Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Η συμβουλοκρατία ως ανώτατο στάδιο του επιτελικού κράτους!

Consulting Consultants on Consultations

Στην Εφημερίδα των Συντακτών της 29ης Οκτωβρίου 2026.

Ή αλλιώς: Η τέχνη τού να συμβουλεύονται, από άλλους, εκείνοι/ες που πληρώνονται για να συμβουλεύουν!

Κάποτε το Δημόσιο διέθετε υπηρεσίες, στελέχη, τεχνογνωσία και, κυρίως, την ευθύνη να αποφασίζει. Σήμερα η κυρίαρχη αντίληψη το θέλει να διαθέτει κάτι πολύ πιο σύγχρονο: συμβούλους!

Το ΤΑΙΠΕΔ, έως πρόσφατα που μας εξέλιπε και το Υπερταμείο πλέον σήμερα, οι περίφημοι μηχανισμοί «αξιοποίησης» της δημόσιας περιουσίας, ανέδειξαν τη συμβουλευτική δραστηριότητα σε σχεδόν αυτοτελή παραγωγικό κλάδο. Όχι κατ’ ανάγκην για να παράγεται περισσότερος δημόσιος πλούτος, αλλά σίγουρα για να παράγονται περισσότερες μελέτες, αξιολογήσεις, εισηγήσεις και αμοιβές.

Χρειάζεται να αξιοποιηθεί ένα δημόσιο περιουσιακό στοιχείο; Σύμβουλος. Να εκτιμηθεί η αξία του; Άλλος σύμβουλος. Να προετοιμαστεί ο διαγωνισμός; Νέος σύμβουλος. Να αξιολογηθούν οι προσφορές; Πρόσθετος σύμβουλος. Και ποιος θα ελέγξει αν όλοι συμβούλευσαν σωστά; Μα, προφανώς, ένας ακόμη σύμβουλος!

Η πραγματικότητα, άλλωστε, ξεπερνά τη σάτιρα: ακόμη και η κατάρτιση του Στρατηγικού Σχεδίου του Υπερταμείου για το 2025–2027 αποτέλεσε αντικείμενο πρόσκλησης για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Ο οργανισμός που καλείται να σχεδιάζει την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας χρειάζεται συμβούλους για να σχεδιάσει τη δική του στρατηγική!

Δεν πρόκειται για μεμονωμένη γραφικότητα. Η έρευνα «Consultocracy» των Vouliwatch και Solomon δείχνει ότι οι συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών αυξήθηκαν από 241 το 2020 σε 613 το 2025 — περίπου 154%. Οι απευθείας αναθέσεις στον ίδιο τομέα υπερδιπλασιάστηκαν, από 195 σε 403. Στο σύνολο των δημοσίων συμβάσεων, σύμφωνα με στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ, το 2023 οι 184.757 από τις 252.799, δηλαδή το 73%, έγιναν με απευθείας ανάθεση.

Ένας πραγματικός θρίαμβος του ανταγωνισμού! Τόσο μεγάλος, ώστε για περίπου τρεις στις τέσσερις συμβάσεις δεν χρειάστηκε ανοικτή ανταγωνιστική διαδικασία. Βεβαίως, η απευθείας ανάθεση είναι υπό όρους νόμιμη. Όμως, όπως έχουμε επισημάνει και άλλοτε, η νομιμότητα δεν εγγυάται αυτομάτως ούτε τη διαφάνεια ούτε την αποτελεσματικότητα ούτε το δημόσιο συμφέρον. Μερικές φορές αρκεί να διαμορφωθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για να γίνει η εξαίρεση κανονικότητα.

Εδώ βρίσκεται το οικονομικό θαύμα της συμβουλοκρατίας: η διαρκής παραγωγή ζήτησης —εν μέρει τεχνητής— για υπηρεσίες που ένα επαρκώς στελεχωμένο και οργανωμένο Δημόσιο θα μπορούσε, σε σημαντικό βαθμό, να προσφέρει το ίδιο. Πρώτα αποδυναμώνουμε τη διοίκηση. Έπειτα διαπιστώνουμε την ανεπάρκειά της. Και τέλος πληρώνουμε ιδιώτες για να θεραπεύσουν το πρόβλημα που οι πολιτικές μας συνέβαλαν να δημιουργηθεί.

Ποιοι ωφελούνται; Σε αυτή την αγορά ισχυρό πλεονέκτημα διαθέτουν οι διεθνείς κολοσσοί των συμβουλευτικών υπηρεσιών, μεταξύ τους οι γνωστές Big something —Deloitte, PwC, EY, KPMG κλπ. — καθώς και λοιποί ισχυροί πολυεθνικοί οργανισμοί που διαθέτουν τη δικτύωση, την τεχνογνωσία και την οικονομική δυνατότητα να διεκδικούν μεγάλες δημόσιες συμβάσεις.

Γύρω από αυτή την “αγορά αναθέσεων”, αναπτύσσεται ένα ευρύτερο cluster αλληλοεξαρτώμενων συμφερόντων: σύμβουλοι, εταιρείες επικοινωνίας, δημόσιες σχέσεις, επιχειρηματικά δίκτυα, διαφημιστικοί μηχανισμοί και μέσα ενημέρωσης που προβάλλουν ως αυτονόητο αυτό το μοντέλο διοίκησης. Δεν χρειάζεται να υποθέσει κανείς αθέμιτες συναλλαγές για να αναγνωρίσει ότι η κοινή οικονομική εξάρτηση γεννά κοινά κίνητρα.

Ο σύμβουλος εισηγείται, ο επικοινωνιολόγος εξηγεί, η κυβέρνηση πανηγυρίζει και το επικοινωνιακό αφήγημα βαφτίζει την ανάθεση «μεταρρύθμιση». Παράλληλα ευδοκιμεί ένα τμήμα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας που καταγγέλλει τον κρατισμό, αλλά ζει από το κράτος και για το κράτος.

Ένας κρατικοδίαιτος αντικρατισμός: λιγότερο Δημόσιο για τους πολίτες, περισσότερο δημόσιο χρήμα για τους ίδιους!

Πρόκειται για την εξαιρετικά προσοδοφόρα ανακάλυψη ότι μπορείς να είσαι φανατικός υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, αρκεί ένας αν όχι ο πλέον σημαντικότερος πελάτης σου να παραμένει το κράτος!

Το πρόβλημα, ασφαλώς, δεν είναι η προσφυγή σε εξειδικευμένους συμβούλους. Είναι η μετατροπή της εξαίρεσης σε κανόνα και η μεταφορά δημόσιας τεχνογνωσίας, ακόμη και λειτουργιών προετοιμασίας πολιτικών και νομοθετικών ρυθμίσεων, εκτός της δημοκρατικά ελεγχόμενης διοίκησης. Όσο περισσότερη γνώση εκχωρεί το κράτος, τόσο περισσότερο εξαρτάται από εκείνους στους οποίους την εκχωρεί.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εφηύρε τη συμβουλοκρατία. Επί των ημερών της, ωστόσο, η επέκτασή της είναι μετρήσιμη. Το περίφημο «επιτελικό κράτος» συνδυάζει έτσι μια αξιοθαύμαστη αντίφαση: συγκεντρώνει την πολιτική εξουσία στην κορυφή και εκχωρεί ολοένα περισσότερες υποστηρικτικές λειτουργίες σε ιδιώτες. Συγκεντρωτική εξουσία, διάχυτη ευθύνη, ιδιωτική ωφέλεια!

Και όταν κάποτε αποφασιστεί να αξιολογηθεί αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα: η αξιολόγηση θα ανατεθεί σε συμβουλευτική εταιρεία. Πιθανότατα σε κάποια που θα αξιολογήσει πόσο αποτελεσματικά αξιοποίησε η κυβέρνηση τις δικές της συμβουλές!

