Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Χίος: τα ένοχα ψευτοδιλήμματα, οι νεκροί και το κράτος δικαίου

Χθες, στη θάλασσα της Χίου, δεκαπέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πριν ακόμη στεγνώσει το αλάτι στα βράχια, στήθηκε το γνώριμο επικοινωνιακό σκηνικό: «με το Λιμενικό ή με τους διακινητές;». Ένα δίλημμα τόσο βολικό, όσο και άθλιο. Γιατί σβήνει από το κάδρο τους νεκρούς και θολώνει τη μόνη συζήτηση που οφείλει να γίνει σε μια δημοκρατία: τη συζήτηση για την ευθύνη της κυβέρνησης, του κράτους και τον έλεγχο των οργάνων τους.

Δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να είναι με τη νομιμότητα. Και σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία, όλοι όσοι ασκούν εξουσία ελέγχονται. Πολύ περισσότερο τα σώματα ασφαλείας, όταν επιχειρούν σε πεδία όπου η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επιβολή του νόμου και την παραβίασή του μπορεί να κοστίσει ζωές.

Το να διακρίνουμε “ευθύνες” δεν είναι «ενάντια στο Λιμενικό»· είναι δημοκρατική υποχρέωση των θεσμών ενός κράτους με νόμους. Άλλο ο εντολέας που εγκρίνει σχεδιασμούς και δίνει κατευθύνσεις. Άλλο το όργανο που εκτελεί. Άλλο ο άνθρωπος που υφίσταται τις συνέπειες. Και άλλο οι εγκληματίες διακινητές...
Εκτελεστική εξουσία, Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, παράτυποι μετανάστες, διακινητές: τέσσερις διαφορετικοί ρόλοι, τέσσερα διαφορετικά πεδία ευθύνης. Το να τα συγχέουμε όλα σε ένα θολό «ή μαζί μας ή με τους διακινητές» δεν είναι επιχείρημα· είναι στρεψοδικία.

Η χώρα μας έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με τα όρια της νομιμότητας στη θάλασσα. Η καταδίκη για τα γεγονότα στο Φαρμακονήσι από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθυμίζει ότι οι “επιχειρήσεις αποτροπής” δεν βρίσκονται εκτός δικαστικού ελέγχου. Τα όσα συνέβησαν στην Πύλο και η δικαστική διερεύνηση πράξεων και παραλείψεων υπενθυμίζουν ότι, αργά ή γρήγορα, τα πραγματικά περιστατικά βγαίνουν στο φως. Γι’ αυτό και δεν είμαστε τόσο ευεπίφοροι στο να αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα τις “πρώτες” εκδοχές των Αρχών, όσο καλοδουλεμένες επικοινωνιακά κι αν είναι.

Όμως η χθεσινή τραγωδία φέρνει στην επιφάνεια και κάτι ακόμη, πιο άβολο: την επιχειρησιακή γύμνια που μετατρέπει την “αποτροπή” σε ρώσικη ρουλέτα τη νύχτα.

Όπως ανέδειξε στη Βουλή ο Βουλευτής Χίου του ΠΑΣΟΚ, Σταύρος Μιχαηλίδης —με τη εμπειρία του πρώην αξιωματικού και λιμενάρχη στο νησί— το συμβάν έλαβε χώρα εντός εθνικών χωρικών υδάτων, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τη στεριά. Αυτό από μόνο του λέει κάτι συντριπτικό: το σκάφος δεν εντοπίστηκε έγκαιρα πριν περάσει τη νοητή θαλάσσια γραμμή των συνόρων.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι δεν υπάρχει σε λειτουργία, σε πραγματικό χρόνο, ένα ολοκληρωμένο σύστημα ηλεκτρονικής θαλάσσιας επιτήρησης. Ότι τελικά «βλέπει» ό,τι προλάβει να δει το ανθρώπινο μάτι, μέσα στο σκοτάδι, με ταχύτητες, με καιρό, με άγχος, με πίεση. Και τότε —όταν το σκάφος είναι ήδη μέσα— το πρόβλημα πέφτει ολόκληρο στις πλάτες του κυβερνήτη και του πληρώματος του σκάφους του Λιμενικού.

Εκεί αρχίζει το πιο επικίνδυνο σημείο της αλυσίδας:
όλα τα επίπεδα ιεραρχίας, φυσικής και πολιτικής, απαιτούν «να αποτραπεί η αποβίβαση με κάθε τρόπο».

Χωρίς μέσα. Χωρίς χρόνο. Χωρίς περιθώρια.

Και τότε, πράγματι, η αποτροπή γίνεται σύγκρουση. Και η σύγκρουση γίνεται θάνατος.

Εδώ η ευθύνη ανεβαίνει καθαρά προς τα πάνω.

Αντί γι’ αυτό, έχουμε το γνώριμο μοτίβο: νύχτα, ταχύτητα, ένταση, πίεση «να μην περάσουν», και στο τέλος πνιγμένοι άνθρωποι και λιμενικοί μπλεγμένοι σε δικαστικές περιπέτειες, μόνοι.

Η τραγωδία της Χίου είναι το χρονικό «προαναγγελθέντων θανάτων» όχι μόνο λόγω της ιδεολογίας της αποτροπής, αλλά και λόγω της κρατικής ανεπάρκειας στα στοιχειώδη μέσα που θα έκαναν την αποτροπή ασφαλή όπως δείχνει η τεκμηρίωση του Βουλευτή κου Μιχαηλίδη..

Ναι, τα σύνορα πρέπει να φυλάσσονται.
Αλλά η αποτροπή δεν γίνεται με θανάτους. Γίνεται με μέσα, με εκπαίδευση, με εργαλεία, με κανόνες εμπλοκής που λένε «κράτει» όταν το σκάφος είναι ήδη στην ακτή και κουβαλά δεκάδες ζωές.

Υπό το καθεστώς του κράτους δικαίου και του ανθρωπισμού που συγκροτούν τον νομικό πολιτισμό της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Έναν πολιτισμό που στηρίζεται στην “αναλογικότητα”: η παράτυπη είσοδος σε καιρό ειρήνης δεν μπορεί να έχει ως «ποινή» τον θάνατο στη θάλασσα. Η Δύση — στην οποία επιμένουμε να ανήκουμε — έχει απορρίψει τη θανατική ποινή ως βάρβαρη. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να την αποδέχεται σιωπηρά ως αποτέλεσμα πρακτικών αποτροπής.

Αν επιχειρήσουμε να δούμε σε ποιο ιδεολογικό κλίμα διαμορφώνονται αυτές οι πρακτικές, θα διακρίνουμε ένα υπόβαθρο αυταρχικής «λογικής συνόρων» που θυμίζει το πνεύμα του U.S. Immigration and Customs Enforcement (ICE): η ασφάλεια ως υπέρτατη αξία που απορροφά κάθε άλλη, ο άνθρωπος ως απειλή πριν γίνει πρόσωπο, ο έλεγχος ως αυτοσκοπός. Αυτή η μετατόπιση προς τον Τραμπισμό, δεν είναι τεχνική· είναι βαθιά πολιτική και ιδεολογική. Και στη χώρα μας φαίνεται να προϋπήρχε, ως υπόβαθρο εντολών, στη δράση μηχανισμών αποτροπής, όπως το Λιμενικό Σώμα, πριν τη δεύτερη θητεία του Τραμπ. Από την αρχή των κυβερνήσεων του κου Μητσοτάκη.

