Η σιωπηλή, αλλά συνειδητή, κυβερνητική διολίσθηση.
Η κυβέρνηση δεν διακηρύσσει ανοιχτά κάποια “απομάκρυνση”
από την ευρωπαϊκή στρατηγική. Την υπονομεύει, όμως, σιωπηλά και μεθοδικά,
μέσα από επιλογές που σωρευτικά συγκροτούν μια σαφή κατεύθυνση: τη στρατηγική
δέσμευση της χώρας στις σημερινές αμερικανικές επιλογές, ακόμη κι όταν αυτές
έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις συλλογικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η στάση της Ελλάδας στον Διεθνή Ναυτιλιακό
Οργανισμό για την αποανθρακοποίηση δεν ήταν μια ουδέτερη «τεχνική
διαφοροποίηση». Ήταν πολιτική τοποθέτηση που απομάκρυνε τη χώρα από τον
ευρωπαϊκό πυρήνα της πράσινης μετάβασης — σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναγνωριστεί
δημόσια από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ. Όταν η «επιβράβευση» προέρχεται από
τον βασικό πολέμιο της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής και ρυθμιστικής στρατηγικής,
δύσκολα μπορεί να εκληφθεί ως διπλωματικό επίτευγμα.
Ενέργεια και
υποδομές: από τη σύγκλιση στην εξάρτηση
Το ίδιο μοτίβο αποτυπώνεται στην ενεργειακή
πολιτική. Ευρωπαϊκές εταιρείες ευρωπαϊκών συμφερόντων “εξωθήθηκαν”, στην ουσία,
εκτός της διαδικασίας έρευνας υδρογονανθράκων στα ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα,
αφήνοντας το πεδίο αποκλειστικά σε εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων. Η
επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη: ευνοεί τη διοχέτευση ακριβότερου αμερικανικού
σχιστολιθικού αερίου στην Ευρώπη και υπονομεύει τόσο τη δυνατότητα εξόρυξης
φυσικού αερίου σε αυτούς τους χώρους και γενικότερα αναζήτησης φθηνότερων
περιφερειακών λύσεων όσο και τη συλλογική ευρωπαϊκή ενεργειακή αυτονομία.
Παράλληλα, η αυξανόμενη αμερικανική εμπλοκή σε
κρίσιμες υποδομές — λιμάνια, logistics, μεταφορικούς κόμβους — δημιουργεί
συνθήκες δομικής εξάρτησης και όχι στρατηγικής ισοτιμίας. Δεν πρόκειται
για πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αλλά για μονομερή στρατηγική μετατόπισης,
με μακροπρόθεσμο κόστος.
Το Συμβούλιο Ειρήνης (Board of Peace) (για την Γάζα).
Ένα χαρακτηριστικό των επιλογών της χώρας είναι η
συμμετοχή της, αρχικά ως «παρατηρητής» στο «Συμβούλιο Ειρήνης» (Board of Peace) του Ντόναλντ Τραμπ, την ίδια στιγμή
που αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις, με τις περισσότερες
μεγάλες δυνάμεις (Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία…) να αρνούνται τη
συμμετοχή τους στην εναρκτήρια συνεδρίαση του.
Η ευθύνη της
ελληνικής κυβέρνησης, οι “χρήσιμοι ηλίθιοι” εκ των ευρωσκεπτικιστών και η
κοινωνική συνενοχή
Σε μια περίοδο βαθιάς γεωπολιτικής αναδιάταξης,
όπου οι μεγάλες δυνάμεις επαναπροσδιορίζουν ρόλους και συμμαχίες, η Ευρωπαϊκή
Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό υπερεθνικό εγχείρημα που επιχειρεί να
συνδυάσει δημοκρατία, κοινωνική συνοχή, ρυθμισμένη αγορά και θεσμική ισορροπία
συμφερόντων. Κι όμως, αντί αυτή η ιδιαιτερότητα να αποτελεί πηγή στρατηγικής
αυτοπεποίθησης, μετατρέπεται ολοένα και συχνότερα σε στόχο συστηματικής
απαξίωσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο εγχώριος
ευρωσκεπτικισμός λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο. Δημοσιολογούντες και αναλυτές
που παρουσιάζουν την Ευρώπη ως «παρακμάζουσα» ή «ανίκανη», συμβάλλουν στη
νομιμοποίηση αυτής της στρατηγικής μετατόπισης.
