Μπορεί μια οικονομία να υπεραποδίδει και ταυτόχρονα η πλειοψηφία των πολιτών να δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα; Μπορούν να αυξάνονται το ΑΕΠ, οι επενδύσεις και τα εταιρικά κέρδη, ενώ η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους της κοινωνίας παραμένει ασθενής και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αγωνίζονται για χρηματοδότηση και επιβίωση;
Η απάντηση είναι ναι. Και ίσως αυτό είναι το
καταλληλότερο κριτήριο για να αξιολογηθούν οι τρεις οικονομικές προτάσεις που
παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο
Ανδρουλάκη.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος
υποσχέθηκε περισσότερα. Είναι ποιος απάντησε πειστικότερα στην απόσταση που
έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στη μακροοικονομική επίδοση της οικονομίας και στην
ευημερία της πλειοψηφίας.
Οι ευημερία
των αριθμών και οι λογαριασμοί των πολιτών.
Δεν είναι στις προθέσεις μας να αμφισβητήσουμε
τις θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις. Η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά, η
χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται και η
οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο ευρωπαϊκό ρυθμό. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός
επισήμανε ότι η ανεργία από 18% το 2019 έχει υποχωρήσει στο 7,9%.
Αυτή είναι μία όψη της οικονομίας. Ας δούμε όμως
και μιαν άλλη όψη της.
Το 2025 το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους
αγοραστικής δύναμης βρισκόταν στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το διαθέσιμο
εισόδημα. Το “διάμεσο” ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα το
2024, προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη, ήταν 12.436 μονάδες, έναντι 21.253
στην ΕΕ.
Εδώ χρειάζεται μια μικρή εξήγηση, γιατί ο “διάμεσος”
σπανίως εμφανίζεται στις πολιτικές ομιλίες, ενώ συχνά μας λέει περισσότερα από
τον “μέσο όρο”.
Ας υποθέσουμε ότι πέντε πολίτες έχουν μηνιαίο
εισόδημα 800, 900, 1.000, 1.100 και 6.200 ευρώ. Συνολικά εισπράττουν 10.000
ευρώ. Άρα το μέσο εισόδημα είναι 2.000 ευρώ. Κανείς όμως από τους
τέσσερις πρώτους δεν πλησιάζει καν αυτό το ποσό.
Για να βρούμε τον διάμεσο, τοποθετούμε τα
πέντε εισοδήματα από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και παίρνουμε εκείνο που
βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Είναι τα 1.000 ευρώ: δύο πολίτες έχουν
λιγότερα και δύο περισσότερα.
Έχουμε λοιπόν στην ίδια μικρή κοινωνία μέσο
εισόδημα 2.000 ευρώ και διάμεσο μόλις 1.000. Αν μάλιστα το εισόδημα του
πλουσιότερου αυξηθεί από 6.200 σε 11.200 ευρώ, το μέσο εισόδημα θα εκτοξευθεί
στα 3.000 ευρώ, αύξηση 50%. Ο διάμεσος όμως θα παραμείνει στα 1.000. Οι
τέσσερις από τους πέντε δεν θα έχουν κερδίσει ούτε ένα ευρώ.
Γι' αυτό έχει σημασία ο διάμεσος: μας βοηθά να
δούμε αν η αύξηση του συνολικού πλούτου μετακινεί προς τα πάνω και τον
πολίτη που βρίσκεται στη μέση της κοινωνίας.
Και υπάρχουν και άλλοι δείκτες που συμπληρώνουν
την εικόνα. Το 2025 το πλουσιότερο 20% στην Ελλάδα είχε διαθέσιμο εισόδημα
περίπου 5,2 φορές μεγαλύτερο από το φτωχότερο 20%, έναντι 4,6 φορές στην
ΕΕ. Ο δείκτης Gini βρισκόταν ήδη το 2024 στο 31, έναντι 29,4 στην Ένωση. Ακόμη
πιο ανησυχητική είναι η αποτελεσματικότητα της κοινωνικής αναδιανομής: το 2025
οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, πλην συντάξεων, μείωναν τη φτώχεια στην Ελλάδα κατά
μόλις 15,5%, όταν στην ΕΕ η αντίστοιχη επίδραση ήταν υπερδιπλάσια.
Η καθημερινότητα το κάνει περισσότερο
χειροπιαστό. Το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο 36% του
διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, έναντι 19% στην ΕΕ. Για το 28,9%
του πληθυσμού το στεγαστικό κόστος ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου
εισοδήματος, ενώ το 43% ζούσε σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικό
δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Ακόμη και οι μισθοί απαιτούν προσεκτικότερη
ανάγνωση. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο μέσος ετήσιος μισθός αυξήθηκε
ονομαστικά από περίπου 16.200 ευρώ το 2019 σε 18.800 το 2025. Σε σταθερές όμως
τιμές —δηλαδή αφού αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού— βρίσκεται ουσιαστικά
στο ίδιο επίπεδο με το 2019.