Για το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, ο σεβασμός στη νομιμότητα είναι και ασπίδα τιμής. Αν οι ενέργειες ήταν απολύτως σύννομες, η πλήρης, ανεξάρτητη και διαφανής διερεύνηση θα το αποδείξει. Αν όχι, πάλι η διερεύνηση είναι ο μόνος δρόμος. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος δεν είναι εχθρότητα· είναι προϋπόθεση δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Μέχρι τότε, ας αφήσουμε στην άκρη τα ψευδή διλήμματα. Ας μιλήσουμε για τους δεκαπέντε νεκρούς ανθρώπους. Και ας θυμηθούμε ότι σε μια δημοκρατία, η ευθύνη ανεβαίνει προς τα πάνω: σε όσους σχεδιάζουν, εγκρίνουν και κατευθύνουν. Γιατί, στο τέλος, αυτό που κρίνεται δεν είναι μια επιχείρηση στη θάλασσα.

Η χώρα μας δεν μπορεί να επικαλείται το κράτος δικαίου και την ευρωπαϊκή της ταυτότητα και ταυτόχρονα να συνηθίζει τον ήχο του νερού που κλείνει πάνω από ανθρώπους — και μετά να ρωτά «με ποιους είστε;».

Είμαστε με τη νομιμότητα.
Με τον έλεγχο της εξουσίας.
Με τους ανθρώπους που χάθηκαν.
Και με τους λιμενικούς που στέλνονται να κάνουν «αποτροπή» χωρίς τα μέσα για να την κάνουν χωρίς νεκρούς.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Δημοκρατία χωρίς όρους, διάλογος χωρίς επιτηρητές

Τις τελευταίες ημέρες, δύο φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους περιστατικά προκάλεσαν έντονη και, κυρίως, τοξική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ένα αφορούσε τη διοργάνωση εκδήλωσης σε χώρο του Δήμου Αθηναίων με θέμα την ενδεχόμενη αμερικανική επέμβαση στο Ιράν και τη συμμετοχή συγκεκριμένου ομιλητή. Το άλλο αφορούσε εκδήλωση μνήμης για τα εβραϊκά θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στον Βόλο και την κριτική που ασκήθηκε σχετικά με τη μη συμμετοχή κάποιου άλλου προσκεκλημένου ομιλητή.

Κοινός παρονομαστής και των δύο περιπτώσεων δεν είναι το αντικείμενο των εκδηλώσεων, ούτε τα πρόσωπα, αλλά η αξίωση ορισμένων να επιβάλουν όρους στον τρόπο με τον οποίο κάποιοι άλλοι οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις. Η αξίωση, δηλαδή, να καθορίζεται «απ’ έξω» ποιοι θα μιλήσουν, ποιοι δεν πρέπει να μιλήσουν, ποια οπτική είναι «θεμιτή» και ποια «ανεπίτρεπτη». Και μάλιστα με μια ένταση, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το εύρος της ουσιαστικής διαφωνίας και εισέρχεται στον χώρο της ηθικής απαξίωσης και της δημόσιας στοχοποίησης.

Η θέση που αναδεικνύεται ως θεμελιώδης είναι απλή: όποιος οργανώνει μια συζήτηση έχει το δικαίωμα να τη διαμορφώσει όπως ο ίδιος κρίνει. Αν επιλέξει να καλέσει όλες τις εκφρασμένες σχολές σκέψης, αυτό αποτελεί ένδειξη πλουραλισμού. Αν επιλέξει να παρουσιάσει μία συγκεκριμένη οπτική, αυτό αποτελεί επίσης δικαίωμά του και κρίνεται για τη μονομέρειά του. Η ευθύνη της επιλογής είναι αποκλειστικά δική του και κανείς δεν νομιμοποιείται να του υποβάλλει όρους.

Όποιος διαφωνεί, διαθέτει δυο απολύτως δημοκρατικές και θεσμικά άψογες διεξόδους: η μία είναι να μην συμμετάσχει στην εκδήλωση αυτή δηλώνοντας την αντίθεσή του, ενώ ταυτοχρόνως έχει και τη δυνατότητα να οργανώσει ο ίδιος μια αντίστοιχη συζήτηση, με τους ομιλητές και τις απόψεις που θεωρεί καταλληλότερες. Η απάντηση στον λόγο δεν είναι η φίμωση, αλλά ο αντίλογος. Η απάντηση στη διαφωνία δεν είναι ο αποκλεισμός, αλλά η αντιπαράθεση επιχειρημάτων.

Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν ως προς το ποια θέματα θα συζητήσει, με ποια προσέγγιση και με ποιους συνομιλητές. Η μόνη σαφής και αδιαπραγμάτευτη οριοθέτηση αφορά τη νομιμότητα: εκδηλώσεις και πρόσωπα που δεν εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες και δεν τελούν υπό ποινική δίωξη. Πέραν αυτού, κάθε προσπάθεια επιβολής «πολιτικών» ή «ηθικών» όρων συνιστά διολίσθηση σε λογικές επιτήρησης της σκέψης.

Το ίδιο ισχύει και για τους χώρους που διαθέτουν οι θεσμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η παραχώρηση δημοτικών χώρων για δημόσιες συζητήσεις δεν σημαίνει υιοθέτηση των απόψεων που εκφράζονται σε αυτές. Σημαίνει αναγνώριση ότι η κοινωνία αποτελείται από διαφορετικές σχολές σκέψης και ότι η δημοκρατία δεν φοβάται τον λόγο, ακόμη και όταν αυτός είναι αιχμηρός, ενοχλητικός ή μειοψηφικός.

Η ένταση της αντίδρασης που παρατηρείται δεν αποκαλύπτει δημοκρατική ευαισθησία. Αντιθέτως, αποκαλύπτει μια μανιχαϊστική και δογματική προσέγγιση, στην οποία ο κόσμος χωρίζεται σε «επιτρεπτούς» και «ανεπίτρεπτους», σε «ορθούς» και «λανθασμένους» συνομιλητές. Πρόκειται για μια λογική που δεν επιδιώκει την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, αλλά την επιβεβαίωση της παρουσίας μια ομοιογενούς «παρέας σκέψης».

Σε αυτή τη λογική, ο διάλογος δεν είναι χώρος ανταλλαγής επιχειρημάτων, αλλά μηχανισμός επιβεβαίωσης ταυτοτήτων. Όποιος δεν ανήκει στο «σωστό» στρατόπεδο δεν αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής, αλλά ως πρόβλημα προς εξουδετέρωση. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πραγματικός κίνδυνος: όχι στις εκδηλώσεις καθαυτές, αλλά στη σταδιακή εδραίωση μιας κουλτούρας που θεωρεί θεμιτό να υπαγορεύει σε άλλους τι επιτρέπεται να συζητούν.

