Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Ρουσφέτι: ένας βολικός μύθος για συμψηφισμούς και απαξίωσης του δημόσιου έναντι του ιδιωτικού τομέα


Τις τελευταίες μέρες με αφορμή το σκάνδαλο το ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και ευρύτερα τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται με ένταση το γνωστό πλέον αφήγημα: ότι το «ρουσφέτι» αποτελεί σχεδόν αποκλειστικό χαρακτηριστικό του δημόσιου τομέα και, δη, της ελληνικής διοικητικής κουλτούρας. Στον αντίποδα, ο ιδιωτικός τομέας παρουσιάζεται ως πεδίο αγνής και καθαρής αξιοκρατίας, όπου η επιλογή προσωπικού και συνεργασιών, υπακούει αυστηρά σε κριτήρια απόδοσης και αποτελεσματικότητας.
Αντιστοίχως επιχειρείται να διασκεδαστεί η αναποτελεσματικότητα του κράτους με αναφορά στη διαχρονικότητα του φαινομένου...

Πρόκειται, προφανώς, για μια υπεραπλουστευτική —και συχνά ιδεολογικά σκοπίμως φτιασιδωμένη— ανάγνωση της πραγματικότητας.

Κατ’ αρχάς, η Ελλάδα δεν είναι θεσμικά «άναρχη» ως προς τις προσλήψεις στο Δημόσιο αλλά και ως προς του διαγωνισμούς αναθέσεων, έργων και υπεργολαβιών. Από τη μια η αρχή παρακολούθησης δημοσίων συμβάσεων και από την άλλη η θέσπιση και εξέλιξη του Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), ήδη από τον νόμο Πεπονή, συνιστούν κάποιες από τις πιο συστηματικές προσπάθειες κατοχύρωσης αντικειμενικών και διαφανών διαδικασιών. Παρά τις δυσλειτουργίες και τις κατά καιρούς παρακάμψεις, το πλαίσιο αυτό εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική κράτους δικαίου, όπου η ισονομία και η θεσμική λογοδοσία αποτελούν κανονιστικές αρχές και όχι απλώς ευχές.

Από την άλλη πλευρά, η ιδιωτική οικονομία δεν λειτουργεί σε ένα «κενό κοινωνικών σχέσεων». Αντιθέτως, η διεθνής βιβλιογραφία —από τις ΗΠΑ έως τη Νότια Ευρώπη και την Ασία— έχει αναδείξει τη σημασία των άτυπων δικτύων (networks), της κοινωνικής εγγύτητας και των προσωπικών συστάσεων στις διαδικασίες πρόσληψης αλλά και εταιρικών συνεργασιών. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό που περιγράφεται ως «referral hiring» ή «network-based recruitment» θεωρείται όχι απλώς αποδεκτό, αλλά και "καλή πρακτική". Η λογική είναι απλή: η εμπιστοσύνη μειώνει το ρίσκο. Όμως εκεί ακριβώς αρχίζει η συζήτησή μας.

Στην πράξη, η διάκριση μεταξύ «δικτύωσης» και «ρουσφετιού» δεν είναι πάντοτε καθαρή. Όταν μια θέση, στον ιδιωτικό τομέα, καλύπτεται πριν καν δημοσιοποιηθεί, όταν το βιογραφικό ενός υποψηφίου αποκτά προτεραιότητα λόγω ενός τηλεφωνήματος, ή όταν μια διαδικασία «τρέχει» επιλεκτικά για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο πρόσωπο, τότε η έννοια της αξιοκρατίας σχετικοποιείται —ανεξαρτήτως τομέα.

Η ελληνική εμπειρία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Στον χώρο της ναυτιλίας, όπου κυριαρχούν αναμφιβόλως τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ο διεθνής ανταγωνισμός, είτε αυτό αφορά στο cluster προμηθευτών της πλοιοκτησίας είτε την είσοδος νέων εργαζομένων, συχνά υπάρχει επιρροή από προσωπικές γνωριμίες, κοινωνικά και οικογενειακά δίκτυα. Άλλη περίπτωση είναι ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), όπου η κοινωνικο-τοπική σύνθεση εργαζομένων, στις συγκεκριμένες εταιρείες ενοικίασης λιμενεργασίας, έχει κατά κόρον συνδεθεί με παρεμβάσεις και «τηλεφωνήματα» πολιτικών και τοπικών παραγόντων. Πρόκειται για πρακτικές που δύσκολα εντάσσονται στο ιδεατό μοντέλο μιας «καθαρής αγοράς».

Αυτά τα φαινόμενα δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Στη Γαλλία, η έννοια του «piston» (γνωριμία που ανοίγει πόρτες) είναι κοινωνικά αναγνωρισμένη. Στην Ιταλία, το «raccomandazione» αποτελεί διαχρονικό μοτίβο. Στις ΗΠΑ, έρευνες δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό θέσεων καλύπτεται μέσω εσωτερικών συστάσεων, ενώ σε αγορές όπως της Κίνας, το «guanxi» (δίκτυο προσωπικών σχέσεων) αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής δραστηριότητας. Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι άτυπες πρακτικές στον ιδιωτικό και πολύ λιγότερο πλέον στον δημόσιο τομέα, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά διαπερνούν διαφορετικά συστήματα, παίρνοντας κάθε φορά τοπικά χαρακτηριστικά.

Είναι κρίσιμο, ωστόσο, να γίνει μια ουσιαστική διάκριση: άλλο η επιτάχυνση διαδικασιών για λόγους επείγοντος —που μπορεί να είναι θεμιτή— και άλλο η προνομιακή μεταχείριση που παρακάμπτει κανόνες και στερεί δικαιώματα από τρίτους. Το ρουσφέτι δεν ταυτίζεται με την αποτελεσματικότητα· προϋποθέτει την παραβίαση της ίσης μεταχείρισης.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μονοσήμαντα «δημόσιο» ή «ιδιωτικό». Είναι βαθύτερα θεσμικό και πολιτισμικό. Σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι εύθραυστη, οι πολίτες τείνουν να αναζητούν προσωπικές διαδρομές επίλυσης των προβλημάτων τους. Το «τηλέφωνο στον κατάλληλο άνθρωπο» γίνεται εργαλείο επιβίωσης, όχι απαραίτητα επειδή οι κανόνες απουσιάζουν, αλλά επειδή δεν εφαρμόζονται με συνέπεια.

Και το σημαντικότερο και πλέον προβληματικό είναι στη περίπτωση που υπάρχει δόλια πρόσοδος κρυφού ωφελισμού και ιδιοτέλειας.

Η αναπαραγωγή του μύθου περί «κακού δημοσίου» και «αγνού ιδιωτικού τομέα» δεν βοηθά. Αντιθέτως, αποπροσανατολίζει από το ουσιώδες: την ανάγκη ενίσχυσης των θεσμών, της διαφάνειας και της λογοδοσίας παντού. Η αξιοκρατία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός τομέα· είναι ζητούμενο που κρίνεται καθημερινά, σε κάθε απόφαση, σε κάθε πρόσληψη, σε κάθε «τηλέφωνο».

Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί να υπάρχει το ρουσφέτι —αλλά γιατί συνεχίζει να βρίσκει χώρο να υπάρχει.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Από τη διαφωνία στη δαιμονοποίηση του "άλλου": συζήτηση για τον πολιτικό μας πολιτισμό.


Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο στις κάλπες. Κρίνεται, κυρίως, στον τρόπο που διαφωνούμε. Στον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στον "άλλο", τον "απέναντί" μας και ιδιαιτέρως όταν οι δρόμοι μας χωρίζουν με αυτόν που κάποια στιγμή είμαστε μαζί.

Και αν κάτι γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητικό στη δημόσια σφαίρα των ημερών μας—ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης—είναι η διολίσθηση από την πολιτική διαφωνία στην προσωπική απαξίωση, και από εκεί, συχνά, στην ανοιχτή εχθρότητα.

Υπήρξαν, στην μεταπολίτευση, εποχές—όχι ιδανικές, αλλά σίγουρα πιο ώριμες—όπου οι πολιτικές διαφορές ή ακόμη και οι διασπάσεις, δεν σήμαιναν και ηθική εξόντωση του/των απέναντι ή ακόμη και των/του «πρώην συνοδοιπόρου/ων».

Από τις προσωπικές μου εμπειρίες στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς μέχρι το εκσυγχρονιστικό κέντρο, για παράδειγμα, οι διαφωνίες ήταν συχνές, οι αποκλίσεις παρούσες και οι αποχωρήσεις, από τις μικρές ή μεγάλες συλλογικότητες, στην ημερήσια διάταξη... Αυτό όμως που τις χαρακτήριζε ήταν ότι συνήθως συνοδεύονταν από μια κουλτούρα διαλόγου, κάποιου αμοιβαίου σεβασμού και, πολλές φορές, ακόμη και ανθρώπινης εγγύτητας που άντεχε στον χρόνο. Ήταν αυτό που είχε ονομασθεί και ως βελούδινα διαζύγια”.

Οι άνθρωποι που βρέθηκαν μαζί σε συλλογικές διαδρομές—στον Ρήγα, στον Συνασπισμό, σε πολιτικές πρωτοβουλίες όπως ο ΟΠΕΚ και άλλες συγκλίσεις με το ευρύτερο εκσυγχρονιστικό κέντρο, μετά τις όποιες πολιτικές τους εντάξεις —δεν μετατράπηκαν αυτομάτως σε «εχθρούς» όταν διαφοροποίησαν τις επιλογές τους. Οι σχέσεις δοκιμάστηκαν, αλλά δεν διαλύθηκαν. Η διαφωνία δεν ακύρωσε τη μνήμη της κοινής πορείας, ούτε την εκτίμηση για τον άνθρωπο πίσω από την πολιτική στάση.

Παρεκτός όταν υπήρξαν εμφανή και αποδεδειγμένα υποκειμενικά κριτήρια σκοπιμότητας και ωφελιμισμού στις επιλογές τους ή ποινικά κολάσιμες πράξεις…

Αυτό το ήθος το βίωσα με πρόσωπα και σχέσεις. Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης ή και ο Νίκος Θέμελης για παράδειγμα, υπήρξαν μορφές που ενσάρκωναν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να διαφωνείς χωρίς να διαρρηγνύεις, να επιμένεις χωρίς να απαξιώνεις. Αντίστοιχα, οι διαδρομές σε πολύ πιο προσωπικό επίπεδο, όπου οι πολιτικές διαφωνίες με επιλογές που συνδέθηκαν αργότερα με τον Αλέξη Τσίπρα κάποιων ή νωρίτερα με τον Κώστα Σημίτη άλλων, δεν σήμαιναν την κατάργηση της δυνατότητας διαλόγου. Αντιθέτως, αποτέλεσαν αφορμές για συνεχή «αναθεώρηση» των σκέψεων μας, μέσα από μια διαλεκτική κατανόηση των διαφορών.

Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερο μετά και την τελευταία δεκαετία, φαίνεται να κυριαρχεί μια διαφορετική νοοτροπία. Όσο υπάρχει πολιτική συμφωνία, οι αδυναμίες, οι αντιφάσεις, ακόμη και τα προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα του "άλλου" «αγνοούνται» ή αποσιωπώνται. Μόλις εμφανιστεί η διαφωνία, τα ίδια αυτά στοιχεία ανασύρονται, διογκώνονται και εργαλειοποιούνται. Η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση και η διαφωνία σε ηθική καταδίκη.

Η επιδείνωση αυτής της κατάστασης δεν είναι άσχετη με τις βαθιές πληγές που άφησε η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας στην Ελλάδα. Η ανασφάλεια, η οργή και η απογοήτευση διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου ο δημόσιος λόγος έγινε πιο επιθετικός, πιο απόλυτος, πιο διχαστικός. Ωστόσο, πέρα από τις κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η συγκρότηση ενός λόγου που επένδυσε συνειδητά στην τοξικότητα και τον μανιχαϊσμό.

Σε πρώτη φάση ο ΣΥΡΙΖΑ, που ερχόταν, νομιμοποίησε σιωπηλά ή και δημόσια στο λόγο του, κάθε τι που ήταν διαφορετικό από αυτό που τότε εξέφραζε. Δεν ήταν τυχαία και η παρουσία μελών του σε προσπάθειες να εμποδίσουν εσωτερικές διαδικασίες ή εκδηλώσεις άλλων κομμάτων και συγκεκριμένα του ΠΑΣΟΚ, εκείνη την εποχή λίγο πριν το ’15.

Ακολούθως έχουμε την λεγόμενη «αντί-ΣΥΡΙΖΑ» συμμαχία—με πρωτεργάτες έναν ιδιότυπο ακραιοκεντρώο φανατισμό— που δεν περιορίστηκε σε πολιτική αντιπαράθεση. Συχνά επέλεξε τη σπίλωση, την ηθική απαξίωση και τη συστηματική απονομιμοποίηση οποιουδήποτε δεν ευθυγραμμιζόταν μαζί τους. Έτσι, η διαφωνία έπαψε να είναι στοιχείο της δημοκρατίας και μετατράπηκε σε αφορμή για στοχοποίηση.

Αντίστοιχα φαινόμενα δεν περιορίζονται όμως μόνο σε έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο, αλλά στο σύνολο της πολιτικής. Πρόσφατες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, με αφορμή τη στάση και τις παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ανέδειξαν παρόμοιες πρακτικές. Αντί η πολιτική διαφωνία να αντιμετωπιστεί ως στοιχείο εσωτερικού διαλόγου, συχνά συνοδεύτηκε από αιχμές, υπονοούμενα και προσωπικές στοχεύσεις που υπερέβαιναν το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Όταν ακόμη και σε κόμματα εξουσίας η διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται ως απειλή προς εξουδετέρωση και όχι ως συμβολή σε έναν ευρύτερο προβληματισμό, τότε η κρίση του πολιτικού πολιτισμού αποκτά πιο δομικά χαρακτηριστικά. Και αυτό αφορά συνολικά το πολιτικό σύστημα, όχι μεμονωμένες περιπτώσεις.

