Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Ποιος επηρεάζει τελικά τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην Ελλάδα;

Από την υπόθεση Γκίλφοϊλ και τον Κάθετο Διάδρομο, στην ανάγκη θεσμικού ελέγχου της οικονομικής επιρροής

Συνεχίζοντας την προσπάθεια για θεσμικό εκσυγχρονισμό στη χώρα μας, ακολουθώντας την προηγούμενη πρότασή μας για τη «Λευκή Βίβλο» της Δημοκρατίας και της Ενημέρωσης στην Ελλάδα.

Η πρόσφατη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, ύστερα από δημοσιεύματα για καταγγελλόμενες οικονομικές συναλλαγές και παρεμβάσεις υπέρ επιχειρηματικών συμφερόντων, επαναφέρει ένα ζήτημα που υπερβαίνει τα συγκεκριμένα πρόσωπα και τις περιστασιακές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Οι καταγγελίες αμφισβητούνται από την ίδια και δεν αποτελούν δικαστικά αποδεδειγμένες παραβάσεις.

Ποιοι και πως επηρεάζουν τις δημόσιες αποφάσεις στην Ελλάδα; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις πολιτικής εξουσίας, διπλωματίας και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων; Πού τελειώνει η θεμιτή εκπροσώπηση συμφερόντων και πού αρχίζει η προνομιακή πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων;

Σε προηγούμενη παρέμβασή μας, με τίτλο «Λευκή Βίβλος για τη Δημοκρατία και την ενημέρωση στην Ελλάδα», που δημοσιεύθηκε στη Μεταρρύθμιση, αναδείξαμε τους κινδύνους από τη συγκέντρωση οικονομικής, επικοινωνιακής και πολιτικής ισχύος. Προτείναμε συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις για τον πλουραλισμό, τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης και τη δημοκρατική λογοδοσία.

Σήμερα επιχειρούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα περισσότερο: από τη διαφάνεια της ενημέρωσης στη διαφάνεια της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής δημόσιων αποφάσεων.

Η πρόσφατη παρέμβαση του Παντελή Οικονόμου για την ανάγκη ρύθμισης του lobbying προσφέρει μια πρόσθετη αφορμή.

Διότι η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο όταν παραβιάζονται οι νόμοι. Δοκιμάζεται και όταν οι κανόνες διαμορφώνονται μέσα από διαδικασίες στις οποίες η πρόσβαση και η επιρροή κατανέμονται άνισα, χωρίς επαρκή δημόσια λογοδοσία.

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ και ο Κάθετος Διάδρομος

Η υπόθεση της πρώην Αμερικανίδας πρέσβειρας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, επειδή η διπλωματική της δραστηριότητα συνδέθηκε με την προώθηση της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ειδικότερα με τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου.

Πρόκειται για μια σημαντική γεωοικονομική επιλογή, που αξιοποιεί ελληνικές ενεργειακές υποδομές για την τροφοδοσία αγορών της ευρύτερης περιοχής.

Στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό πεδίο δραστηριοποιείται η Atlantic SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχουν ο όμιλος AKTOR με 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%. Τον Ιούνιο του 2026 ανακοινώθηκε η επέκταση της εικοσαετούς συμφωνίας της με την αμερικανική Venture Global για την προμήθεια ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως, με έναρξη παραδόσεων το 2030.

Πρόκειται για δημόσια ανακοινωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη αθέμιτης συναλλαγής.

Ιδιαίτερη θεσμική σημασία έχουν, ωστόσο, οι αποκαλύψεις που αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοβουλευτικών ερωτημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Την 1η Οκτωβρίου 2026, ο Gregory Meeks, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζήτησε εξηγήσεις για τις σχέσεις της Γκίλφοϊλ με τον Χρήστο Μαραφάτσο, καταγεγραμμένο επαγγελματία εκπρόσωπο συμφερόντων του ομίλου AKTOR στις ΗΠΑ.

Στην παρέμβασή του επικαλέστηκε στοιχεία από ομοσπονδιακά μητρώα lobbying, σύμφωνα με τα οποία είχαν καταβληθεί 160.000 δολάρια έως τον Ιούνιο του 2026 για την ανάπτυξη επαφών με αμερικανικούς κυβερνητικούς φορείς. Έθεσε επίσης ερωτήματα, στηριζόμενος σε δημοσιεύματα, σχετικά με τη συμμετοχή του συγκεκριμένου εκπροσώπου σε επίσημες διπλωματικές συναντήσεις.

Οι αναφορές αυτές δεν αποδεικνύουν παρανομία των εμπλεκομένων. Αποδεικνύουν, όμως, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο για τη θεσμική μας συζήτηση: όταν υπάρχουν μηχανισμοί καταγραφής του lobbying, συγκεκριμένες σχέσεις εκπροσώπησης συμφερόντων μπορούν να γίνονται γνωστές και να αποτελούν αντικείμενο δημόσιου ελέγχου.

Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να θέσουμε το εξής ερώτημα για την ελληνική περίπτωση:

Όταν διεθνείς επιχειρηματικές συμφωνίες συνδέονται με εθνικές ενεργειακές στρατηγικές, δημόσιες υποδομές και μακροχρόνιες οικονομικές δεσμεύσεις, πώς διασφαλίζεται ότι οι κρατικές επιλογές πραγματοποιούνται με διαφάνεια;

Ποιοι συμμετέχουν στη διαμόρφωση των αποφάσεων; Ποιες εναλλακτικές εξετάζονται; Ποιες παρεμβάσεις αφορούν θεμιτές εμπορικές διαπραγματεύσεις και ποιες αποσκοπούν στην επιρροή επί δημόσιων πολιτικών;

Η οικονομική διπλωματία αποτελεί αναγκαίο εργαλείο διεθνών σχέσεων. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τη δημοκρατική λογοδοσία των ελληνικών δημόσιων αρχών.

Άλλο η συλλογική εκπροσώπηση και άλλο τα ιδιαίτερα επιχειρηματικά συμφέροντα

Μια σύγχρονη νομοθετική προσέγγιση οφείλει να διακρίνει τη θεσμική εκπροσώπηση συλλογικών συμφερόντων από την προώθηση ιδιαίτερων επιχειρηματικών επιδιώξεων.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις, τα συνδικάτα, τα επιμελητήρια, οι επαγγελματικές ενώσεις και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αποτελούν αναγκαίους συνομιλητές της εκτελεστικής εξουσίας, στη διαμόρφωση δημόσιας πολιτικής.

Ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΕ, η ΓΣΕΒΕΕ ή η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα συλλογικών φορέων, οι οποίοι διατυπώνουν θέσεις για ζητήματα που αφορούν τους κλάδους και τα μέλη τους.

Η συμμετοχή τους στον δημόσιο διάλογο είναι θεμιτή και χρήσιμη. Οι παρεμβάσεις τους πρέπει να πραγματοποιούνται με διαφάνεια, αλλά δεν μπορούν να ταυτίζονται με την προώθηση των αποκλειστικών οικονομικών συμφερόντων μιας συγκεκριμένης επιχείρησης.

Διαφορετική είναι η περίπτωση ενός μεμονωμένου επιχειρηματικού ομίλου που επιδιώκει να επηρεάσει αποφάσεις για δικές του επενδύσεις, συμβάσεις, φορολογικές ρυθμίσεις ή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Ακόμη πιο σύνθετη είναι η άσκηση επιρροής μέσω επαγγελματιών συμβούλων, προσωπικών διασυνδέσεων, ενδιάμεσων προσώπων ή χρηματοδοτούμενων οργανώσεων.

Οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι αυτομάτως παράνομες. Απαιτούν, όμως, κατάλληλες υποχρεώσεις καταγραφής του εκπροσωπούμενου οικονομικού συμφέροντος, του πραγματικού ωφελούμενου και του αντικειμένου της παρέμβασης.

Η διάκριση αυτή αφορά όλους τους παραγωγικούς κλάδους, από τη ναυτιλία και την ενέργεια έως τις κατασκευές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις μεγάλες επιχειρήσεις υπηρεσιών.

Δεν αποσκοπεί στην ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας ούτε στην εξαίρεση των συλλογικών φορέων από τη διαφάνεια. Αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων κατάλληλων για διαφορετικές μορφές οργανωμένης επιρροής.

Οικονομική ισχύς, μέσα ενημέρωσης και ψηφιακή επιρροή

Στην προηγούμενη παρέμβασή μας για τη «Λευκή Βίβλο» εξετάσαμε τη συγκέντρωση οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος στην Ελλάδα.

Η ιστορική ανάπτυξη του φαινομένου συνδέεται με την ιδιωτική τηλεόραση, τη διεύρυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε ρυθμιζόμενες αγορές και, τα τελευταία χρόνια, με την αναδιάταξη της ιδιοκτησίας των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης.