Και όλοι θα είναι ικανοποιημένοι: οι σύμβουλοι από τις συμβάσεις, οι επιχειρηματίες από τις αναθέσεις, οι επικοινωνιολόγοι από την προβολή, η κυβέρνηση από το αφήγημα. Μόνο ο πολίτης θα συνεχίσει να αναρωτιέται ποιος κυβερνά, ποιος λογοδοτεί και γιατί ο ίδιος πληρώνει τον λογαριασμό.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Η κρίση του πολιτικού Κέντρου και το ανοιχτό ερώτημα της επόμενης διακυβέρνησης στην Ελλάδα.

Από την ευρωπαϊκή προειδοποίηση του Eurasia Group στις πολιτικές ανατροπές της Σερβίας και της Βραζιλίας. Η ελληνική εμπειρία, η θεσμική διαφθορά και η αναζήτηση αξιόπιστης εναλλακτικής.

Η πρόσφατη έκθεση Top Risks 2026 του διεθνούς οίκου Eurasia Group αναδεικνύει ως έναν από τα χαρακτηριστικά της περιόδου μας την αποδυνάμωση του παραδοσιακού πολιτικού Κέντρου στην Ευρώπη. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, οι κυβερνητικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν κρίση εμπιστοσύνης, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για αντισυστημικά και ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα.

Πρόκειται για μια προειδοποίηση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα. Όχι επειδή η έκθεση προβλέπει τις ελληνικές εκλογικές εξελίξεις, αλλά επειδή φωτίζει μια κρίσιμη αντίφαση: την αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς πολιτικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν ως φορείς μετριοπάθειας, εκσυγχρονισμού και θεσμικής κανονικότητας και στη συνέχεια διέψευσαν τις σχετικές προσδοκίες.

Το Κέντρο που εμπιστεύθηκε τον Μητσοτάκη

Η εκλογική επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019 και η ακόμη μεγαλύτερη νίκη του το 2023, δεν εξηγούνται μόνον από την παραδοσιακή επιρροή της Νέας Δημοκρατίας.

Η πολιτική του πρόταση απευθύνθηκε και σε πολίτες του φιλελεύθερου, μεταρρυθμιστικού Κέντρου. Σε ανθρώπους που αναζητούσαν πολιτική σταθερότητα, διοικητική αποτελεσματικότητα, αξιοκρατία, ενίσχυση των θεσμών και ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Η σημερινή κρίση εμπιστοσύνης θέτει, επομένως, ένα σημαντικό θέμα που αφορά στο κατά πόσο εκείνες οι προσδοκίες έχουν εκπληρωθεί και σε ποιον βαθμό έχουν διαψευσθεί.

Διότι η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν περιορίζεται στο απλουστευτικό αφήγημα που αφορά απλώς στην λειτουργία των αγορών και στη διευκόλυνση των επενδύσεων. Προϋποθέτει ισονομία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και ουσιαστικούς περιορισμούς στην άσκηση της εξουσίας.

Όταν αυτές οι προϋποθέσεις αμφισβητούνται, η διατήρηση της εικόνας μιας μετριοπαθούς διακυβέρνησης καταρρέει και δεν μπορεί να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Όταν η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει

Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων, οι ευρωπαϊκές επισημάνσεις για τις αδυναμίες αντιμετώπισης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου και τα επανερχόμενα ζητήματα διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις αναδεικνύουν σοβαρές θεσμικές προκλήσεις. Η γκρίζα εικόνα των ειδήσεων των τελευταίων ημερών, για σκάνδαλα και παραβατικές συμπεριφορές παραγόντων, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο.

Προφανώς, οι καταγγελίες και οι εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις δεν ισοδυναμούν με αποδεδειγμένη ενοχή. Αυτό όμως δεν εξαντλεί την πολιτική συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο μας, «Η εποχή που η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει», είχαμε επιχειρήσει να περιγράψουμε μια διαφορετική διάσταση του προβλήματος: πρακτικές οι οποίες, ενώ ενδέχεται να καλύπτονται από την τυπική νομιμότητα, δημιουργούν συνθήκες προνομιακής πρόσβασης στην εξουσία και άνισης μεταχείρισης οικονομικών συμφερόντων.

Η πολιτική ουσία βρίσκεται στη διαμόρφωση των κανόνων. Ποιος αποφασίζει; Ποιος ελέγχει; Ποιος αποκτά πρόσβαση στους δημόσιους πόρους; Και ποιος τελικά ωφελείται;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παράνομη συναλλαγή. Είναι και η πιθανότητα η ίδια η διαδικασία λήψης αποφάσεων να διαμορφώνεται υπό τη δυσανάλογη επιρροή ισχυρών οικονομικών παραγόντων.

Ο Κάθετος Διάδρομος και η διεθνοποίηση της διαπλοκής

Μια χαρακτηριστική περίπτωση που απαιτεί δημόσιο έλεγχο είναι η διασταύρωση της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής με ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα γύρω από τον “Κάθετο Διάδρομο” φυσικού αερίου.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις της Wall Street Journal για τις σχέσεις της Αμερικανίδας πρέσβειρας Κίμπερλι Γκίλφοϊλ με Έλληνες επιχειρηματίες, την παρουσία εκπροσώπου συμφερόντων του ομίλου AKTOR σε διπλωματικές επαφές και την προώθηση συγκεκριμένων ενεργειακών συνεργασιών έχουν εγείρει σοβαρά ερωτήματα.

Η παραίτησή της, ύστερα από τα σχετικά δημοσιεύματα, προσέδωσε στην υπόθεση πρόσθετη πολιτική βαρύτητα, χωρίς να αποδεικνύει την αλήθεια όλων των καταγγελιών.

Ο ίδιος ο “Κάθετος Διάδρομος” αποτελεί ένα σύνθετο γεωοικονομικό εγχείρημα, με υπαρκτές δυνατότητες διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού της περιοχής. Οι δυνατότητες αυτές δεν καταργούν την ανάγκη ελέγχου των όρων συμμετοχής του Δημοσίου, του καταμερισμού των κινδύνων, της διαφάνειας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το πρίσμα μιας ακόμη επισήμανσης του Eurasia Group, στην έκθεση Top Risks 2026, που εντοπίζει ως έναν από τους δέκα σημαντικότερους διεθνείς κινδύνους την ανάπτυξη ενός "κρατικού καπιταλισμού με αμερικανικά χαρακτηριστικά". Τον περιγράφει ρητά ως προσωποπαγή και συναλλακτικό, όπου η εγγύτητα με την πολιτική εξουσία μπορεί να καθορίζει την επιχειρηματική εύνοια. Το ερώτημα για την Ελλάδα είναι κατά πόσον στοιχεία αυτής της πρακτικής εμφανίζονται και στις σχέσεις αμερικανικής διπλωματίας, ελληνικής κυβέρνησης και εγχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων, όπως εκείνων που δραστηριοποιούνται γύρω από τον “Κάθετο Διάδρομο”.

Ως φυσικό ακόλουθο γεννιέται το ερώτημα για την Ελλάδα “κατά πόσον οι ενεργειακές και γεωπολιτικές επιλογές της συγκροτούν μια αυτοτελή εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική ή επηρεάζονται δυσανάλογα από την προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων...”.

Σερβία και Βραζιλία: δύο διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες

Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Σερβία και τη Βραζιλία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στη Σερβία, το φοιτητικό κίνημα που αναπτύχθηκε έπειτα από την τραγωδία στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ και τις κινητοποιήσεις για λογοδοσία και καταπολέμηση της διαφθοράς κατάφερε να μετατρέψει μια κοινωνική διαμαρτυρία σε εκλογική πλειοψηφία. Η ήττα του πολιτικού συνασπισμού του Αλεξάνταρ Βούτσιτς αποτελεί σημαντική πολιτική μεταβολή, αν και η ικανότητα της νέας πλειοψηφίας να κυβερνήσει αποτελεσματικά παραμένει ανοιχτό ζήτημα.