Η τοξικότητα αυτή, όταν γενικεύεται, διαπερνά ολόκληρο το εθνικό πολιτικό επίπεδο. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι πολίτες μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται την πολιτική όχι ως πεδίο σύνθεσης και αντιπαράθεσης ιδεών, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης ταυτοτήτων. Όμως, όσο βαθιές κι αν είναι οι πολιτικές μας διαφορές, υπάρχει μια θεμελιώδης αλήθεια που δεν μπορεί να παραγνωρίζεται: είμαστε όλοι πολίτες της ίδιας χώρας.

Δεν είμαστε εχθροί. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε ως αντίπαλα στρατόπεδα που επιδιώκουν την ηθική εξόντωση του άλλου. Η δημοκρατία προϋποθέτει σύγκρουση απόψεων, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί και ένα ελάχιστο κοινό έδαφος συνύπαρξης και αμοιβαίας αναγνώρισης.

Χρειάζεται να επαναφέρουμε μια βασική, αλλά ξεχασμένη διάκριση: άλλο η πολιτική διαφωνία, άλλο ο πολιτικός αντίπαλος και εντελώς άλλο ο εχθρός. Η σύγχυση αυτών των εννοιών οδηγεί αναπόφευκτα στην τοξικότητα που σήμερα βιώνουμε.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Η Ελλάδα σε "Εμπλοκή" χωρίς όνομα: Ανάμεσα σε Συμφωνίες, Συμμαχίες και Σιωπές.

Υπάρχουν στιγμές που μια χώρα φαίνεται να εισέρχεται σε έναν πόλεμο όχι με τυμπανοκρουσίες, αλλά σχεδόν αθόρυβα — μέσα από τεχνικές αποφάσεις, διμερείς συμφωνίες και επιχειρησιακές «λεπτομέρειες» που παρουσιάζονται ως αυτονόητες.

Έχει, άραγε, εμπλακεί εμμέσως η χώρα μας σε έναν πόλεμο που δεν αποφάσισε; Και αν ναι, με ποιους όρους, με ποιες εντολές και –κυρίως– με ποια πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση;

Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ρητορικά. Αναδύονται επιτακτικά μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, ότι ελληνική συστοιχία PATRIOT στη Σαουδική Αραβία αναχαίτισε ιρανικούς πυραύλους. 

Μια δήλωση που, προκάλεσε ενδεχομένως -σε κάποια μερίδα των πολιτών— ένα στιγμιαίο αίσθημα υπερηφάνειας, ότι ελληνικά συστήματα PATRIOT αναχαίτισαν ιρανικούς πυραύλους με κατεύθυνση τη Σαουδική Αραβία. Δίνοντας μια εικόνα για τα ελληνικά πολεμικά συστήματα που αναχαιτίζουν απειλές, αποδεικνύουν επιχειρησιακή επάρκεια και διεθνή ρόλο...

Αλλά η υπερηφάνεια δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διαύγεια σκέψεων.

Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι ελληνικές δυνάμεις μπορούν. Είναι υπό ποιες συνθήκες ενεργούν.

Η κυβέρνηση, δια των επίσημων εκφραστών της, εμφανίζεται να κινείται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις. Από τη μία, γίνεται λόγος για διμερή διακρατική συμφωνία Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας από το 2021. Από την άλλη, το ΓΕΕΘΑ εντάσσει την παρουσία της ελληνικής συστοιχίας στο πλαίσιο της διεθνούς πρωτοβουλίας «Integrated Air Missile Defense (IAMD) Concept».

Δύο διαφορετικές αφηγήσεις που δεν είναι κατ’ ανάγκην αντικρουόμενες, αλλά σίγουρα δεν είναι και απολύτως ταυτόσημες. – Ούτε ως προς τη νομική βάση, ούτε ως προς την επιχειρησιακή δραστηριότητα.

Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα.

Διότι αν πρόκειται για διμερή συμφωνία, τότε η Ελλάδα έχει αναλάβει –αυτοτελώς– την ευθύνη εμπλοκής σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον εκτός επικράτειας, με Έλληνες στρατιώτες να ενεργούν σε πραγματικές συνθήκες σύγκρουσης. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για ένταξη σε πολυεθνικό σχήμα αεράμυνας, τότε οφείλει να διευκρινιστεί ποια είναι η αλυσίδα εντολών: ποιος αποφασίζει την εμπλοκή; Με ποιους κανόνες; Υπό ποια πολιτική εποπτεία;

Η ασάφεια δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ουσία δημοκρατίας.

Διότι σήμερα, η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε μια ιδιότυπη κατάσταση: ελληνικά οπλικά συστήματα καταρρίπτουν πυραύλους τρίτης χώρας, εκτός ελληνικής επικράτειας, ενώ η ίδια η χώρα δεν έχει επισήμως εμπλακεί στον πόλεμο. Και μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου ευρωπαϊκές φωνές σπεύδουν να αποστασιοποιηθούν, δηλώνοντας ότι «αυτός ο πόλεμος δεν είναι της Ευρώπης».

Πού ακριβώς τοποθετείται η Ελλάδα σε αυτό το τοπίο;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε επικοινωνιακή ούτε αποσπασματική. Διότι η εμπλοκή –άμεση ή έμμεση– δεν είναι μόνο στρατιωτικό γεγονός. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή και τελικά, πράξη.

Και εδώ τίθεται ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: η επίκληση της κοινοβουλευτικής έγκρισης της συμφωνίας του 2021 από ευρύτερο, της κυβέρνησης, φάσμα πολιτικών δυνάμεων. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που, αν χρησιμοποιείται ως γενική «νομιμοποιητική ομπρέλα», είναι παραπλανητικό και σκόπιμο. Καμία διακρατική συμφωνία δεν αποτελεί λευκή επιταγή για επιχειρησιακή δράση, ανεξαρτήτως συνθηκών. Οι όροι, τα όρια και –κυρίως– οι κανόνες εμπλοκής έχουν σημασία. Και αυτοί δεν έχουν αποσαφηνιστεί δημόσια.

Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι αν η συμφωνία ήταν σωστή ή λάθος, που ψηφίστηκε από ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις– αυτό είναι μια άλλη, εξίσου σημαντική συζήτηση.

Η ουσία είναι ποιος αποφασίζει σήμερα, σε πραγματικό χρόνο, για ενέργειες που ενδέχεται να καταστήσουν τη χώρα μέρος μιας σύγκρουσης.

Σε μια περίοδο όπου οι γραμμές μεταξύ άμυνας, αποτροπής και εμπλοκής γίνονται όλο και πιο θολές, η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποχρέωση.

