Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Να προσελκύσουμε τον πλούτο, όχι όμως με πλειστηριασμούς φορολογικής ασυλίας.

Η είδηση ότι ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής κεφαλαίων Κρις Ρόκος, ιδρυτής της Rokos Capital Management, επιλέγει την Ελλάδα ως νέα φορολογική κατοικία του παρουσιάστηκε, δικαιολογημένα ως έναν βαθμό, ως ψήφος εμπιστοσύνης προς τη χώρα.

Και γιατί όχι; Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θέλει να προσελκύσει κεφάλαια, επενδυτές, διεθνείς επιχειρήσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στελέχη υψηλής ειδίκευσης και δραστηριότητες μεγάλης προστιθέμενης αξίας.

Ότι όμως φημολογείται ότι ακολουθεί, φαίνεται να είναι πιο ενδιαφέρον από την προηγούμενη είδηση.

Μετά τον Ρόκος, η Millennium Management, ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς ομίλους hedge funds, με περισσότερα από 97 δισ. δολάρια υπό διαχείριση, σχεδιάζει, επίσης, το πρώτο της γραφείο στην Ελλάδα. Οι Financial Times περιγράφουν μάλιστα μια οργανωμένη προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να προσελκύσει hedge funds και private equity από το Λονδίνο, την Ελβετία και τον Κόλπο, προβάλλοντας συστηματικά τα νέα φορολογικά κίνητρα.

Άρα δεν έχουμε να κάνουμε με μία μεμονωμένη περίπτωση. Φαντάζει να έχουμε μπροστά μας μια επιλογή οικονομικής πολιτικής.

Και γι’ αυτό χρειάζεται να συζητήσουμε όχι αν επιθυμούμε να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα — ασφαλώς και το επιθυμούμε — αλλά με ποιους όρους τους προσελκύουμε και τι ακριβώς κερδίζει η χώρα από αυτή την επιλογή.

Άλλο προσέλκυση επενδύσεων και άλλο αγορά φορολογικής κατοικίας

Το ελληνικό καθεστώς non-dom επιτρέπει σε επιλέξιμους νέους φορολογικούς κατοίκους να καταβάλλουν κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ ετησίως για τα εισοδήματά τους από το εξωτερικό, για περίοδο έως δεκαπέντε ετών.

Παράλληλα, με τις αλλαγές του 2026 θεσπίστηκε ακόμη ευνοϊκότερη μεταχείριση συγκεκριμένων εισοδημάτων στελεχών επενδυτικών σχημάτων: πρόσθετες αποδόσεις, bonus και carried interest μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να φορολογούνται με συντελεστή 5%.

Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφοροποίηση που πρέπει να αναγνωριστεί.

Το δεύτερο αυτό καθεστώς δεν περιορίζεται στην απλή μεταφορά μιας φορολογικής διεύθυνσης. Προϋποθέτει πραγματική εγκατάσταση δραστηριότητας και, μεταξύ άλλων, ετήσιες λειτουργικές δαπάνες τουλάχιστον τριών εκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα.

Αυτό έχει σημασία.

Αν μαζί με έναν διεθνή διαχειριστή κεφαλαίων μεταφέρονται γραφεία, εργαζόμενοι, φορολογητέες αμοιβές, υπηρεσίες, τεχνογνωσία και δημιουργούνται θέσεις εργασίας για Έλληνες οικονομολόγους, αναλυτές, πληροφορικούς, νομικούς και εξειδικευμένα στελέχη, τότε δημιουργείται πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα.

Η πληροφορία ότι η Rokos Capital θα μπορούσε μελλοντικά να αναπτύξει παρουσία περίπου 50 ανθρώπων στην Αθήνα, όπως και η απόφαση της Millennium να δημιουργήσει εδώ δικό της γραφείο, δεν είναι αμελητέες.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν χρειάζεται ιδεολογικούς αυτοματισμούς.

Απαιτείται όμως οπωσδήποτε απάντηση σε ένα κρίσιμο ερώτημα:

Πόσο πρόσθετο δημόσιο όφελος δημιουργείται για κάθε φορολογικό πλεονέκτημα που παραχωρείται;

Να μετρήσουμε όχι μόνο τις αφίξεις, αλλά και τον λογαριασμό

Ο Κρις Ρόκος είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Σύμφωνα με τα βρετανικά στοιχεία, κατέβαλε περίπου 330 εκατ. λίρες σε φόρους στη Βρετανία το προηγούμενο έτος και βρισκόταν μεταξύ των μεγαλύτερων φορολογουμένων της χώρας.

Προφανώς, αυτά τα 330 εκατομμύρια δεν τα «χάνει» η Ελλάδα. Δεν ανήκαν ποτέ στην ελληνική φορολογική βάση.

Όμως η τεράστια απόσταση μεταξύ ενός τέτοιου φορολογικού βάρους και ενός καθεστώτος κατ’ αποκοπή φορολόγησης 100.000 ευρώ μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα της ανταποδοτικότητας.

  • Πόσα κεφάλαια επενδύονται πραγματικά στην Ελλάδα;
  • Πόσες επιχειρηματικές δραστηριότητες μεταφέρονται;
  • Πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται;
  • Πόσες φορολογητέες αμοιβές προκύπτουν;
  • Ποιο είναι το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα και ποιο μέρος αυτής της δραστηριότητας δεν θα είχε δημιουργηθεί χωρίς το ειδικό φορολογικό καθεστώς;

Αυτό είναι το πραγματικό τεστ.

Δεν αρκεί να δημοσιοποιούμε πόσοι εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι επιλέγουν την Ελλάδα. Χρειάζεται να δημοσιοποιούμε και την αξιολόγηση του αποτελέσματος της πολιτικής.

Η κυβέρνηση ανακοινώνει τις αφίξεις. Καλό θα ήταν να μας παρουσιάζει και τον λογαριασμό.

Ο κίνδυνος του πλειστηριασμού

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση που η υπεύθυνη πολιτική ελίτ δε μπορεί να αγνοήσει. Η Ελλάδα δεν κινείται σε κενό αέρος.

Η Ιταλία προσφέρει το δικό της καθεστώς για εύπορους νέους φορολογικούς κατοίκους. Η Ελβετία διαθέτει επί δεκαετίες συστήματα κατ’ αποκοπήν φορολόγησης. Τα Εμιράτα ανταγωνίζονται επιθετικά για την εγκατάσταση κεφαλαίων και διαχειριστών. Και η Βρετανία, μετά την κατάργηση του δικού της καθεστώτος non-dom και τις αλλαγές στη φορολόγηση του carried interest, βλέπει ήδη ορισμένους μεγάλους φορολογουμένους να εξετάζουν άλλες δικαιοδοσίες.