Η δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί με επιτηρητές του διαλόγου. Λειτουργεί με ανεκτικότητα, με αντοχή στη διαφωνία και με εμπιστοσύνη ότι οι πολίτες είναι σε θέση να κρίνουν μόνοι τους όσα ακούνε. Όταν αρχίζει να διαμορφώνεται η αντίληψη ότι η κοινωνία πρέπει να «προστατευθεί» από ορισμένες απόψεις, στην πραγματικότητα υπονομεύεται η ίδια η δημοκρατική της ωριμότητα.

Τα δύο πρόσκαιρα γεγονότα δεν είναι παρά αφορμές. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι βαθύτερο: αν θα γίνει αποδεκτό ότι η δημόσια συζήτηση μπορεί να διεξάγεται χωρίς προληπτικούς αποκλεισμούς και ιδεολογικά φίλτρα ή αν θα παγιωθεί μια κουλτούρα άτυπης λογοκρισίας, ντυμένης με τον μανδύα της «πολιτικής ορθότητας» και της «ηθικής ευαισθησίας».

Στο τέλος, το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από μια ευρύτερη διεθνή τάση πολιτικής συμπεριφοράς, που συχνά περιγράφεται με τον όρο «τραμπισμός», παραπέμποντας σε συγκεκριμένη πολιτική πρακτική και συμπεριφορά. Πρόκειται για μια κουλτούρα δημόσιου λόγου που τροφοδοτεί τη διχαστική ρητορική, ενισχύει τη λογική των στρατοπέδων, νομιμοποιεί την απαξίωση του αντιπάλου και μετατρέπει τη διαφωνία σε ηθική καταγγελία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημόσια συζήτηση παύει να είναι πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων και μετατρέπεται σε πεδίο επιβολής ταυτοτήτων.

Η υιοθέτηση, έστω και άτυπα, στοιχείων αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς στο εσωτερικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας δεν ενισχύει τον δημόσιο διάλογο· τον φτωχαίνει. Δεν διευρύνει την ελευθερία του λόγου· την περιορίζει μέσω κοινωνικής πίεσης και ηθικής στοχοποίησης.

Η επιλογή, τελικά, παραμένει σαφής: είτε θα υπερασπιστούμε έμπρακτα το δικαίωμα όλων να οργανώνουν, να μιλούν και να ακούγονται — απαντώντας στον λόγο με λόγο — είτε θα διολισθήσουμε σε μια κοινωνία όπου η φασαρία υποκαθιστά τον διάλογο και η καταγγελία αντικαθιστά το επιχείρημα. Και αυτό, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αφετηριών, δεν αποτελεί ένδειξη δημοκρατικής ζωντάνιας, αλλά δημοκρατικής ανασφάλειας.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο «Κάθετος Διάδρομος» και το αφήγημα: η Ελλάδα «ενεργειακός κόμβος».


Η κατάρρευση ενός ακόμη επικοινωνιακού αφηγήματος: όταν η γεωπολιτική επικοινωνία προηγείται της αγοράς

Η ελληνική κυβέρνηση επαναλαμβάνει συστηματικά τα τελευταία χρόνια ότι η χώρα μετατρέπεται σε «γεωστρατηγικό και ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης». Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου παρουσιάστηκε ως ένα από τα πιο χειροπιαστά παραδείγματα αυτής της μετάβασης: ένας αγωγός-γέφυρα προς την Ουκρανία και την Κεντρική Ευρώπη, που θα εδραίωνε την Ελλάδα στον χάρτη της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο πεζή — και πολύ λιγότερο ηρωική.

Δύο διαδοχικές αποτυχημένες δημοπρασίες δέσμευσης δυναμικότητας δεν αποτελούν απλώς ένα «προσωρινό πισωγύρισμα». Αποτελούν σήμα της αγοράς. Και η αγορά, σε αντίθεση με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, δεν λειτουργεί με γεωπολιτικά δελτία Τύπου.

Έργο ασφάλειας εφοδιασμού – όχι εμπορικός game changer

Ο Κάθετος Διάδρομος δεν είναι άχρηστος. Αντιθέτως, αποτελεί ένα τεχνικά επαρκές εργαλείο ασφάλειας εφοδιασμού, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης, διακοπής ροών ή γεωπολιτικής αναταραχής. Σε αυτό το πλαίσιο, η ύπαρξή του έχει αξία — και μάλιστα ευρωπαϊκή.

Αλλά εδώ τελειώνει η πραγματική του ισχύς.

Μέχρι στιγμής, η αγορά τον αντιμετωπίζει όχι ως βασική εμπορική αρτηρία, αλλά ως εφεδρικό “μαξιλαράκι”: μια διαδρομή που θα ενεργοποιείται μόνο εάν μπλοκαριστούν ή ακριβύνουν περισσότερο συμφέρουσες εναλλακτικές. Ακριβώς αυτό δείχνει και η αγορά της Ουκρανίας, η οποία —φυσιολογικά— επιλέγει σταθερά φθηνότερα routes, κυρίως μέσω Πολωνίας.

Αυτό δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι λογιστική.

Ο «κόμβος» που δεν επιλέγεται

Ένας πραγματικός ενεργειακός κόμβος δεν αυτοανακηρύσσεται. Επιλέγεται.

Επιλέγεται από traders, shippers και κρατικούς αγοραστές, επειδή:

  • προσφέρει ανταγωνιστικό κόστος,
  • έχει προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον,
  • μειώνει ρίσκα και ενδιάμεσες χρεώσεις,
  • και λειτουργεί ως φυσικό σημείο συγκέντρωσης ροών.

Στον Κάθετο Διάδρομο συμβαίνει το αντίθετο:
πολλαπλοί διαχειριστές, σωρευτικά τέλη μεταφοράς, αβεβαιότητα για τα προϊόντα και —τελικά— delivered cost που δεν «βγαίνει».

Όταν λοιπόν οι ίδιοι οι επίδοξοι χρήστες του έργου ζητούν επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να το χρησιμοποιήσουν, καταρρέει αυτομάτως το αφήγημα του «κόμβου». Διότι οι κόμβοι δεν χρειάζονται επιδότηση για να είναι ελκυστικοί· χρειάζονται επιδότηση μόνο όταν δεν είναι.

Γεωπολιτική σημειολογία vs. οικονομική πραγματικότητα

Η κυβέρνηση συγχέει —σκόπιμα ή από αμηχανία— δύο διαφορετικά επίπεδα:

  1. τη γεωπολιτική σημειολογία ενός έργου,
  2. και την οικονομική του λειτουργία.

Ο Κάθετος Διάδρομος λειτουργεί επικοινωνιακά ως σύμβολο «στρατηγικής αναβάθμισης» της χώρας. Στην πράξη όμως, η Ελλάδα παραμένει ενδιάμεσο πέρασμα, όχι σημείο αναφοράς. Δίαυλος, όχι κόμβος. Backup, όχι hub.