Διότι πίσω από το αφήγημα της επιχειρησιακής επιτυχίας, αναδύονται σοβαρά ερωτήματα:

·       Με ποια εντολή έδρασαν τα ελληνικά πληρώματα;

·       Υπό ποιο επιχειρησιακό πλαίσιο;

·       Και κυρίως — σε ποιον πόλεμο ακριβώς συμμετέχει, έστω και εμμέσως, η Ελλάδα;

Η Ευρώπη, παρά τις εσωτερικές της αντιφάσεις, εξακολουθεί να κινείται —τουλάχιστον θεσμικά— στη λογική της αποκλιμάκωσης και της πολυμερούς διαχείρισης κρίσεων. Η μονομερής ή διμερής στρατιωτική δράση κρατών-μελών σε τρίτες περιοχές, ιδίως σε τόσο ευαίσθητα γεωπολιτικά περιβάλλοντα, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ευθυγραμμισμένη με αυτή τη φιλοσοφία.

Δεν πρόκειται για ζήτημα «πατριωτισμού» ή «εθνικής αξιοπρέπειας». Αυτά είναι εύκολα συνθήματα. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η θεσμική διαφάνεια και η δημοκρατική λογοδοσία.

Και η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει καθαρά:

Είναι αυτή η εμπλοκή μέρος συμμαχικής υποχρέωσης ή εθνικής επιλογής;
Ποιος δίνει την εντολή εμπλοκής;
Και, τελικά, ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη;

Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα γνωρίζει —και αν οι πολίτες της έχουν ενημερωθεί— σε ποιον πόλεμο συμμετέχει.

Και αν δεν το γνωρίζει, τότε το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από μια αντιφατική ανακοίνωση.

Είναι πρόβλημα στρατηγικής κατεύθυνσης.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Διεύρυνση με όρους πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης — Όχι στην πολιτική των «θυρωρών».

 

Οι τελευταίες ημέρες έφεραν ξανά στην επιφάνεια ένα γνώριμο φαινόμενο της ελληνικής πολιτικής ζωής: την προσπάθεια μετατροπής μιας πολιτικής συζήτησης σε πεδίο ηθικολογικής καχυποψίας και μικροπολιτικής αντιπαράθεσης.

Αφορμή αυτή τη φορά αποτέλεσαν ορισμένα ονόματα που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Επιτροπή Διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ.

Η αντίδραση δεν περιορίστηκε —όπως θα ήταν θεμιτό σε μια δημοκρατική συζήτηση— σε πολιτική κριτική ή σε έναν ουσιαστικό διάλογο για τα κριτήρια διεύρυνσης. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις μετατράπηκε σε μια συστηματική προσπάθεια απονομιμοποίησης αυτής καθαυτής της ίδιας της διαδικασίας. Και μάλιστα από κύκλους που, κατά κανόνα, δεν έκρυψαν ποτέ ότι βρίσκονται πολιτικά απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την προοπτική ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς.

Ας είμαστε σαφείς. Προφανώς και στη πολιτική υπάρχουν ενδεχόμενες αστοχίες ή και κάποιες λαθεμένες επιλογές που πρέπει να κρίνονται και να αξιολογούνται. Προφανώς σε μια δημοκρατική παράταξη η συζήτηση για αξιακά κριτήρια, για πολιτικές διαδρομές και για τις προϋποθέσεις συμμετοχής σε ένα εγχείρημα διεύρυνσης είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία. Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έχει πληρώσει, στο παρελθόν, το τίμημα επιλογών διεύρυνσής του, που δεν συνοδεύονταν πάντα από σαφείς πολιτικούς και κοινωνικούς όρους.

Ωστόσο, άλλο πράγμα η πολιτική συζήτηση και άλλο η επιχείρηση εγκαθίδρυσης ενός άτυπου μηχανισμού «πιστοποιητικών καθαρότητας». Είτε από την δεξιόφερτη "μόλυνση" είτε από την αριστερόφερτη…

Διότι αυτό ακριβώς επιχειρείται τις τελευταίες ημέρες: μια μετατόπιση της συζήτησης από το τι λένε οι άνθρωποι “σήμερα” και ποια κοινωνική προοπτική υπηρετούν “ σήμερα, στο πού ανήκαν “χθες” και ποια κομματική σφραγίδα φέρουν στο βιογραφικό τους.

Μια τέτοια λογική δεν συνιστά πολιτική αξιολόγηση. Συνιστά έλεγχο εισόδου με πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων και βεβαιώσεις παρελθουσών ιδεολογικών απόψεων.

Η ιστορική εμπειρία της Κεντροαριστεράς —στην Ελλάδα και διεθνώς— δείχνει το αντίθετο. Οι μεγάλες στιγμές της δεν γεννήθηκαν μέσα από διαδικασίες αποκλεισμών και «ταυτοτικών εξετάσεων». Γεννήθηκαν όταν οι δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις άνοιγαν τον ορίζοντά τους σε κοινωνικά στρώματα, ιδέες και πρόσωπα που αναζητούσαν ένα κοινό προγραμματικό έδαφος.

Η Κεντροαριστερά δεν συγκροτήθηκε ποτέ ως πολιτική «σέχτα» καθαρότητας. Δεν υπήρξε ποτέ λέσχη πιστοποιημένων μελών με «ένσημα ιδεολογικής ορθότητας» και ακλονητης πολιτικής σταθερότητας. Υπήρξε —και οφείλει να παραμείνει— ένα ρεύμα χειραφέτησης, κοινωνικής συμπερίληψης, δημοκρατικής αμφισβήτησης των ιεραρχιών και προπάντων προγραμματικής σύγκλισης.

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση που επιδιώκει να ανοίξει η Επιτροπή Διεύρυνσης είναι απολύτως πολιτική: αφορά ιδέες, κοινωνικές ανάγκες, προγραμματικές συγκλίσεις και τη δυνατότητα συγκρότησης μιας ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης που θα εκφράσει τις σύγχρονες αγωνίες της κοινωνίας.

Αντίθετα, η επιμονή σε ερωτήματα του τύπου «πόσο φιλο-ΣΥΡΙΖΑ ήταν κάποτε κάποιος», ή «πόσα ΠΑΣΟΚικά ένσημα διαθέτει» ή «πόσο αλληθώριζε προς έναν κυβερνητισμό με τον Μητσοτάκη» δεν υπηρετεί καμία πολιτική συζήτηση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής παγίδευσης: μετατρέπει τη στρατηγική ανασυγκρότησης μιας παράταξης σε εσωτερικό διαγωνισμό ιδεολογικής πιστοποίησης.

Και τελικά οδηγεί σε ένα αδιέξοδο: τη φίμωση εκείνων των φωνών που δεν διαθέτουν κομματικά παράσημα, αλλά έχουν κοινωνική εμπειρία, επαγγελματική γνώση και πραγματική αγωνία για το δημόσιο συμφέρον.

