Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Αντιπαράθεση με την κουλτούρα "τοξικού" λόγου: Υποχρέωση των δυνάμεων εθνικής ευθύνης.

 

Απευθύνεται κυρίως σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις "κυβερνητικής ευθύνης", στους δημοκρατικούς πολιτικούς φορείς και στη κοινωνία των πολιτών.

Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από τη διαδικασία για το ποιος και πως κυβερνά, αλλά και από το πώς αντιπαρατίθενται οι πολιτικές δυνάμεις μεταξύ τους. Και δυστυχώς, στη σημερινή Ελλάδα, ο δημόσιος λόγος διολισθαίνει, όλο και συχνότερα, σε μια μορφή πολιτικής τοξικότητας που δεν παράγει πολιτική, αλλά μόνο εντυπώσεις, φανατισμό και τελικά απαξίωση.

Οι προσωπικές επιθέσεις, οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, οι ειρωνείες και οι λεκτικές υπερβολές —όπως αυτές που κατά καιρούς και μάλιστα προσφάτως, εκστομίζονται από πολιτικά στελέχη απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους— μπορεί να εξυπηρετούν στιγμιαίες επικοινωνιακές ανάγκες, όμως υπονομεύουν βαθύτερα τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους μας και των θεσμών της κοινωνίας μας. Όταν ο πολιτικός αντίπαλος παρουσιάζεται όχι ως φορέας διαφορετικής πολιτικής αντίληψης αλλά περίπου ως «εχθρός» ή ως πρόσωπο ηθικά αποκρουστικό, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο ανθρωποφαγίας και όχι δημοκρατικής διαπάλης.

Αυτό το φαινόμενο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η ανάγκη συγκλίσεων και συνεργασιών δεν αποτελεί θεωρητική άσκηση, αλλά πιθανή πολιτική αναγκαιότητα είτε σε κυβερνητικό επίπεδο, είτε στη συγκρότηση αξιόπιστου εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου, από ότι δείχνουν και οι δημοσκοπικές μετρήσεις στη κοινή γνώμη.

Η ελληνική κοινωνία, μετά από μια μακρά περίοδο κρίσεων —οικονομικής, υγειονομικής, θεσμικής και γεωπολιτικής— έχει ανάγκη από πολιτική σοβαρότητα, προγραμματικό διάλογο και κουλτούρα συνεννόησης.

Ιδίως στον χώρο της Κεντροαριστεράς και ευρύτερα της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης, η συζήτηση αυτή υποχρεωτικά πρέπει να αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος. Όχι γιατί οι πολιτικές διαφορές πρέπει να εξαφανιστούν, ούτε γιατί απαιτείται μια άνευρη «συναίνεση του κέντρου», αλλά γιατί χωρίς στοιχειώδεις όρους πολιτικού πολιτισμού, καμία προγραμματική σύγκλιση δεν μπορεί να υπάρξει.

Σε μια σημερινή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από το ιδιότυπο φαινόμενο, στα επηρεαζόμενα από την κυβερνητική πολιτική Μέσα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, της "μονοθεματικής" “αντιπολίτευσης στην αντιπολίτευση”, ως συνέχεια του αντίστοιχου “μονοθεματικού αντισυριζισμού”, που είχε κυριαρχήσει την προηγούμενη πενταεαετία. Συχνά, αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται στα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα —την ακρίβεια, την ανασφάλεια, την παραγωγική στασιμότητα, τις ανισότητες, τη θεσμική λειτουργία— αναλώνεται σε μια ατέρμονη ανακύκλωση πολιτικών παθών και προσωπικών δαιμονοποιήσεων.

Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι το μέλλον της χώρας και είναι ευθύνη ευρύτερα των δυνάμεων της θεσμικής δημοκρατικής λειτουργίας.

Η αντιπαράθεση στον και από το χώρο της Κεντροαριστεράς και ευρύτερα της προοδευτικής παράταξης, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική και προγραμματική. Να «τρελάνουμε ο ένας τον άλλον στην πολιτική αντιπαράθεση», όχι στον λαϊκισμό, στη δημαγωγία, στις προβοκάτσιες και στις προσωπικές επιθέσεις. Αυτά τα αφήνουμε σε όσους δεν έχουν κάτι συγκεκριμένο να προτείνουν για τη λύση και διαχείριση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής μας.