Η έκθεση του Reuters Institute για την Ελλάδα το 2026 καταγράφει χαρακτηριστικές εξελίξεις: την επέκταση του ομίλου του Βαγγέλη Μαρινάκη μέσω της εξαγοράς του Newsit, την παρουσία επιχειρηματικών συμφερόντων της οικογένειας Μελισσανίδη στη Ναυτεμπορική, στη Ναυτεμπορική TV και στην Εφημερίδα των Συντακτών, καθώς και την απόκτηση του iefimerida από τους επιχειρηματίες Δημήτρη Μπάκο, Γιάννη Καϋμενάκη και Αλέξανδρο Εξάρχου, οι οποίοι διαθέτουν επίσης συμμετοχή στο Action24.

Οι ιδιοκτησιακές αυτές σχέσεις είναι δημόσια καταγεγραμμένες και δεν αποτελούν απόδειξη αθέμιτης παρέμβασης στη δημοσιογραφική λειτουργία.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα κρίσιμο ζήτημα: πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια όταν επιχειρηματικά συμφέροντα δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε τομείς που εξαρτώνται από δημόσιες αποφάσεις και στην αγορά ενημέρωσης;

Σήμερα η οργανωμένη επιρροή δεν περιορίζεται στις συναντήσεις επιχειρηματιών με υπουργούς.

Μπορεί να περιλαμβάνει χρηματοδοτούμενες επικοινωνιακές εκστρατείες, ψηφιακές καμπάνιες, αναθέσεις μελετών, συνεργασίες με διαμορφωτές γνώμης και οργανωμένες παρεμβάσεις στα κοινωνικά δίκτυα.

Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία και η ελεύθερη δημόσια έκφραση πρέπει να προστατεύονται απολύτως. Όταν όμως μια οργανωμένη επικοινωνιακή δραστηριότητα χρηματοδοτείται με συγκεκριμένο σκοπό να επηρεάσει μια δημόσια απόφαση, η κοινωνία πρέπει να μπορεί να γνωρίζει ποιος τη χρηματοδοτεί και ποιο συμφέρον εκπροσωπεί.

Αυτή ακριβώς είναι η σύνδεση της προηγούμενης «Λευκής Βίβλου» με τη σημερινή μας πρόταση: η διαφάνεια της οικονομικής επιρροής και η διαφάνεια της ενημέρωσης αποτελούν συμπληρωματικές προϋποθέσεις δημοκρατικής λειτουργίας.

Η Ελλάδα έχει νόμο για το lobbying. Γιατί δεν αρκεί;

Ο νόμος 4829/2021 καθιέρωσε το θεσμικό πλαίσιο για τη ρύθμιση δραστηριοτήτων επιρροής και τη λειτουργία του Μητρώου Διαφάνειας, υπό την εποπτεία της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η πλήρης απουσία νομοθεσίας.

Είναι οι περιορισμοί της και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της.

Στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου του 2026 καταγράφονται μόλις 35 εγγεγραμμένοι εκπρόσωποι συμφερόντων τον Μάρτιο του ίδιου έτους.

Ο αριθμός δεν αποδεικνύει ότι άλλες δραστηριότητες πραγματοποιούνται παράνομα. Αναδεικνύει, όμως, το περιορισμένο πεδίο καταγραφής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο ελληνικός νόμος επικεντρώνεται στην αμειβόμενη εκπροσώπηση συμφερόντων τρίτων, αφήνοντας εκτός του ίδιου πλαισίου σημαντικές δραστηριότητες επιρροής που πραγματοποιούνται απευθείας από στελέχη επιχειρήσεων για λογαριασμό των εργοδοτών τους.

Έτσι, ένας επαγγελματίας εκπρόσωπος συμφερόντων μπορεί να υποχρεούται σε καταγραφή, ενώ μια αντίστοιχη παρέμβαση από στέλεχος μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου να μην αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο.

Η χώρα χρειάζεται, επομένως, αναθεώρηση και ουσιαστική διεύρυνση του υφιστάμενου νόμου, όχι απλή επανάληψη ήδη θεσπισμένων κανόνων.

Η διεθνής εμπειρία προσφέρει εφαρμόσιμες λύσεις

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει κοινό Μητρώο Διαφάνειας για τους βασικούς θεσμούς της. Το σύστημα αναγνωρίζει τη συλλογική εκπροσώπηση συμφερόντων, την άμεση επιχειρηματική επιρροή και την επαγγελματική εκπροσώπηση τρίτων.

Η εγγραφή αποτελεί προϋπόθεση για συγκεκριμένες μορφές πρόσβασης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ενώ δημοσιοποιούνται στοιχεία για τις δραστηριότητες εκπροσώπησης συμφερόντων και ορισμένες θεσμικές συναντήσεις.

Η Ιρλανδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συστηματικής εφαρμογής.

Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του 2024, στο ιρλανδικό μητρώο υπήρχαν 2.710 εγγεγραμμένοι φορείς και περισσότερες από 12.300 δηλώσεις δραστηριοτήτων lobbying για το συγκεκριμένο έτος.

Ο εποπτικός μηχανισμός δεν περιορίζεται στην παραλαβή δηλώσεων, αλλά πραγματοποιεί ελέγχους πληρότητας και ζητεί συμπληρώσεις ή διορθώσεις.

Στη Γαλλία, η ανεξάρτητη HATVP εποπτεύει τη δραστηριότητα των εκπροσώπων συμφερόντων, καταγράφοντας τις παρεμβάσεις τους και σχετικούς οικονομικούς πόρους.

Αντίστοιχα, ο ΟΟΣΑ, με την αναθεωρημένη σύστασή του το 2024, προωθεί την επέκταση της διαφάνειας στις άμεσες και έμμεσες μορφές επιρροής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση για το λεγόμενο regulatory footprint, δηλαδή το δημόσιο αποτύπωμα των παρεμβάσεων που προηγούνται μιας νομοθετικής ή κανονιστικής απόφασης.

Με απλά λόγια, ο πολίτης δεν θα γνωρίζει μόνο ποιος υπέγραψε έναν νόμο, αλλά και ποιοι συμμετείχαν στη διαμόρφωσή του.

Κανένα από τα διεθνή συστήματα δεν έχει εξαλείψει την αθέμιτη επιρροή. Η εμπειρία τους δείχνει, όμως, ότι οι μηχανισμοί διαφάνειας μπορούν να λειτουργούν με σαφείς υποχρεώσεις, ενεργή εποπτεία και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Έξι προτάσεις για μια ελληνική θεσμική μεταρρύθμιση

Με βάση αυτές τις εμπειρίες και σε συνέχεια της «Λευκής Βίβλου», επιχειρούμε να καταθέσουμε στο δημόσιο διάλογο, ένα πλαίσιο σκέψεων με έξι συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Πρώτον, διεύρυνση του Μητρώου Διαφάνειας. Να διακρίνονται η συλλογική εκπροσώπηση, η άμεση επιρροή επιχειρήσεων για ίδιο λογαριασμό και η επαγγελματική εκπροσώπηση τρίτων. Οι υποχρεώσεις να είναι αναλογικές, χωρίς αδικαιολόγητες εξαιρέσεις.

Δεύτερον, καθιέρωση δημόσιου νομοθετικού αποτυπώματος. Κάθε σημαντική νομοθετική ή κανονιστική πρωτοβουλία να συνοδεύεται από καταγραφή των οργανωμένων παρεμβάσεων, των προτάσεων που υποβλήθηκαν και της αιτιολογημένης αντιμετώπισής τους.

Τρίτον, πρόσθετη διαφάνεια στις μεγάλες οικονομικές αποφάσεις. Ενεργειακές επιλογές, παραχωρήσεις υποδομών, σημαντικές δημόσιες επενδύσεις και κρίσιμες ρυθμίσεις αγορών να συνοδεύονται από τεκμηρίωση των οργανωμένων παρεμβάσεων που προηγούνται, με σεβασμό στα νόμιμα απόρρητα.

Τέταρτον, καταγραφή της χρηματοδοτούμενης έμμεσης επιρροής. Όταν οργανωμένες επικοινωνιακές ή ψηφιακές εκστρατείες αποσκοπούν στην επιρροή επί συγκεκριμένων δημόσιων αποφάσεων, να δημοσιοποιούνται οι χρηματοδότες και οι εκπροσωπούμενοι οικονομικοί σκοποί, με πλήρη προστασία της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και της ελεύθερης έκφρασης.

Πέμπτον, σύνδεση του lobbying με τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ. Να αξιοποιηθεί το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, ιδιαίτερα ο Κανονισμός 2024/1083 για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, σε συνδυασμό με τις προτάσεις της προηγούμενης πρότασής μας περί «Λευκής Βίβλου» που αφορά στην ιδιοκτησιακή διαφάνεια, την κρατική διαφήμιση και τις συγκρούσεις συμφερόντων.