Εάν, όμως, κάθε χώρα απαντά στην προηγούμενη προσφέροντας ακόμη μικρότερο συντελεστή, έχουμε μια κλασική διαδικασία ανταγωνισμού προς τα κάτω.

Σήμερα το 15% γίνεται 5%. Αύριο κάποια άλλη χώρα μπορεί να προσφέρει 3%. Και μεθαύριο μηδέν.

Κάπου εκεί ο θεμιτός διεθνής ανταγωνισμός για επενδύσεις μετατρέπεται σε πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.

Και όμως, η διεθνής κατεύθυνση είναι διαφορετική

Η αντίφαση γίνεται μεγαλύτερη εάν δούμε τι συμβαίνει την ίδια στιγμή διεθνώς.

Η συμφωνία OECD–G20 για ελάχιστο εταιρικό φόρο 15% στις μεγάλες πολυεθνικές δημιουργήθηκε ακριβώς για να περιορίσει έναν αντίστοιχο φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ κρατών.

Τώρα η ίδια συζήτηση επεκτείνεται στους υπερπλούσιους.

Η πρόταση που εκπόνησε ο Gabriel Zucman για τη βραζιλιάνικη προεδρία του G20 προβλέπει μια διεθνώς συντονισμένη ελάχιστη αποτελεσματική επιβάρυνση για τους δισεκατομμυριούχους, περίπου ίση με το 2% της περιουσίας τους ετησίως.

Το σημαντικότερο είναι ότι η συζήτηση αυτή δεν παρέμεινε σε επίπεδο ακαδημαϊκής πρότασης.

Στη Διακήρυξη του Ρίο, το G20 δεσμεύθηκε να συνεργαστεί ώστε οι άνθρωποι εξαιρετικά υψηλού πλούτου να φορολογούνται αποτελεσματικά και αναφέρθηκε ρητά στην ανάγκη αντιμετώπισης «δυνητικά επιζήμιων φορολογικών πρακτικών».

Ακριβώς δηλαδή των πρακτικών που μπορούν να προκύψουν όταν οι χώρες αρχίσουν να ανταγωνίζονται όχι για το ποια προσφέρει καλύτερες συνθήκες επένδυσης, αλλά για το ποια προσφέρει μικρότερη φορολογική υποχρέωση.

«Φορολογήστε μας περισσότερο»

Υπάρχει και μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα συγκυρία.

Δεν ζητούν πλέον μόνο οικονομολόγοι ή πολιτικές δυνάμεις μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη.

Το ζητούν και ορισμένοι από εκείνους που θα κληθούν να πληρώσουν.

Στην πρωτοβουλία «Proud to Pay More», 260 εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι από 17 χώρες απηύθυναν στους ηγέτες που συγκεντρώθηκαν στο Νταβός μια ασυνήθιστα καθαρή έκκληση: φορολογήστε περισσότερο τον ακραίο πλούτο.

Στη Νέα Υόρκη, εύποροι πολίτες και μέλη της κίνησης Patriotic Millionaires εμφανίζονται δημοσίως υποστηρίζοντας υψηλότερη φορολόγηση των εκατομμυριούχων — ακόμη και της δικής τους κοινωνικής κατηγορίας.

Το επιχείρημά τους έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν στηρίζεται στη φιλανθρωπία.

Η φορολογία δεν μπορεί να αντικαθίσταται από την αγαθοεργία ούτε να εξαρτάται από την καλή διάθεση του πλουσίου. Χρειάζεται κανόνες που ισχύουν για όλους.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει απλώς φθηνότερη. Χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι καλύτερη

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η επιλογή που έχουμε μπροστά μας.

  • Ναι, να δημιουργήσουμε στην Αθήνα ένα πραγματικό οικοσύστημα asset management.
  • Ναι, να διευκολύνουμε την εγκατάσταση σοβαρών διεθνών επιχειρήσεων.
  • Ναι, να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική θέση, την ποιότητα ζωής, το ανθρώπινο δυναμικό και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Και ασφαλώς να προσφέρουμε ένα σταθερό, προβλέψιμο και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον.

Αυτό άλλωστε είναι από τα σοβαρότερα αιτήματα κάθε πραγματικού επενδυτή.

Άλλο όμως φορολογική σταθερότητα και άλλο φορολογικό dumping.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη ή την Ελβετία απλώς μειώνοντας περισσότερο τους φορολογικούς συντελεστές.

Μπορεί, όμως, να τους ανταγωνιστεί προσφέροντας πολιτική σταθερότητα, ποιότητα ζωής, ταχύτητα διοίκησης, καλύτερη Δικαιοσύνη, σύγχρονες ψηφιακές υποδομές, πανεπιστήμια, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και σταθερούς κανόνες παιχνιδιού.

Αυτό είναι θεμιτός ανταγωνισμός.

Και υπάρχει επιπλέον μια διάσταση που για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Μια μικρή χώρα, η οποία για την προστασία των εθνικών της συμφερόντων επικαλείται διαρκώς το Διεθνές Δίκαιο και τη διεθνή νομιμότητα, έχει στρατηγικό συμφέρον να βρίσκεται στην προμετωπίδα της διεθνούς νομιμότητας και στην οικονομία.

Να είναι μεταξύ εκείνων που διαμορφώνουν τους κανόνες και όχι μεταξύ εκείνων που αναζητούν τρόπους να τους παρακάμπτουν.

Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα φορολογικής πολιτικής. Είναι και διπλωματικό κεφάλαιο.

Ναι στον πλούτο. Αλλά με κανόνες

Ο Κρις Ρόκος, η Millennium και οποιαδήποτε άλλη διεθνής επιχείρηση επιθυμεί πραγματικά να εγκατασταθεί στην Ελλάδα είναι ευπρόσδεκτοι.

Και μακάρι να ακολουθήσουν πολλοί ακόμη.

Το ζητούμενο όμως πρέπει να είναι να έρθουν επειδή η Ελλάδα είναι καλύτερο μέρος για να επενδύσουν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν, όχι απλώς επειδή είναι φθηνότερο μέρος για να φορολογηθούν.

  • Να διευκολύνουμε την επένδυση.
  • Να εγγυηθούμε τη φορολογική σταθερότητα.
  • Να δημιουργήσουμε ένα ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
  • Να αξιολογούμε όμως ταυτόχρονα με διαφάνεια κάθε ειδικό φορολογικό καθεστώς ως προς τις επενδύσεις, τις θέσεις εργασίας και τα πραγματικά δημόσια έσοδα που δημιουργεί.