Στη Βραζιλία, η επανεκλογή του Λούλα απέναντι στον Φλάβιο Μπολσονάρου, με 51,79%, ανέδειξε την εκλογική αντοχή μιας διαφορετικής πολιτικής κατεύθυνσης απέναντι στον μπολσοναρισμό. Παράλληλα, το υψηλό ποσοστό του αντιπάλου του υπενθυμίζει πόσο ισχυρή παραμένει η κοινωνική πόλωση.

Οι δύο χώρες έχουν διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές συνθήκες. Δεν προσφέρουν κάποιο υπόδειγμα για την Ελλάδα.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια κοινή προβληματική: οι αντιπαραθέσεις για τη δημοκρατία, τους θεσμούς και την πολιτική λογοδοσία μπορούν να κινητοποιήσουν πολίτες πέρα από τις παραδοσιακές κομματικές ταυτότητες.

Η αντιπαράθεση με τον αυταρχισμό και τις πολιτικές μορφές που συνδέονται με τον τραμπισμό δεν αφορά αποκλειστικά μια ιδεολογική παράταξη. Αγγίζει διαφορετικές δημοκρατικές παραδόσεις, από τον κοινωνικό φιλελευθερισμό έως τη σοσιαλδημοκρατία και την ανανεωτική Αριστερά.

Η ελληνική αντίφαση: αποδοκιμασία χωρίς πειστική εναλλακτική

Στην Ελλάδα, η τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis καταγράφει αρνητική αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου από το 67,3% των ερωτηθέντων.

Πρόκειται για σημαντική ένδειξη κοινωνικής δυσαρέσκειας, όχι όμως για άμεση μέτρηση της εκλογικής απήχησης του πρωθυπουργού ή για πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος.

Άλλωστε, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ενώ από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχει μέχρι στιγμής προκριθεί ποσοτικά, μια ευρύτερα αποδεκτή εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.

Αυτό είναι και κατά τη γνώμη μας το κρισιμότερο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκυρίας: η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και στην εμπιστοσύνη προς μια διαφορετική διακυβέρνηση.

Οι προσπάθειες διαμόρφωσης συγκροτημένων προγραμματικών προτάσεων και πλαισίου, όπως αυτές που επιχειρεί το ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι δημόσιες συζητήσεις για συγκεκριμένες προγραμματικές συγκλίσεις μεταξύ κομμάτων ντου συνταγματικού τόξου και δυνάμεων με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, αποτελούν στοιχεία αυτής της αναζήτησης.

Η αξιοπιστία τους, κρίνεται από το συγκεκριμένο περιεχόμενο των προτάσεων, τη δημοσιονομική και διοικητική τους εφικτότητα και τη δυνατότητα των πολιτικών δυνάμεων να συμφωνήσουν σε πραγματικές προτεραιότητες και όχι απλώς σε μια κοινή συγκυριακή στάση.

Η αναγκαία αλλαγή προσώπων δεν εγγυάται πάντα αλλαγή πολιτικής. Και η συνάθροιση παραγόντων διαφορετικών κομμάτων δεν αποτελεί αυτομάτως αξιόπιστο κυβερνητικό σχέδιο.

Η επόμενη διακυβέρνηση ως ζήτημα θεσμών και προγράμματος

Η εμπειρία των τελευταίων ετών αναδεικνύει την ανάγκη μιας συζήτησης που να υπερβαίνει τα όρια της απλής εκλογικής αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα χρειάζεται σαφείς και ελέγξιμες προγραμματικές απαντήσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ανεξαρτησία των ελεγκτικών θεσμών, τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, τη δίκαιη φορολογία, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την εργασία και το κοινωνικό κράτος.

Χρειάζεται επίσης μια συνεκτική συζήτηση για την εξωτερική πολιτική και τη σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές επιλογές αποκλίνουν σε σημαντικά πεδία από τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες.

Οι προγραμματικές συγκλίσεις μπορούν να αποκτήσουν πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο όταν απαντούν σε αυτά τα ζητήματα, διαθέτουν σαφή θεσμική βάση και καθιστούν ελέγξιμες τις δεσμεύσεις όσων διεκδικούν την εξουσία.

Το εκλογικό μέλλον της σημερινής κυβέρνησης θα κριθεί από τους πολίτες. Η ουσιαστική πρόκληση για το πολιτικό σύστημα όμως, είναι ευρύτερη.

Η προειδοποίηση του Eurasia Group και οι διαφορετικές εμπειρίες της Σερβίας και της Βραζιλίας υπενθυμίζουν ότι η δημοκρατική εμπιστοσύνη δεν είναι μόνιμο κεκτημένο. Χρειάζεται διαρκώς να επιβεβαιώνεται μέσα από την πολιτική πράξη.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι αν η επόμενη διακυβέρνηση θα καταφέρει να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και στους θεσμούς, περιορίζοντας την προνομιακή επιρροή της οικονομικής ισχύος πάνω στην πολιτική εξουσία.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Παρουσιάζοντας το βιβλίο «Η Προοδευτική Φωνή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης».

 


Πέμπτη 22/10/2026
αίθουσα ΕΣΗΕΑ

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,

θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω τον Γιώργο Εμμανουήλ και τις εκδόσεις «Παπαζήση», για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του.

Για μένα υπάρχει και μια προσωπική διάσταση. Με τον Γιώργο υπήρξαμε συμφοιτητές. Και αυτό μου δίνει σήμερα τη δυνατότητα —ίσως και το προνόμιο— να μην κοιτάζω μόνο το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας, αλλά και κάτι από τη διαδρομή του συγγραφέα, που οδήγησε σε αυτό.

Γιατί νομίζω ότι «Η Προοδευτική Φωνή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» δεν είναι απλώς ένα ακόμη βιβλίο για τις ευρωπαϊκές πολιτικές, τα προγράμματα ή την περιφερειακή ανάπτυξη.

Είναι, σε σημαντικό βαθμό, η συμπύκνωση μιας διαδρομής τριών και πλέον δεκαετιών: από τις ελληνικές περιφέρειες, στη διασυνοριακή συνεργασία, στα Βαλκάνια και τελικά στις Βρυξέλλες.

Αυτή είναι για μένα μία από τις σημαντικότερες αρετές του.

Ο Γιώργος δεν ξεκίνησε από μια δομημένη θεωρία για να αναζητήσει στη συνέχεια παραδείγματα εφαρμογής της.

Έζησε επί δεκαετίες την εφαρμογή αυτών των πολιτικών —τις δυνατότητες, τις δυσλειτουργίες, τις επιτυχίες και τις χαμένες ευκαιρίες τους— και επιχειρεί τώρα να μετατρέψει αυτή τη συσσωρευμένη θεσμική εμπειρία σε πολιτικό προβληματισμό.

Γι' αυτό και ο υπότιτλος «Από τις ελληνικές περιφέρειες στα Βαλκάνια και στις Βρυξέλλες» δεν είναι απλώς ένας ευρηματικός τίτλος.

Περιγράφει μια πορεία. Θα έλεγα όμως ότι περιγράφει και μια πολιτική μέθοδο: Περιφέρεια – Βαλκάνια – Ευρώπη.

Τρία επίπεδα που δεν πρέπει να λειτουργούν απομονωμένα αλλά να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Επιτρέψτε μου εδώ να μεταφέρω αυτή τη συζήτηση στη συγκυρία των ημερών μας.

