική μομφή. Είναι ζήτημα θεσμικής λειτουργίας.

Σε κάθε σοβαρή δημόσια πολιτική, η συνέχεια δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού ή στην πολιτική συγκυρία. Οφείλει να στηρίζεται και σε τεκμηριωμένη αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Η συνέχεια της ευθύνης προϋποθέτει και συνέχεια της λογοδοσίας δια μέσω αξιολόγησης των αποτελεσμάτων προηγούμενων επιλογών.

Διαφορετικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι οι πολιτικές δεν κρίνονται από τα αποτελέσματά τους, αλλά από την επικοινωνιακή τους απήχηση.

Και τώρα;

Η τελευταία κυβερνητική διαβεβαίωση είναι ότι οι τιμές θα αρχίσουν να αποκλιμακώνονται τους επόμενους μήνες, μετά και την κατάργηση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και τις νέες συμφωνίες με την αγορά.

Μακάρι.

Οι πολίτες δεν έχουν κανέναν λόγο να επιθυμούν την αποτυχία οποιουδήποτε μέτρου που μπορεί να μειώσει το κόστος ζωής τους.

Έχουν όμως κάθε λόγο να ζητούν κάτι που μέχρι σήμερα απουσιάζει.

Έναν δημόσιο απολογισμό. Μια λογοδοσία προσώπων. Μια αξιολόγηση των επιλογών και των σχετικών μέτρων.

Γιατί η δημόσια πολιτική δεν είναι τηλεοπτική σειρά όπου κάθε νέα σεζόν ξεκινά χωρίς να θυμάται κανείς το τέλος της προηγούμενης.

Οι κυβερνήσεις δικαιούνται να πειραματίζονται, όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

Υποχρεούνται όμως να λογοδοτούν. Να αξιολογούν τα μέτρα και τις πολιτικές που προέκριναν.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, εκείνο που μένει δεν είναι ούτε το επόμενο «Pass», ούτε το επόμενο «Καλάθι», ούτε η επόμενη υπόσχεση ότι «οι τιμές θα μειωθούν από τον Σεπτέμβριο…».

Εκείνο που μένει είναι ο λογαριασμός στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Οι Patriot επιστρέφουν. Η εξωτερική πολιτική πότε θα επαναξιολογηθεί;

Η συζήτηση για την πιθανή επιστροφή της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot από τη Σαουδική Αραβία, αλλά και για τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις ά...