Η κυβέρνηση κοιτάζει εύλογα την οικονομία από
ψηλά. Ο πολίτης όμως τη ζει από το έδαφος.
Και οι δύο εικόνες είναι πραγματικές. Το πρόβλημα
αρχίζει όταν η πρώτη παρουσιάζεται ως ολόκληρη την πραγματικότητα.
Μητσοτάκης: να
φτάσει προς τα κάτω η υπεραπόδοση
Η κυβερνητική πρόταση ξεκινά από μια σαφή λογική:
η δημοσιονομική σταθερότητα και η ανάπτυξη δημιουργούν δημοσιονομικό χώρο και
ένα μέρος θα επιστρέφεται σταδιακά στους πολίτες.
Δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι φετινές παρεμβάσεις.
Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η μεταφορά 1,5 δισ. ευρώ από το
Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, αποκλειστικά για
επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να αποκτήσουν τραπεζική χρηματοδότηση, αποτελεί
αναγνώριση ενός πραγματικού προβλήματος.
Άλλωστε, η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος δείχνει
πόσο σημαντικός έχει γίνει ο αναπτυξιακός χρηματοδοτικός μηχανισμός: εκτιμά ότι
περίπου ένα στα τέσσερα νέα δάνεια προς ΜμΕ υποστηρίζεται ήδη από
εργαλεία αναπτυξιακών τραπεζών ή του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το ερώτημα όμως είναι βαθύτερο: διορθώνουμε τα
αποτελέσματα ή αλλάζουμε τον μηχανισμό που τα παράγει;
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να
χαρακτηρίζεται από ολιγοπωλιακή διάρθρωση κρίσιμων αγορών, άνιση πρόσβαση στη
χρηματοδότηση, υψηλή έμμεση φορολογία και μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους
μεγάλους ομίλους και στη μικρή επιχειρηματικότητα.
Η κυβερνητική λογική μοιάζει να παραμένει: πρώτα
παράγεται η μακροοικονομική υπεραπόδοση και κατόπιν μέρος της επιχειρείται να
διαχυθεί προς τα κάτω.
Αλλά δεν αρκεί να αναδιανέμεις εκ των υστέρων
ένα μέρος της ανάπτυξης. Δημιουργείς αθέμιτο ανταγωνισμό και βάζεις εμπόδια
εισόδου στην αγορά για τους “μικρομεσαίους”. Πρέπει να εξετάζεις και τους
μηχανισμούς που καθορίζουν εξαρχής ποιος συμμετέχει στην παραγωγή της και ποιος
καρπώνεται τα οφέλη της.
Διαφορετικά μπορεί να έχουμε ανάπτυξη, αλλά
ανάπτυξη με ασθενή κοινωνικό πολλαπλασιαστή.
Ανδρουλάκης:
όχι μόνο αναδιανομή, αλλά αλλαγή του μηχανισμού
Η πρόταση του κου Ανδρουλάκη παρουσιάζει, με βάση
τα κριτήρια που θέσαμε και πάντα κατά τη ταπεινή μου γνώμη, το μεγαλύτερο
ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή επιχειρεί να ενώσει δύο συζητήσεις που συνήθως
γίνονται χωριστά: την κοινωνική αναδιανομή και την παραγωγική ανασυγκρότηση.
Οι παρεμβάσεις για εισοδήματα, συλλογικές
διαπραγματεύσεις, ακρίβεια, ιδιωτικό χρέος και στέγη απαντούν στην πλευρά της
καθημερινής οικονομίας. Ταυτόχρονα όμως η πρόταση για αλλαγή παραγωγικού
μοντέλου επιχειρεί να παρέμβει στον τρόπο με τον οποίο παράγεται και
κατανέμεται ο νέος πλούτος.
Κομβικό σημείο είναι η δημιουργία ισχυρού
Ομίλου Αναπτυξιακής Τράπεζας, με δύο πυλώνες: την αναβαθμισμένη Ελληνική
Αναπτυξιακή Τράπεζα και ένα πραγματικό Ταμείο Εθνικού Πλούτου. Η πρώτη παύει να
αντιμετωπίζεται κυρίως ως διαχειριστής ευρωπαϊκών προγραμμάτων και αποκτά
μόνιμη αναπτυξιακή αποστολή. Το σημερινό Υπερταμείο εντάσσεται σε έναν
μηχανισμό αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, ευρωπαϊκών πόρων και κεφαλαίων από
τις αγορές με συγκεκριμένη αναπτυξιακή στόχευση.
Η διαφορά δεν είναι τεχνική. Είναι πολιτική.
Το θέμα που επιχειρείται να αντιμετωπιστεί είναι ποιος
έχει πρόσβαση στο κεφάλαιο για να αναπτυχθεί.
