Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Ο νοτιάς δεν είναι έκπληξη: Η θάλασσα "θυμάται". Ας μην καμωνόμαστε πως δεν το ξέραμε.

 

Τα πρόσφατα έντονα καιρικά φαινόμενα που έπληξαν πολλές παράκτιες περιοχές της χώρας και ιδιαίτερα νησιά του Αιγαίου, ανέδειξαν για ακόμη μία φορά τις διαχρονικές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, διαχειριζόμαστε και «αξιοποιούμε» τον παράκτιο χώρο.

Στη Χίο, το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Η θάλασσα εισέβαλε σε χώρους που εδώ και χρόνια είχαν μετατραπεί σε «δεδομένη» στεριά. Όχι επειδή η φύση έγινε ξαφνικά πιο επιθετική, αλλά επειδή εμείς γίναμε πιο επιθετικοί απέναντί της. Γιατί η φύση δεν ξεχνά. Θυμάται τις παλιές ακτογραμμές, θυμάται τις ζώνες εκτόνωσης των κυμάτων, θυμάται πού ανήκε ο χώρος πριν τον τσιμεντώσουμε, τον ασφαλτοστρώσουμε ή τον «αξιοποιήσουμε».

Ένας δυνατός νοτιάς ήταν αρκετός για να φέρει τη θάλασσα εκεί όπου κάποιοι είχαν πειστεί —ή ήθελαν να πιστεύουν— ότι δεν θα φτάσει ποτέ. Δρόμοι πλημμυρισμένοι, κατασκευές κατεστραμμένες, υποδομές εκτεθειμένες.

Ο νοτιάς δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά, ούτε πρόκειται για φαινόμενο που δεν θα ξανασυμβεί. Αντιθέτως, αποτελεί γνωστό, επαναλαμβανόμενο και απολύτως προβλέψιμο στοιχείο της τοπικής κλιματολογίας. Και, φυσικά, η συνήθης απορία: «πώς έγινε αυτό;»

Αυτό που αποδείχθηκε και πάλι είναι ότι ο σχεδιασμός —ή μάλλον η απουσία του— συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα φυσικά φαινόμενα ως «εξαιρέσεις» και όχι ως παραμέτρους που οφείλουν να ενσωματώνονται στον χωροταξικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό. Η Πολιτεία και η τοπική αυτοδιοίκηση, σε όλα τα επίπεδα, φέρουν σοβαρές ευθύνες για τη διαχρονικά πλημμελή ρυθμιστική παρουσία τους στις παράκτιες ζώνες, για την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού ανθεκτικότητας των υποδομών και για την ανοχή —συχνά σιωπηρή— πρακτικών που μετακινούν σταδιακά τα όρια μεταξύ στεριάς και θάλασσας.

Στη Χίο, όπως και αλλού, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει επιτρέψει επί χρόνια την παγίωση χρήσεων και κατασκευών σε ζώνες που είναι εκτεθειμένες στη δυναμική της θάλασσας. Παρεμβάσεις προσωρινού χαρακτήρα μετατράπηκαν σε μόνιμες, ενώ η τουριστική και εμπορική αξιοποίηση του παράκτιου χώρου αντιμετωπίστηκε συχνά ως αυτονόητη αναπτυξιακή επιλογή, χωρίς επαρκή αξιολόγηση κινδύνου. Όταν, όμως, τα φυσικά φαινόμενα επανέρχονται —όπως πάντοτε έκαναν— οι ίδιες αυτές επιλογές εμφανίζονται εκ των υστέρων ως «απρόβλεπτες».

Ωστόσο, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στις ευθύνες του κράτους και της αυτοδιοίκησης. Η κοινωνία των πολιτών έχει επίσης μερίδιο ευθύνης. Η ανοχή, η σιωπηρή αποδοχή ή ακόμη και η διεκδίκηση εκτεταμένης εκμετάλλευσης των ακτών, χωρίς σεβασμό στα φυσικά τους όρια, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ψευδούς αίσθησης ασφάλειας. Όταν η θάλασσα υποχωρεί, θεωρούμε ότι «κερδίσαμε χώρο». Όταν επιστρέφει, μιλάμε για καταστροφή.

Γιατί δεν είναι μόνο το κράτος που «δεν προστάτευσε». Είναι και οι πολίτες που απαίτησαν να χτίσουν δίπλα στο κύμα, να λειτουργούν επιχειρήσεις πάνω στην άμμο, να μετατρέπουν τις ακτές σε μόνιμους χώρους εκμετάλλευσης παντός καιρού. Είναι εκείνοι που χειροκρότησαν την «ανάπτυξη» όταν τους εξυπηρετούσε και θυμήθηκαν το κράτος μόνο όταν το νερό μπήκε στην «ιδιοκτησία» τους.

Οι ακτές δεν είναι σταθερές επιφάνειες προς μόνιμη κατάληψη. Είναι ζώνες μετάβασης, με φυσική μεταβλητότητα και σαφή όρια ανοχής. Η κλιματική αλλαγή ενισχύει την ένταση των φαινομένων, αλλά δεν αναιρεί την ιστορική εμπειρία: οι νοτιάδες, οι κυματισμοί και οι θαλάσσιες εισβολές ήταν πάντοτε μέρος της πραγματικότητας στο Αιγαίο.

Αν τα πρόσφατα γεγονότα πρόκειται να έχουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από μια πιο ώριμη θεσμική και κοινωνική προσέγγιση στον παράκτιο χώρο. Με σαφείς κανόνες, με σχεδιασμό ανθεκτικότητας, αλλά και με την αναγνώριση ότι η ανάπτυξη χωρίς όρια δεν είναι ανάπτυξη — είναι πρόσκαιρη μετατόπιση του κόστους στο μέλλον.

Αν κάτι μας δίδαξαν τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, στη Χίο και αλλού, είναι ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο θέμα έργων και σχεδίων. Είναι και θέμα νοοτροπίας. Χωρίς έναν στοιχειώδη σεβασμό στα φυσικά όρια, καμία πολιτική προστασία δεν αρκεί. Και χωρίς κοινωνική αυτοκριτική, κάθε καταγγελία προς το κράτος ακούγεται μισή.

Ο νοτιάς δεν μας αιφνιδίασε. Μας υπενθύμισε, απλώς, όσα επιλέξαμε να αγνοούμε.

Η φύση δεν “εκδικείται”, τουλάχιστον στην προκείμενη περίπτωση...

Υπενθυμίζει… Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά θα μπορέσουμε να πείσουμε εαυτούς και αλλήλους να μην το ξαναξεχάσουμε.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Αντιθεσμικές συμπεριφορές χωρίς άλλοθι και αίσθηση θεσμικής ευθύνης.