Γιατί ίσως να είναι αυτό που κάνει σήμερα το βιβλίο ακόμη πιο επίκαιρο.

Ζούμε σε μια Ευρώπη που βρίσκεται δίπλα σε δύο μεγάλες πολεμικές εστίες, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.

Σε μια Ευρώπη στην οποία εξελίσσονται με οξύτητα το ενεργειακό πρόβλημα, ο πληθωρισμός, το κόστος ζωής και η ανασφάλεια.

Και βλέπουμε ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες κοινωνικές αντιδράσεις που δεν πρέπει να αντιμετωπίσουμε μόνο ως πρόβλημα δημόσιας τάξης.

Υποστηρίζω και εγώ μαζί με άλλους ότι μεταξύ άλλων είναι και πολιτικό μήνυμα προς τις εξουσίες μας.

Ότι μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών αισθάνονται πως το κόστος των αλλεπάλληλων κρίσεων κατανέμεται άνισα.

Και όταν η κοινωνική ανασφάλεια μεγαλώνει, μαζί της μεγαλώνουν ο εθνικισμός, ο αυταρχισμός, η ξενοφοβία και η δυσπιστία προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Την ίδια στιγμή που βλέπουμε την Ευρώπη υπό πολιορκία, με την γεωπολιτική πίεση να ασκείται τόσο από τα δυτικά όσο και από τα ανατολικά της καταγράφουμε και τα ακόλουθα:

·      Μια Ευρώπη τεράστιας οικονομικής δύναμης να δυσκολεύεται, συχνά, να μετατρέψει αυτή τη δύναμη σε αντίστοιχη πολιτική και γεωπολιτική επιρροή. Κατά τη γνώμη μου περισσότερο ως έλλειμα ηγεσίας.

·      Στην Ουκρανία, παρότι ο πόλεμος διεξάγεται στο ευρωπαϊκό έδαφος και αφορά ευθέως την ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι αποφασιστικές διπλωματικές κινήσεις εξακολουθούν σε σημαντικό βαθμό να εξαρτώνται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον.

·      Στη Μέση Ανατολή, πάλι, η Ευρώπη εμφανίζεται συχνότερα να αντιδρά στις εξελίξεις παρά να συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.

·      Και παράλληλα καλείται να αντιμετωπίσει μια Κίνα που μετατρέπει συστηματικά την οικονομική και τεχνολογική της ισχύ σε γεωπολιτική επιρροή και μια Ρωσία που, παρά τους πολύ μικρότερους οικονομικούς της πόρους, εξακολουθεί να επηρεάζει αποφασιστικά το διεθνές περιβάλλον.

Ζούμε την εποχή που το φαινόμενο που, συμβατικά, ονομάζουμε «Τραμπισμό», είναι προφανές ότι βάζει τη σφραγίδα του και διαμορφώνει συνθήκες χάους για την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Δεν είναι ένα το αποτέλεσμα κάποιων εκλογών στην Αμερική που αφορά, εσωτερικά στις ΗΠΑ.

Είναι η επιβολή μιας διαφορετικής αντίληψης διεθνούς πολιτικής, πέραν αυτής που χτίστηκε ο μεταπολεμικός κόσμος μας:

·      λιγότερο πολυμερής και περισσότερο συναλλακτική,

·      περισσότερο βασισμένη στους συσχετισμούς ισχύος και στις διμερείς συμφωνίες,

·      με δασμούς, πιέσεις προς συμμάχους και μια πολύ διαφορετική σχέση με τους διεθνείς θεσμούς που οικοδομήθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο.

Δεν υποστηρίζω ότι η Ευρώπη “μας εξέλιπε” και ότι δεν έχει πλέον δύναμη και δυνατότητες παρέμβασης, όπως ακούμε από πολλές πλευρές, τελευταία.

Αλλά το ερώτημα, κατ’ εμέ, που δεν θα αποφύγουμε, είναι γιατί δεν κατορθώνει να μετατρέπει το οικονομικό, κοινωνικό, επιστημονικό και πολιτισμικό της μέγεθος σε ανάλογη ενιαία πολιτική δύναμη.

Και εδώ, πιστεύω, αρχίζει, με το βιβλίο του Γιώργου, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία.

Εδώ έρχεται η συνήθης ατάκα, από τα πηγαδάκια του φουαγιέ της ΑΒΣΘ της δεκαετίας του 70… Αν και πόσο η ευρωπαϊκή ισχύς οικοδομείται μόνο από τα πάνω ή από τα κάτω. Το γνωστό μανιχαϊστικό δίλλημα εκείνης της εποχής, που όμως ήδη η διαλεκτική το έχει απαντήσει. Και ο Γιώργος το αντιμετωπίζει διαλεκτικά. Και από τα “πάνω” και από τα “κάτω” που εκεί αντιμετωπίζει δυσκολίες ισορροπίας το σύστημα και για τούτο προκρίνει την διαρκή ενδυνάμωση της από τα “κάτω” ενίσχυσης και λειτουργικής ενδυνάμωσης της συμμετοχής.

Η εμπειρία μας πλέον, όσων εκτιμούν ως θετική ιστορική σύλληψη την Ε.Ε., είναι ότι η ευρωπαϊκή ισχύς δεν οικοδομείται μόνο με περισσότερες αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες, με νέες αμυντικές δαπάνες ή με αποφάσεις των αρχηγών κρατών στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια.

Οικοδομείται και από κάτω.

·      Από κοινωνίες που αισθάνονται ότι συμμετέχουν.

·      Από περιφέρειες που αναπτύσσονται αντί να εγκαταλείπονται.

·      Από παραγωγικά συστήματα που δημιουργούν αξιοπρεπή εργασία.

·      Από μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν συνθλίβονται από τη συγκέντρωση.

·      Από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που συνδέονται με τις ανάγκες του τόπου τους.

·      Από διασυνοριακές συνεργασίες που μετατρέπουν τα σύνορα από γραμμές αντιπαράθεσης σε χώρους κοινών συμφερόντων.

Με άλλα λόγια, η κοινωνική και εδαφική συνοχή δεν είναι το “κοινωνικό συμπλήρωμα” της ευρωπαϊκής ισχύος. Είναι μία από τις προϋποθέσεις της.

Αυτή, νομίζω, είναι η «πολιτική» πρόταση του βιβλίου.

Δεν θα ισχυριστώ ότι ο συγγραφέας μας λέει ότι η ενδυνάμωση των περιφερειών αρκεί για να αποκτήσει η Ευρώπη κοινή εξωτερική πολιτική ή στρατηγική αυτονομία.

Αλλά θα ισχυριστώ ότι με σαφήνεια μας λέει, κάτι στο οποίο είμαστε ώριμοι να διεκδικήσουμε ως κοινωνίες, ότι χωρίς ισχυρές κοινωνίες, χωρίς παραγωγική βάση και χωρίς πολίτες που αισθάνονται ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βελτιώνει πραγματικά τη ζωή τους, οποιαδήποτε στρατηγική αυτονομία θα παραμένει εύθραυστη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς αυτές τις ημέρες, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες διαπραγματεύονται τον προϋπολογισμό (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμός για την επταετή περίοδο 2028–2034), οι ευρωπαϊκές περιφέρειες προειδοποιούν για τον κίνδυνο μεγαλύτερου συγκεντρωτισμού.

Υπερασπίζονται τρεις αρχές:

·      την εταιρική σχέση, αρχή της επικουρικότητας,

·      την τοπικά προσαρμοσμένη —place-based— πολιτική,

·      και την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση.

Άρα η συζήτηση που ανοίγει το βιβλίο δεν είναι “περιφερειακής αναφοράς”, με τη στενή έννοια.