Αυτό δεν είναι αποτυχία των μηχανικών ή των διαχειριστών. Είναι αποτυχία του κυβερνητικού αφηγήματος, που φόρτωσε σε ένα έργο ασφάλειας εφοδιασμού προσδοκίες εμπορικής παντοδυναμίας.

Η πραγματική γεωπολιτική διάσταση (χωρίς μεγαλοστομίες)

Στη σωστή του διάσταση, ο Κάθετος Διάδρομος:

  • ενισχύει τη διαπραγματευτική εφεδρεία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης,
  • προσθέτει πλεονάζουσα δυνατότητα στη περιοχή σε περιόδους κρίσης,
  • και συμβάλλει στη δυνατότητα στρατηγικής διαφοροποίησης της ΕΕ.

Δεν μετατρέπει όμως την Ελλάδα σε ενεργειακό “κέντρο βάρους” της ηπείρου. Και σίγουρα δεν δικαιολογεί τον τόνο υπερβολής που υιοθετεί η κυβερνητική επικοινωνία για να χτίσει γεωστρατηγικές επιτυχίες.

Συμπέρασμα

Ο Κάθετος Διάδρομος προφανώς και δεν είναι φιάσκο.
Αλλά το κυβερνητικό αφήγημα περί «ενεργειακού κόμβου» είναι επικοινωνιακή πομφόλυγα.

Η αγορά τον τοποθέτησε ήδη εκεί που ανήκει:
ως εργαλείο ανάγκης, όχι ως πυλώνα καθημερινής ροής.
Και όσο αυτό το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την πολιτική ρητορική διευρύνεται, τόσο πιο γυμνή θα μένει η στρατηγική πίσω από τα συνθήματα.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

«Ή αυτοί ή εμείς»: η στιγμή που ο μανιχαϊσμός καλεί σε συμμαχία επιβίωσης του κόσμου μας.


Το σύνθημα «…ή αυτοί ή εμείς…» κουβαλά ένα βαρύ φορτίο. Παραπέμπει σε μανιχαϊκές διαιρέσεις, σε πολιτικές απλουστεύσεις που ιστορικά υπήρξαν επικίνδυνες. Κι όμως, σε ορισμένες ιστορικές στιγμές, η πραγματικότητα προηγείται της θεωρίας. Και σήμερα βρισκόμαστε σε μία τέτοια στιγμή.

Η πρόσφατη εμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ δεν εξέπληξε για το ύφος της· επιβεβαίωσε όμως κάτι βαθύτερο. Έναν κυνισμό όχι απλώς προσωπικό, αλλά συστημικό. Έναν λόγο που αντιμετωπίζει τη δημοκρατία, τους θεσμούς και το διεθνές δίκαιο ως εμπόδια – όχι ως κατακτήσεις.

Ακόμη πιο ανησυχητική, ωστόσο, είναι η σύγκλιση αυτού του πολιτικού κυνισμού με τις συμπεριφορές και τη νοοτροπία εκπροσώπων της νέας “τεχνολογικής άκρας δεξιάς”. Εκπρόσωποι Εταιρειών, που κινούνται στο όριο μεταξύ κράτους, αγοράς και επιτήρησης, δεν είναι απλοί οικονομικοί δρώντες (stakeholders). Αρθρώνουν –συχνά σιωπηρά, αλλά αποτελεσματικά– ένα πολιτικό σχέδιο: την υποκατάσταση της δημοκρατικής λογοδοσίας από την “τεχνοκρατική ισχύ” και την “αλγοριθμική διακυβέρνηση”.

Το κοινό τους έδαφος είναι παλιό και επικίνδυνα γνώριμο: libido dominandi. Η επιθυμία κυριαρχίας, απογυμνωμένη από ηθικούς ή θεσμικούς φραγμούς. Είτε εκφράζεται μέσω εθνικιστικού λαϊκισμού είτε μέσω εταιρικής παντοδυναμίας, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η αποδόμηση από τη μια της αστικής δημοκρατίας δυτικού τύπου και από την άλλη των μεταπολεμικών μηχανισμών διευθέτησης των διεθνών σχέσεων.

Σε αυτό το σημείο, ο πολιτικός διάλογος οφείλει να μετακινηθεί. Δεν αρκεί η καταγγελία, ούτε η αυτάρεσκη επίκληση «δημοκρατικών αξιών» στο κενό. Απαιτείται μια σοβαρή, ρεαλιστική κοινωνικο-πολιτική συμμαχία. Μια σύγκλιση με εκείνους τους φιλελεύθερους –πολιτικούς, διανοούμενους, κοινωνικά στρώματα– που αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι «νεοφασίστες του κράτους και της αγοράς» δεν είναι γραφικοί. Είναι ένας συνεκτικός, επιθετικός συνασπισμός συμφερόντων.

Η ιστορική ειρωνεία είναι προφανής: η υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν μπορεί σήμερα να είναι υπόθεση μόνο των φιλελευθέρων αριστερών. Όπως και η κριτική στον καπιταλισμό της ανεξέλεγκτης τεχνολογικής ισχύος δεν μπορεί να προέρχεται μόνο από την Αριστερά. Το δίλημμα δεν είναι ιδεολογικό με τη στενή έννοια. Είναι θεσμικό, πολιτισμικό, υπαρξιακό για τις δυτικές κοινωνίες.

Υπό αυτή την έννοια, το «ή αυτοί ή εμείς» δεν είναι κάλεσμα σε εμφύλιο λόγο. Είναι μια δυσάρεστη αλλά αναγκαία αποτύπωση της πραγματικότητας. Ή θα υπερασπιστούμε –με νέες συμμαχίες και νέο πολιτικό θάρρος– ό,τι χτίστηκε με κόπο μετά το 1945, ή θα το δούμε να διαλύεται από εκείνους που θεωρούν τη δημοκρατία απλώς μια παρωχημένη διεπαφή εξουσίας.

Και αυτή τη φορά, η ουδετερότητα δεν είναι επιλογή. Είναι συνενοχή.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Από το “L’État, c’est moi” στο “Το διεθνές δίκαιο είμαι εγώ”.

 

Η φράση «L’État, c’est moi», που αποδίδεται στον Λουδοβίκος ΙΔ΄, δεν είναι απλώς ιστορικό απόφθεγμα. Συμπυκνώνει την ουσία της απολυταρχίας. Της αντίληψης ότι η εξουσία δεν περιορίζεται από κανόνες, αλλά ταυτίζεται με το πρόσωπο που τη φέρει. Ο απόλυτος μονάρχης δεν κυβερνά μέσα στο κράτος — είναι το κράτος. . Ο βασιλιάς-ήλιος κυβέρνησε επί 72 χρόνια, όχι απλώς ως ηγεμόνας, αλλά ως ενσάρκωση του κράτους.