Και κυρίως να μη δεχθούμε ότι ο διεθνής ανταγωνισμός για επενδύσεις πρέπει να εξελιχθεί σε διαγωνισμό για το ποιος φορολογεί λιγότερο τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου.

Ναι, λοιπόν! Να προσελκύσουμε τον πλούτο.

Όχι όμως με πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας


“… Η πανεπιστημιακή αστυνομία απέδειξε ότι ήταν μια προσπάθεια η οποία ήταν αχρείαστη. Αναλώσαμε πολύ κεφάλαιο σε μία προσπάθεια η οποία τελικά δεν ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε ένα υπαρκτό πρόβλημα…”. Κυριάκος Μητσοτάκης, 6 Σεπτεμβρίου 2026, συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ.

Καλώς ήλθατε, λοιπόν, έστω και με κάποια χρόνια μετά, στο τραπέζι της συζήτησης με την απαιτούμενη, όμως, αυτοκριτική….

Γιατί το πρόβλημα της βίας, της παραβατικότητας και της ασφάλειας στα Πανεπιστήμια ήταν και παραμένει, υπαρκτό. Αυτό που αμφισβητήσαμε ήταν ΑΝ (;) η ίδρυση ενός ειδικού σώματος Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, αποτελούσε σοβαρή, αναγκαία και αποτελεσματική απάντηση στο πρόβλημα.

Και καλό είναι σήμερα να θυμηθούμε τον δημόσιο διάλογο όλης εκείνης της περιόδου.

Στη «Μεταρρύθμιση» (αναφέρομαι σε προσωπικό επίπεδο για το bullying που είχα υποστεί στοπ διαδίκτυο), ήδη στην προεκλογική περίοδο του 2023, στο άρθρο μου «Η τέχνη της στρεψοδικίας και ο κυρίαρχος προεκλογικός λόγος», αναφερόμουν ευθέως στην «(ανενεργό) πανεπιστημιακή αστυνομία» και στην προσπάθεια να παρουσιάζεται αυτή ως κεντρική απάντηση στις ανάγκες των ΑΕΙ.

Λίγους μήνες αργότερα, πάλι στη «Μεταρρύθμιση» της 22ας Δεκεμβρίου 2023, στο άρθρο «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», έγραφα: «Να θυμηθούμε προσδοκίες που έσπειραν και τι έχουμε θερίσει μέχρι στιγμής». Και πρώτη στον σχετικό κατάλογο βρισκόταν η Πανεπιστημιακή Αστυνομία.

Η αποτίμηση αυτών των πολιτικών, έγραφα τότε, παρήγε στην καλύτερη περίπτωση «μηδενική προστιθέμενη αξία».

Ταυτόχρονα υποστηρίζαμε κάτι που δυστυχώς χάθηκε μέσα στον θόρυβο: την ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης των δημόσιων πανεπιστημίων και χρηματοδότησής τους σε επίπεδο που να μη βρίσκεται τόσο πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Και τον Ιούνιο του 2025, ξανά στη «Μεταρρύθμιση», στο «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», υποστήριζα ανοιχτά πραγματικές μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκή εναρμόνιση και αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση — αλλά με διάλογο, τεκμηρίωση, κοινωνικές συναινέσεις και χωρίς τους συνήθεις κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς και τις επικοινωνιακές μεθοδεύσεις.

Προφανώς και αυτή είναι μια ελάχιστη αναφορά στη πλούσια αρθρογραφία από πολλούς/ες άλλους συναδέλφους, σχολιαστές και πολιτικούς εκπροσώπους.

Αξίζει να τα θυμόμαστε όλα αυτά σήμερα.

Γιατί, εκείνη την εποχή, η διαφωνίες μας δεν αντιμετωπιζόταν ως κάποιες διαφορετικές πρότασεις δημόσιας πολιτικής.

Για ένα τμήμα, εκ των θερμότερων υποστηρικτών της κυβερνητικής επιλογής, αποτελούσε σχεδόν τεκμήριο "ανοχής στην ανομία"...

Δυστυχώς ένα μεγάλο κομμάτι από υψηλής εκπαίδευσης φίλους/ες μας (που δειλιάζουν να το πουν αλλά εν τοις πράγμασι είναι πλέον «δεξιοποιημένοι μεταμεληθέντες»), μαζί με αρκετούς γνωστούς/ες εκ των «ακραιοκεντρώων της φρουράς», είχαν ανακαλύψει τότε, ξαφνικά, ότι το μέτρο της μεταρρυθμιστικής αξιοπιστίας ήταν το "πόσο αποφασιστικά χειροκροτούσε κανείς την ίδρυση και λειτουργία της Πανεπιστημιακή Αστυνομία"...

Με δογματισμό και αξιοσημείωτη τοξικότητα, επιχείρησαν να μετατρέψουν μια συζήτηση αποτελεσματικότητας δημόσιας πολιτικής σε ιδεολογικό πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης:

  • Με την Πανεπιστημιακή Αστυνομία ή με το «μπάχαλο»;
  • Με τη μεταρρύθμιση ή με τη συντήρηση;
  • Με την «τάξη» ή με την ανομία;

Μόνο που αυτή ακριβώς η αντίληψη αποδείχθηκε, τελικά, βαθύτατα αντιμεταρρυθμιστική.

  • Γιατί μεταρρύθμιση δεν είναι κάθε νόμος που βαφτίζεται μεταρρύθμιση.
  • Δεν είναι η αστυνομική ή ιδεολογική επίδειξη πυγμής.
  • Δεν είναι η κατασκευή ενός εχθρού ώστε να συσπειρωθεί ένα ακροατήριο.
  • Και πολύ περισσότερο δεν είναι η συστηματική απαξίωση των δημόσιων πανεπιστημίων, τα οποία, μέσα στις πραγματικές παθογένειες και τις αδυναμίες τους, προσπαθούσαν να σταθούν όρθια σε συνθήκες ανεπαρκούς χρηματοδότησης, αλλεπάλληλων θεσμικών αιφνιδιασμών και μιας διαρκούς δημόσιας αφήγησης ότι περίπου αποτελούν εστίες ανομίας και παρακμής.

Αυτή η ρητορική δεν βοήθησε τα Πανεπιστήμια να μεταρρυθμιστούν.

Τα υπονόμευσε.

Και υπονόμευσε τελικά και την ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης.