Η πολιτική δεν είναι reality show

Τα τελευταία χρόνια, με πρότυπο τη χαρακτηριστική εικόνα πολιτικού ύφους αυτού του κου Τράμπ, μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος εγκλωβίζεται στη λογική της συνεχούς επικοινωνιακής σύγκρουσης. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν γίνεται πάνω σε προγράμματα, κοινωνικές ανάγκες ή στρατηγικές επιλογές για τη χώρα, αλλά πάνω σε ατάκες, προσωπικές προσβολές και μηχανισμούς ψηφιακής πόλωσης.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό ή ηθικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Διότι όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή παραγωγή εχθρών:

  • δυσκολεύει κάθε δυνατότητα θεσμικής συνεννόησης,
  • ενισχύεται η κοινωνική πόλωση,
  • απομακρύνονται οι πιο μετριοπαθείς και δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις,
  • και τελικά ενισχύονται οι ακραίες ή αντιπολιτικές λογικές.

Η δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί με όρους εμφυλιοπολεμικής κουλτούρας. Προϋποθέτει τη δυνατότητα διαφωνίας χωρίς την μεθόδευση απονομιμοποίηση του άλλου.

Άλλο η σκληρή πολιτική κριτική και άλλο η πολιτική δαιμονοποίηση.

Η ανάγκη των συγκλίσεων δεν αναιρεί τις διαφορές

Στην Ελλάδα, για δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα οργανώθηκε γύρω από την έννοια της κυβερνητικής αυτοδυναμίας. Η λογική του «όλα ή τίποτα» διαμόρφωσε πολιτικές κουλτούρες αλαζονείας στην εξουσία και καταστροφικής άρνησης στην αντιπολίτευση.

Όμως η πραγματικότητα αλλάζει.

Οι κοινωνίες γίνονται πιο σύνθετες. Τα προβλήματα —από την ακρίβεια και το δημογραφικό μέχρι την ενεργειακή ασφάλεια, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τις γεωπολιτικές προκλήσεις— απαιτούν ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη σε χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε μια γεωπολιτικά ασταθή περιοχή και ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν σοβαρές θεσμικές και παραγωγικές αδυναμίες.

Σε τέτοιες συνθήκες, η πολιτική ωριμότητα δεν μετριέται από το ποιος φωνάζει περισσότερο ή ποιος παράγει πιο επιθετικά συνθήματα. Μετριέται από την ικανότητα διαμόρφωσης προγραμματικών συγκλίσεων χωρίς απώλεια ταυτότητας.

Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση πολιτικών χώρων. Ούτε κατάργηση ιδεολογικών διαφορών.

Σημαίνει όμως ότι:

  • η αντιπαράθεση πρέπει να αφορά πολιτικές επιλογές,
  • η κριτική να είναι τεκμηριωμένη,
  • οι διαφωνίες να μην μετατρέπονται σε ηθικό εμφύλιο,
  • και κυρίως να παραμένουν ανοιχτοί οι δίαυλοι δημοκρατικού διαλόγου.

Οι κοινωνίες και οι πολιτικοί δεν μένουν αμετάβλητοι

Ένα από τα πιο προβληματικά στοιχεία της σημερινής πολιτικής προπαγάνδας είναι η αντίληψη ότι το παρελθόν προδιαγράφει υποχρεωτικά και το μέλλον. Ότι ένας πολιτικός ή ένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει, να ωριμάσει, να αναθεωρήσει ή να διδαχθεί από τα λάθη του.

Αν ίσχυε αυτό, τότε η ίδια η πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης θα ήταν ακατανόητη.