Η ουσία της διεύρυνσης δεν βρίσκεται στη διαγραφή της μνήμης ούτε στην άκριτη αποδοχή των πάντων. Δεν αποτελεί "κολυμβήθρα" εκκαθάρισης του όποιου παρελθόντος κανενός και καμιάς. Το παρελθόν μας για τον καθένα/μια μας προφανώς μετρά. Οι πολιτικές επιλογές μας μας χαρακτηρίζουν. Οι δε ευθύνες και —πολύ περισσότερο— οι ενδεχόμενες ποινικά κολάσιμες πράξεις αποτελούν σαφή όρια που καμία δημοκρατική παράταξη δεν μπορεί να αγνοήσει. Αλλά υπό τη δημοκρατική κρίση και αξιολόγηση των ίδιων των μελών του, στις θεσμοθετημένες διαδικασίες ανάδειξης και επιλογής των στελεχών. Όχι σε υποκειμενικού χαρακτήρα εκκαθαρίσεις και δολοφονία χαρακτήρων.

Η πολιτική δεν μπορεί να μετατραπεί σε αρχείο ταυτοτήτων.

Το κρίσιμο ερώτημα για κάθε πολίτη που επιθυμεί να συμμετάσχει σε μια διαδικασία ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς είναι απλό και ουσιαστικό:

Τι πιστεύει σήμερα; Ποιες κοινωνικές δυνάμεις εκπροσωπεί; Ποια συμφέροντα υπερασπίζεται; Και με ποιον τρόπο υπηρετεί στην πράξη αυτές τις αρχές στη δημόσια και επαγγελματική του ζωή;

Αυτά είναι τα πραγματικά πολιτικά κριτήρια.

Όσοι επιχειρούν να υποκαταστήσουν αυτή τη συζήτηση με μια κουλτούρα "θυρωρών" και “πιστοποιητικών φρονημάτων”, δεν προστατεύουν την ταυτότητα της Κεντροαριστεράς. Την συρρικνώνουν.

Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από αυτές τις φωνές προέρχονται από πολιτικούς ή επικοινωνιακούς χώρους που εδώ και χρόνια επενδύουν στη στρατηγική αποδυνάμωσης κάθε αυτόνομης προοδευτικής δύναμης που θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτικό πόλο απέναντι στη σημερινή συντηρητική διακυβέρνηση.

Η ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ και η διεύρυνση της δημοκρατικής παράταξης δεν μπορεί να προχωρήσει υπό το βάρος τέτοιων τεχνητών διλημμάτων.

Μπορεί να προχωρήσει μόνο μέσα από έναν ανοιχτό πολιτικό διάλογο με την κοινωνία, με προγραμματική σαφήνεια, με θεσμική σοβαρότητα και με εμπιστοσύνη στη δημοκρατική κρίση των πολιτών.

Γιατί τελικά η νομιμοποίηση μιας πολιτικής διεύρυνσης δεν απονέμεται από «μητρώα γνησιότητας».

Απονέμεται από την ίδια την κοινωνία.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η Ευρώπη, ως πολιτικό σχέδιο ειρήνης στον κόσμο.


Λες η Ιστορία, τώρα, σε μια εποχή επιστροφής της ισχύος, να επιβάλλει την ώρα της Ευρώπης;

Η ιστορία συχνά κινείται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Υπάρχουν όμως στιγμές όπου οι κρίσεις αποκαλύπτουν την αλήθεια των πραγμάτων.

Η σημερινή διεθνής συγκυρία είναι μία από αυτές.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, που ξεκίνησε με τη ρωσική εισβολή το 2022, και η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή με την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν δεν αποτελούν απλώς δύο διαφορετικές περιφερειακές συγκρούσεις. Αποτελούν συμπτώματα μιας βαθύτερης αλλαγής: της αποδιάρθρωσης της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης και της επιστροφής της ωμής ισχύος ως βασικού εργαλείου πολιτικής.


Η επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος

Η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν επέλεξε την εισβολή και την αναθεώρηση των συνόρων με τη βία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να υιοθετούν μια όλο και πιο απρόβλεπτη, συναλλακτική γεωπολιτική στρατηγική, όπου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως ένδειξη ισχύος, ακόμη κι όταν δεν συνοδεύονται από σαφή πολιτικό στόχο.

Η θριαμβολογία του Αμερικανού προέδρου μετά τα πλήγματα στο Ιράν δύσκολα κρύβει αυτή την πραγματικότητα. Ο κ. Τραμπ μίλησε για μια «ισχυρή στρατιωτική επιχείρηση» και για έναν κόσμο που «σέβεται περισσότερο από ποτέ τις ΗΠΑ».

Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της ισχύος παραμένει ένα βασικό ερώτημα: ποιος είναι ακριβώς ο στρατηγικός στόχος;

Οι δηλώσεις αλλάζουν από μέρα σε μέρα, ενώ κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά ποιο πολιτικό αποτέλεσμα επιδιώκεται. Ποια δημοκρατία μπορεί να οικοδομηθεί μέσα από βομβαρδισμούς σχολείων και εκατοντάδες νεκρούς αμάχους; Και ποια στρατηγική εγγυάται ότι η σύγκρουση δεν θα οδηγήσει σε νέα, βαθύτερη στρατιωτική εμπλοκή;

Η ιστορία έχει δείξει πολλές φορές ότι οι πόλεμοι χωρίς καθαρούς πολιτικούς στόχους οδηγούν σε αδιέξοδα. Και ότι οι στρατιωτικές νίκες δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολιτική σταθερότητα ή δημοκρατία.


Η ευρωπαϊκή αμηχανία – και το τέλος της γεωπολιτικής αθωότητας

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό τοπίο, η Ευρώπη δείχνει συχνά αμήχανη.

Για πολλά χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση συνήθισε να λειτουργεί κυρίως ως οικονομική δύναμη και λιγότερο ως γεωπολιτικός παράγοντας. Η άνεση της ειρήνης την έκανε να ξεχάσει ότι η ειρήνη χρειάζεται πολιτική βούληση για να διατηρηθεί.

Ωστόσο, κάτι αρχίζει να αλλάζει.

  • Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ήταν το πρώτο μεγάλο σοκ.
  • Η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή ίσως είναι το δεύτερο.

Η Ευρώπη αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η εποχή της γεωπολιτικής αθωότητας έχει τελειώσει.

Μέσα σε αυτή τη μετάβαση εμφανίζονται ήδη παραδείγματα μιας διαφορετικής ευρωπαϊκής στάσης.

Η Ισπανία είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση.

Η κυβέρνηση της Μαδρίτης δεν δίστασε να εκφράσει σαφείς επιφυλάξεις απέναντι στην κλιμάκωση της σύγκρουσης και να θέσει όρια στην άκριτη ευθυγράμμιση με τις επιλογές της Ουάσιγκτον.

Ταυτόχρονα όμως απέδειξε ότι η ευρωπαϊκή αυτονομία δεν σημαίνει ουδετερότητα ή αδυναμία. Με την αποστολή φρεγάτας για την ενίσχυση της άμυνας της Κύπρου —σε συνεργασία με την ελληνική πρωτοβουλία και τη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών κρατών— στάλθηκε ένα σαφές μήνυμα:

η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι κοινή υπόθεση και η Ευρώπη μπορεί να την υπερασπιστεί.