Τώρα που ο «τελικός» υπεύθυνος της κυβερνητικής της πολιτικής λέει ότι ήταν «αχρείαστη», θα είχε κάποιο ενδιαφέρον να ακούσουμε και τη δική τους αποτίμηση.

Ο κ. Μητσοτάκης κάνει σήμερα λάθος;

Ή είχαν τότε άδικο εκείνοι που χαρακτήριζαν σχεδόν «αντιμεταρρυθμιστή» όποιον αμφισβητούσε την Πανεπιστημιακή Αστυνομία;

Και εάν ίσχυε το δεύτερο, μια μικρή δημόσια αυτοκριτική δεν θα έβλαπτε.

Όχι για να απολαύσουμε κάποια εκ των υστέρων «δικαίωση» ως “σασταλεγάκηδες”.

Αλλά γιατί χωρίς αποτίμηση των αποτυχημένων πολιτικών δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή μεταρρυθμιστική κουλτούρα.

Γιατί οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από το πόσο δυνατά τις χειροκροτούμε όταν εξαγγέλλονται.

Κρίνονται από το αν εφαρμόζονται και από το αποτέλεσμά τους.

Και με αυτό το κριτήριο, η σημερινή παραδοχή του πρωθυπουργού δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας.

Χαρακτηρίζει μια επιθετική επικοινωνιακή πολιτική των τεχνικών της εξουσίας να επιβάλλουν την όποια άποψή τους χωρίς την αναζήτηση των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών ως αποτέλεσμα του αναγκαίου γόνιμου δημόσιου διαλόγου.

Και αυτή η πραγματικότητα δεν σταματά στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία. Χαρακτήρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του κου Μητσοτάκη,.

Και ίσως των να σηματοδοτεί και το λυκόφως μιας ολόκληρης περιόδου ηγεμονίας της μεταρρυθμιστικής ρητορείας, χωρίς μεταρρυθμιστική πολιτική.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Πολλοί ή λίγοι οι πτυχιούχοι στη Χώρα; Η κυβερνητική αντίφαση και η “αριστεία” των ΝΠΠΕ.


Για χρόνια καλλιεργήθηκε στην Ελλάδα, ως μια περίπου αυτονόητη «αλήθεια», ο μύθος: έχουμε πολλούς φοιτητές, πολλά πανεπιστήμια, πολλά Τμήματα και τελικά περισσότερους πτυχιούχους από όσους χρειαζόμαστε.

Ομολογώ ότι κάποια στιγμή είχα φτάσει κι εγώ να προβληματίζομαι μήπως πράγματι το ελληνικό Πανεπιστήμιο είχε υπερδιογκωθεί. Μήπως το «μαζικό Πανεπιστήμιο» είχε εξαντλήσει τα όριά του;

Μόνο που τα δεδομένα έχουν την κακή συνήθεια να χαλούν τα ωραία αφηγήματα.

Η Ευρώπη θέλει περισσότερους πτυχιούχους

Στις 3 Σεπτεμβρίου η Eurostat ανακοίνωσε ότι το ποσοστό των νέων 25–34 ετών με τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ΕΕ έφθασε το 44,8%, από μόλις 27,2% το 2005. Και ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2030 είναι τουλάχιστον 45%. Δηλαδή η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν λέει «λιγότεροι πτυχιούχοι». Λέει ακριβώς το αντίθετο: περισσότερη τριτοβάθμια εκπαίδευση, περισσότερες δεξιότητες, μεγαλύτερη συμμετοχή.

Η Ελλάδα, την ίδια ώρα, εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική αντίφαση.

Διότι επί χρόνια η κυβέρνηση της Ν.Δ. αντιμετώπισε την πρόσβαση στο δημόσιο Πανεπιστήμιο περισσότερο ως πρόβλημα προς περιορισμό παρά ως δυνατότητα προς διεύρυνση. Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής άφησε χιλιάδες θέσεις κενές, ιδιαίτερα σε περιφερειακά Ιδρύματα. Τμήματα βρέθηκαν υπό πίεση όχι επειδή προηγουμένως αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ακαδημαϊκά ανεπαρκή, αλλά επειδή περιορίστηκε διοικητικά η δεξαμενή των εισακτέων τους.

Και σχεδόν ταυτόχρονα ανακαλύψαμε ότι η χώρα χρειάζεται… περισσότερες πανεπιστημιακές θέσεις. Απλώς αυτή τη φορά θα προσφέρονται μόνον επί πληρωμή...

Και ξαφνικά ανακαλύψαμε τις διεθνείς κατατάξεις

Υπάρχει και μια δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα μεταστροφή.

Επί χρόνια ακούγαμε για την υστέρηση των ελληνικών δημόσιων Πανεπιστημίων. Τώρα που οι διεθνείς βάσεις δεδομένων γίνονται πληρέστερες και η συστηματική αποτύπωση της ερευνητικής παραγωγής καλύτερη, η εικόνα αποδεικνύεται αρκετά διαφορετική.

Στην τελευταία κατάταξη QS, το ΕΜΠ βρίσκεται στην 378η θέση παγκοσμίως, το ΕΚΠΑ στην 402η, το ΑΠΘ στην 502η και το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην 649η.

Όχι, λοιπόν, τα δημόσια ελληνικά Πανεπιστήμια δεν είναι τέλεια. Έχουν παθογένειες, φαινόμενα εσωστρέφειας και κορπορατισμού, προβλήματα αποτελεσματικού management, σοβαρές ελλείψεις υποδομών και, κυρίως, χρόνια προβλήματα χρηματοδότησης και στελέχωσης. Αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Αλλά άλλο αυτό και άλλο η συστηματική κατασκευή της εικόνας ενός περίπου αποτυχημένου δημόσιου Πανεπιστημίου που θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον ιδιωτικό ανταγωνιστή γιατί δεν μπορεί να «ξυπνήσει».

Η ποιότητα δεν μεταβιβάζεται με… franchise

Το νέο "παραμύθι" ως το νέο εύρημα, των πονηρών...

Για να τεκμηριωθεί η ποιότητα των νέων παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων, ΝΠΠΕ (Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης), προβάλλεται η διεθνής κατάταξη των μητρικών Ιδρυμάτων.

Μόνο που δεν λειτουργεί έτσι η ακαδημαϊκή αξιολόγηση.

Άλλο η κατάταξη ενός Πανεπιστημίου συνολικά, άλλο η κατάταξη ανά επιστημονικό πεδίο, άλλο η πιστοποίηση ενός συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών και, βεβαίως, άλλο η αξιολόγηση ενός νεοσύστατου παραρτήματος σε άλλη χώρα, με διαφορετικό προσωπικό, φοιτητές, υποδομές και ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Η διεθνής φήμη του μητρικού ιδρύματος δεν κληρονομείται αυτομάτως από το παράρτημα.

Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις τελευταίες εξελίξεις. Το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε στις 28 Αυγούστου ότι χορήγησε εκ νέου άδεια στα παραρτήματα των Keele και York, μετά τις ακυρωτικές αποφάσεις 1167/2026 και 1169/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Εύλογα λοιπόν ζητήθηκε από κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς και εκπροσώπους τους, να δημοσιοποιηθούν το πλήρες σκεπτικό και τα πρακτικά της επαναδειοδότησης: να μάθουμε δηλαδή με ποιον ακριβώς τρόπο θεραπεύτηκαν, μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα, οι πλημμέλειες που είχε διαπιστώσει το ΣτΕ.

Δεν είναι ιδεολογική εμμονή. Είναι στοιχειώδης απαίτηση διαφάνειας.

Τελικά ποιο πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε;

Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση.

Αν η Ελλάδα είχε «πάρα πολλούς φοιτητές», γιατί χρειαζόμασταν νέα ιδιωτικά Πανεπιστήμια;

Αν χρειαζόμαστε περισσότερους πτυχιούχους —όπως δείχνει η ευρωπαϊκή στρατηγική— γιατί περιορίσαμε την πρόσβαση στα δημόσια ΑΕΙ και αφήσαμε κενές θέσεις;

Και αν το ζητούμενο είναι πράγματι η ποιότητα, γιατί δεν εφαρμόζουμε ακριβώς το ίδιο μέτρο αξιολόγησης σε όλους: δημόσια Πανεπιστήμια, μητρικά ξένα Ιδρύματα και, κυρίως, τα συγκεκριμένα παραρτήματά τους στην Ελλάδα και τα συγκεκριμένα προγράμματα που αυτά προσφέρουν;

Εκεί θα φανεί τελικά η πραγματική εικόνα.

Και επιτρέψτε μου από τώρα μια πρόβλεψη.

Παρά τα προβλήματά τους, τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότηση, τα περισσότερα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να βλέπουν αυτά τα «νέα Πανεπιστήμια» όχι μπροστά τους αλλά στον καθρέφτη τους.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Για τον Δημήτρη Παπούλια – O οδηγός μας για την “ΤεχνοΠολιτική”.


Η είδηση της απώλειας του Δημήτρη Παπούλια ξαναφέρνει στη μνήμη μια εποχή που σήμερα μοιάζει αρκετά μακρινή. Όχι μόνο χρονικά. Μια εποχή κατά την οποία άνθρωποι με διαφορετικές αφετηρίες, εμπειρίες, διαφορετικές προηγούμενες διαδρομές και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, και σε κάποιο βαθμό, διαφορετικές επόμενες πορείες, μπορούσαν να συναντηθούν γύρω από έναν κοινό προβληματισμό για την ανάγκη αλλαγής της ελληνικής κοινωνίας.

Ο Δημήτρης Παπούλιας υπήρξε πανεπιστημιακός δάσκαλος (Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ), αλλά και ενεργός πολίτης με σταθερή παρουσία στον δημόσιο διάλογο. Προσωποποιούσε αυτό που ονομάζαμε “τεχνοπολιτική”. Και τεχνοκράτης, αλλά και πολιτική ενσυναίσθηση, με άποψη και πρόταση.

Στην πρώτη εκείνη περίοδο του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ), του οποίου διετέλεσε πρόεδρος, βρεθήκαμε αρκετοί/ες, μαζί σε μια κοινή “περπατησιά”.

Δεν ερχόμασταν όλοι από τον ίδιο χώρο, ούτε από τις ίδιες γενιές, πολύ δε περισσότερο με διαφορετικής κλίμακας υπόβαθρο. Ούτε είχαμε πίσω μας τις ίδιες πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές. Και βεβαίως δεν ακολουθήσαμε όλη εκείνη η συντροφιά (γιατί περί μιας δυναμικής παρέας επρόκειτο) τις ίδιες διαδρομές στα χρόνια που ακολούθησαν. Εκείνη όμως τη στιγμή μάς ένωνε κάτι που είχε πραγματικό περιεχόμενο: η πεποίθηση ότι η χώρα χρειαζόταν αλλαγές, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, μια διαφορετική σχέση κράτους και κοινωνίας και, ίσως πάνω απ’ όλα, έναν δημόσιο διάλογο λιγότερο εγκλωβισμένο στις βεβαιότητες και στις περιχαρακώσεις του παρελθόντος.

Ο «εκσυγχρονισμός» τότε δεν ήταν ακόμη μια πολυχρησιμοποιημένη πολιτική ετικέτα. Ήταν περισσότερο ένα ερώτημα και μια αναζήτηση: πώς μπορεί μια κοινωνία να αλλάζει χωρίς να χάνει τη συνοχή της, πώς μπορεί να υπερβαίνει αδράνειες και παγιωμένες αντιλήψεις, πώς μπορεί η πολιτική να συνομιλεί με τη γνώση, την επιστήμη και τις πραγματικές μεταβολές που συντελούνται γύρω της.

Σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια ο Δημήτρης Παπούλιας είχε ουσιαστικό ρόλο. Με την ακαδημαϊκή του συγκρότηση, τη νηφαλιότητα και τη διάθεσή του να συνδέει τον προβληματισμό με την πράξη, συνέβαλε στη δημιουργία ενός χώρου όπου διαφορετικοί άνθρωποι μπορούσαν να συζητούν, να συμφωνούν αλλά και να διαφωνούν δημιουργικά, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως πιστοποιητικό κοινής πολιτικής καταγωγής.

Ίσως αυτή να είναι και μια πλευρά εκείνης της εμπειρίας που αξίζει να θυμόμαστε σήμερα. Οι κοινές περπατησιές στη δημόσια ζωή δεν προϋποθέτουν ούτε κοινό παρελθόν ούτε υποχρεωτικά κοινό μέλλον. Αποκτούν την αξία τους από όσα άνθρωποι διαφορετικών διαδρομών κατορθώνουν να αναζητήσουν και, κάποτε, να δημιουργήσουν μαζί.

Μια τέτοια περπατησιά μοιραστήκαμε τότε με τον Δημήτρη Παπούλια και με αρκετούς/ες ακόμη.

Και είναι μια καλή μνήμη για να τον αποχαιρετήσουμε.