Δεν υπήρξε ο ίδιος ο Καραμανλής πριν και μετά το 1974. Δεν υπήρξε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου του προ του 1981 και των επόμενων φάσεων της πολιτικής του διαδρομής. Δεν υπήρξαν ευθεία και δογματική πορεία στην ευρωπαϊκή Αριστερά, στην ανανεωτική Αριστερά, ακόμη και σε πρόσωπα και χώρους που σημάδεψαν τη μεταπολιτευτική πορεία της χώρας. Δεν ήταν η Νέα Δημοκρατία του κου Καρμανλή του νεότερου ίδια με αυτήν του κου Σαμαρά και ούτε αντίστοιχη με αυτήν του κου Μητσοτάκη…

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με θρησκευτικού τύπου βεβαιότητες. Η αυτοκριτική, η αναθεώρηση και η πολιτική ωρίμανση δεν είναι ένδειξη αδυναμίας· είναι συστατικά στοιχεία της δημοκρατικής πολιτικής.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει λήθη ή άκριτη αποδοχή. Σημαίνει όμως ότι η πολιτική κρίση πρέπει να γίνεται χωρίς φανατισμό και χωρίς μισαλλοδοξία.

Η προοδευτική παράταξη και το ιστορικό της βάρος

Η ευρύτερη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη ιστορικά διαμορφώθηκε μέσα από αντιθέσεις, αλλά και μέσα από συνθέσεις.

Η μεγάλη παράδοση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και οι σημαντικές στιγμές της ελληνικής Κεντροαριστεράς, δεν στηρίχθηκαν μόνο στη σύγκρουση με τη συντήρηση. Στηρίχθηκαν και στην ικανότητα οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

Η μεταπολιτευτική δημοκρατική σταθερότητα, η ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η κοινωνική κινητικότητα, οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ακόμη και κρίσιμες επιλογές σε περιόδους κρίσης, δεν προέκυψαν με αποκλειστική δράση και λογική την πολιτική εξόντωση του αντιπάλου στο προοδευτικό χώρο.

Τις μέρες μας όμως, με αναφορά μια αντίληψη ότι η κατάκτηση της δεύτερης θέσης στις ερχόμενες εκλογές είναι θέμα “ο θάνατός σου η ζωή μου”, παρατηρείται μια κουλτούρα εσωτερικού εμφυλίου στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Ένα κλίμα όπου η διαφορετική στρατηγική άποψη αντιμετωπίζεται ως «προδοσία», όπου η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε ηθική απαξίωση και όπου ο δημόσιος λόγος υποκαθίσταται από στρατούς τρολ και επικοινωνιακές επιχειρήσεις.

Αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί σε ανασύνθεση της παράταξης. Οδηγεί σε περαιτέρω απαξίωση.

Δημοκρατία σημαίνει και θεσμική αυτοσυγκράτηση

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να διεξάγεται σαν να μην υπάρχει επόμενη ημέρα. Είτε αυτό αφορά στο τρόπο που γίνεται η αντιπολίτευση στην παρούσα κυβέρνηση είτε στην αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών απόψεων στα πλαίσια των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου.

Όποιος επενδύει συστηματικά στην πλήρη απονομιμοποίηση του αντιπάλου, αργά ή γρήγορα υπονομεύει και τη δυνατότητα δημοκρατικής συνύπαρξης. Διότι αν ο άλλος παρουσιάζεται διαρκώς ως «εχθρός της χώρας», «ανήθικος», «επικίνδυνος» ή «μολυσματικός», τότε πώς μπορεί την επόμενη ημέρα να υπάρξει οποιαδήποτε θεσμική συνεννόηση; Είτε αυτό αφορά στη διαμόρφωση κυβερνητικών συμπράξεων είτε στην ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου.

Η δημοκρατία απαιτεί και αυτοσυγκράτηση.

Απαιτεί την κατανόηση ότι η πολιτική σύγκρουση έχει όρια. Ότι η κριτική δεν μπορεί να μετατρέπεται σε διαρκή πολιτική ανθρωποφαγία. Ότι ο πολιτικός αντίπαλος δεν παύει να είναι μέρος της ίδιας δημοκρατικής κοινότητας.

Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη ιδίως σήμερα, σε μια εποχή όπου διεθνώς ενισχύονται μορφές ακραίας πόλωσης, αντισυστημικού θυμού και μεταδημοκρατικών λογικών.