Έκτον, ουσιαστικός και ανεξάρτητος έλεγχος. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας να διαθέτει πραγματικές δυνατότητες ελέγχου, διασταύρωσης στοιχείων και επιβολής αναλογικών κυρώσεων. Παράλληλα, να καθιερωθεί η δημοσιοποίηση των σημαντικών επαφών των δημόσιων αξιωματούχων με εκπροσώπους οργανωμένων συμφερόντων και ετήσια αξιολόγηση του συστήματος.

Οι προτάσεις αυτές δεν υποκαθιστούν τη δημόσια διαβούλευση ούτε την ανάγκη ανεξάρτητης επιστημονικής τεκμηρίωσης. Αποτελούν βήματα για την αναβάθμισή τους.

Όταν η οικονομική επιρροή διαμορφώνει τους ίδιους τους κανόνες

Υπάρχει, όμως, μια βαθύτερη διάσταση που δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Συνήθως αντιμετωπίζουμε τη διαφθορά ως παραβίαση συγκεκριμένων νόμων.

Μια ισχυρή οικονομική ομάδα, το γνωρίζουμε πλέον, δεν χρειάζεται αναγκαστικά να παρανομήσει για να αποκτήσει προνομιακή μεταχείριση. Μπορεί να επιδιώκει τη διαμόρφωση των ίδιων των κανόνων με τρόπο που εξυπηρετεί ιδιαίτερα τις επιδιώξεις της.

Αυτό μπορεί να αφορά τη φορολογία, την κατανομή δημόσιων πόρων, τη ρύθμιση αγορών ή τους όρους παραχωρήσεων και επενδύσεων.

Μια ευνοϊκή ρύθμιση δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη αθέμιτης επιρροής. Μπορεί να εξυπηρετεί πραγματικούς αναπτυξιακούς ή κοινωνικούς σκοπούς.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν προέκυψε από διαδικασία ανοιχτή σε διαφορετικές απόψεις, με ανεξάρτητη τεκμηρίωση και ουσιαστική αξιολόγηση των επιπτώσεων.

Διαφορετικά, μπορεί να αναπτύσσεται ένα σύστημα παραγωγής θεσμικών προνομίων χωρίς να απαιτείται κάποια παράνομη συναλλαγή.

Εδώ συναντούμε εκείνο που έχουμε περιγράψει σε προηγούμενη αρθρογραφική μας παρέμβαση ως τη διάσταση της «νόμιμης» διαφθοράς: όχι μια αυτοτελή ποινική κατηγορία, αλλά έναν προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο η συγκεντρωμένη οικονομική ισχύς μπορεί να επηρεάζει τους ίδιους τους κανόνες κατανομής των οικονομικών ευκαιριών.

Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτεί κάτι περισσότερο από τη γνωστή φρασεολογία περί αυστηρότερων κυρώσεων. Απαιτεί διαφάνεια, ανεξάρτητη τεκμηρίωση και ουσιαστική κοινωνική συμμετοχή στη διαμόρφωση πολιτικής.

Από την καταγγελία στη θεσμική ανασυγκρότηση της δημοκρατίας

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και οι διασταυρώσεις οικονομικής ισχύος με την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης δεν χρειάζεται να αποτελέσουν αφορμή για γενικευμένες καταγγελίες.

Μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία μιας ουσιαστικής θεσμικής συζήτησης.

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς επιχειρηματικούς ομίλους, ισχυρή διεθνή ναυτιλιακή παρουσία και αναπτυσσόμενες ενεργειακές διασυνδέσεις. Χρειάζεται επίσης θεσμούς ικανούς να εξασφαλίζουν ότι η οικονομική ισχύς δεν μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη πολιτική επιρροή.

Σε συνέχεια της πρότασής μας για μια «Λευκή Βίβλο» της Δημοκρατίας και της Ενημέρωσης, η σημερινή παρέμβαση αναδεικνύει μία ακόμη πλευρά του ίδιου προβλήματος.

Τότε θέσαμε το ζήτημα της συγκέντρωσης οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος και της προστασίας του πλουραλισμού. Σήμερα θέτουμε το ζήτημα της διαφάνειας στην παραγωγή δημόσιας πολιτικής.

Οι δύο διαστάσεις είναι αλληλένδετες.

Μια δημοκρατία χρειάζεται ελεύθερη ενημέρωση, αλλά και διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Χρειάζεται ισχυρές παραγωγικές επιχειρήσεις, αλλά και κανόνες που θα διασφαλίζουν ότι η οικονομική τους δύναμη δεν εξασφαλίζει προνομιακή πρόσβαση στην πολιτική εξουσία.

Η αναθεώρηση του νόμου 4829/2021 θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία μιας ευρύτερης κοινοβουλευτικής και κοινωνικής πρωτοβουλίας, με τη συμμετοχή ανεξάρτητων αρχών, κοινωνικών εταίρων, επιστημονικών φορέων και της κοινωνίας των πολιτών.

Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η επιχειρηματικότητα ούτε να υποβαθμιστεί η θεσμική εκπροσώπηση συλλογικών συμφερόντων.

Είναι να εξασφαλιστεί ότι οι οργανωμένες παρεμβάσεις θα είναι ορατές, τα ιδιαίτερα συμφέροντα αναγνωρίσιμα και οι δημόσιες αποφάσεις επαρκώς τεκμηριωμένες.

Η δημοκρατία δεν εξασφαλίζεται μόνο από το δικαίωμα όλων να ψηφίζουν. Απαιτεί και τη δυνατότητα όλων να γνωρίζουν ποιοι επηρεάζουν τις αποφάσεις που τους αφορούν.

Αυτή είναι η ουσιαστική συνέχεια της πρότασης για τη «Λευκή Βίβλο»: η διαμόρφωση μιας νέας θεσμικής αρχιτεκτονικής που θα συνδυάζει τη διαφάνεια της ενημέρωσης με τη διαφάνεια της οικονομικής επιρροής.

Γιατί η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται από την απουσία ισχυρών συμφερόντων, αλλά από την ικανότητα των θεσμών να εξασφαλίζουν ότι κανένα συμφέρον δεν μπορεί να υπερισχύει αθέατα του δημοσίου συμφέροντος.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός: Η ελληνική εξωτερική πολιτική στη σκιά του τραμπισμού.

Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας αποκαλύπτεται στις στιγμές που η υπεράσπιση των αρχών της απαιτεί διαφωνία με έναν ισχυρό σύμμαχο. Εκεί δοκιμάζεται η αυτονομία της. Και εκεί η σιωπή μπορεί να γίνει πολιτική επιλογή, με συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από μια ανακοίνωση που δεν εκδόθηκε.

Μέχρι το πρωί της 11ης Οκτωβρίου δεν έχει εντοπιστεί δημόσια ελληνική κυβερνητική αντίδραση στις νέες αμερικανικές κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η Ελλάδα απουσιάζει και από την κοινή δήλωση οκτώ υπουργών Εξωτερικών, μεταξύ των οποίων οι υπουργοί της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Δανίας και της Ολλανδίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αντιδράσει. Η Αθήνα θα μπορούσε τουλάχιστον να δηλώσει ότι συμμερίζεται αυτή τη θέση.

Η απουσία δήλωσης δεν αποδεικνύει αποδοχή των κυρώσεων. Αφήνει, όμως, αναπάντητο ένα ουσιώδες ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση δυσκολεύεται να εκφράσει δημόσια μια διαφωνία που άλλοι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ εκφράζουν χωρίς να θεωρούν ότι διακινδυνεύουν τη συμμαχική τους σχέση;

Οι κυρώσεις της 9ης Οκτωβρίου στρέφονται πλέον κατά του ίδιου του ΔΠΔ ως θεσμού. Η σημασία τους υπερβαίνει τις συγκεκριμένες υποθέσεις που ενοχλούν την Ουάσιγκτον. Αφορούν τη δυνατότητα της διεθνούς δικαιοσύνης να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βούληση των ισχυρών. Στο πεδίο αυτό αποτυπώνεται μια βασική αντίληψη του τραμπισμού για την παγκόσμια διακυβέρνηση: οι διεθνείς θεσμοί γίνονται ανεκτοί όσο δεν περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων της ηγεμονικής δύναμης.

Για την Ελλάδα, η αποδυνάμωση αυτής της θεσμικής αρχιτεκτονικής αποτελεί σοβαρό κίνδυνο. Μια χώρα που στηρίζει κρίσιμες εθνικές διεκδικήσεις στο διεθνές δίκαιο χρειάζεται κανόνες με αξιοπιστία και θεσμούς με ανεξαρτησία. Το ΔΠΔ και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες. Η υπεράσπιση, όμως, της διεθνούς δικαιοδοσίας απέναντι στον πολιτικό εκφοβισμό αφορά τον πυρήνα της ελληνικής επιχειρηματολογίας.