Το πρόσφατο περιστατικό αντιθεσμικής ενημέρωσης υπουργού από αστυνομικό όργανο, με αφορμή μήνυση που κατατέθηκε εις βάρος του, δεν αποτελεί ένα ατυχές στιγμιότυπο, ούτε μια γραφική παρεκτροπή. Αποτελεί, αντιθέτως, τη συμπύκνωση μιας ολόκληρης πολιτικής νοοτροπίας: της αντίληψης ότι η εξουσία δεν δεσμεύεται ουσιαστικά από θεσμικούς κανόνες, αλλά κινείται σε ένα άτυπο πεδίο προνομίων, διαρροών και «φιλικών» διευθετήσεων.

Ας ξεκαθαριστεί εξαρχής: η πολιτική πρακτική, το ύφος και η συνολική θεσμική αντίληψη της κας Κωνσταντοπούλου δεν είναι του τύπου μου. Η συχνή εργαλειοποίηση των θεσμών, η προσωποκεντρική αντιπαράθεση και η οριακή συμπεριφορά της στο κοινοβουλευτικό πεδίο έχουν υποστεί — δικαίως— σκληρή κριτική. Όμως εδώ δεν κρίνεται εκείνη.

Κρίνεται η κυβέρνηση. Και, πρωτίστως, κρίνεται η ποιότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Διότι το γεγονός ότι αστυνομικό όργανο παραβίασε τη μυστικότητα της ποινικής προδικασίας, για να ενημερώσει τον μηνυόμενο υπουργό, συνιστά σοβαρότατο θεσμικό ατόπημα. Το ότι ο υπουργός αποδέχθηκε αυτή την ενημέρωση χωρίς καμία επιφύλαξη και στη συνέχεια την κοινοποίησε δημοσίως, μάλιστα με περιπαικτικό και υποτιμητικό τόνο, αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο: μια εδραιωμένη αίσθηση ατιμωρησίας. Την αίσθηση ότι η θεσμική τάξη δεν είναι δεσμευτική για όσους βρίσκονται «εντός συστήματος».

Και δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο.

  • Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απειλεί δημοσιογράφο κατά την επίσημη ενημέρωση, επειδή του απευθύνθηκαν ερωτήματα για ζήτημα μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος, επικαλούμενος νομικές ιδιότητες και εφευρίσκοντας ανύπαρκτες ποινικές κατηγορίες. 
  • Υπουργοί παρεμβαίνουν δημοσίως σε εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, αφήνοντας υπαινιγμούς για πρόσωπα και ρόλους (δικηγόρους υπεράσπισης), υπονομεύοντας στην πράξη τη διάκριση των εξουσιών. 
  • Θεσμικοί παράγοντες διαρρέουν περιεχόμενο ιδιωτικών συναντήσεων και πολιτικών εκτιμήσεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας), μετατρέποντας κορυφαίους θεσμούς σε πεδίο ανεπίσημου πολιτικού σχολιασμού.

Το μοτίβο είναι σταθερό και ανησυχητικό: απαξίωση της θεσμικής διαδικασίας, υποκατάσταση της θεσμικής λειτουργίας από προσωπικές σχέσεις και επικοινωνιακή διαχείριση, χρήση της εξουσίας χωρίς αυτοσυγκράτηση και χωρίς επίγνωση ορίων.

Σε αυτό το σημείο, η πολιτική ευθύνη παύει να είναι αφηρημένη ή συλλογική και γίνεται απολύτως προσωπική. Ο Πρωθυπουργός δεν είναι απλώς επικεφαλής της κυβέρνησης· είναι ο κατεξοχήν εγγυητής της θεσμικής συμπεριφοράς των υπουργών και των κυβερνητικών στελεχών. Όταν τέτοια φαινόμενα επαναλαμβάνονται με τέτοια συχνότητα, δεν μπορούν να αποδοθούν ούτε σε «κακές στιγμές» ούτε σε «υπερβάλλοντα ζήλο» συνεργατών. Αντανακλούν το ύφος, την κουλτούρα και —κυρίως— τα όρια που θέτει ή δεν θέτει η κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας.

Και εδώ καταρρέει οριστικά το αφήγημα περί "κεντρώας", μετριοπαθούς και θεσμικά ευαίσθητης διακυβέρνησης. Η πολιτική του Κέντρου δεν είναι επικοινωνιακή ταυτότητα, ούτε branding εξουσίας. Είναι κουλτούρα θεσμικών ορίων, σεβασμού στη διάκριση των εξουσιών, ανοχής στη θεσμική τριβή και αποδοχής του ελέγχου. Όταν η εξουσία αντιδρά στην κριτική με απειλές, στις δικαστικές διαδικασίες με παρεμβάσεις και στους θεσμούς με περιφρόνηση, τότε δεν έχουμε απλώς διολίσθηση· έχουμε συνειδητή απομάκρυνση από τον πυρήνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Όμως η ευθύνη δεν εξαντλείται στην κυβέρνηση. Βαραίνει και τα μέσα ενημέρωσης, τους δημοσιογράφους και ένα ευρύτερο σώμα των "δημοσιολογούντων" στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η κανονικοποίηση της θεσμικής εκτροπής, η υποβάθμιση σοβαρών ζητημάτων σε επικοινωνιακό θόρυβο, η επιλεκτική σιωπή ή η μετατροπή της αυθαιρεσίας σε «πολιτικό lifestyle» λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής της αλαζονείας της εξουσίας. Όταν η παραβίαση θεσμών δεν αναδεικνύεται ως πρόβλημα δημοκρατίας αλλά ως επεισόδιο πολιτικού κουτσομπολιού, τότε τα μέσα παύουν να λειτουργούν ως θεσμικός έλεγχος και μετατρέπονται σε μηχανισμό εξοικείωσης με την εκτροπή.

Παράλληλα, η ευθύνη βαραίνει και εκείνο το μέρος της κοινωνίας που πίστεψε —και στήριξε— το αφήγημα του κεντρώου εκσυγχρονισμού, θεωρώντας ότι η θεσμική κανονικότητα είναι δεδομένη και δεν απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση. Η δημοκρατία δεν εκχωρείται άπαξ με μια ψήφο. Συντηρείται καθημερινά, με κριτική στάση, απαίτηση λογοδοσίας και άρνηση ανοχής στην αυθαιρεσία, ακόμη και —ή ιδίως— όταν προέρχεται από «τους δικούς μας».

Η συσσώρευση θεσμικών απρεπειών γεννά αναπόφευκτα πολιτική ύβρη. Και η ύβρις παράγει αλαζονεία, υπεροψία και την επικίνδυνη πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν όρια. Ότι δεν υπάρχει φρένο. Ότι η εξουσία αυτονομιμοποιείται.

Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης, θεσμικών μεταρρυθμίσεων ή εκσυγχρονισμού του κράτους καθίσταται προσχηματική. Οι θεσμοί δεν θωρακίζονται με ρητορική, αλλά με συμπεριφορά. Και η συμπεριφορά της παρούσας διακυβέρνησης δείχνει, με ανησυχητική συνέπεια, ότι η συναίσθηση θεσμικής ευθύνης δεν είναι απλώς ανεπαρκής. Είναι επικίνδυνα απούσα.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Μια πρώτη αποτίμηση για τη συνάντηση της Άγκυρας: “ήρεμα νερά” και διαχείριση χρόνου. Τα ανοιχτά ερωτήματα.


Η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο της 6ης συνεδρίασης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, παρήγαγε κάτι ουσιαστικό: την ωφέλιμη σταθερότητα.

Παρήγαγε επίσης κάτι αναμενόμενο: παράλληλους μονόλογους στα δύσκολα.

Το ερώτημα δεν είναι “γιατί λοιπόν έγινε αυτή η συνάντηση;”. Προφανώς και σωστά έγινε.

Το ερώτημα είναι αν κάτι και τι είναι αυτό που δεν έγινε καλά

Και ακολούθως — όπως έχουν τα πράγματα πώς πρέπει να εξελιχθεί η επόμενη φάση.


Τα «ήρεμα νερά» (και προφανώς ο “ήρεμος εναέριος χώρος”) ως κεκτημένο — όχι ως στρατηγική

Η κοινή δήλωση επανέλαβε τη δέσμευση για φιλικές σχέσεις, καλή γειτονία, αποφυγή κλιμάκωσης, ενίσχυση διαύλων επικοινωνίας και συνεργασία με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τον Χάρτη του ΟΗΕ. Παρήχθησαν επτά επιμέρους συμφωνίες: από πολιτισμό και επενδύσεις έως έρευνα, σεισμική ετοιμότητα και ακτοπλοϊκή σύνδεση Θεσσαλονίκης–Σμύρνης.

Αυτά δεν είναι αμελητέα. Η «θετική ατζέντα» αποδίδει. Το εμπόριο διευρύνεται, οι τεχνικές συνεργασίες ενισχύονται, οι μηχανισμοί επικοινωνίας λειτουργούν. Τα «ήρεμα νερά» (συμπεριλαμβάνουμε στην έννοια αυτή πάντα και τον εναέριο χώρο) είναι πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο.

Αλλά τα «ήρεμα νερά» δεν είναι από μόνα τους στρατηγική. Είναι συνθήκη μέσα στην οποία οφείλει να αναπτυχθεί στρατηγική.


Τα δύσκολα: αγγίχθηκαν — έμεινε όμως χωρίς οδικό χάρτη η διαδικασία διευθέτησής τους.

Στις δημόσιες δηλώσεις, αποτυπώθηκε η απόσταση:
Ο Τούρκος πρόεδρος μίλησε για ζητήματα που «δεν είναι άλυτα, αν υπάρχει διάθεση διαλόγου». Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μόνη διαφορά την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, η οποία «θα μπορούσε να οδηγηθεί στο Δικαστήριο, με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας».

Η αναφορά στο ενδεχόμενο δικαστικής επίλυσης είναι θεσμικά σημαντική. Όμως παρέμεινε στο επίπεδο διατύπωσης αρχής. Δεν υπήρξε οδικός χάρτης. Δεν υπήρξε σαφής περιγραφή επόμενου βήματος. Δεν υπήρξε χρονοδιάγραμμα.

Έτσι, η εικόνα που διαμορφώθηκε είναι γνώριμη: συμφωνούμε ότι διαφωνούμε, διατηρούμε το κλίμα, μεταθέτουμε την ουσία.

Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτυχία. Μπορεί, όμως, να είναι μια κατάσταση στασιμότητας, ως αποτέλεσμα τακτικής διολισθήσεως στη δομική ακινησία.


Η θετική ατζέντα προχωρά — η στρατηγική όμως μένει ασαφής

Η συνάντηση κατέγραψε πρόοδο σε χαμηλή πολιτική: οικονομία, μεταφορές, ενέργεια, έρευνα, ΜΟΕ, μεταναστευτικό. Αυτά ενισχύουν την εμπιστοσύνη και μειώνουν τον κίνδυνο ατυχήματος.

Όμως η ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών —οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, εύρος αξιώσεων, μηχανισμός οριστικής διευθέτησης— παραμένει σε επίπεδο γενικών διακηρύξεων.

Η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύει στη διατήρηση ενός ήρεμου κλίματος. Αυτό είναι θεμιτό. Εκεί που γεννάται κριτικό ερώτημα είναι αλλού:

Υπάρχει προετοιμασία για τη μετάβαση από το «κλίμα» στην επιλογή οδικού χάρτη για τη διευθέτηση των διαφορών;

Και αυτή είναι μια κριτική προς την κυβέρνηση αλλά και τις λοιπές πολιτικές δυνάμεις του συνταγματικού τόξου, στο βαθμό που τους αναλογεί.

Δεν έχει παρουσιαστεί εθνική στρατηγική με σαφή περιγραφή:

  • πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένα συνυποσχετικό,
  • ποια ζητήματα τελικά και καταγεγραμμένα, είναι διαπραγματεύσιμα και ποια όχι,
  • ποιο είναι το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί μια τέτοια διαδικασία.

Η κοινωνία πρέπει να κληθεί να επιλέξει και να πάρει θέση μέσα από έναν ειλικρινή διάλογο με πραγματικά δεδομένα και όχι με παιχνίδια επικοινωνιακών στρεβλώσεων και στρεψοδικίες — χωρίς να γνωρίζει, θα οργιάζουν οι ψεκασμένες αναφορές και οι πατριδοκάπηλοι μανιχαϊσμοί.

Αυτό δεν είναι ζήτημα «σκληρότητας» ή «υποχώρησης». Είναι ζήτημα πολιτικής ειλικρίνειας και στρατηγικής βάθους.


Η ευρωπαϊκή διάσταση: η επιλογή που δεν πρέπει να μείνει υπαινικτική

Ζούμε σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητεί νέες μορφές συνεργασίας με την Τουρκία — ιδίως σε ζητήματα ασφάλειας και αμυντικής βιομηχανίας. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται. Η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας επανασχεδιάζεται.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν μπορεί να κινηθεί μόνη της. Οφείλει να επιμείνει σε μια σαφή ευρωπαϊκή αγκύρωση της διαδικασίας.

Η αναφορά στο διεθνές δίκαιο στην κοινή δήλωση είναι θετική. Όμως χρειάζεται σαφέστερη ευρωπαϊκή πολιτική πλαισίωση:

  • σύνδεση προόδου στον διάλογο με την ευρωτουρκική ατζέντα,
  • αξιοποίηση της ευρωπαϊκής θεσμικής εγγύησης ως παράγοντα σταθερότητας.