Τρεις και πλέον αιώνες μετά, μια παράφραση αυτής της λογικής επανεμφανίζεται και επιστρέφει μεταμφιεσμένη σε ωμό πολιτικό «ρεαλισμό». Στην εκδοχή της, το σύνθημα δεν αφορά πλέον το κράτος, αλλά το διεθνές σύστημα: «Το διεθνές δίκαιο είμαι εγώ». Αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης και της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Όχι ως προσωπική ιδιορρυθμία, αλλά ως συνειδητή αμφισβήτηση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Μια απλουστευτική —και επικίνδυνα αναχρονιστική— παραδοχή: ότι η ιστορία κυβερνάται από έναν και μόνο νόμο, το “δίκαιο του ισχυρότερου”. Ότι οι κανόνες, οι θεσμοί και το διεθνές δίκαιο είναι απλώς διακοσμητικά εμπόδια μπροστά στη γυμνή ισχύ.

Πρόκειται για την προσπάθεια ανατροπής της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης, εκείνης που —με όλα τα ελαττώματά της— οικοδομήθηκε πάνω στην εμπειρία της απόλυτης καταστροφής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σχολή σκέψης που προτείνει, ως σώφρονα λογική, την σιωπή, είτε λόγω μεγέθους (όταν μαλώνουν τα βουβάλια τα βατράχια καλό είναι να κρύβονται κάπου μακρύτερα…) είτε λόγω “καιροσκοπικής προσαρμογής” στην εποχή της “συναλλακτικότητας” και πλασαρίσματος κοντά στον «δυνατό» της εποχής, στην ουσία δικαιολογεί ως “εξαναγκαστική και ρεαλιστική” την συμπόρευσή της με αυτήν την ανερμάτιστη, για τον κόσμο μας, πολιτική.

Υποστηρίζει στην ουσία ότι ο κόσμος πάντα κυβερνάται από την “δύναμη”, ότι οι “κανόνες” είναι για τους αδύναμους και ότι η ανεκτικότητα απέναντι στους ισχυρούς αποφέρει οφέλη: σταθερότητα, ασφάλεια, χρόνο προσαρμογής. Στην πράξη, όμως, αυτή η «ανεκτικότητα» λειτουργεί ιστορικά ως επιταχυντής της αυθαιρεσίας, όχι ως φρένο...

Προφανώς και η “ισχύς” αποτελεί αναμφισβήτητο εργαλείο στις διεθνείς σχέσεις. Αλλά οι διεθνείς κανόνες, απέδειξαν ότι, σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία χρόνια, μπορούσαν να “λειαίνουν” τις ακρότητες…

Ο λεγόμενος “ρεαλισμός” δεν είναι ουδετερότητα... Είναι κανονιστικός: νομιμοποιεί την παραβίαση κανόνων στο όνομα της “ισχύος” και βαφτίζει την υποχώρηση «σύνεση». Κάθε σιωπή απέναντι σε απειλές, κάθε ανοχή σε προσβολές, κάθε «κατανόηση» προς τον αυταρχισμό, μεταφράζεται από τον αυτουργό όχι ως διάθεση συμβιβασμού, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Η ιστορία είναι αμείλικτη σε αυτό.

Ο ιστορικός Eric John Hobsbawm, στο έργο του Η Εποχή των Άκρων – Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914–1991, περιγράφει με ενάργεια πώς οι μεγάλες καταρρεύσεις δεν προκύπτουν από την τόλμη, αλλά από τη σταδιακή διάβρωση των ανασχετικών μηχανισμών απέναντι στη βία. Ο φασισμός του 20ού αιώνα δεν θριάμβευσε επειδή ήταν ανίκητος, αλλά επειδή αντιμετωπίστηκε αρχικά με κατευνασμό, αμφιθυμία και ψευδαισθήσεις ελέγχου.

Από αυτή την οπτική, η σημερινή συγκυρία μοιάζει ανησυχητικά γνώριμη. Φέρει ανησυχητικές ομοιότητες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία εγκαινίασε μια περίοδο αθλιότητας, όπου η ωμή στρατιωτική ισχύς επανεμφανίζεται ως εργαλείο «επίλυσης» διαφορών. Η πολιτική Τραμπ —με αποχωρήσεις από διεθνείς οργανισμούς, απειλές κατά κρατών, θεαματική αύξηση στρατιωτικών δαπανών και σχέδια αναδιαμόρφωσης ολόκληρων γεωπολιτικών σφαιρών και σχέδια «ανα-ημισφαιριοποίησης»— δεν αποτελεί απλώς συνέχεια αυτής της τάσης· την εντείνει και τη νομιμοποιεί.

Σε αυτό το σημείο, ο ιστορικός ρόλος της Ευρώπης καθίσταται κρίσιμος. Η Ευρώπη δεν είναι απλώς γεωγραφικός χώρος· είναι πολιτικό εγχείρημα που γεννήθηκε ακριβώς για να αποτρέψει την επιστροφή στο “δίκαιο του ισχυρότερου”. Όταν, όμως, τα κράτη-μέλη και οι πολιτικές τους ηγεσίες επιλέγουν την “ανοχή δια της σιωπής”, όταν προτάσσουν στενά εθνικά συμφέροντα ή βραχυπρόθεσμους υπολογισμούς έναντι μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης, τότε υπονομεύουν τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της Ένωσης.

Η επιλογή αυτή δεν είναι η «ρεαλιστική». Είναι η ιστορικά κοντόφθαλμη. Δεν συντομεύει την περίοδο της αυθαιρεσίας — τη μακραίνει. Δεν προστατεύει τα κράτη που τη δείχνουν — τα εκθέτει. Η Ευρώπη πρέπει να λειτουργήσει ως συλλογικός παράγοντας ανάσχεσης της “τραμπικής λογικής” γιατί διαφορετικά θα καταγραφεί ως παθητικός θεατής της αποδόμησης των κανόνων που η ίδια συνέβαλε να θεσπιστούν.

Η Ευρώπη, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να αντέξει μια διπλή στρατηγική: Από τη μια υποταγή στις χοντράδες του Τραμπ και ταυτόχρονη κλιμάκωση των αντιπαλοτήτων με Ρωσία και Κίνα…

Αν κάτι χρειάζεται επειγόντως, είναι η επαναβεβαίωση ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι πολυτέλεια των αδύναμων, αλλά όρος επιβίωσης όλων.

Η γνώση της ιστορίας δικαιολογεί την αισιοδοξία. Ο Χομπσμπάουμ μας υπενθυμίζει ότι οι «εποχές των άκρων» είναι συχνά σύντομες — όχι επειδή είναι ακίνδυνες, αλλά επειδή γεννούν αντιδράσεις. Η απολυταρχία, ο φασισμός, ο μιλιταρισμός δεν κατέρρευσαν από μόνοι τους· ανατράπηκαν όταν συναντήθηκαν με συνειδητή, συλλογική αντίσταση. Η ελπίδα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στην αυταπάτη ότι «ας μη μιλάμε για να μην είμαστε στη πλευρά των χαμένων», αλλά στη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμαστε σε μια σύντομη μετάβαση: από την αθλιότητα που εγκαινίασε ο πόλεμος στην Οθκρανία και ο κυνισμός της ωμής ισχύος του Τραμπ, προς ένα αναγκαίο τέλος τους.