Η στάση απέναντι στο ΔΠΔ αναδεικνύει έτσι ένα ευρύτερο πρόβλημα προσανατολισμού. Η κυβέρνηση εμφανίζεται να επενδύει περισσότερο στην εύνοια της σημερινής αμερικανικής διοίκησης παρά στην ενεργή συμμετοχή της χώρας στη διαμόρφωση ευρωπαϊκών απαντήσεων. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον παρουσιάζεται ως διπλωματική επιτυχία, ενώ η δυνατότητα δημόσιας διαφωνίας υποχωρεί.

Η Ευρώπη ασφαλώς δεν διαθέτει ενιαία φωνή σε όλα τα ζητήματα. Οι αντιφάσεις και οι καθυστερήσεις της είναι υπαρκτές. Στην υπόθεση του ΔΠΔ, ωστόσο, υπάρχει σαφής θεσμική αντίδραση και δημόσια κινητοποίηση σημαντικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η ελληνική απουσία ενισχύει την εικόνα απομάκρυνσης από αυτόν τον προσανατολισμό. Η θέση μιας ευρωπαϊκής χώρας ενισχύεται όταν συμβάλλει στη συγκρότηση κοινής πολιτικής και αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί.

Η προσκόλληση στον τραμπισμό είναι και στρατηγικά κοντόφθαλμη. Στις 3 Νοεμβρίου οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ ενδέχεται να μεταβάλουν τους συσχετισμούς στα θεσμικά όργανα ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας των ΗΠΑ. Μια εκλογική ήττα των δυνάμεων που στηρίζουν τον Τραμπ προφανώς και δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανατροπή της πολιτικής του. Μπορεί, όμως, να περιορίσει την ισχύ του και να ενισχύσει διαφορετικές αντιλήψεις για τις συμμαχίες και τους διεθνείς θεσμούς. Ακόμη και αν αυτό δεν συμβεί τώρα, η μεταβολή παραμένει ενδεχόμενο που μια σοβαρή εξωτερική πολιτική οφείλει να συνυπολογίζει.

Η Ελλάδα χρειάζεται σχέσεις με τις ΗΠΑ που αντέχουν στις πολιτικές εναλλαγές. Όταν η συμμαχία προσωποποιείται και ταυτίζεται με έναν πρόεδρο και το ιδεολογικό του περιβάλλον, η χώρα εκτίθεται στις δικές τους ήττες, μεταστροφές και απαιτήσεις. Η προσωπική εύνοια είναι επισφαλές υποκατάστατο της θεσμικής συνεργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξεταστούν τα δημοσιεύματα για την πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Η Wall Street Journal περιέγραψε την προώθηση της AKTOR σε ενεργειακές συμφωνίες στα Βαλκάνια και την παρουσία του λομπίστα της, Χρήστου Μαραφάτσου, σε διπλωματικές συναντήσεις. Οι εμπλεκόμενοι αρνούνται αθέμιτες πρακτικές. Οι αναφορές περί δυνατότητας ανατροπής κυβερνήσεων επίσης αμφισβητούνται, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε ότι απειλήθηκε η ελληνική κυβέρνηση.

Το πολιτικό ζήτημα, ωστόσο, παραμένει. Ποια όρια θέτει η ελληνική κυβέρνηση όταν η διπλωματική επιρροή συνδέεται με την προνομιακή πρόσβαση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων; Πώς διασφαλίζει ότι οι δημόσιες επιλογές υπηρετούν την κοινωνία και ότι η κρατική ισχύς δεν λειτουργεί ως μέσο εμπορικής προώθησης ορισμένων επιχειρηματικών κύκλων;

Η παρουσία επιχειρηματιών και εφοπλιστών σε διπλωματικές εκδηλώσεις είναι κάτι το σύνηθες. Η αμερικανική πρεσβεία προσκάλεσε στο δείπνο προς τιμήν του Μάρκο Ρούμπιο, 32 περίπου παράγοντες οικονομικούς και θεσμικούς. Η συμμετοχή των οικονομικών παραγόντων προφανώς και δεν τεκμηριώνει παράτυπη συναλλαγή. Η επιχειρηματική δραστηριότητα και η οικονομική διπλωματία είναι θεμιτές.

Η ηθική νομιμοποίηση όμως της όποιας ενδεχόμενης προνομιακής μεταχείρισης, ξεπερνά τα όριά τους. Όταν η πρόσβαση στην εξουσία εμφανίζεται ως φυσικό δικαίωμα μιας στενής οικονομικής ελίτ και οι επιδιώξεις της παρουσιάζονται ανεξέταστα ως εθνική στρατηγική, υποβαθμίζονται η ισοτιμία, η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία.

Η πολιτική ευθύνη υπάρχει ακόμη και όταν δεν έχει αποδειχθεί παράνομη πράξη.

Υπενθυμίζει την ανάγκη να διακρίνεται το δημόσιο συμφέρον από τις επιδιώξεις ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων

Η κυβέρνηση λοιπόν οφείλει να αποκρούει αυτή τη σύγχυση. Οφείλει να αποδεικνύει ποιο δημόσιο όφελος παράγεται, με ποιους όρους ανταγωνισμού και με ποια κατανομή κινδύνων. Η συχνή προβολή ισχυρών επιχειρηματιών ως αυτονόητων συνομιλητών της διπλωματικής εξουσίας δεν αποτελεί πράγματι, από μόνη της, τεκμήριο παρατυπίας. Μπορεί, όμως, να κανονικοποιεί την αντίληψη ότι η εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται σε κύκλους προνομιακών προσβάσεων, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο.

Ο Κάθετος Διάδρομος προσφέρει ένα χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της συζήτησης. Οι διατυπωμένες επιφυλάξεις μας για τη λειτουργικότητά του δεν εξαντλούν το σημερινό ερώτημα. Το σχέδιο φαίνεται να αποκτά εμπορική και πολιτική δυναμική. Η εικοσαετής συμφωνία της Atlantic-SEE LNG Trade, της AKTOR και της ΔΕΠΑ Εμπορίας, με τη Venture Global για αμερικανικό LNG από το 2030 δείχνει τη διάρκεια των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται.

Η ανάπτυξή του χρειάζεται να αξιολογηθεί με όρους ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας, ανταγωνισμού και κοινωνικού οφέλους. Όταν η Ελλάδα διευκολύνει την προώθηση αμερικανικών προμηθειών στα Βαλκάνια υπό διπλωματική πίεση, κινδυνεύει να γίνει ή να φανεί ότι αποτελεί δίαυλο εξωτερικής επιρροής των ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Η διαφοροποίηση του εφοδιασμού έχει αξία όταν διευρύνει τις επιλογές και την αυτονομία. Τα κέρδη ορισμένων ελληνικών επιχειρήσεων δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτή η προϋπόθεση εκπληρώνεται.

Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη συναλλαγή που να συνδέει το LNG με τη σιωπή για το ΔΠΔ. Υπάρχει, όμως, ένα κοινό πολιτικό ερώτημα: πόσο ανεξάρτητη κρίση διατηρεί μια κυβέρνηση που αποφεύγει να διαφωνήσει με τον ισχυρό σύμμαχο και ταυτόχρονα υιοθετεί ως εθνικές επιτυχίες επιχειρηματικές επιδιώξεις που εκείνος προωθεί;

Η υπεράσπιση του ΔΠΔ θα ήταν μια έμπρακτη δήλωση αυτονομίας και ευρωπαϊκής συνέπειας. Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να την κάνει. Η συμμαχική αξιοπιστία μιας χώρας περιλαμβάνει τη σταθερότητα των αρχών της. Όταν η Αθήνα τις αφήνει στη σκιά για να μη δυσαρεστήσει τον Τραμπ, το κόστος υπερβαίνει τη σημερινή συγκυρία: δεσμεύει τη θέση της Ελλάδας σε έναν κόσμο που μπορεί αύριο να έχει διαφορετικούς συσχετισμούς.

Η σιωπή, τότε, παύει να είναι διπλωματική προφύλαξη. Γίνεται πολιτική έκθεση της χώρας.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Η “έκθεση Πισσαρίδη” ως άλλοθι για μια ανάπτυξη "των λίγων".

 

Η κυβέρνηση υποσχέθηκε αλλαγή “παραγωγικού μοντέλου” της χώρας. Εφτά χρόνια μετά, μπορεί να γίνει ο απολογισμός και πρέπει να γίνει στην πραγματική παραγωγή, στην κατανομή των δημόσιων πόρων και στις δυνατότητες που απέκτησε η κοινωνία.
Τι νέο παράγει τελικά η Ελλάδα και σε πόσους και ποιους δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχουν;

Η νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών) επαναφέρει ένα ερώτημα που η κυβερνητική επικοινωνία προσπάθησε να θεωρήσει λυμένο: άλλαξε πράγματι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας; Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της μελέτης, το 2025 η πραγματική παραγωγή της ελληνικής οικονομίας παρέμενε περίπου 10% χαμηλότερη από το 2009. Οι διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι ανέκτησαν το χαμένο βάρος τους, αλλά η μεταβολή αυτή δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση του όγκου παραγωγής. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αλλαγή των μεριδίων αντανακλά και μεταβολές των σχετικών τιμών.