Η επιλογή «Ευρώπη» δεν είναι ιδεολογική προτίμηση. Είναι στρατηγική ασφάλειας.

Μπορεί να κάποιοι/ες να αξιολογούν ως θετικό ότι αυτή τη στιγμή η ελληνική κυβέρνηση φέρεται ως η πλέον φιλοαμερικανή κυβέρνηση στην Ευρώπη, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να επιτρέψουμε να αποβεί σε βάρος της ευρωπαϊκής προοπτικής…


Τι σημαίνει επόμενη φάση

Για να αφήσει η συνάντηση της Άγκυρας ουσιαστικό αποτύπωμα, η επόμενη φάση δεν μπορεί να περιοριστεί στο αποτέλεσμα του καλού «κλίματος». Χρειάζεται περεταίρω:

  1. Σαφή διατύπωση στόχου για την κύρια διαφορά.
  2. Προετοιμασία εθνικής συναίνεσης σε επίπεδο πολιτικών δυνάμεων.
  3. Ενημέρωση της κοινωνίας για τα πιθανά σενάρια επίλυσης.
  4. Χρονικό ορίζοντα.

Ο διάλογος δεν αποδυναμώνει τη χώρα μας.

Μπορεί όμως να την αποδυναμώνει η ψευδαίσθηση ότι αυτός ο διαρκής διάλογος εξελίσσεται χωρίς να παράγει αποτέλεσμα.


Ένας ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες

Η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν απέδειξε ότι οι δύο χώρες μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς ένταση. Αυτό είναι σημαντικό.

Απέδειξε επίσης ότι η απόσταση στις βασικές θέσεις παραμένει. Αυτό είναι δεδομένο.

Η πολιτική πρόκληση τώρα δεν είναι να νοιώσουμε ικανοποιητικά για το καλό «κλίμα» ούτε όμως να υποβαθμίσουμε την αξία και σημασία του. Η πρόκληση είναι να μετατρέψουμε τη σταθερότητα σε δομημένη διαδικασία διευθέτησης των διαφορών μας με τη γείτονα χώρα.

Ο ρεαλισμός δεν είναι κυνισμός. Είναι η αποδοχή ότι τα προβλήματα δεν εξαφανίζονται με τελετουργίες συναντήσεων — προφανώς ούτε λύνονται με συνθήματα άγονης εθνο-πατριδοκαπηλίας.

Ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί. Όχι ως τελετουργία.
Αλλά ως συνειδητή, θεσμικά οργανωμένη και πολιτικά προετοιμασμένη πορεία προς λύσεις.

Με την κοινωνία σε γνώση και με το πολιτικό σύστημα σε πλαίσιο συνεννόησης του όποιου δυνατού βαθμού.

Και εκεί θα κριθεί τελικά η κυβερνητική στρατηγική.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Πολιτική "διεύρυνσης" με μνήμη, όρους και κοινωνική αναφορά.


Η αποδοχή της πρόταση για συμμετοχή μου στην Επιτροπή Συμπαράταξης και Διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ - Κίνηματος Αλλαγής, συνιστά μια συνειδητή πολιτική επιλογή. Όχι γιατί αγνοώ τις δυσκολίες ή τις αντιφάσεις μιας τέτοιας προσπάθειας, αλλά ακριβώς επειδή πιστεύω ότι, στη σημερινή συγκυρία, η ανάγκη για πολιτική διεύρυνσης με όρους, μνήμη και κοινωνική αναφορά είναι πιο επιτακτική από ποτέ.

Με αυτή την αντίληψη αποδέχθηκα την πρόταση για τη συμμετοχή μου και με αυτή δεσμεύομαι να εργαστώ συλλογικά, υπό την ευθύνη ενός από τα πλέον έμπειρα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, του κου Κώστα Σκανδαλίδη, για την επιτυχία των στόχων της Επιτροπής.

Η ελληνική κοινωνία βιώνει εδώ και χρόνια μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς την πολιτική. Οι πολιτικές της κυβέρνησης του κου Κυριάκου Μητσοτάκη έχουν διαψεύσει προσδοκίες, έχουν εντείνει κοινωνικές ανισότητες και έχουν απογοητεύσει ακόμη και πολίτες που τη στήριξαν, με την ελπίδα της «κανονικότητας» και της αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Σήμερα, ένα σημαντικό τμήμα αυτών των πολιτών αισθάνεται εξαπατημένο: όχι μόνο από συγκεκριμένες επιλογές, αλλά από μια συνολική πολιτική λογική που αποδείχθηκε "κλειστή", συγκεντρωτική και κοινωνικά άνιση.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου δεν είναι απλώς επιθυμητή· είναι αναγκαία. Και η διεύρυνση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την πιο ορθολογική και θεσμικά αξιόπιστη πολιτική πρωτοβουλία που υπάρχει σήμερα για διαμόρφωση εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Όχι γιατί υπόσχεται εύκολες λύσεις, αλλά γιατί επιχειρεί να συνδέσει ξανά την πολιτική με την κοινωνία, το πρόγραμμα με τις ανάγκες και την ηθική με την πράξη.

Αυτή η διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει χωρίς σαφείς όρους. Το φαινόμενο των μετακινήσεων εν ενεργεία βουλευτών από το κόμμα με το οποίο εξελέγησαν σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, χωρίς ανανέωση της λαϊκής εντολής, είναι λογικό να προκαλεί δυσπιστία στους Πολίτες κάθε φύλου. Η κοινωνία έχει μνήμη. Και η πολιτική μνήμη δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά, ούτε να ζητείται από τους πολίτες να την απενεργοποιήσουν στο όνομα της συγκυρίας.

Η πολιτική Ιστορία δεν διαγράφεται. Ούτε οι επιλογές, ούτε οι σιωπές, ούτε οι ταυτίσεις με πρακτικές και συμμαχίες που βρέθηκαν σε πλήρη αντίθεση με τη σοσιαλδημοκρατική και προοδευτική παράδοση. Η διεύρυνση, λοιπόν, δεν μπορεί να ταυτιστεί με την άκριτη αποδοχή «επιστροφών», ούτε να εκληφθεί ως καταφύγιο πολιτικής επιβίωσης για όσους βρέθηκαν χωρίς αφήγημα όταν άλλαξαν οι συσχετισμοί.

Αυτά όμως δεν σημαίνουν και αποκλεισμούς στελεχών, ακόμη και εν ενεργεία Βουλευτών. Σημαίνουν ότι η διεύρυνση προϋποθέτει πολιτική αποτίμηση, ειλικρίνεια και σεβασμό στη συλλογική μνήμη. Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως χώρος ευκαιριακής δικαίωσης· είναι ιστορικός φορέας κοινωνικών συγκρούσεων, μεγάλων τομών και συλλογικών οραμάτων. Και αυτό το πολιτικό βάρος δεν αντέχει ούτε νομαδικές διαδρομές ούτε μεταμφιέσεις αξιών, ανάλογα με τον άνεμο των δημοσκοπήσεων.

Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, η επιλογή της διεύρυνσης δεν προκρίνεται με όρους πολιτικής αυτάρκειας. Απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας των πολιτών με αμφίπλευρη στόχευση: απευθύνεται πρωτίστως στον κόσμο της Κεντροαριστεράς, αλλά και σε εκείνες τις δυνάμεις του Κέντρου που αναζητούν μια προοδευτική, κοινωνικά δίκαιη και θεσμικά σοβαρή προοπτική. Όχι στη βάση προσωπικών διαδρομών, αλλά μέσα από ουσιαστικές συγκλίσεις στο προγραμματικό πεδίο: στο κοινωνικό κράτος, στη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στη δίκαιη μετάβαση.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμο και έχει ήδη ειπωθεί καθαρά ότι η διεύρυνση του χώρου που επιχειρούμε στο ΠΑΣΟΚ δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν γίνεται με στενά κομματικούς όρους, δεν υποτάσσεται σε τοπικούς συσχετισμούς και δεν συνδέεται με υποσχέσεις ρόλων ή υποψηφιοτήτων. Δεν προϋποθέτει υποχρεωτική κομματική ένταξη.

Για τις διαδικασίες εκπροσώπησης και υποψηφιοτήτων υπάρχουν σαφείς αποφάσεις, το Συνέδριο, τα αρμόδια όργανα και προφανώς ο Πρόεδρός του.

Ο ρόλος της Επιτροπής Συμπαράταξης και Διεύρυνσης είναι διαφορετικός: να ανοίξει έναν απαιτητικό αλλά αξιόπιστο δρόμο συμμετοχής για τις ενεργείς προοδευτικές δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών. Για πολίτες που δεν εγκατέλειψαν την πολιτική, αλλά απομακρύνθηκαν από κομματικές εκφράσεις και συλλογικότητες που δεν τους εξέφραζαν σε κάποια στιγμή ή και τώρα. Για κοινωνικά και πολιτικά στελέχη που επιθυμούν να συμβάλουν χωρίς να υποταχθούν σε μηχανισμούς.

Η προσπάθεια αυτή εξελίσσεται, αναπόφευκτα, σε ένα πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού. Υπάρχουν αντίστοιχες προσκλήσεις και εγχειρήματα, από φερόμενους ως "συγγενείς" ιδεολογικοπολιτικούς χώρους. Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να είναι ο αγώνας δρόμου σε πληστηριασμούς ή η χαλάρωση των αξιακών μας ορίων, ούτε η λογική του «όλοι χωράνε χωρίς προϋποθέσεις». Η απάντηση για εμάς είναι η ανάδειξη της αυτόνομης, προγραμματικά συγκροτημένης και κοινωνικά ριζωμένης προοδευτικής μας πρότασης.

Η διατήρηση στάσης πολιτικής ηθικής, για εμάς, δεν είναι εμπόδιο στη διεύρυνση. Είναι ένας από τους όρους της. Και η κοινωνική συμπαράταξη δεν είναι άθροισμα προσώπων, αλλά διαδικασία πολιτικής ωρίμανσης και επανασύνδεσης με την κοινωνία. Αυτή η προσπάθεια θα πετύχει, όχι απλώς από τις αναγκαίες μετακινήσεις στελεχών και μελών, αλλά από την ανταπόκριση των πολιτών που σήμερα παραμένουν επιφυλακτικοί, αναποφάσιστοι, αλλά πολιτικά παρόντες.

Πρωτίστως λοιπόν σε αυτούς απευθύνεται αυτή η πολιτική πρωτοβουλία. Και σε αυτούς αξίζει να δοθεί μια καθαρή, αξιόπιστη και απαιτητική προοδευτική πρόταση με προοπτική την εξουσία.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Χίος: τα ένοχα ψευτοδιλήμματα, οι νεκροί και το κράτος δικαίου

Χθες, στη θάλασσα της Χίου, δεκαπέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πριν ακόμη στεγνώσει το αλάτι στα βράχια, στήθηκε το γνώριμο επικοινωνιακό σκηνικό: «με το Λιμενικό ή με τους διακινητές;». Ένα δίλημμα τόσο βολικό, όσο και άθλιο. Γιατί σβήνει από το κάδρο τους νεκρούς και θολώνει τη μόνη συζήτηση που οφείλει να γίνει σε μια δημοκρατία: τη συζήτηση για την ευθύνη της κυβέρνησης, του κράτους και τον έλεγχο των οργάνων τους.

Δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να είναι με τη νομιμότητα. Και σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία, όλοι όσοι ασκούν εξουσία ελέγχονται. Πολύ περισσότερο τα σώματα ασφαλείας, όταν επιχειρούν σε πεδία όπου η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επιβολή του νόμου και την παραβίασή του μπορεί να κοστίσει ζωές.

Το να διακρίνουμε “ευθύνες” δεν είναι «ενάντια στο Λιμενικό»· είναι δημοκρατική υποχρέωση των θεσμών ενός κράτους με νόμους. Άλλο ο εντολέας που εγκρίνει σχεδιασμούς και δίνει κατευθύνσεις. Άλλο το όργανο που εκτελεί. Άλλο ο άνθρωπος που υφίσταται τις συνέπειες. Και άλλο οι εγκληματίες διακινητές...
Εκτελεστική εξουσία, Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, παράτυποι μετανάστες, διακινητές: τέσσερις διαφορετικοί ρόλοι, τέσσερα διαφορετικά πεδία ευθύνης. Το να τα συγχέουμε όλα σε ένα θολό «ή μαζί μας ή με τους διακινητές» δεν είναι επιχείρημα· είναι στρεψοδικία.

Η χώρα μας έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με τα όρια της νομιμότητας στη θάλασσα. Η καταδίκη για τα γεγονότα στο Φαρμακονήσι από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθυμίζει ότι οι “επιχειρήσεις αποτροπής” δεν βρίσκονται εκτός δικαστικού ελέγχου. Τα όσα συνέβησαν στην Πύλο και η δικαστική διερεύνηση πράξεων και παραλείψεων υπενθυμίζουν ότι, αργά ή γρήγορα, τα πραγματικά περιστατικά βγαίνουν στο φως. Γι’ αυτό και δεν είμαστε τόσο ευεπίφοροι στο να αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα τις “πρώτες” εκδοχές των Αρχών, όσο καλοδουλεμένες επικοινωνιακά κι αν είναι.

Όμως η χθεσινή τραγωδία φέρνει στην επιφάνεια και κάτι ακόμη, πιο άβολο: την επιχειρησιακή γύμνια που μετατρέπει την “αποτροπή” σε ρώσικη ρουλέτα τη νύχτα.