Αυτή η στάση —κριτική ανεξαρτησία αλλά και έμπρακτη ευθύνη— είναι ίσως το μοντέλο που χρειάζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση στη νέα εποχή.

Η πραγματικότητα είναι απλή: η Ευρώπη δεν είναι αδύναμη. Είναι απλώς διστακτική.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο. Διαθέτει τεράστια οικονομική ισχύ, ισχυρούς θεσμούς και έναν μοναδικό πολιτικό πολιτισμό συνεργασίας μεταξύ κρατών.

Καμία άλλη περιοχή στον κόσμο δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει την ιστορική σύγκρουση σε θεσμοθετημένη ειρηνική συνύπαρξη.

Αυτό το ευρωπαϊκό εγχείρημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Και ακριβώς γι’ αυτό σήμερα καλείται να κάνει το επόμενο βήμα: να αποκτήσει την πολιτική αυτοπεποίθηση που αντιστοιχεί στο μέγεθός του.

Αυτό που της λείπει δεν είναι η ισχύς.
Είναι η συνείδηση της ισχύος της.


Η αναγκαία πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης

Η νέα διεθνής πραγματικότητα δεν αφήνει περιθώρια για μισές λύσεις.

Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωση του νέου κόσμου —και όχι απλώς να τον παρακολουθεί— οφείλει να προχωρήσει σε βαθύτερη πολιτική ολοκλήρωση.

Αυτό σημαίνει:

  • Πραγματική κοινή εξωτερική πολιτική.
    Οι αποφάσεις που καθορίζουν τη διεθνή παρουσία της Ευρώπης δεν μπορούν να εξαρτώνται από την ομοφωνία 27 κρατών.
  • Ισχυρή ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας.
    Όχι ως εναλλακτική προς το ΝΑΤΟ, αλλά ως προϋπόθεση για μια πιο ισότιμη διατλαντική σχέση.
  • Επιστροφή της πολυμέρειας και της διεθνούς νομιμότητας.
    Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις συχνά επιλέγουν την κλιμάκωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει τον βασικό φορέα μιας νέας διπλωματικής αρχιτεκτονικής ειρήνης.

Αυτό είναι ένα πολιτικό σχέδιο που αφορά ιδιαίτερα τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά υπήρξε ιστορικά από τους βασικούς αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Από τον Βίλι Μπραντ μέχρι τον Ζακ Ντελόρ και από τον Φελίπε Γκονθάλεθ μέχρι τον Κώστα Σημίτη, οι μεγάλες προοδευτικές παραδόσεις της ηπείρου συνέδεσαν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με την ειρήνη, τη δημοκρατία και την κοινωνική πρόοδο.

Σήμερα αυτή η παράδοση καλείται να ανανεωθεί.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαντήσει στον κόσμο του Τραμπ και του Πούτιν με εσωστρέφεια ή φόβο. Μπορεί όμως να απαντήσει με κάτι πολύ ισχυρότερο: ένα πολιτικό σχέδιο διεθνούς συνεργασίας που θα στηρίζεται στη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την κοινή ασφάλεια.

Σε αυτή την προσπάθεια η Ελλάδα μπορεί να παίξει ρόλο μεγαλύτερο από το μέγεθός της.

Η γεωγραφική της θέση —στο όριο Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Ανατολικής Μεσογείου— της δίνει μια μοναδική δυνατότητα να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη σταθερότητα της περιοχής.

Σε συνεργασία με χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και άλλες δυνάμεις που πιστεύουν στην ανάγκη μιας πιο πολιτικής Ευρώπης, η Ελλάδα μπορεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για την ειρήνη.


Η ώρα της Ευρώπης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε από τα ερείπια των πολέμων του 20ού αιώνα.

Δεν είναι απλώς μια ένωση κρατών. Είναι το πιο φιλόδοξο πολιτικό εγχείρημα ειρήνης που γνώρισε ποτέ η ήπειρός μας.

Σήμερα, μπροστά σε έναν κόσμο που μοιάζει να επιστρέφει στη λογική της ισχύος, η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η ιστορία δεν κινείται μόνο προς τα πίσω.

Μπορεί να κινηθεί και προς τα εμπρός.

Ο δρόμος της συνεργασίας, της δημοκρατίας και της ειρήνης.

Η ιστορία δεν περιμένει.
Και ίσως, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ευρώπη καλείται πραγματικά να την γράψει.

Ίσως αυτή ακριβώς να είναι η στιγμή όπου η Ευρώπη θα αποφασίσει επιτέλους να γίνει αυτό που πάντα μπορούσε να είναι:

όχι απλώς μια μεγάλη αγορά, αλλά μια μεγάλη πολιτική δύναμη ειρήνης.

 

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Η «συμβουλοκρατία», το νέο μοντέλο διακυβέρνησης που αναπτύσσεται στην Ελλάδα.

Στις δημοκρατίες, η δημόσια πολιτική σχεδιάζεται από θεσμούς που λογοδοτούν στους πολίτες. Όταν όμως η χάραξη και υλοποίηση της πολιτικής μεταφέρεται συστηματικά σε ιδιωτικά γραφεία συμβούλων, τότε το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό και γίνεται βαθιά πολιτικό.

Γιατί όταν υπάρχει μια κυρίαρχη ιδεολογική εμμονή όλα να θεωρούνται ως εμπόρευμα, στο τέλος εμπορευματοποιείται και η ίδια η δημοκρατία, όπως εξελίσσονται τα πράγματα στην Ελλάδα αλλά εντονότερα βλέπουμε στις ΗΠΑ του παρόντος με πρόεδρο το κο Τραμπ.

Τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας Consultocracy αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που πολλοί υποψιάζονταν, αλλά ελάχιστοι είχαν τεκμηριώσει με στοιχεία. Μεταξύ 2017 και 2025 το ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε 3.079 συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών συνολικής αξίας άνω των 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ με ιδιωτικές εταιρείες. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι το ποσό. Είναι η δομή αυτής της δαπάνης: μόλις το 1% των αναδόχων απορροφά το 96% των χρημάτων, ενώ περίπου έξι στις δέκα συμβάσεις έγιναν με απευθείας ανάθεση.

Τα στοιχεία αυτά δεν περιγράφουν απλώς μια διοικητική επιλογή. Περιγράφουν μια δομική μετατόπιση εξουσίας από το κράτος προς ένα περιορισμένο δίκτυο ιδιωτικών συμβουλευτικών εταιρειών.

Από τη γραφειοκρατία στη συμβουλοκρατία

Η κυβέρνηση διαφημίζει εδώ και χρόνια τη μείωση της γραφειοκρατίας ως βασικό πυλώνα της πολιτικής της. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει κάτι διαφορετικό: αντί για λιγότερη γραφειοκρατία, έχουμε περισσότερη «συμβουλοκρατία» – μια αυξανόμενη εξάρτηση της δημόσιας διοίκησης από εξωτερικούς συμβούλους για τον σχεδιασμό, την εφαρμογή και συχνά μέχρι και τη συγγραφή δημόσιων πολιτικών.