Καλό ταξίδι, Δημήτρη.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Οι Patriot επιστρέφουν. Η εξωτερική πολιτική πότε θα επαναξιολογηθεί;

Η συζήτηση για την πιθανή επιστροφή της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot από τη Σαουδική Αραβία, αλλά και για τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις άλλων ελληνικών συστοιχιών —στην Κάρπαθο, στη Βόρεια Ελλάδα για την αντιβαλλιστική κάλυψη μεγάλου τμήματος της Βουλγαρίας και τώρα από την Κάρπαθο στη Σούδα— θα ήταν λάθος να περιοριστεί στο ερώτημα “εάν κάθε μία από αυτές τις επιλογές ήταν, αυτοτελώς, επιχειρησιακά σωστή ή όχι”.

Αυτό που, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να τεθεί στη δημόσια συζήτηση είναι: τι μας λένε αυτές οι διαδοχικές επανεξετάσεις, με αναφορά στους Patriot, για την εξωτερική πολιτική που ακολούθησε η χώρα στον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν και, κυρίως, τι πρέπει να διδαχθούμε για το μέλλον;

Γιατί δεν μπορεί να ήταν αυτονόητα σωστή η συμφωνία για τους Patriot με τη Σαουδική Αραβία, σωστή η παραμονή και η ενεργοποίησή τους όταν εξελισσόταν ο πόλεμος, σωστή η μετακίνηση άλλης πυροβολαρχίας στην Κάρπαθο, σωστή η ανάπτυξη συστοιχίας στη Βόρεια Ελλάδα για την κάλυψη της Βουλγαρίας και τώρα εξίσου αυτονόητα σωστή η μεταφορά από την Κάρπαθο στη Σούδα και η συζήτηση για επαναπατρισμό της πυροβολαρχίας από τη Σαουδική Αραβία.

Προφανώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι συνθήκες άλλαξαν. Αυτό συμβαίνει στην εξωτερική πολιτική.

Τότε όμως πρέπει να εξηγηθεί τι άλλαξε, τι αξιολογήθηκε διαφορετικά και, κυρίως, τι μάθαμε.

Δεν επιχειρούμε μια εκ των υστέρων κριτική

Δεν ανακαλύπτουμε σήμερα αυτά τα ερωτήματα.

Από τους πρώτους μήνες του πολέμου είχαμε επισημάνει τους κινδύνους μιας ελληνικής πολιτικής που έμοιαζε να μετακινείται από τη στρατηγική συνεργασία προς τη μονομερή ευθυγράμμιση.

Είχαμε μιλήσει για τον κίνδυνο μιας «εμπλοκής χωρίς όνομα» και επισημαίναμε ότι η Ελλάδα είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτή από την Τεχεράνη ως «μη ουδέτερη» (1 Απριλίου 2026, «Εξωτερική πολιτική χωρίς ευρωπαϊκή πυξίδα: ρίσκα για τη ναυτιλία, την οικονομία και μια σχέση δεκαετιών με το Ιράν», Μεταρρύθμιση).

Δεν επρόκειτο για μια θεωρητική διπλωματική παρατήρηση.

Για μια χώρα με μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές ναυτιλίες στον κόσμο, με δεκάδες πλοία ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή, εκατοντάδες πλοία ελληνικού επιχειρησιακού ενδιαφέροντος να επηρεάζονται από την κρίση και μια οικονομία ευάλωτη στις τιμές ενέργειας και μεταφορών, η εξωτερική πολιτική αποκτά πολύ συγκεκριμένο οικονομικό κόστος όταν αυξάνει το γεωπολιτικό ρίσκο.

Λίγες ημέρες αργότερα θέταμε ένα ακόμη ερώτημα: άλλο πράγμα η παρουσία και άλλο η επιρροή (7 Απριλίου 2026, «Στενά του Ορμούζ: η Ελλάδα φαίνεται παρούσα – αλλά με ποια επιρροή;», Εφημερίδα των Συντακτών).

Η συμμετοχή σε πρωτοβουλίες που αποφασίζουν άλλοι, η διαρκής επίδειξη προθυμίας και η προβλεψιμότητα ενός συμμάχου δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι η χώρα συμμετέχει και στη διαμόρφωση των αποφάσεων.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα βασικά προβλήματα της κυβερνητικής αντίληψης των τελευταίων χρόνων: η προθυμία βαφτίστηκε επιρροή και η προβλεψιμότητα αξιοπιστία.

Και όταν αργότερα ΗΠΑ και Ιράν οδηγήθηκαν στο μνημόνιο κατανόησης, επανήλθαμε ακριβώς στο ίδιο πρόβλημα (21 Ιουνίου 2026, «Μετά το μνημόνιο ΗΠΑ–Ιράν: η Ελλάδα και η ναυτιλία της», Μεταρρύθμιση): τι είχε κερδίσει τελικά η Ελλάδα από την τόσο μονομερή προβλεψιμότητά της και ποιος ήταν ο απολογισμός για τη χώρα, την οικονομία και τη ναυτιλία της;

Οι σύμμαχοι αλλάζουν. Τα εθνικά συμφέροντα μένουν

Είχαμε επίσης επισημάνει εγκαίρως κάτι που οι σημερινές εξελίξεις κάνουν ακόμη πιο επίκαιρο: οι συμμαχίες πρέπει να έχουν βάθος και συνέπεια, αλλά δεν είναι και δεν μπορεί να είναι άνευ όρων (19 Απριλίου 2026, «Ελλάδα: Στρατηγική διεθνών συμμαχιών χωρίς προβολή στο μέλλον», https://chlomoudisopinion.blogspot.com/2026/04/blog-post_19.html).

Οι ΗΠΑ μπορούν να αλλάζουν στρατηγική απέναντι στο Ιράν. Οι χώρες του Κόλπου μπορούν να αναδιατάσσουν τις συμμαχίες τους. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να αναζητεί νέες περιφερειακές ισορροπίες. Το Ισραήλ προσαρμόζει τη στρατηγική του στις δικές του ανάγκες.

Ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα οφείλει να επιμένει περισσότερο σε επιλογές αρχών, στην ισχυροποίηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και στην αξιοποίηση της αρχιτεκτονικής των διεθνών οργανισμών που χτίστηκαν μεταπολεμικά για να στηρίξουν την ειρήνη και να δημιουργήσουν θεσμικούς μηχανισμούς διευθέτησης των αντιθέσεων μεταξύ κρατών.

Προφανώς η συνέπεια και η συμμαχική αξιοπιστία αποτελούν κεφάλαιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε δουλικότητα ούτε υποταγή.

