Το αφήγημα που θέλει το ρουσφέτι να αποτελεί
αποκλειστικό γνώρισμα του δημόσιου τομέα —και μάλιστα ελληνική διαχρονική ιδιαιτερότητα—
με αφορμή κι το σκάνδαλο το ΟΠΕΚΕΠΕ αναπαράγεται με αξιοσημείωτη ένταση.
Πρόκειται, για μια υπεραπλουστευτική —και συχνά
ιδεολογικά φτιασιδωμένη— ανάγνωση της πραγματικότητας που, εκτός των άλλων, στοχεύσει
να διασκεδαστούν πτυχές της αναποτελεσματικότητα του κράτους. Η πραγματικότητα,
όμως, είναι πιο σύνθετη και λιγότερο βολική για απλουστευτικές χρήσεις
επικοινωνιακής διαχείρισης της συγκυρίας.
Κατ’ αρχάς, η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα,
μεταπολιτευτικά, δημιουργώντας θεσμικά αντίβαρα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Είτε
αυτά αφορούν στις προσλήψεις προσωπικού στο Δημόσιο είτε ως προς του
διαγωνισμούς αναθέσεων, έργων και υπεργολαβιών. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής
Προσωπικού (ΑΣΕΠ) λόγου χάρη, από τη θέσπισή του έως σήμερα, αποτέλεσε ένα
κρίσιμο εργαλείο κατοχύρωσης αντικειμενικών διαδικασιών στις προσλήψεις του
Δημοσίου. Αντιστοίχως η θεσμική παρακολούθηση διαγωνισμών έργων και συμβάσεων
του Δημοσίου, με προσαρμογή στην ευρωπαϊκή θεσμική αρχιτεκτονική.
Παρά τις αδυναμίες στην υλοποίηση τους, η Χώρα εντάσσεται
σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο κράτους δικαίου που προϋποθέτει διαφάνεια και ισονομία
και αποτελούν κανονιστικές αρχές και όχι απλώς ευχές.
Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν κανόνες,
αλλά ποιος τους τηρεί —και ποιος τους υπονομεύει. Και εδώ ανακύπτει ευθέως η
ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας. Η εκάστοτε κυβέρνηση δεν είναι απλός
διαχειριστής των θεσμών. Είναι και ο βασικός φορέας που καθορίζει το «ηθικά
νομιμοποιητικό κλίμα» μέσα στο οποίο οι θεσμοί λειτουργούν.
Όταν η διοίκηση εκπέμπει το μήνυμα ότι οι διαδικασίες
μπορούν να παρακαμφθούν «κατ’ εξαίρεση», τότε η εξαίρεση τείνει να γίνει
κανόνας. Και όταν αυτό συμβαίνει υπό την πολιτική εποπτεία της κυβέρνησης, τότε
δεν πρόκειται απλώς για διοικητική αστοχία, αλλά για μορφή ηθικής νομιμοποίησης
της μεροληψίας.
Είναι στο DNA της ελληνικής κουλτούρας και
παράδοσης?
Το πρόβλημα δεν αφορά στη “Τουρκοκρατία” ούτε
αποκλειστικά στην ελληνική διοικητική και κοινωνική κουλτούρα. Ούτε προφανώς
και περιορίζεται στον ελληνικό δημόσιο τομέα. Το συναντούμε κατά περιόδους, σε
διάφορες χώρες και περιπτώσεις, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, όπου οι βασικές
αρχές του management δεν ηγεμονεύουν και κυριαρχεί ένας ιδιότυπος διοικητισμός
ανορθολογικού υπόβαθρου.