Οι μεγάλοι όμιλοι διαθέτουν τραπεζική πρόσβαση,
κεφαλαιαγορές και δυνατότητα συμμετοχής στα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα. Η
μικρή και μεσαία επιχείρηση πολύ λιγότερο. Η ενίσχυση λοιπόν ενός δημόσιου
αναπτυξιακού χρηματοδοτικού βραχίονα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός
διεύρυνσης εκείνων που συμμετέχουν στην ίδια την παραγωγή της ανάπτυξης.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται τα ειδικά
φορολογικά κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις των ΜμΕ, η κατάργηση της
τεκμαρτής φορολόγησης και του τέλους επιτηδεύματος, η σταδιακή μείωση της
προκαταβολής φόρου στο 50%, το όριο απαλλαγής ΦΠΑ στις 20.000 ευρώ και ο
ακατάσχετος επαγγελματικός λογαριασμός.
Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για αναδιανομή
εισοδήματος μετά την ανάπτυξη. Πρόκειται για προσπάθεια διεύρυνσης εκείνων που
μπορούν να συμμετέχουν στην παραγωγή της ανάπτυξης και τελικά του πλούτου.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο στοιχείο της
παρουσίασης Ανδρουλάκη που αξίζει μεγαλύτερη προσοχή: η δέσμευση για επτά
εμβληματικές νομοθετικές παρεμβάσεις μέσα στους πρώτους έξι μήνες διακυβέρνησης.
Αφορούν την ακρίβεια και τους κανόνες της αγοράς,
το νέο παραγωγικό πρότυπο, μισθούς και εργασιακά δικαιώματα, ιδιωτικό χρέος,
στέγη–οικογένεια–δημογραφικό, δημόσια Παιδεία και Υγεία και, τέλος, αξιοκρατία,
διαφάνεια και λογοδοσία στο κράτος.
Ο αριθμός επτά από μόνος του δεν σημαίνει τίποτε.
Και φυσικά η ανακοίνωση νομοσχεδίων δεν εγγυάται την επιτυχή εφαρμογή τους.
Έχει όμως πολιτική σημασία ότι ένα κόμμα που
διεκδικεί τη διακυβέρνηση δεν περιορίζεται να πει τι θέλει να κάνει,
αλλά επιχειρεί να προσδιορίσει τι θα νομοθετήσει πρώτα, με ποια σειρά και
μέσα σε ποιο χρονικό διάστημα.
Αυτό αποτελεί τουλάχιστον ένδειξη κυβερνητικής
προετοιμασίας.
Τελικά, σε τι
απαντούν;
Και έτσι επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα.
Αν ως αποκλειστικό μέτρο επιτυχίας θεωρήσουμε το
ΑΕΠ, τα πλεονάσματα, την επενδυτική βαθμίδα και τη δημοσιονομική σταθερότητα, η
κυβερνητική αφήγηση διαθέτει όντως ισχυρά επιχειρήματα.
Αν όμως δίπλα σε αυτά τοποθετήσουμε τον
διάμεσο πολίτη, την πραγματική αγοραστική δύναμη, την ανισότητα, το κόστος
στέγασης και τη δυνατότητα της μικρομεσαίας επιχείρησης να χρηματοδοτηθεί, να
επενδύσει και να μεγαλώσει, τότε η αξιολόγηση αλλάζει.
Με αυτά τα κριτήρια, η πρόταση Ανδρουλάκη
εμφανίζεται πληρέστερη. Όχι επειδή υπόσχεται απλώς, αλλά επειδή επιχειρεί να
συνδέσει αναδιανομή και παραγωγή, εργασία και ανάπτυξη, μικρομεσαία
επιχειρηματικότητα και χρηματοδότηση, περιφερειακή ανάπτυξη και επενδύσεις —
και τις εξαγγελίες με συγκεκριμένο πρώτο νομοθετικό βηματισμό.
Η κυβερνητική πρόταση, παρά τις σημαντικές
διορθωτικές παρεμβάσεις, εξακολουθεί περισσότερο να επιδιώκει τη διάχυση προς
τα κάτω μιας μακροοικονομικής επιτυχίας παρά να μεταβάλλει τους μηχανισμούς που
καθορίζουν εξαρχής την κατανομή της.
Γιατί τελικά δεν αμφισβητούμε αν την εποχή αυτής
της διακυβέρνησης η ελληνική οικονομία παράγει περισσότερο πλούτο. Τον παράγει.
Το ερώτημα είναι ποιοι έχει μεθοδευτεί να συμμετέχουν
στην παραγωγή του, ποιοι καρπώνονται την αύξησή του και πόσο από αυτήν φτάνει
στον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της κοινωνίας.
Η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το αν
ευημερούν οι δείκτες της.
Κρίνεται τελικά από το αν μαζί τους μπορεί να εξελίσσεται
και η ευημερία της πλειοψηφία εκείνων που τους παράγουν.