Οι Patriot είναι σύμπτωμα, όχι το πρόβλημα

Η κυβέρνηση εξετάζει τώρα τον επαναπατρισμό της πυροβολαρχίας από τη Σαουδική Αραβία. Ταυτόχρονα, η πυροβολαρχία που είχε αναπτυχθεί στην Κάρπαθο μετακινείται στη Σούδα, ενώ έχει προηγηθεί η ανάπτυξη άλλης πυροβολαρχίας στη Βόρεια Ελλάδα για την αντιβαλλιστική κάλυψη μεγάλου τμήματος της Βουλγαρίας.

Δεν έχουμε κανέναν λόγο —ούτε την επιχειρησιακή αρμοδιότητα— να αμφισβητήσουμε ότι καθεμία από αυτές τις αποφάσεις μπορεί, στις συγκεκριμένες συνθήκες, να ήταν ορθή.

Έχει όμως σημασία να επισημάνουμε ότι η ίδια κυβέρνηση που πριν από λίγους μήνες αντιμετώπιζε την παρουσία και την επιχειρησιακή δράση των Patriot ως απόδειξη της στρατηγικής αξιοπιστίας της Ελλάδας, σήμερα θεωρεί αναγκαίο να επαναξιολογεί ακόμη και κάθε μήνα τους λόγους παραμονής της πυροβολαρχίας στη Σαουδική Αραβία.

Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην αποτυχία. Γίνεται όμως δείγμα πολιτικής αποτυχίας όταν αλλάζεις επιλογές χωρίς να αξιολογείς δημόσια τις προηγούμενες.

Δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή μια παράδοξη κυβερνητική θεωρία εξωτερικής πολιτικής σύμφωνα με την οποία: είχαμε δίκιο όταν τους στείλαμε, είχαμε δίκιο όταν τους χρησιμοποιήσαμε, είχαμε δίκιο όταν τους μετακινήσαμε, είχαμε δίκιο όταν αποφασίσαμε να τους αποσύρουμε και θα έχουμε πάλι δίκιο όπου αποφασίσουμε αύριο να τους εγκαταστήσουμε.

Αυτό δεν διαμορφώνει όρους εθνικής στρατηγικής. Δημιουργεί όρους κομματικής διαχείρισης της συγκυρίας σε βάρος μακροπρόθεσμων εθνικών επιλογών.

Ο λογαριασμός αφορά και την οικονομία

Η εξωτερική πολιτική δεν είναι ένας απομονωμένος χώρος υψηλής διπλωματίας, με αποκλειστικούς παίκτες τον πρωθυπουργό, την κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς.

Οι επιλογές στη Μέση Ανατολή μεταφέρονται πολύ γρήγορα στο πρατήριο καυσίμων, στον πληθωρισμό, στα ασφάλιστρα πολέμου, στους ναύλους, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ακόμη περισσότερο, επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών και, για την Ελλάδα, την υποστήριξη μιας κοινής ευρωπαϊκής προοπτικής.

Για τη χώρα μας αυτή η σχέση είναι ακόμη ισχυρότερη.

Η ελληνική ναυτιλία δραστηριοποιείται παγκοσμίως. Δεν κινείται μόνο μεταξύ φίλων και συμμάχων. Περνά από θαλάσσιες ζώνες όπου συναντώνται και συγκρούονται αμερικανικά, ευρωπαϊκά, κινεζικά, ρωσικά, αραβικά και ιρανικά συμφέροντα.

Γι’ αυτό μια παγκόσμια ναυτιλιακή δύναμη χρειάζεται και διπλωματική πολυμέρεια.

Όχι ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Ούτε ουδετερότητα απέναντι στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Αλλά ανοικτούς διαύλους, δυνατότητα συνομιλίας και διπλωματικό κεφάλαιο που δεν εξαντλείται σε έναν μόνο γεωπολιτικό άξονα.

Και η Ευρώπη;

Η Ελλάδα δεν είναι μια μικρή περιφερειακή δύναμη που πρέπει κάθε φορά να αναζητεί τον ισχυρότερο προστάτη. Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και για μια χώρα του δικού μας μεγέθους η Ευρώπη δεν αποτελεί ιδεολογική πολυτέλεια. Αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος.

Η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ είναι απαραίτητη. Η συνεργασία με το Ισραήλ έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική αξία. Οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, τις χώρες του Κόλπου και ευρύτερα τον αραβικό κόσμο πρέπει να αναπτύσσονται.

Αλλά όλα αυτά πρέπει να εντάσσονται σε μια ελληνική εξωτερική πολιτική με σαφή ευρωπαϊκή αγκύρωση — όχι να την υποκαθιστούν.

Είχαμε προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα κινδύνευε να «κλειδώσει» σε ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό αφήγημα, χωρίς επαρκή πρόβλεψη για την περίπτωση που η απόλυτη επικράτηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν θα ήταν δεδομένη.

Η πραγματικότητα δεν επιτρέπει πλέον να παραγνωρίζουμε αυτές τις επιφυλάξεις.

Από τη «σωστή πλευρά» στη σωστή στρατηγική

Το δίδαγμα επομένως από τις επιλογές για τους Patriot δεν αφορά τους Patriot και την επιχειρησιακή διαχείρισή τους. Για αυτήν, άλλωστε, είμαστε οι λιγότερο αρμόδιοι να υποδείξουμε στους στρατιωτικούς πού και πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Αφορά κάτι πολύ σημαντικότερο: την ανάγκη μετάβασης από μια εξωτερική πολιτική της ευθυγράμμισης και της άκριτης επίδειξης υπακοής σε μια πολύμορφη και περισσότερο αυτόνομη εξωτερική πολιτική, με σταθερή επιδίωξη της στρατηγικής αυτονομίας και πάντα εναρμονισμένοι με την Ευρώπη.

Μια πολιτική που θα αξιολογεί κάθε συμμαχία με βάση το εθνικό συμφέρον, το διεθνές δίκαιο και την ευρωπαϊκή μας θέση. Που θα προστατεύει τη δυνατότητα της χώρας να συνομιλεί. Που θα συνυπολογίζει, πριν από κάθε επιλογή, τις συνέπειες για την οικονομία και τη ναυτιλία. Και που θα αφήνει πάντοτε ανοικτές εναλλακτικές διαδρομές.

Γιατί στην εξωτερική πολιτική το πλέον επικίνδυνο για μια χώρα είναι να έχει επενδύσει τόσο μονομερώς σε επιλογές έξω από ένα σταθερό πλαίσιο αρχών και διεθνούς δικαίου, ώστε να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί όταν ο κόσμος γύρω της αλλάζει.