Αφορά το ίδιο το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Μια ολοκλήρωση που μπορεί να αποτελέσει και μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα, όπως υπονοείται στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Όχι απλώς να περιμένουμε ποιο ποσό θα μας αναλογήσει, από τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, που πρέπει να μας απασχολήσει.

Αλλά να επιχειρήσουμε να συν διαμορφώσουμε το ίδιο το περιεχόμενό του Προϋπολογισμού αυτού.

Γιατί στον νέο αυτό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, δεν θα κριθεί μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν.

Θα κριθεί για ποια Ευρώπη θα διατεθούν.

Για μια Ευρώπη στην οποία η έννοια της ασφάλειας θα ταυτιστεί σχεδόν αποκλειστικά με στρατιωτικούς εξοπλισμούς;

Ή για μια Ευρώπη που θα αντιληφθεί την ασφάλεια ευρύτερα:

·      ως ενεργειακή ασφάλεια,

·      ως επισιτιστική ασφάλεια,

·      ως κοινωνική συνοχή,

·      ως παραγωγική ανθεκτικότητα,

·      ως προστασία απέναντι στην κλιματική κρίση,

·      ως εργασία και αξιοπρεπές εισόδημα,

·      και τελικά ως ειρηνική συνεργασία μεταξύ των λαών;

Η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα που γνωρίζουμε:

·      τη γεωγραφική της θέση μεταξύ Βαλκανίων, Μαύρης Θάλασσας και Ανατολικής Μεσογείου,

·      τα λιμάνια και τη ναυτιλία,

·      τον τουρισμό και τον πολιτισμό,

·      τον αγροδιατροφικό τομέα,

·      τις ενεργειακές δυνατότητες,

·      τα πανεπιστήμια και το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό της.

Έχει όμως και κάτι ακόμη:

την εμπειρία δεκαετιών διασυνοριακής συνεργασίας.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται ένας διαφορετικός ρόλος που θα μπορούσε να διεκδικήσει στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η χώρα μας.

Όχι ο ρόλος του περιφερειακού τοποτηρητή οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης.

Αλλά ο ρόλος ενός κόμβου συνεργασίας.

·      Στην ενέργεια.

·      Στις μεταφορές.

·      Στη ναυτιλία και στα λιμάνια.

·      Στην προστασία των υδάτων και των κοινών οικοσυστημάτων.

·      Στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.

·      Στην αγροδιατροφή.

·      Στην έρευνα και την εκπαίδευση.

·      Στον βιώσιμο τουρισμό.

·      Στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Αυτή είναι ίσως και η ουσία της εμπειρίας του Balkan Forum και των διασυνοριακών πολιτικών που αναδεικνύει ο Γιώργος.

Όταν περιφέρειες, πανεπιστήμια, δήμοι, επιχειρήσεις, κοινωνικοί φορείς και πολίτες από διαφορετικές χώρες δημιουργούν σταθερούς δεσμούς συνεργασίας, δεν παράγουν μόνο οικονομικό αποτέλεσμα.

Παράγουν και ειρήνη. Δημιουργούν κοινά συμφέροντα.

Και τα κοινά συμφέροντα είναι συχνά ισχυρότερο ανάχωμα στον εθνικισμό από οποιαδήποτε διακήρυξη καλών προθέσεων.

Γι' αυτό και θεωρώ ότι η λέξη «προοδευτική» στον τίτλο του βιβλίου αποκτά ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο.

·      Προοδευτική πολιτική σήμερα σημαίνει ανάπτυξη που μειώνει τις ανισότητες.

·      Πράσινη μετάβαση που δεν αφήνει περιοχές και κοινωνικές ομάδες πίσω.

·      Ανταγωνιστικότητα που δεν στηρίζεται στη φθηνή εργασία.

·      Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που δεν μετατρέπει τις περιφέρειες σε απλούς αποδέκτες αποφάσεων.

·      Και ασφάλεια που δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τους εξοπλισμούς.

Υπό αυτή την έννοια θα τολμούσα να δω το βιβλίο του Γιώργου και ως μια ενδιαφέρουσα μελέτη περίπτωσης.

Όχι ως απόδειξη ότι βρέθηκε κάποια έτοιμη συνταγή για την Ευρώπη.

Αλλά ως ένδειξη μιας διαδρομής που αξίζει να εξεταστεί πολύ σοβαρότερα:

από τον τόπο στην περιφέρεια,
από την περιφέρεια στη διασυνοριακή συνεργασία,
από τη συνεργασία αυτή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ίσως, τελικά, για να γίνει η Ευρώπη ισχυρότερη προς τα έξω, πρέπει πρώτα να γίνει πιο συνεκτική προς τα μέσα.

·      Κοινωνικά.

·      Οικονομικά.

·      Παραγωγικά.

·      Εδαφικά.

·      Και δημοκρατικά.

Το τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μάς θύμισε πόσα μεγάλα προβλήματα καλείται ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει η Ευρώπη.

Ουκρανία, Μέση Ανατολή, ενέργεια, ανταγωνιστικότητα, άμυνα, μετανάστευση, ο νέος προϋπολογισμός.

Το γεγονός όμως ότι δυσκολεύεται να δώσει ενιαίες και αποφασιστικές απαντήσεις δεν πρέπει να οδηγεί σε αντιλήψεις για λιγότερη Ευρώπη και ενίσχυση του ρόλου των κρατών.

Πρέπει να μας οδηγήσει στη συζήτηση για μια διαφορετικά ισχυρότερη Ευρώπη.

Μια Ευρώπη που δεν θα στηρίζεται μόνο στην αγορά της ή στη στρατιωτική της ισχύ.

Αλλά στην εμπιστοσύνη των κοινωνιών της, στην παραγωγική της δυνατότητα, στη μείωση των ανισοτήτων και στη συμμετοχή των πολιτών της.

Αγαπητοί μου και αγαπητές μου, εδώ βρίσκεται ίσως για μένα η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου που αποτέλεσε την αφορμή να βρεθούμε εδώ όλοι μαζί και παρουσιάζουμε σήμερα.

Δεν μας προσφέρει απλώς έναν απολογισμό μιας ενδιαφέρουσας επαγγελματικής διαδρομής.

Μας δίνει την αφορμή να θέσουμε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:

Τι Ευρώπη θέλουμε και ποιος μπορεί να είναι μέσα σε αυτήν ο ρόλος της Ελλάδας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης;

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη χρησιμότητα ενός βιβλίου.

Όχι να κλείνει μια συζήτηση. Αλλά να μας υποχρεώνει να ανοίξουμε μια καινούργια.

Γιώργο, σε ευχαριστούμε γι' αυτή την αφορμή.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Ποιος επηρεάζει τελικά τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην Ελλάδα;

Από την υπόθεση Γκίλφοϊλ και τον Κάθετο Διάδρομο, στην ανάγκη θεσμικού ελέγχου της οικονομικής επιρροής

Συνεχίζοντας την προσπάθεια για θεσμικό εκσυγχρονισμό στη χώρα μας, ακολουθώντας την προηγούμενη πρότασή μας για τη «Λευκή Βίβλο» της Δημοκρατίας και της Ενημέρωσης στην Ελλάδα.

Η πρόσφατη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, ύστερα από δημοσιεύματα για καταγγελλόμενες οικονομικές συναλλαγές και παρεμβάσεις υπέρ επιχειρηματικών συμφερόντων, επαναφέρει ένα ζήτημα που υπερβαίνει τα συγκεκριμένα πρόσωπα και τις περιστασιακές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Οι καταγγελίες αμφισβητούνται από την ίδια και δεν αποτελούν δικαστικά αποδεδειγμένες παραβάσεις.