Η περίπτωση αντιμετώπισης του πρώην πρωθυπουργού κου Αλέξη Τσίπρα είναι ίσως χαρακτηριστική για το πώς λειτουργεί σήμερα η τοξικότητα στον δημόσιο λόγο.

Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμφωνεί πολιτικά μαζί του. Πολλοί είμαστε αυτοί που ασκήσαμε —και δικαίως— έντονη κριτική στη ρητορική της περιόδου πριν το 2015, στις επιλογές του πρώτου εξαμήνου, στο δημοψήφισμα, σε πλευρές της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ή σε φαινόμενα προσωποκεντρικής λειτουργίας που αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο.

Όμως άλλο πράγμα η τεκμηριωμένη πολιτική κριτική και άλλο το μόνιμο «αντι-μέτωπο» που λειτουργεί σχεδόν με όρους πολιτικής και ηθικής εξόντωσης.

Όποιος αντιμετωπίζει την πολιτική με ψυχραιμία και όχι με φανατισμό, μπορεί να αναγνωρίσει ότι ακόμη και σε δύσκολες ιστορικές περιόδους υπάρχουν πλευρές που χρειάζονται νηφάλια αποτίμηση. Οι εμπειρίες της διαπραγμάτευσης του 2015, οι μαρτυρίες ευρωπαίων παραγόντων, τα βιβλία και τα ντοκιμαντέρ που καταγράφουν εκείνη την περίοδο, ανεξαρτήτως της υποκειμενικής οπτικής τους, αποτελούν πολύτιμο υλικό για όποιον θέλει να κατανοήσει την πολιτική και όχι απλώς να επιβεβαιώσει προκαταλήψεις.

Η πολιτική άλλωστε δεν είναι θρησκεία. Δεν υπάρχουν αλάνθαστοι ηγέτες, ούτε «μεσσίες». Υπάρχουν πολιτικοί με θετικές και αρνητικές στιγμές, με επιτυχίες και λάθη, με δυνατότητα εξέλιξης ή και πολιτικής φθοράς.

Αντίστοιχα, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή προοδευτική πολιτική κουλτούρα όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε θρησκευτικού τύπου μίσος. Ιδίως όταν συχνά όσοι εμφανίζονται αμείλικτοι απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα, επιδεικνύουν εντυπωσιακή επιείκεια απέναντι σε ιστορικές ευθύνες άλλων πολιτικών χώρων.

Προγραμματική αντιπολίτευση και όχι αντιπολίτευση μίσους

Η χώρα χρειάζεται ουσιαστική αντιπολίτευση. Χρειάζεται σκληρή και τεκμηριωμένη κριτική προς κάθε κυβέρνηση. Χρειάζεται αποκάλυψη λαθών, αδιαφάνειας, ανεπάρκειας ή αλαζονείας.

Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην προγραμματική αντιπολίτευση και στην αντιπολίτευση μίσους.

Η πρώτη προσπαθεί να πείσει. Η δεύτερη προσπαθεί να εξοντώσει.

Η πρώτη δημιουργεί όρους πολιτικής εναλλακτικής. Η δεύτερη δημιουργεί μόνο τοξικότητα.

Η πρώτη μπορεί να αποτελέσει βάση κυβερνητικών συνεργασιών ή εθνικών συνεννοήσεων όταν απαιτηθεί. Η δεύτερη οδηγεί σε αδιέξοδο.

Και τελικά, οι κοινωνίες που εγκλωβίζονται διαρκώς σε λογικές πολιτικού εμφυλίου, χάνουν την ικανότητα συλλογικού σχεδιασμού.

Η επόμενη ημέρα απαιτεί πολιτική ωριμότητα

Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο όπου οι μεγάλες προκλήσεις δεν θα μπορούν να αντιμετωπιστούν με επικοινωνιακά τεχνάσματα και εύκολες διχαστικές αφηγήσεις.

Η ανασυγκρότηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η παραγωγική μετάβαση της οικονομίας, η αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, η στρατηγική θέση της χώρας στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο, απαιτούν σοβαρότητα, πολιτικό σχέδιο και κουλτούρα δημοκρατικής ευθύνης.