Οι Patriot μπορεί να επιστρέψουν, να επανεγκατασταθούν ή να μετακινηθούν και πάλι αλλού. Αυτό θα το αποφασίσουν οι αρμόδιοι με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες.

Εκείνο όμως που η κοινωνία των πολιτών οφείλει να απαιτήσει και τα κόμματα εθνικής ευθύνης να διεκδικήσουν, είναι κάτι δυσκολότερο:

να αποκτήσει επιτέλους η χώρα την ικανότητα να σχεδιάζει την εξωτερική πολιτική της όχι συρόμενη κάθε φορά από τη συγκυρία και τις επιλογές των ισχυρότερων συμμάχων της, αλλά με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα, μέσα από εθνικό διάλογο, ευρωπαϊκή αναφορά και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Περί των αποφάσεων του ΣΤΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.


Για τη συζήτηση περί των ιδιωτικών πανεπιστημίων, έχουμε πολλαπλώς αρθρογραφήσει σχετικά και ως εκ τούτου δεν θα επαναλάβω τις απόψεις μου.

Δεν χρειάζεται βιαστικός σχολιασμός για την πρόσφατη απόφαση του ΣΤΕ για ακύρωση λειτουργίας των τριών μη κρατικών πανεπιστημίων.

Μπορούμε όμως πλέον μετά βεβαιότητας να δούμε ότι και σε αυτή την περίπτωση συνέβη ότι συνήθως συμβαίνει σε πλείστες τόσες περιπτώσεις τα χρόνια Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση εμφανίζει συστηματικά τη νομοθέτηση ως συνώνυμο της μεταρρύθμισης. Όμως σε σειρά εμβληματικών περιπτώσεων η ψήφιση του νόμου υπήρξε το επικοινωνιακό τέλος της ιστορίας, ενώ διοικητικά ήταν απλώς η αρχή μιας μακράς περιόδου παρατάσεων, διορθώσεων, νέων νόμων και, ενίοτε, δικαστικών ακυρώσεων.

Στη περίπτωση των ΝΠΠΕ ενώ η κυβέρνηση κέρδισε τη μεγάλη συνταγματική μάχη, στη συνέχεια, τμήμα του συστήματος, προσέκρουσε στη Δικαιοσύνη σε πολύ πιο πεζά ζητήματα διοικητικής επάρκειας και νόμιμης εφαρμογής. Δηλαδή πρόβλημα της ίδιας της κανονιστικής κατασκευής της εφαρμογής.

Το ΣτΕ λοιπόν δεν ακύρωσε γενικώς τον θεσμό των μη κρατικών πανεπιστημίων, αλλά συγκεκριμένες άδειες και προγράμματα, επειδή εντόπισε νομικά ελαττώματα στις κανονιστικές πράξεις.

Τουλάχιστον θα αντιληφθούν, τα κυβερνητικά στελέχη, ότι είναι υποχρεωμένα να εποπτεύουν την υλοποίηση των νόμων και προφανώς την ισχύ των κριτηρίων που η ίδια η κυβέρνηση νομοθέτησε...

Όχι δηλαδή άδειες λειτουργίας ΝΠΠΕ, με πελατειακά κριτήρια χωρίς την υλοποίηση των απαιτήσεων του σχετικού Νόμου.

Στο κράτος δικαίου, άλλο η συνταγματικότητα ενός γενικού πλαισίου και άλλο η νομιμότητα των πράξεων που το εφαρμόζουν.

Ας είμαστε λοιπόν καθαροί: “…Ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο και, παράλληλα, λειτουργία διεθνώς αναγνωρισμένων, πραγματικά μη κερδοσκοπικών ξένων ιδρυμάτων, με διαφανή διοίκηση και αυστηρά ακαδημαϊκά πρότυπα…”, πρέπει να είναι το προγραμματικό πολιτικό πρόταγμα, αντιπαράθεσης προς την κυβέρνηση.

Για δε τους “ανησυχούντες” υποστηρικτές της συγκεκριμένης κυβερνητικής πολιτικής, ας έχουν υπόψη τους ότι θα υπάρχει  συνέχεια.

Προφανώς και θα αναμένουμε να καθαρογραφτούν και να δημοσιευθούν οι σχετικές αποφάσεων του ΣτΕ, ώστε να έχουμε συνολική τοποθέτηση.

Μέχρι τότε όμως να υπενθυμίσουμε ότι:

  •  Πολλαπλώς στα, αρκετά για ενεργό Πολίτη, άρθρα-σχόλιά μας, είχαμε επισημάνει τα κενά του βαθμού συμμετοχής των μητρικών πανεπιστημίων και την κατ΄ ουσίαν ανωτατοποίηση κάποιων κολλεγίων σε πανεπιστήμια.
  •  Είχαμε θέσει το θέμα της μη αποδεδειγμένης συμμετοχής του μητρικού πανεπιστημίου στα παράβολα και τις εγγυητικές επιστολές, στο κεφάλαιο αλλά και τη συμμετοχή τους στη διοίκηση.
  •  Είχαμε θίξει με εμφατικό τρόπο τα προβλήματα των εγκαταστάσεων και τις άδειες που δόθηκαν χωρίς να πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις στις υποδομές.
  •  Είχαμε αναφερθεί στα σοβαρά κενά στα προγράμματα σπουδών και τη μη πιστοποίηση των προγραμμάτων από τις αντίστοιχες αρχές πιστοποίησης ποιότητας των χωρών προέλευσης.
  •  Και τέλος είχαμε επισημάνει πως, δεν υπήρχαν καν οι απαιτούμενες ως προς το εκάστοτε πρόγραμμα σπουδών εγκαταστάσεις, κάτι που προφανώς εντόπισε και το ΣτΕ στη δική του αξιολόγηση.

Δεν είναι θέμα δικαίωσης. Είναι θέμα ανάδειξης της εφαρμοστικής ανεπάρκειας της εκτελεστικής εξουσίας των κατά τα λοιπά «αρίστων», ημιμαθών αλαζόνων…

Ο Νόμος Πιερακάκη έχει υποστεί μια πρώτη, επί της ουσίας, αμφισβήτηση από θεσμικό φορέα… Την Δικαιοσύνη.

Να προσελκύσουμε τον πλούτο, όχι όμως με πλειστηριασμούς φορολογικής ασυλίας.

Η είδηση ότι ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής κεφαλαίων Κρις Ρόκος, ιδρυτής της Rokos Capital Management, επιλέγει την Ελλάδα ως νέα φορολο...