Δεν πρόκειται απλώς για καλοπροαίρετη κριτική
προς τις αδυναμίες της Ένωσης. Πρόκειται για έναν μεθοδευμένο “ευρωσκεπτικισμό”,
ο οποίος – σε αγαστή συνέργεια με τον ενεργό στη χώρα “αντιευρωπαϊσμό” –
λειτουργεί αντικειμενικά ως προθάλαμος ενός άκριτου φιλοατλαντισμού, τραμπικής
κοπής. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει μια σοβαρή, πολιτική ευθύνη: η ευθύνη της
σημερινής ελληνικής κυβέρνησης και ενός πλέγματος πολιτικών, οικονομικών και
μιντιακών συνοδοιπόρων της.
Αποσιωπούν ότι η Ευρώπη παραμένει παγκόσμιος
ηγέτης σε κρίσιμους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, στη βιομηχανία, στη
ρύθμιση της ψηφιακής οικονομίας, στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων και
στο περιβάλλον. Υποβαθμίζουν σκόπιμα το γεγονός ότι το λεγόμενο «επενδυτικό
έλλειμμα» στις τεχνολογίες αιχμής αποτελεί αναγνωρισμένο πρόβλημα που
αντιμετωπίζεται θεσμικά – όχι ένδειξη συνολικής αποτυχίας.
Ιδιαιτέρως προβληματική είναι και η στάση αυτής της
μερίδας πολιτών που, ενώ διαφωνεί, επιλέγει τη σιωπή. Η ανοχή, η
αποστασιοποίηση και η λογική «δεν αλλάζει τίποτα» λειτουργούν ως σιωπηρή
συνενοχή. Σε κρίσιμες καμπές, η ουδετερότητα δεν είναι ουδέτερη· ευνοεί την
κυρίαρχη στρατηγική, ακόμη κι αν αυτή υπονομεύει μακροπρόθεσμα τα συλλογικά
συμφέροντα.
Ευρώπη ή
αποδιάρθρωση
Το διακύβευμα δεν είναι Ευρώπη ή Αμερική, ούτε
μια ανόητη αντιπαράθεση πολιτισμών. Ένας άγονος αντιαμερικανισμός δεν πρόκειται
να προσφέρει τίποτα. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η Ελλάδα θα επενδύσει σε
μια ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομίας, δημοκρατικής ρύθμισης και συλλογικής
ισχύος ή αν θα διολισθήσει σε έναν αποσπασματικό φιλοτραμπισμό, όπου τα
εθνικά συμφέροντα συγχέονται με τις βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις τρίτων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τέλεια. Είναι, όμως,
το μοναδικό πλαίσιο μέσα στο οποίο χώρες όπως η Ελλάδα μπορούν να έχουν φωνή,
προστασία και προοπτική. Όσοι την απαξιώνουν συστηματικά — και όσοι σιωπούν ενώ
βλέπουν τη στρατηγική απόκλιση να παγιώνεται — δεν είναι απλώς κριτικοί. Είναι,
αντικειμενικά, συνοδοιπόροι μιας πορείας που οδηγεί σε λιγότερη κυριαρχία,
περισσότερη εξάρτηση και πολιτική αποδιοργάνωση.
Η επιλογή, λοιπόν, είναι πολιτική και βαθιά
αξιακή: ευρωπαϊκή σύγκλιση με αυτοπεποίθηση ή εθνική αποδιοργάνωση με
πρόσχημα τον ευρωσκεπτικισμό και την υποδούλωσή μας στην υποτιθέμενη
εξαναγκαστική προσαρμογή στη συγκυρία.