Όπως ανέδειξε στη Βουλή ο Βουλευτής Χίου του ΠΑΣΟΚ, Σταύρος Μιχαηλίδης —με τη εμπειρία του πρώην αξιωματικού και λιμενάρχη στο νησί— το συμβάν έλαβε χώρα εντός εθνικών χωρικών υδάτων, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τη στεριά. Αυτό από μόνο του λέει κάτι συντριπτικό: το σκάφος δεν εντοπίστηκε έγκαιρα πριν περάσει τη νοητή θαλάσσια γραμμή των συνόρων.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι δεν υπάρχει σε λειτουργία, σε πραγματικό χρόνο, ένα ολοκληρωμένο σύστημα ηλεκτρονικής θαλάσσιας επιτήρησης. Ότι τελικά «βλέπει» ό,τι προλάβει να δει το ανθρώπινο μάτι, μέσα στο σκοτάδι, με ταχύτητες, με καιρό, με άγχος, με πίεση. Και τότε —όταν το σκάφος είναι ήδη μέσα— το πρόβλημα πέφτει ολόκληρο στις πλάτες του κυβερνήτη και του πληρώματος του σκάφους του Λιμενικού.

Εκεί αρχίζει το πιο επικίνδυνο σημείο της αλυσίδας:
όλα τα επίπεδα ιεραρχίας, φυσικής και πολιτικής, απαιτούν «να αποτραπεί η αποβίβαση με κάθε τρόπο».

Χωρίς μέσα. Χωρίς χρόνο. Χωρίς περιθώρια.

Και τότε, πράγματι, η αποτροπή γίνεται σύγκρουση. Και η σύγκρουση γίνεται θάνατος.

Εδώ η ευθύνη ανεβαίνει καθαρά προς τα πάνω.

Αντί γι’ αυτό, έχουμε το γνώριμο μοτίβο: νύχτα, ταχύτητα, ένταση, πίεση «να μην περάσουν», και στο τέλος πνιγμένοι άνθρωποι και λιμενικοί μπλεγμένοι σε δικαστικές περιπέτειες, μόνοι.

Η τραγωδία της Χίου είναι το χρονικό «προαναγγελθέντων θανάτων» όχι μόνο λόγω της ιδεολογίας της αποτροπής, αλλά και λόγω της κρατικής ανεπάρκειας στα στοιχειώδη μέσα που θα έκαναν την αποτροπή ασφαλή όπως δείχνει η τεκμηρίωση του Βουλευτή κου Μιχαηλίδη..

Ναι, τα σύνορα πρέπει να φυλάσσονται.
Αλλά η αποτροπή δεν γίνεται με θανάτους. Γίνεται με μέσα, με εκπαίδευση, με εργαλεία, με κανόνες εμπλοκής που λένε «κράτει» όταν το σκάφος είναι ήδη στην ακτή και κουβαλά δεκάδες ζωές.

Υπό το καθεστώς του κράτους δικαίου και του ανθρωπισμού που συγκροτούν τον νομικό πολιτισμό της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Έναν πολιτισμό που στηρίζεται στην “αναλογικότητα”: η παράτυπη είσοδος σε καιρό ειρήνης δεν μπορεί να έχει ως «ποινή» τον θάνατο στη θάλασσα. Η Δύση — στην οποία επιμένουμε να ανήκουμε — έχει απορρίψει τη θανατική ποινή ως βάρβαρη. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να την αποδέχεται σιωπηρά ως αποτέλεσμα πρακτικών αποτροπής.

Αν επιχειρήσουμε να δούμε σε ποιο ιδεολογικό κλίμα διαμορφώνονται αυτές οι πρακτικές, θα διακρίνουμε ένα υπόβαθρο αυταρχικής «λογικής συνόρων» που θυμίζει το πνεύμα του U.S. Immigration and Customs Enforcement (ICE): η ασφάλεια ως υπέρτατη αξία που απορροφά κάθε άλλη, ο άνθρωπος ως απειλή πριν γίνει πρόσωπο, ο έλεγχος ως αυτοσκοπός. Αυτή η μετατόπιση προς τον Τραμπισμό, δεν είναι τεχνική· είναι βαθιά πολιτική και ιδεολογική. Και στη χώρα μας φαίνεται να προϋπήρχε, ως υπόβαθρο εντολών, στη δράση μηχανισμών αποτροπής, όπως το Λιμενικό Σώμα, πριν τη δεύτερη θητεία του Τραμπ. Από την αρχή των κυβερνήσεων του κου Μητσοτάκη.

Για το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, ο σεβασμός στη νομιμότητα είναι και ασπίδα τιμής. Αν οι ενέργειες ήταν απολύτως σύννομες, η πλήρης, ανεξάρτητη και διαφανής διερεύνηση θα το αποδείξει. Αν όχι, πάλι η διερεύνηση είναι ο μόνος δρόμος. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος δεν είναι εχθρότητα· είναι προϋπόθεση δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Μέχρι τότε, ας αφήσουμε στην άκρη τα ψευδή διλήμματα. Ας μιλήσουμε για τους δεκαπέντε νεκρούς ανθρώπους. Και ας θυμηθούμε ότι σε μια δημοκρατία, η ευθύνη ανεβαίνει προς τα πάνω: σε όσους σχεδιάζουν, εγκρίνουν και κατευθύνουν. Γιατί, στο τέλος, αυτό που κρίνεται δεν είναι μια επιχείρηση στη θάλασσα.

Η χώρα μας δεν μπορεί να επικαλείται το κράτος δικαίου και την ευρωπαϊκή της ταυτότητα και ταυτόχρονα να συνηθίζει τον ήχο του νερού που κλείνει πάνω από ανθρώπους — και μετά να ρωτά «με ποιους είστε;».

Είμαστε με τη νομιμότητα.
Με τον έλεγχο της εξουσίας.
Με τους ανθρώπους που χάθηκαν.
Και με τους λιμενικούς που στέλνονται να κάνουν «αποτροπή» χωρίς τα μέσα για να την κάνουν χωρίς νεκρούς.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Δημοκρατία χωρίς όρους, διάλογος χωρίς επιτηρητές

Τις τελευταίες ημέρες, δύο φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους περιστατικά προκάλεσαν έντονη και, κυρίως, τοξική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ένα αφορούσε τη διοργάνωση εκδήλωσης σε χώρο του Δήμου Αθηναίων με θέμα την ενδεχόμενη αμερικανική επέμβαση στο Ιράν και τη συμμετοχή συγκεκριμένου ομιλητή. Το άλλο αφορούσε εκδήλωση μνήμης για τα εβραϊκά θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στον Βόλο και την κριτική που ασκήθηκε σχετικά με τη μη συμμετοχή κάποιου άλλου προσκεκλημένου ομιλητή.