Όπως και στον «σύντομο εικοστό αιώνα» του Χομπσμπάουμ, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο — αλλά τίποτα δεν είναι και αιώνιο. Η απολυταρχία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ δεν επέζησε της ιστορίας· κατέρρευσε υπό το βάρος των αντιφάσεών της. Ο φασισμός του 20ού αιώνα ηττήθηκε, όχι χωρίς κόστος, αλλά ηττήθηκε.

Αν βρισκόμαστε σήμερα σε μια μεταβατική περίοδο τότε το ζητούμενο είναι να τη συντομεύσουμε. Όχι με κατευνασμό, αλλά με σαφή όρια. Όχι με σιωπή, αλλά με ενιαία στάση. Όχι με ψευδο-ρεαλισμό, αλλά με επίγνωση της ιστορίας.

Αυτό είναι το στοίχημα: να κατανοηθεί ότι η ανοχή στη λογική «κάνω ό,τι θέλω επειδή μπορώ» δεν είναι ρεαλισμός, αλλά συνενοχή. Κάθε σιωπή, κάθε υποχώρηση, κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού της τραμπικής αγένειας και βίας, ενθαρρύνει έναν φαύλο κύκλο αποθράσυνσης.

Διότι, τελικά, ούτε το κράτος ούτε το διεθνές δίκαιο μπορούν να είναι ιδιοκτησία κανενός. Και όσοι το πιστεύουν, αργά ή γρήγορα, το μαθαίνουν με τον δύσκολο τρόπο.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με το «δίκαιο του ισχυρού»: Όταν σιωπάς μπορεί να θεωρηθείς και ως συνένοχος.

 

Η σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας από στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι μια ακόμη διεθνή κρίση που εξελίσσεται πέρα και έξω από τα ευρωπαϊκά σύνορα. Αποτελεί ένα γεγονός με βαρύ ιστορικό και πολιτικό φορτίο, ικανό να αναδιαμορφώσει τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες της διεθνούς τάξης. Όχι επειδή έπεσε ένα αυταρχικό καθεστώς – λίγοι στην Ευρώπη έτρεφαν αυταπάτες για τον Μαδούρο και το καθεστώς του – αλλά επειδή καταπατήθηκε βάναυσα η ίδια η έννοια της διεθνούς νομιμότητας.

Ο ρόλος του «διεθνούς χωροφύλακα» δεν τιμά καμία δύναμη που διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στον κόσμο. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει χωρίς ουσιαστική, δυναμική θεσμική αντίδραση. Διότι αν η αυθαίρετη χρήση βίας και η απαγωγή ηγετών τρίτων χωρών γίνει ανεκτή, τότε οι κανόνες που συγκροτούν τη διεθνή συνεννόηση μετατρέπονται σε διακοσμητικό περίβλημα.

Ακόμη και όσοι συμφωνούμε ότι ο Μαδούρο είναι ένας αυταρχικός ηγέτης, οφείλουμε να πούμε καθαρά: η απαγωγή/σύλληψη του από τις ΗΠΑ δεν είναι «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Είναι μια ωμή πράξη ισχύος, που βιάζει το διεθνές δίκαιο και δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο

Οι διάφορες προσπάθειες εκδίωξης ακόμη και των πλέον αξιοθρήνητων καθεστώτων, όπως διδάσκει η πρόσφατη Ιστορία μπορεί να χειροτερέψει τα πράγματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν 20 χρόνια αποτυγχάνοντας να δημιουργήσουν μια σταθερή κυβέρνηση στο Αφγανιστάν και αντικατέστησαν μια δικτατορία στη Λιβύη με ένα διαλυμένο κράτος. Οι τραγικές συνέπειες του πολέμου του 2003 στο Ιράκ συνεχίζουν να βασανίζουν την Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σποραδικά αποσταθεροποιήσει χώρες της Λατινικής Αμερικής, συμπεριλαμβανομένης της Χιλής, της Κούβας, της Γουατεμάλας και της Νικαράγουας, προσπαθώντας να εκδιώξουν κατά καιρούς διάφορες κυβερνήσεις κάποιων από αυτές τι χώρες μέσω της βίας…

Τα αποτελέσματα δεν είναι δυσανάγνωστα…

Το πρόβλημα τώρα για την Ευρώπη δεν είναι ότι πράγματι σε αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, αν θες να προτείνεις εφαρμοστέα πολιτική και όχι να δημαγωγήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι μοιάζει ότι δεν διακρίνεις εύκολα στις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, να αναζητούν έστω και αν υπάρχει πραγματική δυσκολία, απαντήσεις. Η ευρωπαϊκές ηγεσίες περιορίζονται σε γενικόλογες δηλώσεις «ανησυχίας», αποφεύγοντας συστηματικά να ονομάσουν το πρόβλημα: βρισκόμαστε μπροστά στην παγίωση του «δικαίου του ισχυρού» ως κυρίαρχου κανόνα.

Η σιωπή – ή η αμηχανία – της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι στάση παροδικής ουδετερότητας λόγω συγκυρίας. Για κάποιες πολιτικές δυνάμεις είναι πολιτική επιλογή. Και κάθε πολιτική επιλογή παράγει συνέπειες. Για τούτο και δεν πρέπει να παρασυρθεί το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης και πρωτίστως η σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, σε μια αλλοτριωτική γραμμή αμηχανίας και σιωπής, συνευθύνης με τους ομότεχνους της σχολής σκέψης του Τραμπ και των αντίστοιχων αυταρχικών ηγετών του κόσμου.

Εάν η Ευρώπη αποφεύγει να υπερασπιστεί ενεργά τους θεσμούς του διεθνούς δικαίου, τους αποδυναμώνει. Όταν αποδέχεται τετελεσμένα στο όνομα του «ρεαλισμού», μετατρέπει τον ρεαλισμό σε άλλοθι παραίτησης.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η στάση επιμέρους ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» των αμερικανικών ενεργειών συνιστά κάτι περισσότερο από μια ατυχή φράση. Συνιστά έμμεση αποδοχή της λογικής ότι η νομιμότητα είναι δευτερεύουσα όταν μιλά η ισχύς. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που ιστορικά στηρίχθηκε – και ορθώς – στο διεθνές δίκαιο για την προάσπιση της κυριαρχίας της, μια τέτοια στάση δεν είναι απλώς κοντόφθαλμη, είναι επικίνδυνη.

Το διακύβευμα, όμως, ξεπερνά κατά πολύ την ευρωπαϊκή ή ελληνική διάσταση. Δημιουργείται ένα προηγούμενο που μπορεί αύριο να επικαλεστεί ο Πούτιν για την Ουκρανία, ή οποιαδήποτε άλλη ισχυρή δύναμη θελήσει να «ξεκαθαρίσει λογαριασμούς» στη δική της γεωπολιτική αυλή. Δεν είναι τυχαίο ότι ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα αντιδρούν ουσιαστικά. Η σιωπή τους δεν είναι αμηχανία· είναι σιωπηρή κατανόηση... Η «συμμαχία του αυταρχισμού της εκτελεστικής εξουσίας» φαίνεται να λειτουργεί, έστω άτυπα, πέρα από ιδεολογικές διαφορές.

Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της συγκυρίας: η σταδιακή κανονικοποίηση μιας παγκόσμιας κουλτούρας υπονόμευσης των αρχών του διεθνούς δικαίου. Μιας κουλτούρας όπου η ισχύς νομιμοποιεί τα πάντα και οι θεσμοί υπάρχουν μόνο εφόσον δεν ενοχλούν τους ισχυρούς.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται εδώ μπροστά σε μια ιστορική ευθύνη. Όχι να φωνάξει περισσότερο από τους άλλους, αλλά να αρθρώσει μια πειστική, εφαρμόσιμη πολιτική πρόταση. Μια πρόταση που δεν θα αναπαράγει τη λογική της ισχύος, ούτε θα υποκύπτει στον κυνισμό.

Η ανάγκη για ενδυνάμωση της στο αμυντικό στρατιωτικό πεδίο, δεν σημαίνει διολίσθηση στη λογική του “δικαίου του ισχυρού”.

Σημαίνει, πρώτα και κύρια, ανάδειξη της διεθνούς νομιμότητας και την επιβολή της ως ενεργού πολιτικού πεδίου διευθέτησης των διεθνών διαφορών. Όχι ως ηθικό ευχολόγιο, αλλά ως συγκεκριμένο πλαίσιο θεσμικών πρωτοβουλιών: προσφυγές, διεθνείς συμμαχίες, πολιτική πίεση, ενίσχυση των διεθνών οργανισμών που σήμερα περιθωριοποιούνται.

Δεύτερον, σημαίνει ενεργοποίηση της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών. Όταν οι κυβερνήσεις σιωπούν ή συμβιβάζονται, οι κοινωνίες μπορούν – και πρέπει – να υπενθυμίζουν ότι η αυθαιρεσία δεν είναι κανονικότητα. Η Ευρώπη έχει ακόμη το ηθικό και πολιτικό κεφάλαιο να το πράξει, αν το θελήσει.

Τρίτον, σημαίνει καθαρή απόρριψη της λογικής ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αν η πτώση ενός αυταρχικού ηγέτη επιτυγχάνεται με μέσα που καταλύουν κάθε κανόνα, τότε το τίμημα είναι βαρύτερο από το όφελος. Διότι ανοίγει τον δρόμο σε μια αλυσίδα απρόβλεπτων συγκρούσεων και βίας, σε έναν κόσμο ήδη εύφλεκτο.

Δεν είναι εύκολο να σχεδιάσεις και να υλοποιήσεις πολιτική που να έχει αποτέλεσμα. Είναι όμως ακόμη πιο επικίνδυνο να μην προσπαθείς καν. Αν η Ευρώπη αποδεχθεί σιωπηρά την επιστροφή στο «δίκαιο του ισχυρού», τότε θα έχει απεμπολήσει τον λόγο ύπαρξής της ως πολιτικού εγχειρήματος.

Ας ελπίσουμε – και ας απαιτήσουμε – ότι οι ευρωπαϊκές αξίες δεν θα μείνουν απλώς ρητορική αναφορά. Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί ακόμη να επηρεάσει τις εξελίξεις, όχι ως δύναμη επιβολής, αλλά ως δύναμη κανόνων. Γιατί αν χαθεί κι αυτό, τότε ο κόσμος που έρχεται θα είναι ένας κόσμος χωρίς φρένα. Και σε έναν τέτοιο κόσμο, κανείς δεν είναι πραγματικά ασφαλής.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ακραιοκεντριστές: Μέτωπο στο ρεσάλτο τους στην "πολιτική χωρίς ιστορία"

 


Ως ανάγκη συνεννόησης και προσδιορισμού των σχέσεών μας στην ιστοσελίδα της "Μ" που χωρίς καμιά επιφύλαξη, φιλοξενεί τις απόψεις μας...

Ζούμε σε μια περίοδο όπου η “Πολιτική” επιστρέφει δυναμικά, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, ύστερα από δεκαετίες υποχώρησης απέναντι στις “αγορές” και στη λογική ότι η κοινωνική ευημερία μπορεί να ανατεθεί σε απρόσωπους μηχανισμούς.

Ο ιστορικός κύκλος που άνοιξε τη δεκαετία του 1970, με την ιδεολογική κυριαρχία της “απορρύθμισης” και της “θεοποίησης”—με τη βεβαιότητα ότι οι αγορές μπορούν να αυτορρυθμίζονται και να παράγουν κοινωνική ευημερία χωρίς πολιτική καθοδήγηση—  της οικονομίας, δείχνει να κλείνει. Η επιστροφή της “Πολιτικής”, ωστόσο, δεν είναι από μόνη της εγγύηση δημοκρατίας.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν η πολιτική επιστρέφει. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποια πολιτική επιστρέφει, πως θα ασκείται  ποιοι διεκδικούν να την εκφράσουν.

Μπροστά μας δεν υπάρχει μονόδρομος, αλλά ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι. Είτε η πολιτική θα επανέλθει ως αυθαίρετη εξουσία, αποσπασμένη από τη δημοκρατική νομιμοποίηση και τον κοινωνικό έλεγχο, αποσπασμένη από αξίες, ιστορικές αναφορές και συλλογικά οράματα, είτε θα ξανακερδίσει την πρωτοκαθεδρία της μέσα από τη θεσμική νομιμοποίηση, την κοινωνική εμπιστοσύνη και τη δημοκρατική λογοδοσία, μέσα από την ανασυγκρότηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στα κόμματα, και στην ίδια την κοινωνία ως συλλογικό υποκείμενο. Σε αυτή τη πρώτη εκδοχή, πρωταγωνιστικό ρόλο διεκδικούν οι λεγόμενοι ακραιοκεντρώοι.

Ο όρος είναι εκ πρώτης όψεως αντιφατικός. Το «κέντρο» παραπέμπει στη μετριοπάθεια, στη σύνθεση, στη συναινετική πολιτική. Το «άκρο» αντιθέτως δηλώνει δογματισμό, απόλυτες αλήθειες, αδυναμία διαλόγου.

Ο ακραιοκεντρισμός δεν είναι μετριοπάθεια. Είναι δογματισμός μεταμφιεσμένος σε λογική. Είναι μια πολιτική στάση που οικειοποιείται το Κέντρο όχι για να το εκφράσει, αλλά για να το εργαλειοποιήσει. Και εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς: άλλο πράγμα ο μετριοπαθής, δημοκρατικός κεντρώος πολίτης —που αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της δημοκρατίας— και άλλο οι ακραιοκεντρώοι που επιχειρούν ρεσάλτο στην εξουσία στο όνομά του. Πρόκειται για ένα ρεύμα που αυτοπροσδιορίζεται ως λογικό, πραγματιστικό και «υπεύθυνο», αλλά στην πράξη λειτουργεί με όρους ιδεολογικής ακαμψίας, πολιτικής αμνησίας και καιροσκοπισμού.