Ποιοι και πως επηρεάζουν τις δημόσιες αποφάσεις στην Ελλάδα; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις πολιτικής εξουσίας, διπλωματίας και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων; Πού τελειώνει η θεμιτή εκπροσώπηση συμφερόντων και πού αρχίζει η προνομιακή πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων;

Σε προηγούμενη παρέμβασή μας, με τίτλο «Λευκή Βίβλος για τη Δημοκρατία και την ενημέρωση στην Ελλάδα», που δημοσιεύθηκε στη Μεταρρύθμιση, αναδείξαμε τους κινδύνους από τη συγκέντρωση οικονομικής, επικοινωνιακής και πολιτικής ισχύος. Προτείναμε συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις για τον πλουραλισμό, τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης και τη δημοκρατική λογοδοσία.

Σήμερα επιχειρούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα περισσότερο: από τη διαφάνεια της ενημέρωσης στη διαφάνεια της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής δημόσιων αποφάσεων.

Η πρόσφατη παρέμβαση του Παντελή Οικονόμου για την ανάγκη ρύθμισης του lobbying προσφέρει μια πρόσθετη αφορμή.

Διότι η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο όταν παραβιάζονται οι νόμοι. Δοκιμάζεται και όταν οι κανόνες διαμορφώνονται μέσα από διαδικασίες στις οποίες η πρόσβαση και η επιρροή κατανέμονται άνισα, χωρίς επαρκή δημόσια λογοδοσία.

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ και ο Κάθετος Διάδρομος

Η υπόθεση της πρώην Αμερικανίδας πρέσβειρας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, επειδή η διπλωματική της δραστηριότητα συνδέθηκε με την προώθηση της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ειδικότερα με τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου.

Πρόκειται για μια σημαντική γεωοικονομική επιλογή, που αξιοποιεί ελληνικές ενεργειακές υποδομές για την τροφοδοσία αγορών της ευρύτερης περιοχής.

Στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό πεδίο δραστηριοποιείται η Atlantic SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχουν ο όμιλος AKTOR με 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%. Τον Ιούνιο του 2026 ανακοινώθηκε η επέκταση της εικοσαετούς συμφωνίας της με την αμερικανική Venture Global για την προμήθεια ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως, με έναρξη παραδόσεων το 2030.

Πρόκειται για δημόσια ανακοινωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη αθέμιτης συναλλαγής.

Ιδιαίτερη θεσμική σημασία έχουν, ωστόσο, οι αποκαλύψεις που αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοβουλευτικών ερωτημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Την 1η Οκτωβρίου 2026, ο Gregory Meeks, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζήτησε εξηγήσεις για τις σχέσεις της Γκίλφοϊλ με τον Χρήστο Μαραφάτσο, καταγεγραμμένο επαγγελματία εκπρόσωπο συμφερόντων του ομίλου AKTOR στις ΗΠΑ.

Στην παρέμβασή του επικαλέστηκε στοιχεία από ομοσπονδιακά μητρώα lobbying, σύμφωνα με τα οποία είχαν καταβληθεί 160.000 δολάρια έως τον Ιούνιο του 2026 για την ανάπτυξη επαφών με αμερικανικούς κυβερνητικούς φορείς. Έθεσε επίσης ερωτήματα, στηριζόμενος σε δημοσιεύματα, σχετικά με τη συμμετοχή του συγκεκριμένου εκπροσώπου σε επίσημες διπλωματικές συναντήσεις.

Οι αναφορές αυτές δεν αποδεικνύουν παρανομία των εμπλεκομένων. Αποδεικνύουν, όμως, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο για τη θεσμική μας συζήτηση: όταν υπάρχουν μηχανισμοί καταγραφής του lobbying, συγκεκριμένες σχέσεις εκπροσώπησης συμφερόντων μπορούν να γίνονται γνωστές και να αποτελούν αντικείμενο δημόσιου ελέγχου.

Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να θέσουμε το εξής ερώτημα για την ελληνική περίπτωση:

Όταν διεθνείς επιχειρηματικές συμφωνίες συνδέονται με εθνικές ενεργειακές στρατηγικές, δημόσιες υποδομές και μακροχρόνιες οικονομικές δεσμεύσεις, πώς διασφαλίζεται ότι οι κρατικές επιλογές πραγματοποιούνται με διαφάνεια;

Ποιοι συμμετέχουν στη διαμόρφωση των αποφάσεων; Ποιες εναλλακτικές εξετάζονται; Ποιες παρεμβάσεις αφορούν θεμιτές εμπορικές διαπραγματεύσεις και ποιες αποσκοπούν στην επιρροή επί δημόσιων πολιτικών;

Η οικονομική διπλωματία αποτελεί αναγκαίο εργαλείο διεθνών σχέσεων. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τη δημοκρατική λογοδοσία των ελληνικών δημόσιων αρχών.

Άλλο η συλλογική εκπροσώπηση και άλλο τα ιδιαίτερα επιχειρηματικά συμφέροντα

Μια σύγχρονη νομοθετική προσέγγιση οφείλει να διακρίνει τη θεσμική εκπροσώπηση συλλογικών συμφερόντων από την προώθηση ιδιαίτερων επιχειρηματικών επιδιώξεων.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις, τα συνδικάτα, τα επιμελητήρια, οι επαγγελματικές ενώσεις και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αποτελούν αναγκαίους συνομιλητές της εκτελεστικής εξουσίας, στη διαμόρφωση δημόσιας πολιτικής.

Ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΕ, η ΓΣΕΒΕΕ ή η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα συλλογικών φορέων, οι οποίοι διατυπώνουν θέσεις για ζητήματα που αφορούν τους κλάδους και τα μέλη τους.

Η συμμετοχή τους στον δημόσιο διάλογο είναι θεμιτή και χρήσιμη. Οι παρεμβάσεις τους πρέπει να πραγματοποιούνται με διαφάνεια, αλλά δεν μπορούν να ταυτίζονται με την προώθηση των αποκλειστικών οικονομικών συμφερόντων μιας συγκεκριμένης επιχείρησης.

Διαφορετική είναι η περίπτωση ενός μεμονωμένου επιχειρηματικού ομίλου που επιδιώκει να επηρεάσει αποφάσεις για δικές του επενδύσεις, συμβάσεις, φορολογικές ρυθμίσεις ή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Ακόμη πιο σύνθετη είναι η άσκηση επιρροής μέσω επαγγελματιών συμβούλων, προσωπικών διασυνδέσεων, ενδιάμεσων προσώπων ή χρηματοδοτούμενων οργανώσεων.

Οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι αυτομάτως παράνομες. Απαιτούν, όμως, κατάλληλες υποχρεώσεις καταγραφής του εκπροσωπούμενου οικονομικού συμφέροντος, του πραγματικού ωφελούμενου και του αντικειμένου της παρέμβασης.

Η διάκριση αυτή αφορά όλους τους παραγωγικούς κλάδους, από τη ναυτιλία και την ενέργεια έως τις κατασκευές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις μεγάλες επιχειρήσεις υπηρεσιών.

Δεν αποσκοπεί στην ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας ούτε στην εξαίρεση των συλλογικών φορέων από τη διαφάνεια. Αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων κατάλληλων για διαφορετικές μορφές οργανωμένης επιρροής.

Οικονομική ισχύς, μέσα ενημέρωσης και ψηφιακή επιρροή

Στην προηγούμενη παρέμβασή μας για τη «Λευκή Βίβλο» εξετάσαμε τη συγκέντρωση οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος στην Ελλάδα.

Η ιστορική ανάπτυξη του φαινομένου συνδέεται με την ιδιωτική τηλεόραση, τη διεύρυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε ρυθμιζόμενες αγορές και, τα τελευταία χρόνια, με την αναδιάταξη της ιδιοκτησίας των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης.