Κοινός παρονομαστής και των δύο περιπτώσεων δεν είναι το αντικείμενο των εκδηλώσεων, ούτε τα πρόσωπα, αλλά η αξίωση ορισμένων να επιβάλουν όρους στον τρόπο με τον οποίο κάποιοι άλλοι οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις. Η αξίωση, δηλαδή, να καθορίζεται «απ’ έξω» ποιοι θα μιλήσουν, ποιοι δεν πρέπει να μιλήσουν, ποια οπτική είναι «θεμιτή» και ποια «ανεπίτρεπτη». Και μάλιστα με μια ένταση, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το εύρος της ουσιαστικής διαφωνίας και εισέρχεται στον χώρο της ηθικής απαξίωσης και της δημόσιας στοχοποίησης.

Η θέση που αναδεικνύεται ως θεμελιώδης είναι απλή: όποιος οργανώνει μια συζήτηση έχει το δικαίωμα να τη διαμορφώσει όπως ο ίδιος κρίνει. Αν επιλέξει να καλέσει όλες τις εκφρασμένες σχολές σκέψης, αυτό αποτελεί ένδειξη πλουραλισμού. Αν επιλέξει να παρουσιάσει μία συγκεκριμένη οπτική, αυτό αποτελεί επίσης δικαίωμά του και κρίνεται για τη μονομέρειά του. Η ευθύνη της επιλογής είναι αποκλειστικά δική του και κανείς δεν νομιμοποιείται να του υποβάλλει όρους.

Όποιος διαφωνεί, διαθέτει δυο απολύτως δημοκρατικές και θεσμικά άψογες διεξόδους: η μία είναι να μην συμμετάσχει στην εκδήλωση αυτή δηλώνοντας την αντίθεσή του, ενώ ταυτοχρόνως έχει και τη δυνατότητα να οργανώσει ο ίδιος μια αντίστοιχη συζήτηση, με τους ομιλητές και τις απόψεις που θεωρεί καταλληλότερες. Η απάντηση στον λόγο δεν είναι η φίμωση, αλλά ο αντίλογος. Η απάντηση στη διαφωνία δεν είναι ο αποκλεισμός, αλλά η αντιπαράθεση επιχειρημάτων.

Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν ως προς το ποια θέματα θα συζητήσει, με ποια προσέγγιση και με ποιους συνομιλητές. Η μόνη σαφής και αδιαπραγμάτευτη οριοθέτηση αφορά τη νομιμότητα: εκδηλώσεις και πρόσωπα που δεν εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες και δεν τελούν υπό ποινική δίωξη. Πέραν αυτού, κάθε προσπάθεια επιβολής «πολιτικών» ή «ηθικών» όρων συνιστά διολίσθηση σε λογικές επιτήρησης της σκέψης.

Το ίδιο ισχύει και για τους χώρους που διαθέτουν οι θεσμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η παραχώρηση δημοτικών χώρων για δημόσιες συζητήσεις δεν σημαίνει υιοθέτηση των απόψεων που εκφράζονται σε αυτές. Σημαίνει αναγνώριση ότι η κοινωνία αποτελείται από διαφορετικές σχολές σκέψης και ότι η δημοκρατία δεν φοβάται τον λόγο, ακόμη και όταν αυτός είναι αιχμηρός, ενοχλητικός ή μειοψηφικός.

Η ένταση της αντίδρασης που παρατηρείται δεν αποκαλύπτει δημοκρατική ευαισθησία. Αντιθέτως, αποκαλύπτει μια μανιχαϊστική και δογματική προσέγγιση, στην οποία ο κόσμος χωρίζεται σε «επιτρεπτούς» και «ανεπίτρεπτους», σε «ορθούς» και «λανθασμένους» συνομιλητές. Πρόκειται για μια λογική που δεν επιδιώκει την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, αλλά την επιβεβαίωση της παρουσίας μια ομοιογενούς «παρέας σκέψης».

Σε αυτή τη λογική, ο διάλογος δεν είναι χώρος ανταλλαγής επιχειρημάτων, αλλά μηχανισμός επιβεβαίωσης ταυτοτήτων. Όποιος δεν ανήκει στο «σωστό» στρατόπεδο δεν αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής, αλλά ως πρόβλημα προς εξουδετέρωση. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πραγματικός κίνδυνος: όχι στις εκδηλώσεις καθαυτές, αλλά στη σταδιακή εδραίωση μιας κουλτούρας που θεωρεί θεμιτό να υπαγορεύει σε άλλους τι επιτρέπεται να συζητούν.

Η δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί με επιτηρητές του διαλόγου. Λειτουργεί με ανεκτικότητα, με αντοχή στη διαφωνία και με εμπιστοσύνη ότι οι πολίτες είναι σε θέση να κρίνουν μόνοι τους όσα ακούνε. Όταν αρχίζει να διαμορφώνεται η αντίληψη ότι η κοινωνία πρέπει να «προστατευθεί» από ορισμένες απόψεις, στην πραγματικότητα υπονομεύεται η ίδια η δημοκρατική της ωριμότητα.

Τα δύο πρόσκαιρα γεγονότα δεν είναι παρά αφορμές. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι βαθύτερο: αν θα γίνει αποδεκτό ότι η δημόσια συζήτηση μπορεί να διεξάγεται χωρίς προληπτικούς αποκλεισμούς και ιδεολογικά φίλτρα ή αν θα παγιωθεί μια κουλτούρα άτυπης λογοκρισίας, ντυμένης με τον μανδύα της «πολιτικής ορθότητας» και της «ηθικής ευαισθησίας».

Στο τέλος, το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από μια ευρύτερη διεθνή τάση πολιτικής συμπεριφοράς, που συχνά περιγράφεται με τον όρο «τραμπισμός», παραπέμποντας σε συγκεκριμένη πολιτική πρακτική και συμπεριφορά. Πρόκειται για μια κουλτούρα δημόσιου λόγου που τροφοδοτεί τη διχαστική ρητορική, ενισχύει τη λογική των στρατοπέδων, νομιμοποιεί την απαξίωση του αντιπάλου και μετατρέπει τη διαφωνία σε ηθική καταγγελία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημόσια συζήτηση παύει να είναι πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων και μετατρέπεται σε πεδίο επιβολής ταυτοτήτων.

Η υιοθέτηση, έστω και άτυπα, στοιχείων αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς στο εσωτερικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας δεν ενισχύει τον δημόσιο διάλογο· τον φτωχαίνει. Δεν διευρύνει την ελευθερία του λόγου· την περιορίζει μέσω κοινωνικής πίεσης και ηθικής στοχοποίησης.