Η εμπλοκή εξειδικευμένων συμβούλων σε σύνθετα έργα δεν είναι από μόνη της προβληματική. Σε κάθε σύγχρονο κράτος υπάρχουν περιπτώσεις όπου εξωτερική τεχνογνωσία είναι χρήσιμη. Το ζήτημα όμως προκύπτει όταν η χρήση συμβούλων παύει να είναι συμπληρωματική και γίνεται υποκατάσταση του ίδιου του κράτους.

Τότε προκύπτουν εύλογα ερωτήματα:

  • Ποιος σχεδιάζει τελικά τη δημόσια πολιτική;
  • Ποιος αξιολογεί την ποιότητα των παραδοτέων;
  • Και κυρίως: ποιος λογοδοτεί για το δημόσιο χρήμα;

Το φαινόμενο της συγκέντρωσης

Η έρευνα καταγράφει ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό μοτίβο συγκέντρωσης. Ενώ πάνω από 1.200 εταιρείες εμφανίζονται στις συμβάσεις, η συντριπτική πλειονότητα της δαπάνης κατευθύνεται σε λίγες μεγάλες εταιρείες συμβούλων.

Η εικόνα αυτή δεν παραπέμπει σε ανοικτή αγορά υπηρεσιών, αλλά σε ένα ολιγοπωλιακό σύστημα αναθέσεων, στο οποίο συγκεκριμένοι παίκτες βρίσκονται διαρκώς στην κορυφή της κατανομής των έργων.

Σε μια οικονομία που υποτίθεται ότι λειτουργεί με όρους ανταγωνισμού, η τόσο έντονη συγκέντρωση δημιουργεί εύλογες υποψίες:
όχι απλώς για διοικητική ευκολία, αλλά για ένα σταθεροποιημένο πλέγμα προνομιακών σχέσεων μεταξύ κράτους και συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων.

Η εμπειρία της αγοράς

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από την εμπειρία όσων δραστηριοποιούνται στον χώρο των μελετών και των συμβουλευτικών υπηρεσιών εδώ και δεκαετίες.

Η προσωπική μου υπόθεση εργασίας —μετά από τριάντα χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας στον χώρο— είναι ότι αν είχαμε πλήρη εικόνα των δαπανών για μελέτες και συμβουλευτικές υπεργολαβίες, θα εκπλησσόμασταν από το πραγματικό τους ύψος.

Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι να γνωρίσουμε τους τελικούς αλλά και τους ενδιάμεσους αποδέκτες αυτών των δαπανών.

Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν την ύπαρξη ενός cluster συμβούλων, όπου συγκεκριμένες ελληνικές μελετητικές εταιρείες συνυπάρχουν με τις λεγόμενες “Big 4”, σε μια ιδιότυπη ισορροπία κατανομής έργων.

Η εμπειρία της αγοράς δείχνει επίσης κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η σχέση κόστους και πραγματικής αξίας των παραδοτέων έχει ξεφύγει από κάθε λογική.

Το κλειστό σύστημα επιρροής

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την οικονομική διάσταση.

Αφορά και ένα ευρύτερο σύστημα επιρροής. Ένα σύστημα στο οποίο εταιρείες συμβούλων, επικοινωνιακές εταιρείες και υπεργολάβοι λειτουργούν ως ένα cluster δομημένων συμφερόντων.

Στο πλαίσιο αυτό επηρεάζεται όχι μόνο η κατανομή των δημοσίων έργων, αλλά και:

  • η διαμόρφωση του δημόσιου μηνύματος προς τους πολίτες
  • η κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης στα μέσα ενημέρωσης
  • και τελικά η ίδια η πολιτική ατζέντα.

Έτσι διαμορφώνεται ένα κλειστό σύστημα χρηματοδότησης, το οποίο λειτουργεί με άφθονο δημόσιο χρήμα και περιορισμένους μηχανισμούς ελέγχου.

Η «μαύρη τρύπα» του ΥπερΤαμείου

Σε αυτή τη συζήτηση υπάρχει και μια πτυχή που παραμένει σχεδόν εκτός δημόσιας προσοχής: οι συμβάσεις που συνάπτουν οι φορείς του ΥπερΤαμείου, συμπεριλαμβανομένου του ΤΑΙΠΕΔ που ενσωματώθηκε τελευταία στο ΥπερΤαμείο.

Θα ήταν πραγματική συμβολή στη δημοκρατία και στη λογοδοσία να αποκτούσαμε μια πλήρη εικόνα των εξόδων αυτών των οργανισμών για συμβουλευτικές υπηρεσίες και μελέτες.

Διότι εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη θεσμικό παράδοξο:
αυτές οι δαπάνες δεν υπάγονται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως συμβαίνει με τις υπόλοιπες δημόσιες δαπάνες στην ελληνική έννομη τάξη.

Η απουσία αυτού του ελέγχου δημιουργεί ένα θεσμικό κενό. Και το κενό αυτό γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό όταν συνδυάζεται με την ήδη διαπιστωμένη τάση συγκέντρωσης συμβάσεων σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών.

Η ανάγκη εθνικής συζήτησης

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη δαπανά πολλά χρήματα σε συμβούλους.

Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο:

Πού τελειώνει το κράτος και πού αρχίζει το δίκτυο ιδιωτικών συμβούλων που το περιβάλλει;

Η Ελλάδα χρειάζεται μια σοβαρή, διακομματική συζήτηση για τα όρια αυτού του μοντέλου διακυβέρνησης.
Μια συζήτηση που θα αφορά:

  • τη διαφάνεια στις συμβάσεις συμβούλων
  • την ενίσχυση των εσωτερικών ικανοτήτων της δημόσιας διοίκησης
  • και τον θεσμικό επανακαθορισμό του ρόλου του ΥπερΤαμείου.

Γιατί όταν το κράτος μετατρέπεται σταδιακά σε διαχειριστή συμβάσεων προς ιδιώτες συμβούλους, τότε δεν μιλάμε απλώς για κακή διοίκηση.

Μιλάμε για μετασχηματισμό της ίδιας της δημοκρατικής διακυβέρνησης και σε εμπορευματοποίησης της Πολιτικής.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Υπονομεύοντας την Ευρωπαϊκή Στρατηγική της χώρας.


Η σιωπηλή, αλλά συνειδητή, κυβερνητική διολίσθηση.

Η κυβέρνηση δεν διακηρύσσει ανοιχτά κάποια “απομάκρυνση” από την ευρωπαϊκή στρατηγική. Την υπονομεύει, όμως, σιωπηλά και μεθοδικά, μέσα από επιλογές που σωρευτικά συγκροτούν μια σαφή κατεύθυνση: τη στρατηγική δέσμευση της χώρας στις σημερινές αμερικανικές επιλογές, ακόμη κι όταν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις συλλογικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η στάση της Ελλάδας στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό για την αποανθρακοποίηση δεν ήταν μια ουδέτερη «τεχνική διαφοροποίηση». Ήταν πολιτική τοποθέτηση που απομάκρυνε τη χώρα από τον ευρωπαϊκό πυρήνα της πράσινης μετάβασης — σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναγνωριστεί δημόσια από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ. Όταν η «επιβράβευση» προέρχεται από τον βασικό πολέμιο της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής και ρυθμιστικής στρατηγικής, δύσκολα μπορεί να εκληφθεί ως διπλωματικό επίτευγμα.