Αυτό προϋποθέτει μια διαφορετική αντίληψη για την πολιτική αντιπαράθεση.

Μια αντίληψη όπου:

  • οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν αντιμετωπίζονται ως υπαρξιακοί εχθροί,
  • η διαφωνία δεν οδηγεί σε ηθική εξόντωση,
  • οι προγραμματικές συγκλίσεις ή αντιπαραθέσεις δεν βαφτίζονται «προδοσία», «ξεπούλημα» ή «τυχοδιωκτισμός»,
  • και η πολιτική επανασυνδέεται με την κοινωνική ευθύνη και όχι με τον ψηφιακό όχλο.

Επειδή υπάρχουν εθνικοί λόγοι η δημοκρατική και προοδευτική παράταξη να ξαναγίνει δύναμη πλειοψηφίας και κοινωνικής αξιοπιστίας, οφείλει να δώσει πρώτη αυτή τη μάχη πολιτικού πολιτισμού.

Γιατί τελικά, η ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν είναι δευτερεύον ζήτημα ύφους.

Είναι ζήτημα δημοκρατίας.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Πανεπιστήμια χωρίς κανόνες οδηγούν σε Ευρώπη χωρίς συνοχή.


Η ίδρυση των λεγόμενων «μη κρατικών» πανεπιστημίων στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως τομή εκσυγχρονισμού. Πίσω όμως από τις κορδέλες και τη ρητορική περί «ελευθερίας επιλογών», διαμορφώνεται μια βαθιά πολιτική μετατόπιση: από την Ανώτατη Εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό προς ένα πεδίο άνισης, αγοραίας πρόσβασης.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα το θέμα δεν είναι απλώς ένα ελληνικό ζήτημα, που θα το διαχειριστούν εθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων. Είναι πλέον ευρωπαϊκό ζήτημα.

Η Ελλάδα συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, προϊόν της Bologna Process, και δεσμεύεται από τα πρότυπα ποιότητας των ESG Standards. Οι αρχές αυτές δεν είναι διακοσμητικές: αφορούν τη διαφάνεια, τη συγκρισιμότητα τίτλων, την κοινωνική συνοχή και την ισότιμη πρόσβαση στη γνώση.

Αυτό θα επιχειρήσουμε στο σχόλιό μας να αναδείξουμε την αντίφαση της ελληνικής πολιτικής και της ευρωπαϊκής στρατηγικής σύγκλισης.

Το κοινωνικό κεκτημένο υπό πίεση

Η μεταπολιτευτική ανάπτυξη της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες δημοκρατικές κατακτήσεις της χώρας. Όπως έχει επισημανθεί εύστοχα, «η διεύρυνση της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης… έδωσε προοπτική σε νέους ανθρώπους που αλλιώς δεν θα την είχαν».

Αυτό το άνοιγμα δεν ήταν μόνο εθνική επιλογή. Συνδέθηκε με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το οποίο αντιμετώπιζε την εκπαίδευση όχι ως εμπόρευμα αλλά ως επένδυση στη δημοκρατία, στην κινητικότητα και στη συλλογική πρόοδο.

Σήμερα, όμως, η εμφάνιση ιδρυμάτων με δίδακτρα πολλών χιλιάδων ευρώ δημιουργεί ένα παράλληλο σύστημα με σαφή ταξικά χαρακτηριστικά. Η πρόσβαση μετατρέπεται σταδιακά από κοινωνικό δικαίωμα σε οικονομική δυνατότητα.

Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο κοινωνικό. Είναι και αναπτυξιακό.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο «A New Economics for the 21st Century» (Mariana Mazzucato και Lara Merling ) επισημαίνεται ότι οι μεγάλες μεταβάσεις του 21ου αιώνα απαιτούν ισχυρούς δημόσιους θεσμούς «με ικανότητα να επενδύουν, να συντονίζουν και να ρυθμίζουν προς όφελος του κοινού συμφέροντος».

Αυτή η σκέψη αφορά άμεσα και τα πανεπιστήμια.