Η επιλογή, τελικά, παραμένει σαφής: είτε θα υπερασπιστούμε έμπρακτα το δικαίωμα όλων να οργανώνουν, να μιλούν και να ακούγονται — απαντώντας στον λόγο με λόγο — είτε θα διολισθήσουμε σε μια κοινωνία όπου η φασαρία υποκαθιστά τον διάλογο και η καταγγελία αντικαθιστά το επιχείρημα. Και αυτό, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αφετηριών, δεν αποτελεί ένδειξη δημοκρατικής ζωντάνιας, αλλά δημοκρατικής ανασφάλειας.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο «Κάθετος Διάδρομος» και το αφήγημα: η Ελλάδα «ενεργειακός κόμβος».


Η κατάρρευση ενός ακόμη επικοινωνιακού αφηγήματος: όταν η γεωπολιτική επικοινωνία προηγείται της αγοράς

Η ελληνική κυβέρνηση επαναλαμβάνει συστηματικά τα τελευταία χρόνια ότι η χώρα μετατρέπεται σε «γεωστρατηγικό και ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης». Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου παρουσιάστηκε ως ένα από τα πιο χειροπιαστά παραδείγματα αυτής της μετάβασης: ένας αγωγός-γέφυρα προς την Ουκρανία και την Κεντρική Ευρώπη, που θα εδραίωνε την Ελλάδα στον χάρτη της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο πεζή — και πολύ λιγότερο ηρωική.

Δύο διαδοχικές αποτυχημένες δημοπρασίες δέσμευσης δυναμικότητας δεν αποτελούν απλώς ένα «προσωρινό πισωγύρισμα». Αποτελούν σήμα της αγοράς. Και η αγορά, σε αντίθεση με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, δεν λειτουργεί με γεωπολιτικά δελτία Τύπου.

Έργο ασφάλειας εφοδιασμού – όχι εμπορικός game changer

Ο Κάθετος Διάδρομος δεν είναι άχρηστος. Αντιθέτως, αποτελεί ένα τεχνικά επαρκές εργαλείο ασφάλειας εφοδιασμού, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης, διακοπής ροών ή γεωπολιτικής αναταραχής. Σε αυτό το πλαίσιο, η ύπαρξή του έχει αξία — και μάλιστα ευρωπαϊκή.

Αλλά εδώ τελειώνει η πραγματική του ισχύς.

Μέχρι στιγμής, η αγορά τον αντιμετωπίζει όχι ως βασική εμπορική αρτηρία, αλλά ως εφεδρικό “μαξιλαράκι”: μια διαδρομή που θα ενεργοποιείται μόνο εάν μπλοκαριστούν ή ακριβύνουν περισσότερο συμφέρουσες εναλλακτικές. Ακριβώς αυτό δείχνει και η αγορά της Ουκρανίας, η οποία —φυσιολογικά— επιλέγει σταθερά φθηνότερα routes, κυρίως μέσω Πολωνίας.

Αυτό δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι λογιστική.

Ο «κόμβος» που δεν επιλέγεται

Ένας πραγματικός ενεργειακός κόμβος δεν αυτοανακηρύσσεται. Επιλέγεται.

Επιλέγεται από traders, shippers και κρατικούς αγοραστές, επειδή:

  • προσφέρει ανταγωνιστικό κόστος,
  • έχει προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον,
  • μειώνει ρίσκα και ενδιάμεσες χρεώσεις,
  • και λειτουργεί ως φυσικό σημείο συγκέντρωσης ροών.

Στον Κάθετο Διάδρομο συμβαίνει το αντίθετο:
πολλαπλοί διαχειριστές, σωρευτικά τέλη μεταφοράς, αβεβαιότητα για τα προϊόντα και —τελικά— delivered cost που δεν «βγαίνει».

Όταν λοιπόν οι ίδιοι οι επίδοξοι χρήστες του έργου ζητούν επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να το χρησιμοποιήσουν, καταρρέει αυτομάτως το αφήγημα του «κόμβου». Διότι οι κόμβοι δεν χρειάζονται επιδότηση για να είναι ελκυστικοί· χρειάζονται επιδότηση μόνο όταν δεν είναι.

Γεωπολιτική σημειολογία vs. οικονομική πραγματικότητα

Η κυβέρνηση συγχέει —σκόπιμα ή από αμηχανία— δύο διαφορετικά επίπεδα:

  1. τη γεωπολιτική σημειολογία ενός έργου,
  2. και την οικονομική του λειτουργία.

Ο Κάθετος Διάδρομος λειτουργεί επικοινωνιακά ως σύμβολο «στρατηγικής αναβάθμισης» της χώρας. Στην πράξη όμως, η Ελλάδα παραμένει ενδιάμεσο πέρασμα, όχι σημείο αναφοράς. Δίαυλος, όχι κόμβος. Backup, όχι hub.

Αυτό δεν είναι αποτυχία των μηχανικών ή των διαχειριστών. Είναι αποτυχία του κυβερνητικού αφηγήματος, που φόρτωσε σε ένα έργο ασφάλειας εφοδιασμού προσδοκίες εμπορικής παντοδυναμίας.

Η πραγματική γεωπολιτική διάσταση (χωρίς μεγαλοστομίες)

Στη σωστή του διάσταση, ο Κάθετος Διάδρομος:

  • ενισχύει τη διαπραγματευτική εφεδρεία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης,
  • προσθέτει πλεονάζουσα δυνατότητα στη περιοχή σε περιόδους κρίσης,
  • και συμβάλλει στη δυνατότητα στρατηγικής διαφοροποίησης της ΕΕ.

Δεν μετατρέπει όμως την Ελλάδα σε ενεργειακό “κέντρο βάρους” της ηπείρου. Και σίγουρα δεν δικαιολογεί τον τόνο υπερβολής που υιοθετεί η κυβερνητική επικοινωνία για να χτίσει γεωστρατηγικές επιτυχίες.

Συμπέρασμα

Ο Κάθετος Διάδρομος προφανώς και δεν είναι φιάσκο.
Αλλά το κυβερνητικό αφήγημα περί «ενεργειακού κόμβου» είναι επικοινωνιακή πομφόλυγα.

Η αγορά τον τοποθέτησε ήδη εκεί που ανήκει:
ως εργαλείο ανάγκης, όχι ως πυλώνα καθημερινής ροής.
Και όσο αυτό το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την πολιτική ρητορική διευρύνεται, τόσο πιο γυμνή θα μένει η στρατηγική πίσω από τα συνθήματα.

Ο νοτιάς δεν είναι έκπληξη: Η θάλασσα "θυμάται". Ας μην καμωνόμαστε πως δεν το ξέραμε.

  Τα πρόσφατα έντονα καιρικά φαινόμενα που έπληξαν πολλές παράκτιες περιοχές της χώρας και ιδιαίτερα νησιά του Αιγαίου, ανέδειξαν για ακόμη ...