Ενέργεια και υποδομές: από τη σύγκλιση στην εξάρτηση

Το ίδιο μοτίβο αποτυπώνεται στην ενεργειακή πολιτική. Ευρωπαϊκές εταιρείες ευρωπαϊκών συμφερόντων “εξωθήθηκαν”, στην ουσία, εκτός της διαδικασίας έρευνας υδρογονανθράκων στα ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα, αφήνοντας το πεδίο αποκλειστικά σε εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων. Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη: ευνοεί τη διοχέτευση ακριβότερου αμερικανικού σχιστολιθικού αερίου στην Ευρώπη και υπονομεύει τόσο τη δυνατότητα εξόρυξης φυσικού αερίου σε αυτούς τους χώρους και γενικότερα αναζήτησης φθηνότερων περιφερειακών λύσεων όσο και τη συλλογική ευρωπαϊκή ενεργειακή αυτονομία.

Παράλληλα, η αυξανόμενη αμερικανική εμπλοκή σε κρίσιμες υποδομές — λιμάνια, logistics, μεταφορικούς κόμβους — δημιουργεί συνθήκες δομικής εξάρτησης και όχι στρατηγικής ισοτιμίας. Δεν πρόκειται για πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αλλά για μονομερή στρατηγική μετατόπισης, με μακροπρόθεσμο κόστος.

Το Συμβούλιο Ειρήνης (Board of Peace) (για την Γάζα).

Ένα χαρακτηριστικό των επιλογών της χώρας είναι η συμμετοχή της, αρχικά ως «παρατηρητής» στο «Συμβούλιο Ειρήνης» (Board of Peace) του Ντόναλντ Τραμπ, την ίδια στιγμή που αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις, με τις περισσότερες μεγάλες δυνάμεις (Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία…) να αρνούνται τη συμμετοχή τους στην εναρκτήρια συνεδρίαση του.

Η ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης, οι “χρήσιμοι ηλίθιοι” εκ των ευρωσκεπτικιστών και η κοινωνική συνενοχή

Σε μια περίοδο βαθιάς γεωπολιτικής αναδιάταξης, όπου οι μεγάλες δυνάμεις επαναπροσδιορίζουν ρόλους και συμμαχίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό υπερεθνικό εγχείρημα που επιχειρεί να συνδυάσει δημοκρατία, κοινωνική συνοχή, ρυθμισμένη αγορά και θεσμική ισορροπία συμφερόντων. Κι όμως, αντί αυτή η ιδιαιτερότητα να αποτελεί πηγή στρατηγικής αυτοπεποίθησης, μετατρέπεται ολοένα και συχνότερα σε στόχο συστηματικής απαξίωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο εγχώριος ευρωσκεπτικισμός λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο. Δημοσιολογούντες και αναλυτές που παρουσιάζουν την Ευρώπη ως «παρακμάζουσα» ή «ανίκανη», συμβάλλουν στη νομιμοποίηση αυτής της στρατηγικής μετατόπισης.

Δεν πρόκειται απλώς για καλοπροαίρετη κριτική προς τις αδυναμίες της Ένωσης. Πρόκειται για έναν μεθοδευμένο “ευρωσκεπτικισμό”, ο οποίος – σε αγαστή συνέργεια με τον ενεργό στη χώρα “αντιευρωπαϊσμό” – λειτουργεί αντικειμενικά ως προθάλαμος ενός άκριτου φιλοατλαντισμού, τραμπικής κοπής. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει μια σοβαρή, πολιτική ευθύνη: η ευθύνη της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης και ενός πλέγματος πολιτικών, οικονομικών και μιντιακών συνοδοιπόρων της.

Αποσιωπούν ότι η Ευρώπη παραμένει παγκόσμιος ηγέτης σε κρίσιμους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, στη βιομηχανία, στη ρύθμιση της ψηφιακής οικονομίας, στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων και στο περιβάλλον. Υποβαθμίζουν σκόπιμα το γεγονός ότι το λεγόμενο «επενδυτικό έλλειμμα» στις τεχνολογίες αιχμής αποτελεί αναγνωρισμένο πρόβλημα που αντιμετωπίζεται θεσμικά – όχι ένδειξη συνολικής αποτυχίας.

Ιδιαιτέρως προβληματική είναι και η στάση αυτής της μερίδας πολιτών που, ενώ διαφωνεί, επιλέγει τη σιωπή. Η ανοχή, η αποστασιοποίηση και η λογική «δεν αλλάζει τίποτα» λειτουργούν ως σιωπηρή συνενοχή. Σε κρίσιμες καμπές, η ουδετερότητα δεν είναι ουδέτερη· ευνοεί την κυρίαρχη στρατηγική, ακόμη κι αν αυτή υπονομεύει μακροπρόθεσμα τα συλλογικά συμφέροντα.

Ευρώπη ή αποδιάρθρωση

Το διακύβευμα δεν είναι Ευρώπη ή Αμερική, ούτε μια ανόητη αντιπαράθεση πολιτισμών. Ένας άγονος αντιαμερικανισμός δεν πρόκειται να προσφέρει τίποτα. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η Ελλάδα θα επενδύσει σε μια ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομίας, δημοκρατικής ρύθμισης και συλλογικής ισχύος ή αν θα διολισθήσει σε έναν αποσπασματικό φιλοτραμπισμό, όπου τα εθνικά συμφέροντα συγχέονται με τις βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις τρίτων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τέλεια. Είναι, όμως, το μοναδικό πλαίσιο μέσα στο οποίο χώρες όπως η Ελλάδα μπορούν να έχουν φωνή, προστασία και προοπτική. Όσοι την απαξιώνουν συστηματικά — και όσοι σιωπούν ενώ βλέπουν τη στρατηγική απόκλιση να παγιώνεται — δεν είναι απλώς κριτικοί. Είναι, αντικειμενικά, συνοδοιπόροι μιας πορείας που οδηγεί σε λιγότερη κυριαρχία, περισσότερη εξάρτηση και πολιτική αποδιοργάνωση.

Η επιλογή, λοιπόν, είναι πολιτική και βαθιά αξιακή: ευρωπαϊκή σύγκλιση με αυτοπεποίθηση ή εθνική αποδιοργάνωση με πρόσχημα τον ευρωσκεπτικισμό και την υποδούλωσή μας στην υποτιθέμενη εξαναγκαστική προσαρμογή στη συγκυρία.

Ρουσφέτι: ένας βολικός μύθος για συμψηφισμούς και απαξίωσης του δημόσιου έναντι του ιδιωτικού τομέα

Τις τελευταίες μέρες με αφορμή το σκάνδαλο το ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και ευρύτερα τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται με ένταση το γνωστό πλέον αφήγημα:...