Τις τελευταίες μέρες με αφορμή το σκάνδαλο το ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και ευρύτερα τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται με ένταση το γνωστό πλέον αφήγημα: ότι το «ρουσφέτι» αποτελεί σχεδόν αποκλειστικό χαρακτηριστικό του δημόσιου τομέα και, δη, της ελληνικής διοικητικής κουλτούρας. Στον αντίποδα, ο ιδιωτικός τομέας παρουσιάζεται ως πεδίο αγνής και καθαρής αξιοκρατίας, όπου η επιλογή προσωπικού και συνεργασιών, υπακούει αυστηρά σε κριτήρια απόδοσης και αποτελεσματικότητας.
Πρόκειται, προφανώς, για μια υπεραπλουστευτική —και συχνά
ιδεολογικά σκοπίμως φτιασιδωμένη— ανάγνωση της πραγματικότητας.
Κατ’ αρχάς, η Ελλάδα δεν είναι θεσμικά «άναρχη» ως προς τις
προσλήψεις στο Δημόσιο αλλά και ως προς του διαγωνισμούς αναθέσεων, έργων και
υπεργολαβιών. Από τη μια η αρχή παρακολούθησης δημοσίων συμβάσεων και από την
άλλη η θέσπιση και εξέλιξη του Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ),
ήδη από τον νόμο Πεπονή, συνιστούν κάποιες από τις πιο συστηματικές προσπάθειες
κατοχύρωσης αντικειμενικών και διαφανών διαδικασιών. Παρά τις δυσλειτουργίες
και τις κατά καιρούς παρακάμψεις, το πλαίσιο αυτό εντάσσεται σε μια ευρύτερη
ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική κράτους δικαίου, όπου η ισονομία και η θεσμική
λογοδοσία αποτελούν κανονιστικές αρχές και όχι απλώς ευχές.
Από την άλλη πλευρά, η ιδιωτική οικονομία δεν λειτουργεί σε
ένα «κενό κοινωνικών σχέσεων». Αντιθέτως, η διεθνής βιβλιογραφία —από τις ΗΠΑ
έως τη Νότια Ευρώπη και την Ασία— έχει αναδείξει τη σημασία των άτυπων δικτύων
(networks), της κοινωνικής εγγύτητας και των προσωπικών συστάσεων στις
διαδικασίες πρόσληψης αλλά και εταιρικών συνεργασιών. Σε πολλές περιπτώσεις,
αυτό που περιγράφεται ως «referral hiring» ή «network-based recruitment»
θεωρείται όχι απλώς αποδεκτό, αλλά και "καλή πρακτική". Η λογική
είναι απλή: η εμπιστοσύνη μειώνει το ρίσκο. Όμως εκεί ακριβώς αρχίζει η
συζήτησή μας.
Στην πράξη, η διάκριση μεταξύ «δικτύωσης» και «ρουσφετιού»
δεν είναι πάντοτε καθαρή. Όταν μια θέση, στον ιδιωτικό τομέα, καλύπτεται πριν
καν δημοσιοποιηθεί, όταν το βιογραφικό ενός υποψηφίου αποκτά προτεραιότητα λόγω
ενός τηλεφωνήματος, ή όταν μια διαδικασία «τρέχει» επιλεκτικά για να
εξυπηρετήσει συγκεκριμένο πρόσωπο, τότε η έννοια της αξιοκρατίας
σχετικοποιείται —ανεξαρτήτως τομέα.
Η ελληνική εμπειρία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Στον χώρο
της ναυτιλίας, όπου κυριαρχούν αναμφιβόλως τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ο
διεθνής ανταγωνισμός, είτε αυτό αφορά στο cluster προμηθευτών της πλοιοκτησίας
είτε την είσοδος νέων εργαζομένων, συχνά υπάρχει επιρροή από προσωπικές
γνωριμίες, κοινωνικά και οικογενειακά δίκτυα. Άλλη περίπτωση είναι ο Οργανισμός
Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), όπου η κοινωνικο-τοπική σύνθεση εργαζομένων, στις
συγκεκριμένες εταιρείες ενοικίασης λιμενεργασίας, έχει κατά κόρον συνδεθεί με
παρεμβάσεις και «τηλεφωνήματα» πολιτικών και τοπικών παραγόντων. Πρόκειται για
πρακτικές που δύσκολα εντάσσονται στο ιδεατό μοντέλο μιας «καθαρής αγοράς».
Αυτά τα φαινόμενα δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Στη Γαλλία,
η έννοια του «piston» (γνωριμία που ανοίγει πόρτες) είναι κοινωνικά
αναγνωρισμένη. Στην Ιταλία, το «raccomandazione» αποτελεί διαχρονικό μοτίβο.
Στις ΗΠΑ, έρευνες δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό θέσεων καλύπτεται μέσω
εσωτερικών συστάσεων, ενώ σε αγορές όπως της Κίνας, το «guanxi» (δίκτυο
προσωπικών σχέσεων) αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής δραστηριότητας. Το
συμπέρασμα είναι σαφές: οι άτυπες πρακτικές στον ιδιωτικό και πολύ λιγότερο πλέον
στον δημόσιο τομέα, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά διαπερνούν
διαφορετικά συστήματα, παίρνοντας κάθε φορά τοπικά χαρακτηριστικά.
Είναι κρίσιμο, ωστόσο, να γίνει μια ουσιαστική διάκριση:
άλλο η επιτάχυνση διαδικασιών για λόγους επείγοντος —που μπορεί να είναι
θεμιτή— και άλλο η προνομιακή μεταχείριση που παρακάμπτει κανόνες και στερεί
δικαιώματα από τρίτους. Το ρουσφέτι δεν ταυτίζεται με την αποτελεσματικότητα·
προϋποθέτει την παραβίαση της ίσης μεταχείρισης.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μονοσήμαντα «δημόσιο» ή
«ιδιωτικό». Είναι βαθύτερα θεσμικό και πολιτισμικό. Σε ένα περιβάλλον όπου η
εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι εύθραυστη, οι πολίτες τείνουν να αναζητούν
προσωπικές διαδρομές επίλυσης των προβλημάτων τους. Το «τηλέφωνο στον κατάλληλο
άνθρωπο» γίνεται εργαλείο επιβίωσης, όχι απαραίτητα επειδή οι κανόνες
απουσιάζουν, αλλά επειδή δεν εφαρμόζονται με συνέπεια.
Και το σημαντικότερο και πλέον προβληματικό είναι στη
περίπτωση που υπάρχει δόλια πρόσοδος κρυφού ωφελισμού και ιδιοτέλειας.
Η αναπαραγωγή του μύθου περί «κακού δημοσίου» και «αγνού
ιδιωτικού τομέα» δεν βοηθά. Αντιθέτως, αποπροσανατολίζει από το ουσιώδες: την
ανάγκη ενίσχυσης των θεσμών, της διαφάνειας και της λογοδοσίας παντού. Η
αξιοκρατία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός τομέα· είναι ζητούμενο που κρίνεται
καθημερινά, σε κάθε απόφαση, σε κάθε πρόσληψη, σε κάθε «τηλέφωνο».
Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί να υπάρχει το
ρουσφέτι —αλλά γιατί συνεχίζει να βρίσκει χώρο να υπάρχει.