Υπάρχουν, ασφαλώς, θετικές εξελίξεις. Η μεταποίηση και ο κλάδος της πληροφορικής, των επικοινωνιών και της ενημέρωσης ξεπερνούν σε πραγματική παραγωγή τα επίπεδα του 2009. Το γεγονός αυτό αξίζει να αναγνωριστεί. Δεν αρκεί, όμως, για να χαρακτηριστεί επιτυχής η συνολική παραγωγική ανασυγκρότηση, όταν η οικονομία εξακολουθεί να παράγει λιγότερο από ό,τι πριν από δεκαέξι χρόνια.

Η έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη έθεσε υπαρκτά ζητήματα: παραγωγικότητα, επενδύσεις, εξωστρέφεια, ψηφιακή και πράσινη μετάβαση. Δεν είναι κατανοητή καμιά προσπάθειας απαξίωσης του καθηγητή κου Πισσαρίδη ούτε της συμβολής πολλών εκ των μελών της Επιτροπής (όχι όλων). Οι προτάσεις τους δεν ήταν κυβερνητικές αποφάσεις, όπως διευκρίνιζε και η επίσημη παρουσίαση της έκθεσης. Η κυβέρνηση είχε την ευθύνη να επιλέξει πολιτικές, να τις εφαρμόσει και να λογοδοτήσει για τα αποτελέσματά τους.

Εκεί αρχίζει η ουσιαστική πολιτική κριτική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αξιοποίησε το κύρος της έκθεσης για να οικοδομήσει το αφήγημα ότι οι επιλογές της αλλάζουν το παραγωγικό μοντέλο. Όμως η επίκληση μιας επιστημονικής πρότασης δεν αποδεικνύει ότι κάθε μεταγενέστερη κυβερνητική επιλογή υπηρετούσε τον σκοπό της. Ο απολογισμός δεν μπορεί να περιορίζεται στο πόσοι πόροι διατέθηκαν ή πόσες επενδύσεις ανακοινώθηκαν. Πρέπει να εξετάζει τι νέο παρήχθη και τι απέμεινε στην οικονομία.

Αυτό ισχύει πρωτίστως για τη σύνθεση των επενδύσεων. Άλλο η δημιουργία νέας παραγωγικής ικανότητας, τεχνολογίας και εξαγωγών και άλλο η αγορά υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ή η μεταφορά τους από ένα χαρτοφυλάκιο σε άλλο. Τη διάκριση αυτή είχαμε επισημάνει και παλαιότερα (https://www.metarithmisi.gr/content/e-oikonomia-tes-elladas-to-skhedio-pissaride-kai-oi-episemanseis-apo-ton-moodys): η αύξηση των επενδύσεων ως συνολικού μεγέθους δεν αρκεί, εάν δεν γνωρίζουμε την κατεύθυνση και το παραγωγικό τους αποτέλεσμα.

Εξίσου κρίσιμο είναι ποιοι αποκτούν πρόσβαση στις ευκαιρίες. Μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί να επενδύσει ουσιαστικά, να καινοτομήσει και να εξάγει. Το μέγεθός της, όμως, δεν αποτελεί από μόνο του εγγύηση κοινωνικής ή παραγωγικής απόδοσης. Όταν οι δημόσιες ενισχύσεις και η χρηματοδότηση ευνοούν κυρίως όσους διαθέτουν ήδη κεφάλαια, εξασφαλίσεις και πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, χρειάζεται ιδιαίτερα αυστηρός έλεγχος του αποτελέσματος. Αλλιώς, η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος μπορεί να παρουσιάζεται ως συνώνυμο της ανάπτυξης.

Αυτό θα υπονόμευε και τον θεμιτό ανταγωνισμό. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν χρειάζονται προστασία από την αξιολόγηση· χρειάζονται πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση, τεχνογνωσία, συνεργατικά σχήματα και αγορές. Από το 2021 είχαμε υποστηρίξει την ανάγκη στοχευμένων εργαλείων που φτάνουν πράγματι στις μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς και ενός δημόσιου αναπτυξιακού σχεδίου με σαφείς προτεραιότητες. Το αίτημα εκείνο παραμένει επίκαιρο.

Υπάρχει και μια ακόμη πλευρά της κατανομής των πόρων που οφείλει να περιληφθεί στον απολογισμό: οι δαπάνες του κράτους, του Υπερταμείου και των επιχειρήσεων με δημόσια συμμετοχή για εξωτερικούς συμβούλους, επικοινωνία και διαφήμιση. Τέτοιες υπηρεσίες μπορεί να είναι απολύτως αναγκαίες. Η ανάγκη τους, όμως, πρέπει να τεκμηριώνεται, όπως και το αποτέλεσμα που παραδίδουν. Ποιο πρόβλημα έλυσαν; Ποια γνώση έμεινε στον δημόσιο φορέα; Πώς συνδέθηκαν με καλύτερες υπηρεσίες ή με νέα παραγωγική δυνατότητα;

Δεν πρέπει εδώ να γίνει μια λανθασμένη στατιστική σύνδεση. Η άνοδος της πραγματικής παραγωγής στον κλάδο της πληροφορικής, των επικοινωνιών και της ενημέρωσης δεν αποτελεί ένδειξη ότι αυξήθηκε εξαιτίας κρατικής διαφήμισης ή διοικητικών συμβουλευτικών αναθέσεων. Η διαφήμιση και οι υπηρεσίες διοικητικών συμβούλων καταγράφονται σε άλλες κατηγορίες οικονομικής δραστηριότητας. Το ερώτημα για τις δημόσιες δαπάνες παραμένει, αλλά απαιτεί αυτοτελή στοιχεία για τις συμβάσεις, τους αποδέκτες και τα παραδοτέα τους. Η κυβέρνηση δεν συμβάλλει στη δημοσιοποίησή τους. Είτε με πίεση μέσω της Βουλής είτε με παρέμβαση της Δικαιοσύνης, αυτά τα στοιχεία θα είναι διαθέσιμα, δημόσια, για μελέτη, όπου και θα επανέλθουμε.

Αυτός είναι και ο λόγος που η διαφάνεια δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα. Οι νεότερες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης της κρατικής διαφήμισης μπορούν να βοηθήσουν στον έλεγχό της, εφόσον εφαρμοστούν με τρόπο που επιτρέπει στους πολίτες να παρακολουθούν τη συνολική δαπάνη και την κατανομή της. Αντίστοιχη εικόνα χρειαζόμαστε για τις συμβουλευτικές συμβάσεις σε όλο το εύρος των φορέων που διαχειρίζονται δημόσιους πόρους. media.gov.gr. Για περιπτώσεις όπως το ΥπερΤαμείο και άλλους αντίστοιχους οργανισμούς (με ειδική σχέση με το κράτος προμήθειας ή σύμβασης παραχώρησης κάποιας, άξιας λόγου, διάρκειας ) που δεν συμπεριλαμβάνονται θα υπάρξει κάποια στιγμή ειδική μελέτη έρευνα…

Η παραγωγική ανασυγκρότηση προϋποθέτει επίσης ένα κράτος ικανό να σχεδιάζει, να υλοποιεί και να αξιολογεί. Δημόσιες υποδομές, εκπαίδευση, υγεία και αποτελεσματική διοίκηση ενισχύουν τις δυνατότητες ολόκληρης της οικονομίας. Σε παλαιότερα κείμενά μας είχαμε επιμείνει στην ανάγκη μακροπρόθεσμου, συμμετοχικού σχεδιασμού, με συνέχεια και πέρα από τον εκλογικό κύκλο. Η διαρκής ανάθεση του σχεδιασμού σε τρίτους δεν μπορεί να υποκαθιστά τη συγκρότηση αυτής της δημόσιας ικανότητας.

Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δεν αποτελεί από μόνη της συνολική αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής. Αναδεικνύει, όμως, την απόσταση ανάμεσα σε μια μεταβολή της σύνθεσης της οικονομίας και στην αύξηση της πραγματικής παραγωγής. Αυτή την απόσταση οφείλει να εξηγήσει η κυβέρνηση που έκανε την «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου» κεντρική της υπόσχεση.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, δημόσιο απολογισμό για ολόκληρη τη διαδρομή του χρήματος: από τις παραγωγικές επενδύσεις και τη στήριξη των μικρότερων επιχειρήσεων έως τις αμοιβές συμβούλων και τις δαπάνες προβολής. Πού πήγαν οι πόροι; Τι παραδόθηκε; Τι παρήχθη επιπλέον; Ποιοι απέκτησαν τη δυνατότητα να παράγουν περισσότερο και καλύτερα;

Αν δεν απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η έκθεση Πισσαρίδη θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό τεκμήριο για επιλογές που πρέπει να κρίνονται αυτοτελώς. Και η χώρα θα εξακολουθήσει να συζητά για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, ενώ θα περιμένει ακόμη το παραγωγικό του αντίκρισμα.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η “αυτορρύθμιση” των ισχυρών και το κόστος των κρίσεων

 Από την Εφημερίδα των Συντακτών της 30ης Σεπτεμβρίου 2026

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομότιμου καθηγητή
του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Από την τεχνητή νοημοσύνη, την ενέργεια μέχρι τη ναυτιλία και προφανώς και αλλού, φαίνεται πως έχει αυξηθεί η ανάγκη για διεθνείς κανόνες ρύθμισης και λειτουργίας της διεθνούς οικονομίας, πριν από την επόμενη “ξανά έκτακτη” ανάγκη.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες έθεσε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ μια σύγκριση που δύσκολα ξεχνιέται: από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πέντε μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες πραγματοποίησαν, όπως είπε, κέρδη σχεδόν μισού τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Η διεθνής δημόσια χρηματοδότηση για την προσαρμογή των αναπτυσσόμενων χωρών στην κλιματική αλλαγή ήταν μόλις 34 δισεκατομμύρια κατά το τελευταίο έτος με διαθέσιμα στοιχεία. Οι περίοδοι σύγκρισης διαφέρουν και δεν προήλθε κάθε εταιρικό κέρδος από τον πόλεμο. Η αντίθεση, ωστόσο, αποτυπώνει ποιοι διαθέτουν την ισχύ να ωφελούνται μέσα σε μια κρίση και ποιοι αδυνατούν ακόμη και να προστατευθούν από τις συνέπειές της.

Δύο ημέρες αργότερα, από το ίδιο βήμα, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «αφελή» την προσδοκία ότι οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα αυτορρυθμίσουν οικειοθελώς την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Η προσδοκία αυτή, είπε, αντιβαίνει στην ιστορία του καπιταλισμού: “… το όφελος των νικητών είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορούμε να στηριχθούμε στην καλή τους θέληση…”. Είναι μια ορθή διαπίστωση. Που προφανώς δεν μπορεί να ισχύει αποκλειστικά και μόνον για την τεχνητή νοημοσύνη…

Το ίδιο θέμα αφορά κάθε κρίσιμη αγορά όπου λίγες επιχειρήσεις ελέγχουν υποδομές, δεδομένα, δίκτυα ή σημαντικό μέρος της προσφοράς: την ενέργεια, τις μεταφορές, τα logistics, την πληροφορική, τις τράπεζες… Εκεί όπου οι μεγάλες κεφαλαιακές απαιτήσεις δυσκολεύουν την είσοδο νέων ανταγωνιστών.

Έτσι, σε πόλεμο, πανδημία ή φυσική καταστροφή, ορισμένοι μπορούν να μετακυλήσουν αυξημένα κόστη και να εξασφαλίζουν επιπλέον αποδόσεις και κέρδη προερχόμενα από τη σπανιότητα Προσφοράς. Δεν συζητούμε ως άποψη αν κάθε υψηλό κέρδος είναι αθέμιτο. Μας απασχολεί αν, πέρα από τον πραγματικό κίνδυνο και την εύλογη απόδοση, δημιουργείται οικονομική πρόσοδος από ισχύ πάνω στην αγορά.

Η ναυτιλία είναι μια περίπτωση που μας επιτρέπει να δούμε τον μηχανισμό καθαρότερα. Στο Ορμούζ οι επιθέσεις και οι πολεμικοί κίνδυνοι επιβαρύνουν πραγματικά πλοία και πληρώματα. Έχουν όμως καταγραφεί ναυλώσεις πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων που αγγίζουν το 1,1 εκατομμύριο δολάρια ημερησίως, ενώ οι αυξήσεις μεταδίδονται και σε άλλες διαδρομές. Οι υψηλότεροι ναύλοι μπορούν επίσης να ενισχύσουν τις αξίες των πλοίων και να δημιουργήσουν πρόσθετες ευκαιρίες υπεραξίας από την πώλησή τους. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει αυτομάτως κατάχρηση. Απαιτεί όμως να γνωρίζουμε τι αντιστοιχεί σε πρόσθετο κόστος και τι σε απόδοση που γεννά η συγκυρία.

Στα εμπορευματοκιβώτια η ανάγκη σχετικών μελετών είναι ακόμη εντονότερη. Η διεθνής μεταφορά τους λειτουργεί ως δίκτυο πλοίων, λιμένων, τερματικών σταθμών και χερσαίων υπηρεσιών. Μια διαταραχή μειώνει τη χωρητικότητα που είναι πραγματικά διαθέσιμη εκεί όπου χρειάζεται. Παράλληλα, συγχωνεύσεις, συμμαχίες και επέκταση των μεταφορέων στα logistics έχουν συγκεντρώσει δραστηριότητες. Η συνεργασία μπορεί να προσφέρει οικονομίες κλίμακας. Μπορεί επίσης να επιτρέπει κοινή διαχείριση της χωρητικότητας, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ένα εξωτερικό σοκ περνά στους ναύλους. Γι’ αυτό το International Transport Forum του OECD εισηγείται ισχυρότερη διεθνή παρακολούθηση του ανταγωνισμού και εξέταση περιορισμών στην κοινή απόσυρση χωρητικότητας.

Η Ευρώπη έχει δείξει ότι η διακρατική ρύθμιση είναι δυνατή. Κατά την ενεργειακή κρίση θέσπισε προσωρινή εισφορά στο μέρος των φορολογητέων κερδών συγκεκριμένων επιχειρήσεων ορυκτών καυσίμων που υπερέβαινε κατά 20% τον μέσο όρο της προηγούμενης τετραετίας. Ήταν παρέμβαση στη διανομή των έκτακτων αποδόσεων, αφού όμως οι ανατιμήσεις είχαν ήδη πλήξει τις οικονομίες. Χρειάζεται και το προηγούμενο βήμα: διαφάνεια στην προσφορά, έγκαιρη διερεύνηση της ισχύος στην αγορά και συνεργασία των αρχών ανταγωνισμού πέρα από τα σύνορα.

Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει μια πρωτοπόρα δύναμη ευθύνης αν αναλάβει την πρωτοβουλία να εισηγηθεί μια τέτοια πρωτοβουλία στην ΕΕ και, μαζί με αυτήν, στον ΟΗΕ, με αφετηρία την UNCTAD: διεθνή παρακολούθηση κρίσιμων αγορών, κοινούς κανόνες έρευνας σε περιόδους κρίσης και, συμπληρωματικά, δίκαιη φορολόγηση τεκμηριωμένων έκτακτων προσόδων. Ως χώρα της Ευρώπης και σημαντική ναυτιλιακή δύναμη, έχει ιδιαίτερη ευθύνη. Δεν αρκεί να ζητά διεθνείς κανόνες για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Πρέπει να υπερασπίζεται κανόνες και για την οικονομική ισχύ που ασκείται πάνω σε αυτές.

Αν η αυτορρύθμιση είναι αφελής όταν διακυβεύεται το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, δεν γίνεται να θεωρείται επαρκής όταν διακυβεύονται το κόστος της ενέργειας, η κυκλοφορία των αγαθών και η ζωή των κοινωνιών. Το κράτος δικαίου και η διεθνής νομιμότητα οφείλουν να φθάνουν εκεί όπου σήμερα κυριαρχεί το δίκαιο του οικονομικά ισχυρού.

Για να βρουν δρόμους εφαρμογής οι προβληματισμοί του κου Μητσοτάκη και να μην είναι απλές διατυπώσεις στα πλαίσια μιας ομιλίας ακόμη και αν αυτή γίνεται από το βήμα του ΟΗΕ. Υπάρχει δε πεδίο δόξης λαμπρό, να αναληφθούν αντίστοιχες σχετικές δράσεις, σε εθνικό επίπεδο, με ευθύνη και σχεδιασμό της Ελληνικής κυβέρνησης.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Ζητείται “Όμιλος Προβληματισμού” για τις προτεραιότητες και το μέλλον της χώρας


Οι εθνικές συναινέσεις ή οι όποιες ενδεχόμενες κυβερνητικές συγκλίσεις, χρειάζονται κοινωνική συμμετοχή, σαφείς επιλογές και απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα για τι κοινωνία και τι οικονομία επιδιώκουμε.