Η έκθεση του Reuters Institute για την Ελλάδα το 2026 καταγράφει χαρακτηριστικές εξελίξεις: την επέκταση του ομίλου του Βαγγέλη Μαρινάκη μέσω της εξαγοράς του Newsit, την παρουσία επιχειρηματικών συμφερόντων της οικογένειας Μελισσανίδη στη Ναυτεμπορική, στη Ναυτεμπορική TV και στην Εφημερίδα των Συντακτών, καθώς και την απόκτηση του iefimerida από τους επιχειρηματίες Δημήτρη Μπάκο, Γιάννη Καϋμενάκη και Αλέξανδρο Εξάρχου, οι οποίοι διαθέτουν επίσης συμμετοχή στο Action24.

Οι ιδιοκτησιακές αυτές σχέσεις είναι δημόσια καταγεγραμμένες και δεν αποτελούν απόδειξη αθέμιτης παρέμβασης στη δημοσιογραφική λειτουργία.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα κρίσιμο ζήτημα: πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια όταν επιχειρηματικά συμφέροντα δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε τομείς που εξαρτώνται από δημόσιες αποφάσεις και στην αγορά ενημέρωσης;

Σήμερα η οργανωμένη επιρροή δεν περιορίζεται στις συναντήσεις επιχειρηματιών με υπουργούς.

Μπορεί να περιλαμβάνει χρηματοδοτούμενες επικοινωνιακές εκστρατείες, ψηφιακές καμπάνιες, αναθέσεις μελετών, συνεργασίες με διαμορφωτές γνώμης και οργανωμένες παρεμβάσεις στα κοινωνικά δίκτυα.

Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία και η ελεύθερη δημόσια έκφραση πρέπει να προστατεύονται απολύτως. Όταν όμως μια οργανωμένη επικοινωνιακή δραστηριότητα χρηματοδοτείται με συγκεκριμένο σκοπό να επηρεάσει μια δημόσια απόφαση, η κοινωνία πρέπει να μπορεί να γνωρίζει ποιος τη χρηματοδοτεί και ποιο συμφέρον εκπροσωπεί.

Αυτή ακριβώς είναι η σύνδεση της προηγούμενης «Λευκής Βίβλου» με τη σημερινή μας πρόταση: η διαφάνεια της οικονομικής επιρροής και η διαφάνεια της ενημέρωσης αποτελούν συμπληρωματικές προϋποθέσεις δημοκρατικής λειτουργίας.

Η Ελλάδα έχει νόμο για το lobbying. Γιατί δεν αρκεί;

Ο νόμος 4829/2021 καθιέρωσε το θεσμικό πλαίσιο για τη ρύθμιση δραστηριοτήτων επιρροής και τη λειτουργία του Μητρώου Διαφάνειας, υπό την εποπτεία της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η πλήρης απουσία νομοθεσίας.

Είναι οι περιορισμοί της και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της.

Στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου του 2026 καταγράφονται μόλις 35 εγγεγραμμένοι εκπρόσωποι συμφερόντων τον Μάρτιο του ίδιου έτους.

Ο αριθμός δεν αποδεικνύει ότι άλλες δραστηριότητες πραγματοποιούνται παράνομα. Αναδεικνύει, όμως, το περιορισμένο πεδίο καταγραφής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο ελληνικός νόμος επικεντρώνεται στην αμειβόμενη εκπροσώπηση συμφερόντων τρίτων, αφήνοντας εκτός του ίδιου πλαισίου σημαντικές δραστηριότητες επιρροής που πραγματοποιούνται απευθείας από στελέχη επιχειρήσεων για λογαριασμό των εργοδοτών τους.

Έτσι, ένας επαγγελματίας εκπρόσωπος συμφερόντων μπορεί να υποχρεούται σε καταγραφή, ενώ μια αντίστοιχη παρέμβαση από στέλεχος μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου να μην αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο.

Η χώρα χρειάζεται, επομένως, αναθεώρηση και ουσιαστική διεύρυνση του υφιστάμενου νόμου, όχι απλή επανάληψη ήδη θεσπισμένων κανόνων.

Η διεθνής εμπειρία προσφέρει εφαρμόσιμες λύσεις

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει κοινό Μητρώο Διαφάνειας για τους βασικούς θεσμούς της. Το σύστημα αναγνωρίζει τη συλλογική εκπροσώπηση συμφερόντων, την άμεση επιχειρηματική επιρροή και την επαγγελματική εκπροσώπηση τρίτων.

Η εγγραφή αποτελεί προϋπόθεση για συγκεκριμένες μορφές πρόσβασης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ενώ δημοσιοποιούνται στοιχεία για τις δραστηριότητες εκπροσώπησης συμφερόντων και ορισμένες θεσμικές συναντήσεις.

Η Ιρλανδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συστηματικής εφαρμογής.

Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του 2024, στο ιρλανδικό μητρώο υπήρχαν 2.710 εγγεγραμμένοι φορείς και περισσότερες από 12.300 δηλώσεις δραστηριοτήτων lobbying για το συγκεκριμένο έτος.

Ο εποπτικός μηχανισμός δεν περιορίζεται στην παραλαβή δηλώσεων, αλλά πραγματοποιεί ελέγχους πληρότητας και ζητεί συμπληρώσεις ή διορθώσεις.

Στη Γαλλία, η ανεξάρτητη HATVP εποπτεύει τη δραστηριότητα των εκπροσώπων συμφερόντων, καταγράφοντας τις παρεμβάσεις τους και σχετικούς οικονομικούς πόρους.

Αντίστοιχα, ο ΟΟΣΑ, με την αναθεωρημένη σύστασή του το 2024, προωθεί την επέκταση της διαφάνειας στις άμεσες και έμμεσες μορφές επιρροής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση για το λεγόμενο regulatory footprint, δηλαδή το δημόσιο αποτύπωμα των παρεμβάσεων που προηγούνται μιας νομοθετικής ή κανονιστικής απόφασης.

Με απλά λόγια, ο πολίτης δεν θα γνωρίζει μόνο ποιος υπέγραψε έναν νόμο, αλλά και ποιοι συμμετείχαν στη διαμόρφωσή του.

Κανένα από τα διεθνή συστήματα δεν έχει εξαλείψει την αθέμιτη επιρροή. Η εμπειρία τους δείχνει, όμως, ότι οι μηχανισμοί διαφάνειας μπορούν να λειτουργούν με σαφείς υποχρεώσεις, ενεργή εποπτεία και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Έξι προτάσεις για μια ελληνική θεσμική μεταρρύθμιση

Με βάση αυτές τις εμπειρίες και σε συνέχεια της «Λευκής Βίβλου», επιχειρούμε να καταθέσουμε στο δημόσιο διάλογο, ένα πλαίσιο σκέψεων με έξι συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Πρώτον, διεύρυνση του Μητρώου Διαφάνειας. Να διακρίνονται η συλλογική εκπροσώπηση, η άμεση επιρροή επιχειρήσεων για ίδιο λογαριασμό και η επαγγελματική εκπροσώπηση τρίτων. Οι υποχρεώσεις να είναι αναλογικές, χωρίς αδικαιολόγητες εξαιρέσεις.

Δεύτερον, καθιέρωση δημόσιου νομοθετικού αποτυπώματος. Κάθε σημαντική νομοθετική ή κανονιστική πρωτοβουλία να συνοδεύεται από καταγραφή των οργανωμένων παρεμβάσεων, των προτάσεων που υποβλήθηκαν και της αιτιολογημένης αντιμετώπισής τους.