Διότι τα δημόσια ΑΕΙ δεν είναι απλώς φορείς παροχής πτυχίων. Είναι θεσμοί στρατηγικής γνώσης, έρευνας, κοινωνικής κινητικότητας και περιφερειακής ανάπτυξης. Είναι θεσμοί που μπορούν να οργανώνουν μακροπρόθεσμες εθνικές και ευρωπαϊκές αποστολές: από την πράσινη μετάβαση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό μέχρι τη δημοκρατική ανθεκτικότητα.

Η υποχώρηση του δημόσιου ρόλου στην Ανώτατη Εκπαίδευση δεν συνιστά εκσυγχρονισμό. Συνιστά θεσμική αποεπένδυση.

Ποιότητα κατά περίπτωση;

Η ΕΘΑΑΕ έχει θέσει αυστηρό πλαίσιο για τη δημιουργία Ιατρικών Σχολών—και ορθώς. Η ποιότητα στην εκπαίδευση των γιατρών δεν επιδέχεται εκπτώσεις.

Το ερώτημα όμως είναι απλό: γιατί αυτή η αυστηρότητα δεν αποτελεί καθολική αρχή;

Οι κατευθύνσεις της European Association for Quality Assurance in Higher Education και τα ESG προβλέπουν συνεκτικά και συγκρίσιμα κριτήρια ποιότητας για όλα τα επιστημονικά πεδία.

Στην ελληνική περίπτωση φαίνεται να διαμορφώνεται ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων:

  • αυστηροί κανόνες όπου υπάρχει υψηλή κοινωνική ευαισθησία,
  • χαλαρότερη εποπτεία όπου κυριαρχεί η λογική της αγοράς.

Αυτό όμως δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι θεσμική ασυνέπεια.

Η απαίτηση είναι σαφής: ενιαία, αυστηρά και επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια πιστοποίησης για όλα τα προγράμματα σπουδών, ανεξαρτήτως φορέα και γνωστικού αντικειμένου.

Το ψευδές αφήγημα της ανταγωνιστικότητας

Η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων προβάλλεται ως εργαλείο ανταγωνιστικότητας. Όμως η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι τα ισχυρά πανεπιστημιακά συστήματα δεν οικοδομούνται σε συνθήκες ρυθμιστικής χαλαρότητας, αλλά μέσα από στρατηγικό συντονισμό και δημόσια επένδυση.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της European Universities Initiative, προωθεί συνεργασίες, κοινά προγράμματα και ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης—όχι την απορρύθμιση και τον κατακερματισμό. Ένα διαφορετικό μοντέλο: συνεργατικά δίκτυα πανεπιστημίων, κοινή έρευνα, δημόσια επένδυση και διασύνδεση της γνώσης με κοινωνικές ανάγκες.

Στην Ελλάδα, αντί για μια συνεκτική στρατηγική εντός αυτού του πλαισίου, επιλέγεται μια παράκαμψη: η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος χωρίς σαφείς εγγυήσεις ποιότητας και ισότητας.

Το αποτέλεσμα δεν θα είναι περισσότερη ανταγωνιστικότητα. Θα είναι περισσότερη ανισότητα και χαμηλότερη θεσμική αξιοπιστία.

Από την αγορά γνώσης στη δημόσια αποστολή

Αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη ευρωπαϊκή συζήτηση σήμερα: όχι λιγότερο δημόσιο, αλλά πιο ικανό, στρατηγικό και δημοκρατικά λογοδοτούμενο δημόσιο.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Ή θα αντιμετωπίσει τα πανεπιστήμια ως θεσμούς συλλογικής προοπτικής και κοινωνικής συνοχής ή θα τα μετατρέψει σε μια ακόμη αγορά άνισης πρόσβασης.

Το ερώτημα τελικά δεν είναι αν θα έχουμε περισσότερα πανεπιστήμια.

Το ερώτημα είναι αν θα έχουμε πανεπιστήμια που υπηρετούν την κοινωνία ή πανεπιστήμια που αναπαράγουν τις ανισότητές της.