Το τελευταίο διάστημα πολίτες και πολιτικοί παράγοντες διατυπώνουν σκέψεις για την ανάγκη διαύλων επικοινωνίας και δυνατοτήτων κάποιου επιπέδου συναινέσεων ανάμεσα στις δυνάμεις του συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου. Ορισμένες προτάσεις εστιάζουν ειδικότερα στις προγραμματικές συγκλίσεις της Κεντροαριστεράς. Και οι δύο συζητήσεις είναι αναγκαίες. Θα έχουν όμως αξία μόνον αν καταφέρουν να γίνονται και πέρα από τις σχέσεις των κομματικών ηγεσιών και ταυτοχρόνως επιχειρούν να απαντήσουν σε ένα δύσκολο ερώτημα: ποιες εθνικές προτεραιότητες είναι δυνατόν να υπηρετηθούν από κοινού σε εθνικό επίπεδο, με ποιο σχέδιο και με ποιες δεσμεύσεις;

Στη δεκαετία του 1990, ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας, ο ΟΠΕΚ, επιχείρησε κάτι που διατηρεί την αξία του ως πολιτική εμπειρία. Έφερε σε έναν κοινό χώρο συζήτησης ανθρώπους από τις εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της φιλοευρωπαϊκής Ανανεωτικής Αριστεράς, του Προοδευτικού Κέντρου της εποχής, της επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών. Πολλοί και πολλές από εμάς εμπνευστήκαμε από εκείνη την προσπάθεια και ενεργοποιηθήκαμε για τους σκοπούς της. Οι όποιες διαφορετικές μας πολιτικές αφετηρίες δεν εμπόδισαν την προσπάθεια για κοινή επεξεργασία προτάσεων που αφορούσαν στη χώρα. Προφανώς και αντιμετωπίσαμε, τουλάχιστον στη πρώτη φάση, το λιγότερο, τα σκωπτικά σχόλια δημοσιολογούντων και "συνεπών ασυμβίβαστων " της τότε εποχής.

Ο Όμιλος συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ιδεών και ανθρώπινων δικτύων που επηρέασαν την πορεία της διακυβέρνησης από το 1996 και έπειτα. Ανέδειξε την ευρωπαϊκή προοπτική, τον θεσμικό εκσυγχρονισμό και την ανάγκη τεκμηριωμένου πολιτικού σχεδιασμού. Η αναγνώριση αυτής της συμβολής δεν σημαίνει και εξιδανίκευση των κυβερνητικών επιλογών της περιόδου. Το χρήσιμο δίδαγμα είναι ότι η προγραμματική προετοιμασία μπορεί να συμβάλλει όταν προηγείται της άσκησης εξουσίας και μπορεί να υπερβαίνει τα όρια ενός κόμματος.

Σήμερα οι προκλήσεις είναι διαφορετικές και ο χρόνος πιέζει. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες συνυπάρχουν με την κλιματική απειλή, την παραγωγική υστέρηση και τη δυσπιστία προς τους θεσμούς. Η ασφάλεια της χώρας, η θέση της στην Ευρώπη και η ανθεκτικότητα της οικονομίας της απαιτούν επίσης συνέχεια πέρα από έναν εκλογικό κύκλο. Σε αυτά τα πεδία χρειάζονται εθνικές συναινέσεις, με τη συμμετοχή των δυνάμεων που αποδέχονται τους δημοκρατικούς θεσμούς και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Η συναίνεση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές διαφορές παύουν να έχουν σημασία. Η πρόσφατη συζήτηση για τη φορολογική προσέλκυση πολύ εύπορων προσώπων δείχνει γιατί πρέπει να μιλήσουμε συγκεκριμένα. Η είσπραξη ενός κατ’ αποκοπή φόρου ή η αγορά ενός ακινήτου μπορεί να αποφέρει έσοδα. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι δημιουργούνται παραγωγικές επενδύσεις, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και διαρκής προστιθέμενη αξία. Η επίδραση τέτοιων πολιτικών στη στεγαστική αγορά, στα δημόσια έσοδα και στη φορολογική δικαιοσύνη πρέπει να αξιολογείται δημόσια, με στοιχεία.

Πίσω από τους ειδικούς φορολογικούς κανόνες βρίσκεται μια πολιτική επιλογή: θα επιδιώξουμε ανάπτυξη που στηρίζεται στην παραγωγή, την έρευνα, την κατάρτιση και την αξιοπρεπή εργασία ή θα αρκεστούμε στην προσέλκυση πλούτου και στην άνοδο των αξιών των ακινήτων; Πώς θα κατανεμηθούν τα φορολογικά βάρη; Τι πόρους θα διαθέσουμε στη δημόσια υγεία, την παιδεία και την κατοικία; Αυτά τα ερωτήματα απαιτούν διάλογο και επιτρέπουν καθαρές κουβέντες. Καμία επίκληση της «εθνικής συνεννόησης» δεν πρέπει να τα παρακάμπτει.

Ευκαιρία με ένα παράδειγμα, με αφορμή στοιχεία από την ομιλία του πρωθυπουργού τις προηγούμενες μέρες, είναι η δυνατότητα α ορίζουμε και να συμφωνούμε στο τι ο καθείς εννοεί και πως μπορούμε να κάνουμε πράξη αυτά που συγκλίνουμε. Ο κος πρωθυπουργός υποστήριξε ότι “…Η ιδέα ότι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα καταλήξουν οικειοθελώς σε κάποια συμφωνία για αυτορρύθμιση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης είναι αφελής…”. Πράγματι αυτή η ιδέα “…έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα γνωρίζουμε για την ιστορία του καπιταλισμού…”. Δεν είναι η πρώτη φορά όπου “…τα οφέλη για τους νικητές είναι, απλώς, πάρα πολύ μεγάλα για να πιστέψουμε ότι η καλοπροαίρετη μέριμνα για την ευημερία της ανθρωπότητας θα υπερισχύσει της αστείρευτης τάσης του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς καλύτερες αποδόσεις…”.

Σε αντίστοιχες λοιπόν αναφορές και περιπτώσεις δεν νομίζω ότι δεν θα μπορούσαν να επιχειρήσουν τη συγκρότηση συγκεκριμένων προγραμματικών προτάσεων, ευρύτερες δυνάμεις του ενός κόμματος στη χώρα μας. Γιατί πράγματι όλοι/ες πλέον έχουν αντιληφθεί ότι όταν τα δυνητικά κέρδη είναι τεράστια, απαιτούνται ρυθμίσεις που διαχειρίζονται και αντιμετωπίζουν τις εμφανείς αδυναμίες της αγοράς για αυτορρύθμιση. Και αυτό αφορά και στην αγορά ενέργειας στη χώρα μας και στη διανομή τροφίμων και ότι αφορά στο καλάθι του νοικοκυριού, και στις τράπεζες και στις μεταφορές εμπορευμάτων και πολιτών… Τα σκληρά ολιγοπώλια που έθρεψε αυτή κυβέρνηση με αποτέλεσμα την υπονόμευση του ανταγωνισμού..

Πεδίον δόξης λαμπρό για να δούμε δυνατότητες για αποκλίσεις και συγκλίσεις...

Γι’ αυτό ίσως να είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ενός “σύγχρονου ΟΠΕΚ”: ενός ανοιχτού και αυτόνομου χώρου προγραμματικού διαλόγου, με συμμετοχή πολιτών, επιστημόνων, συνδικάτων, παραγωγικών φορέων, αυτοδιοίκησης και κοινωνικών κινημάτων. Θα μπορούσε να επεξεργαστεί προτάσεις για λίγες κρίσιμες εθνικές προτεραιότητες: παραγωγική ανασυγκρότηση, φορολογική δικαιοσύνη, ισχυρά δημόσια αγαθά, προσιτή κατοικία, προστασία των νησιών και των περιφερειών, δίκαιη κλιματική μετάβαση και θεσμική λογοδοσία. Για καθεμία χρειάζονται στόχοι, τρόποι χρηματοδότησης και δυνατότητα ελέγχου της προόδου.

Σε έναν τέτοιο χώρο οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να αναζητήσουν τις συγκλίσεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια ενδεχόμενη εναλλακτική πλειοψηφία, εάν πρόκυπτε η ανάγκη και η δυνατότητες. Αυτή είναι μια πολιτική προτίμηση πολλών από εμάς. Παράλληλα, οι εθνικές προτεραιότητες πρέπει να συζητούνται με όλες τις δυνάμεις του συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου, συμπεριλαμβανομένων και δυνάμεων από τη Νέα Δημοκρατία. Μια συμφωνία για τη θεσμική συνέχεια ή για μια μακρόπνοη εθνική πολιτική δεν ταυτίζεται με συμφωνία συγκυβέρνησης. Αποτελεί όμως μέρος της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε δημοκρατικό κόμμα.

Ούτε μπορεί να αποκλειστεί ή να αποφασιστεί εκ των προτέρων ότι, υπό συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές συνθήκες, θα τεθεί ή δεν θα τεθεί ζήτημα κυβερνητικής συνεργασίας με κάποιες από τις δυνάμεις του συνταγματικού τόξου όπου συμπεριλαμβάνεται και η Νέα Δημοκρατία. Μια τέτοια επιλογή θα ήταν πολιτικά σοβαρή και δύσκολη. Θα απαιτούσε δημόσια, συγκεκριμένη προγραμματική συμφωνία, καθαρές εγγυήσεις για τους θεσμούς και τη λογοδοσία, καθώς και έντιμη εξήγηση των συμβιβασμών προς τους πολίτες. Δεν θα μπορούσε να προκύψει απλώς από την επίκληση της ανάγκης να σχηματιστεί κυβέρνηση, όπως συνέβη με διαφορετικές κυβερνήσεις την προηγούμενη δεκαετία (κυβερνήσεις συνεργασιών και πριν και μετά το 2015).