Τρίτον, πρόσθετη διαφάνεια στις μεγάλες οικονομικές αποφάσεις. Ενεργειακές επιλογές, παραχωρήσεις υποδομών, σημαντικές δημόσιες επενδύσεις και κρίσιμες ρυθμίσεις αγορών να συνοδεύονται από τεκμηρίωση των οργανωμένων παρεμβάσεων που προηγούνται, με σεβασμό στα νόμιμα απόρρητα.

Τέταρτον, καταγραφή της χρηματοδοτούμενης έμμεσης επιρροής. Όταν οργανωμένες επικοινωνιακές ή ψηφιακές εκστρατείες αποσκοπούν στην επιρροή επί συγκεκριμένων δημόσιων αποφάσεων, να δημοσιοποιούνται οι χρηματοδότες και οι εκπροσωπούμενοι οικονομικοί σκοποί, με πλήρη προστασία της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και της ελεύθερης έκφρασης.

Πέμπτον, σύνδεση του lobbying με τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ. Να αξιοποιηθεί το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, ιδιαίτερα ο Κανονισμός 2024/1083 για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, σε συνδυασμό με τις προτάσεις της προηγούμενης πρότασής μας περί «Λευκής Βίβλου» που αφορά στην ιδιοκτησιακή διαφάνεια, την κρατική διαφήμιση και τις συγκρούσεις συμφερόντων.

Έκτον, ουσιαστικός και ανεξάρτητος έλεγχος. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας να διαθέτει πραγματικές δυνατότητες ελέγχου, διασταύρωσης στοιχείων και επιβολής αναλογικών κυρώσεων. Παράλληλα, να καθιερωθεί η δημοσιοποίηση των σημαντικών επαφών των δημόσιων αξιωματούχων με εκπροσώπους οργανωμένων συμφερόντων και ετήσια αξιολόγηση του συστήματος.

Οι προτάσεις αυτές δεν υποκαθιστούν τη δημόσια διαβούλευση ούτε την ανάγκη ανεξάρτητης επιστημονικής τεκμηρίωσης. Αποτελούν βήματα για την αναβάθμισή τους.

Όταν η οικονομική επιρροή διαμορφώνει τους ίδιους τους κανόνες

Υπάρχει, όμως, μια βαθύτερη διάσταση που δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Συνήθως αντιμετωπίζουμε τη διαφθορά ως παραβίαση συγκεκριμένων νόμων.

Μια ισχυρή οικονομική ομάδα, το γνωρίζουμε πλέον, δεν χρειάζεται αναγκαστικά να παρανομήσει για να αποκτήσει προνομιακή μεταχείριση. Μπορεί να επιδιώκει τη διαμόρφωση των ίδιων των κανόνων με τρόπο που εξυπηρετεί ιδιαίτερα τις επιδιώξεις της.

Αυτό μπορεί να αφορά τη φορολογία, την κατανομή δημόσιων πόρων, τη ρύθμιση αγορών ή τους όρους παραχωρήσεων και επενδύσεων.

Μια ευνοϊκή ρύθμιση δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη αθέμιτης επιρροής. Μπορεί να εξυπηρετεί πραγματικούς αναπτυξιακούς ή κοινωνικούς σκοπούς.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν προέκυψε από διαδικασία ανοιχτή σε διαφορετικές απόψεις, με ανεξάρτητη τεκμηρίωση και ουσιαστική αξιολόγηση των επιπτώσεων.

Διαφορετικά, μπορεί να αναπτύσσεται ένα σύστημα παραγωγής θεσμικών προνομίων χωρίς να απαιτείται κάποια παράνομη συναλλαγή.

Εδώ συναντούμε εκείνο που έχουμε περιγράψει σε προηγούμενη αρθρογραφική μας παρέμβαση ως τη διάσταση της «νόμιμης» διαφθοράς: όχι μια αυτοτελή ποινική κατηγορία, αλλά έναν προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο η συγκεντρωμένη οικονομική ισχύς μπορεί να επηρεάζει τους ίδιους τους κανόνες κατανομής των οικονομικών ευκαιριών.

Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτεί κάτι περισσότερο από τη γνωστή φρασεολογία περί αυστηρότερων κυρώσεων. Απαιτεί διαφάνεια, ανεξάρτητη τεκμηρίωση και ουσιαστική κοινωνική συμμετοχή στη διαμόρφωση πολιτικής.

Από την καταγγελία στη θεσμική ανασυγκρότηση της δημοκρατίας

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και οι διασταυρώσεις οικονομικής ισχύος με την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης δεν χρειάζεται να αποτελέσουν αφορμή για γενικευμένες καταγγελίες.

Μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία μιας ουσιαστικής θεσμικής συζήτησης.

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς επιχειρηματικούς ομίλους, ισχυρή διεθνή ναυτιλιακή παρουσία και αναπτυσσόμενες ενεργειακές διασυνδέσεις. Χρειάζεται επίσης θεσμούς ικανούς να εξασφαλίζουν ότι η οικονομική ισχύς δεν μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη πολιτική επιρροή.

Σε συνέχεια της πρότασής μας για μια «Λευκή Βίβλο» της Δημοκρατίας και της Ενημέρωσης, η σημερινή παρέμβαση αναδεικνύει μία ακόμη πλευρά του ίδιου προβλήματος.

Τότε θέσαμε το ζήτημα της συγκέντρωσης οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος και της προστασίας του πλουραλισμού. Σήμερα θέτουμε το ζήτημα της διαφάνειας στην παραγωγή δημόσιας πολιτικής.

Οι δύο διαστάσεις είναι αλληλένδετες.

Μια δημοκρατία χρειάζεται ελεύθερη ενημέρωση, αλλά και διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Χρειάζεται ισχυρές παραγωγικές επιχειρήσεις, αλλά και κανόνες που θα διασφαλίζουν ότι η οικονομική τους δύναμη δεν εξασφαλίζει προνομιακή πρόσβαση στην πολιτική εξουσία.

Η αναθεώρηση του νόμου 4829/2021 θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία μιας ευρύτερης κοινοβουλευτικής και κοινωνικής πρωτοβουλίας, με τη συμμετοχή ανεξάρτητων αρχών, κοινωνικών εταίρων, επιστημονικών φορέων και της κοινωνίας των πολιτών.

Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η επιχειρηματικότητα ούτε να υποβαθμιστεί η θεσμική εκπροσώπηση συλλογικών συμφερόντων.

Είναι να εξασφαλιστεί ότι οι οργανωμένες παρεμβάσεις θα είναι ορατές, τα ιδιαίτερα συμφέροντα αναγνωρίσιμα και οι δημόσιες αποφάσεις επαρκώς τεκμηριωμένες.

Η δημοκρατία δεν εξασφαλίζεται μόνο από το δικαίωμα όλων να ψηφίζουν. Απαιτεί και τη δυνατότητα όλων να γνωρίζουν ποιοι επηρεάζουν τις αποφάσεις που τους αφορούν.

Αυτή είναι η ουσιαστική συνέχεια της πρότασης για τη «Λευκή Βίβλο»: η διαμόρφωση μιας νέας θεσμικής αρχιτεκτονικής που θα συνδυάζει τη διαφάνεια της ενημέρωσης με τη διαφάνεια της οικονομικής επιρροής.

Γιατί η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται από την απουσία ισχυρών συμφερόντων, αλλά από την ικανότητα των θεσμών να εξασφαλίζουν ότι κανένα συμφέρον δεν μπορεί να υπερισχύει αθέατα του δημοσίου συμφέροντος.

Η συμβουλοκρατία ως ανώτατο στάδιο του επιτελικού κράτους!

Consulting Consultants on Consultations Στην Εφημερίδα των Συντακτών της 29ης Οκτωβρίου 2026. Ή αλλιώς: Η τέχνη τού να συμβουλεύονται, ...