Η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι αναπτύσσονται,
κατά περιόδους, τέτοια φαινόμενα, μιας και οι δυο τομείς δεν λειτουργούν σε ένα
«κενό κοινωνικών σχέσεων». Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου οι άτυπες σχέσεις
επηρεάζουν τόσο τις προσλήψεις όσο και την ανάθεση έργων και κατανομή πόρων. Πολλά
είναι τα επιστημονικά άρθρα που αναφέρονται στη σημασία των άτυπων δικτύων
(networks), της κοινωνικής εγγύτητας και των προσωπικών συστάσεων στις
διαδικασίες πρόσληψης αλλά και εταιρικών συνεργασιών. Σε πολλές περιπτώσεις,
αυτό που περιγράφεται ως «referral hiring» ή «network-based recruitment»
θεωρείται όχι απλώς αποδεκτό, αλλά και "καλή πρακτική".
Μια ιδιαίτερη περίπτωση στην Ελλάδα, από τον ιδιωτικό
τομέα είναι διαφωτιστική. Στον χώρο της ναυτιλίας π.χ., όπου κυριαρχούν
αναμφιβόλως τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ο διεθνής ανταγωνισμός, συχνά
υπάρχει επιρροή από προσωπικές γνωριμίες, κοινωνικά και οικογενειακά δίκτυα.
Άλλη περίπτωση είναι ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), στις παρούσες
συνθήκες λειτουργίας υπό ιδιωτικό καθεστώς ιδιοκτησίας, είναι καταγεγραμμένο
ότι η κοινωνικο-τοπική σύνθεση εργαζομένων, στις συγκεκριμένες εταιρείες
ενοικίασης λιμενεργασίας, έχει κατά κόρον συνδεθεί με παρεμβάσεις και
«τηλεφωνήματα» πολιτικών και τοπικών παραγόντων. Πρόκειται για πρακτικές που
δύσκολα εντάσσονται στο ιδεατό μοντέλο μιας «καθαρής αγοράς».
Προφανώς και αυτά τα φαινόμενα δεν περιορίζονται στην
Ελλάδα. Στη Γαλλία, η έννοια του «piston» (γνωριμία που ανοίγει πόρτες) είναι
κοινωνικά αναγνωρισμένη. Στην Ιταλία, το «raccomandazione» αποτελεί διαχρονικό
μοτίβο. Στις ΗΠΑ, έρευνες δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό θέσεων καλύπτεται μέσω
εσωτερικών συστάσεων, ενώ σε αγορές όπως της Κίνας, το «guanxi» (δίκτυο
προσωπικών σχέσεων) αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής δραστηριότητας.
Η λογική είναι απλή: η εμπιστοσύνη μειώνει το ρίσκο.
Όμως εκεί ακριβώς αρχίζει η συζήτησή μας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος
των βουλευτών. Η δημοκρατική τους αποστολή περιλαμβάνει την προάσπιση των
δικαιωμάτων των πολιτών που εκπροσωπούν και την ανάδειξη προβλημάτων της
κοινωνίας. Όμως η θεμιτή πολιτική διαμεσολάβηση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε
εργαλείο μεροληπτικής παρέμβασης εξυπηρέτηση συγκεκριμένων προσώπων εις βάρος
άλλων που έχουν τα ίδια δικαιώματα.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: χωρίς αυτήν, η πολιτική
λειτουργία εκφυλίζεται σε μηχανισμό άνισης μεταχείρισης. Και τότε το ρουσφέτι
δεν είναι απλώς μια «παθογένεια», αλλά ενσωματώνεται στην ίδια τη λειτουργία
του πολιτικού συστήματος.
Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση των θεσμών σε όλα τα
επίπεδα: σαφείς κανόνες, διαφάνεια στις αποφάσεις, πραγματικός έλεγχος και
—κυρίως— πολιτική βούληση για την τήρησή τους. Εκείνο που διαφοροποιεί τα κράτη
είναι η θεσμική οριοθέτηση αυτών των πρακτικών. Και αυτή η επιλογή δεν είναι
τεχνική.
Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί να υπάρχει το
ρουσφέτι —αλλά γιατί συνεχίζει να βρίσκει χώρο να υπάρχει.