Δυστυχώς ο τοξικός και πολιτικός λόγος, ακραίων πολιτικών αντιλήψεων που εκφράζονται, με την αυταρέσκεια της “ηχούς του δωματίου” και υπάρχουν, δυστυχώς, σε όλους τους χώρους των κομμάτων, του κατά τα λοιπά συνταγματικού τόξου, δυσκολεύει τη δυνατότητα δημιουργίας τέτοιας ατζέντας και ιδιαιτέρως στην παρούσα προεκλογική περίοδο.

Εδώ έρχεται η ευθύνη και μετριούνται οι δυνατότητες της δικής μας κοινωνίας των πολιτών.

Ένας «ΟΠΕΚ Νο 2» δεν θα είχε λόγο ύπαρξης ως άσκηση νοσταλγίας ή ως προθάλαμος μιας προκαθορισμένης συνεργασίας. Θα άξιζε να υπάρξει για να βοηθήσει την κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις να ξεχωρίσουν πού είναι δυνατή μια ευρεία εθνική συμφωνία, πού μπορεί να συγκροτηθεί μια προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης και ποιες διαφορές παραμένουν ουσιαστικές. Μόνο πάνω σε αυτή τη γνώση μπορούν οι όποιες ενδεχόμενες και πιθανές μελλοντικές πολιτικές συνεργασίες, σε κυβερνητικό ή αντιπολιτευτικό επίπεδο, να αποκτήσουν περιεχόμενο και δημοκρατική νομιμοποίηση.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Η εποχή που η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει.

 Δημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών στις 23/09/2026


Υπάρχει η κλασική διαφθορά: το φακελάκι, η παράνομη ανάθεση, η συναλλαγή κάτω από το τραπέζι. Υπάρχει όμως και ένα δυσκολότερο πολιτικό και θεσμικό φαινόμενο: όταν η προνομιακή πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα, στις αποφάσεις και στη δημόσια περιουσία μπορεί να αναπτύσσεται μέσα σε ένα σύστημα τυπικά νόμιμων κανόνων.

Εδώ βρίσκεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «θεσμικά νομιμοποιημένη διαφθορά». Όχι ως ποινικό χαρακτηρισμό, αλλά ως πολιτική περιγραφή ενός συστήματος όπου η νομιμότητα δεν εγγυάται αναγκαστικά ανταγωνισμό, διαφάνεια, αποτελεσματικό έλεγχο και λογοδοσία.

Ποια είναι τα στοιχεία που, πολιτικά τουλάχιστον, επιβάλλουν αυτή τη συζήτηση;

Στην Ελλάδα οι δημόσιες συμβάσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% του ΑΕΠ. Ο ΟΟΣΑ τις χαρακτηρίζει έναν από τους πλέον ευάλωτους τομείς σε σπατάλη, κακοδιαχείριση και διαφθορά και επισημαίνει, ειδικά για τη χώρα μας, την υπερβολική χρήση μη ανταγωνιστικών διαδικασιών, τις αδυναμίες στην έρευνα αγοράς και προβλήματα διαφάνειας στην επιλογή αναδόχου και στον προσδιορισμό της τιμής (OECD, 2025, Managing Public Procurement Risks in Greece: A Framework for Implementation).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Έκθεση Κράτους Δικαίου του 2026, επανέρχεται στα προβλήματα ανταγωνισμού και ακεραιότητας στις δημόσιες συμβάσεις (European Commission, 2026, Rule of Law Report – Country Chapter Greece).

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εξέλιξη του Υπερταμείου, το οποίο, αν και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί με εταιρική μορφή και ιδιαίτερο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης. Μετά την προηγούμενη εμπειρία του ΤΑΙΠΕΔ και την απορρόφησή του, μαζί με το ΤΧΣ, το Growthfund μετασχηματίζεται πλέον από φορέα διαχείρισης δημόσιων επιχειρήσεων σε Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο, με διευρυμένο ρόλο στις στρατηγικές επενδύσεις και στα δημόσια έργα (Growthfund, 2026, Growthfund is evolving into Greece’s National Investment Fund for Growth).

Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη δημόσιο οργανισμό. Είναι ένας ισχυρός κόμβος οικονομικής εξουσίας, που επηρεάζει υποδομές, μεταφορές, λιμένες, ενέργεια, ακίνητα και δημόσιες επιχειρήσεις και τελικά μεγάλο τμήμα της αγοράς.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό το μοντέλο εξασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Το επιχείρημα είναι θεμιτό. Αλλά όσο μεγαλύτερη είναι η ευελιξία ενός οργανισμού που διαχειρίζεται δημόσια περιουσία, επιλέγει διοικήσεις, προετοιμάζει μεγάλες επενδύσεις και αναθέτει υπηρεσίες, τόσο ισχυρότερος πρέπει να είναι και ο δημοκρατικός έλεγχός του, που στη προκείμενη περίπτωση ελέγχεται.

Διότι αν σε κάτι εμφανίζεται προκλητικά το φαινόμενο της «συμβουλοκρατίας» είναι ακριβώς εδώ. Ακόμη και ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η σύνταξη του Στρατηγικού Σχεδίου του ίδιου του Υπερταμείου για το 2025-2027 αποτέλεσαν αντικείμενο πρόσκλησης για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες (Growthfund, 22.4.2024, RFP for Expert Advisory Services for Designing, Developing and Formulating Growthfund’s Strategic Plan 2025–2027).

Οι σύμβουλοι είναι συχνά χρήσιμοι. Το ερώτημα είναι πότε η αγορά εξειδικευμένης γνώσης μετατρέπεται σε υποκατάσταση της ικανότητας του ίδιου του κράτους να σχεδιάζει, να διοικεί και να αξιολογεί.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνον σε οικονομικές επιδράσεις.

Πρόσφατα γεγονότα στον χώρο της ιδιωτικής Υγείας ανέδειξαν τη συνάφεια αυτών των θεσμικών ερωτημάτων: σε ιδιωτικό ιατρείο εντοπίστηκαν μηχανήματα για θεραπευτική πράξη των οποίων η εγκατάσταση σε ιατρείο απαγορεύεται. Η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη και κανένα συμπέρασμα περί ευθύνης δεν μπορεί να προεξοφληθεί.

Αυτό ακριβώς είναι το θέμα αυτού του άρθρου: Δεν αρκεί να υπάρχουν κανόνες, άδειες και ελεγκτικοί φορείς. Πρέπει οι σχετικοί θεσμοί να λογοδοτούν για τον πραγματικό έλεγχο που ασκούν. Να δρουν προληπτικά και όχι εκ των υστέρων. Μεριμνά άραγε η εκτελεστική εξουσία για την ικανότητα των θεσμών αυτών και των ρυθμιστικών αρχών, να λειτουργούν αποτελεσματικά ή τους αποδυναμώνει διαχειριστικά και λειτουργικά;

Αυτό αφορά στην ευθύνη της κυβέρνησης για την επιτήρηση των δημόσιων συμβάσεων, του Υπερταμείου, τους εξωτερικούς συμβούλους, τις ανεξάρτητες αρχές και τελικά ολόκληρη τη λειτουργία του κράτους.

Δεν είναι τυχαίο ότι τον Μάιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημέρωσε επισήμως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές και αποφάσεις στην Ελλάδα είχαν αρνητική επίδραση στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της, διατυπώνοντας μάλιστα σοβαρές αμφιβολίες για την τήρηση της υποχρέωσης ειλικρινούς συνεργασίας με την Ε.Ε. (European Public Prosecutor’s Office, 22.5.2026, Statement regarding recent developments affecting the effective and independent functioning of the EPPO in Greece).

Δεν εξετάζουμε εδώ αν στην επταετία διακυβέρνησης Μητσοτάκη υπήρξαν παράνομες πράξεις. Αυτές τις κρίνουν —και ορισμένες ήδη τις εξετάζουν— οι αρμόδιες αρχές.

Το θέμα μας, για την ενίσχυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας μας, είναι πιο σημαντικό: η συνεχής συγκέντρωση οικονομικής και διοικητικής εξουσίας συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας;

Γιατί η θεσμική φθορά μιας δημοκρατίας δεν αρχίζει μόνο όταν παραβιάζεται ο νόμος.

Μπορεί να αρχίζει όταν αρκούμαστε στο ότι όλα έγιναν «νομίμως» και παύουμε να ρωτάμε το ουσιώδες: Ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και ποιος τελικά ωφελείται;

Ποιος επηρεάζει τελικά τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην Ελλάδα;

Από την υπόθεση Γκίλφοϊλ και τον Κάθετο Διάδρομο, στην ανάγκη θεσμικού ελέγχου της οικονομικής επιρροής Συνεχίζοντας την προσπάθεια για θε...