Στην ελληνική περίπτωση, το φαινόμενο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μεγάλο μέρος του ακραιοκεντρισμού συγκροτήθηκε όχι ως θετική πολιτική πρόταση, αλλά ως προϊόν συγκυρίας: του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου της περιόδου της κρίσης. Από εκεί και πέρα, η αντίθεση μετατράπηκε σε επάγγελμα και η πολιτική στάση σε μηχανισμό ανέλιξης. Χωρίς σαφή ιδεολογική καταγωγή, χωρίς παραταξιακή μνήμη, χωρίς κοινωνική αναφορά. Οι ακραιοκεντρώοι δεν συγκροτούν πολιτική πρόταση με ιστορικές, ιδεολογικές ή κοινωνικές αναφορές. Συγκροτούνται κυρίως αρνητικά: ως «όχι-Αριστερά», «όχι-λαϊκισμός», «όχι-αμφισβήτηση».

Πρόκειται για πολιτικά στελέχη και τεχνοκρατικούς κύκλους που δεν εκπροσωπούν το Κέντρο, αλλά το χρησιμοποιούν ως πρόσχημα. Δηλώνουν κεντρώοι, αλλά λειτουργούν ακραία. Μιλούν για σταθερότητα, αλλά φοβούνται κάθε κριτική. Επικαλούνται τον ρεαλισμό, αλλά απορρίπτουν κάθε εναλλακτική. Υπερασπίζονται το σύστημα, όχι επειδή το πιστεύουν ως θεσμικό επίτευγμα, αλλά επειδή τους χωράει.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι η στρεβλή ανάγνωση της πραγματικότητας. Βλέπουν τον κόσμο σε άσπρο–μαύρο, αγνοούν αποχρώσεις, παραλείπουν στοιχεία που δεν εξυπηρετούν το αφήγημά τους και υπερτονίζουν άλλα, ακόμη και παραμορφώνοντάς τα. Οι δικές τους ιδέες παρουσιάζονται ως οι μόνες «ορθολογικές», ενώ οι αντίθετες όχι απλώς ως λανθασμένες, αλλά ως επικίνδυνες ή ανεύθυνες.

Το βασικό τους γνώρισμα είναι η πολιτική αμνησία. Αποκόπτουν τις σημερινές επιλογές από τις ιστορικές τους ρίζες. Ο φιλελευθερισμός απογυμνώνεται από την έννοια της ελευθερίας και μετατρέπεται σε τεχνοκρατικό αυταρχισμό. Η σοσιαλδημοκρατία απαξιώνεται ως «ξεπερασμένη», επειδή θυμίζει ότι η πολιτική οφείλει να ρυθμίζει τις ανισότητες. Η συντηρητική παράδοση αντιμετωπίζεται εργαλειακά, ως μηχανισμός εξουσίας και όχι ως φορέας αξιών.

Οι ακραιοκεντρώοι βλέπουν την κοινωνία μέσα από ένα απλοϊκό και επικίνδυνο δίπολο: «λογικοί» εναντίον «ακραίων». Οι ίδιοι, φυσικά, αυτοτοποθετούνται στους πρώτους. Όσοι διαφωνούν μαζί τους δεν είναι απλώς αντίπαλοι· είναι ανεύθυνοι, λαϊκιστές, ή —στην καλύτερη περίπτωση— «χρήσιμοι ηλίθιοι» άλλων χώρων. Η πολυφωνία δεν είναι γι’ αυτούς δημοκρατικό κεκτημένο, αλλά απειλή.

Στην πράξη, ο ακραιοκεντρισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού. Δεν ανέχεται την αμφισβήτηση, δεν δέχεται τον διάλογο, δεν αναγνωρίζει λάθη. Όταν το σύστημα αποτυγχάνει, το δικαιολογεί. Όταν κάποιος το επισημαίνει, τον στοχοποιεί. Τα προφανή λάθη δικαιολογούνται, η κριτική δαιμονοποιείται, και όποιος τολμά να επισημάνει δυσλειτουργίες βαφτίζεται «αντισυστημικός», εξισωνόμενος σκόπιμα με τις πραγματικές δυνάμεις αποσταθεροποίησης. Έτσι, κάθε ουσιαστική μεταρρυθμιστική συζήτηση ακυρώνεται εκ των προτέρων.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάτη: οι ακραιοκεντρώοι δεν υπηρετούν τη σταθερότητα, αλλά τη στασιμότητα. Δεν υπερασπίζονται τη δημοκρατία, αλλά μια κλειστή εκδοχή της, όπου η πολιτική είναι υπόθεση λίγων «ειδικών» και όχι της κοινωνίας. Δεν επιδιώκουν συναινέσεις· επιδιώκουν σιωπή. Εμφανίζονται ως υπερασπιστές της σταθερότητας του συστήματος, αλλά στην πράξη πρόκειται για ανοχή στην αδράνεια.

Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η ηθικολογία ούτε η άκριτη πόλωση. Χρειάζεται ένα προγραμματικό και ιδεολογικό μέτωπο. Ένα μέτωπο που να διαχωρίζει καθαρά τον δημοκρατικό, μετριοπαθή κεντρώο πολίτη από εκείνους που μιλούν εξ ονόματός του χωρίς νομιμοποίηση. Που να υπερασπίζεται τη δημοκρατία ως χώρο συνύπαρξης διαφορετικών ιδεών, τη σοσιαλδημοκρατία ως ιστορική κατάκτηση κοινωνικής ισορροπίας, σύνθεση ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης και να υπενθυμίζει τον φιλελευθερισμό ως παράδοση ελευθερίας και όχι ιδεολογικής αστυνόμευσης και ότι χωρίς ανεκτικότητα και πλουραλισμό παύει να είναι φιλελευθερισμός.

Γιατί η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τα άκρα που δηλώνουν ως τέτοια. Κινδυνεύει και από εκείνα που παριστάνουν το Κέντρο, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως άκαμπτοι, αδιάλλακτοι και ιδεολογικά κενοί διαχειριστές της εξουσίας. Σε μια δημοκρατία, οι ακραίοι —όποιον επιθετικό προσδιορισμό κι αν φέρουν— έχουν αρνητική εισροή. Και ίσως οι πιο επικίνδυνοι είναι εκείνοι που εμφανίζονται ως “αυτονόητοι”, “λογικοί” και «χωρίς ιδεολογία», τη στιγμή που η δική τους ιδεολογία είναι ακριβώς η “άρνηση” της πολιτικής ως συλλογικής, ιστορικής και αξιακής διαδικασίας.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο είδος "ακραίου πολίτη": εκείνος που δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως πραγματικά είναι...

Χίος: τα ένοχα ψευτοδιλήμματα, οι νεκροί και το κράτος δικαίου

Χθες, στη θάλασσα της Χίου, δεκαπέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πριν ακόμη στεγνώσει το αλάτι στα βράχια, στήθηκε το γνώριμο επικοινωνιακ...