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Ρουσφέτι: Βολικός μύθος για συμψηφισμούς και απαξίωσης του δημόσιου έναντι του ιδιωτικού τομέα


Δημοσίευση στην Εφημερίδα των Συντακτών 20/ 04/2026

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/508804_roysfeti-bolikos-mythos-gia-sympsifismoys

Το αφήγημα που θέλει το ρουσφέτι να αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα του δημόσιου τομέα —και μάλιστα ελληνική διαχρονική ιδιαιτερότητα— με αφορμή κι το σκάνδαλο το ΟΠΕΚΕΠΕ αναπαράγεται με αξιοσημείωτη ένταση.

Πρόκειται, για μια υπεραπλουστευτική —και συχνά ιδεολογικά φτιασιδωμένη— ανάγνωση της πραγματικότητας που, εκτός των άλλων, στοχεύσει να διασκεδαστούν πτυχές της αναποτελεσματικότητα του κράτους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη και λιγότερο βολική για απλουστευτικές χρήσεις επικοινωνιακής διαχείρισης της συγκυρίας.

Κατ’ αρχάς, η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα, μεταπολιτευτικά, δημιουργώντας θεσμικά αντίβαρα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Είτε αυτά αφορούν στις προσλήψεις προσωπικού στο Δημόσιο είτε ως προς του διαγωνισμούς αναθέσεων, έργων και υπεργολαβιών. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) λόγου χάρη, από τη θέσπισή του έως σήμερα, αποτέλεσε ένα κρίσιμο εργαλείο κατοχύρωσης αντικειμενικών διαδικασιών στις προσλήψεις του Δημοσίου. Αντιστοίχως η θεσμική παρακολούθηση διαγωνισμών έργων και συμβάσεων του Δημοσίου, με προσαρμογή στην ευρωπαϊκή θεσμική αρχιτεκτονική.

Παρά τις αδυναμίες στην υλοποίηση τους, η Χώρα εντάσσεται σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο κράτους δικαίου που προϋποθέτει διαφάνεια και ισονομία και αποτελούν κανονιστικές αρχές και όχι απλώς ευχές.

Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν κανόνες, αλλά ποιος τους τηρεί —και ποιος τους υπονομεύει. Και εδώ ανακύπτει ευθέως η ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας. Η εκάστοτε κυβέρνηση δεν είναι απλός διαχειριστής των θεσμών. Είναι και ο βασικός φορέας που καθορίζει το «ηθικά νομιμοποιητικό κλίμα» μέσα στο οποίο οι θεσμοί λειτουργούν.

Όταν η διοίκηση εκπέμπει το μήνυμα ότι οι διαδικασίες μπορούν να παρακαμφθούν «κατ’ εξαίρεση», τότε η εξαίρεση τείνει να γίνει κανόνας. Και όταν αυτό συμβαίνει υπό την πολιτική εποπτεία της κυβέρνησης, τότε δεν πρόκειται απλώς για διοικητική αστοχία, αλλά για μορφή ηθικής νομιμοποίησης της μεροληψίας.

Είναι στο DNA της ελληνικής κουλτούρας και παράδοσης?

Το πρόβλημα δεν αφορά στη “Τουρκοκρατία” ούτε αποκλειστικά στην ελληνική διοικητική και κοινωνική κουλτούρα. Ούτε προφανώς και περιορίζεται στον ελληνικό δημόσιο τομέα. Το συναντούμε κατά περιόδους, σε διάφορες χώρες και περιπτώσεις, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, όπου οι βασικές αρχές του management δεν ηγεμονεύουν και κυριαρχεί ένας ιδιότυπος διοικητισμός ανορθολογικού υπόβαθρου.

Η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι αναπτύσσονται, κατά περιόδους, τέτοια φαινόμενα, μιας και οι δυο τομείς δεν λειτουργούν σε ένα «κενό κοινωνικών σχέσεων». Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου οι άτυπες σχέσεις επηρεάζουν τόσο τις προσλήψεις όσο και την ανάθεση έργων και κατανομή πόρων. Πολλά είναι τα επιστημονικά άρθρα που αναφέρονται στη σημασία των άτυπων δικτύων (networks), της κοινωνικής εγγύτητας και των προσωπικών συστάσεων στις διαδικασίες πρόσληψης αλλά και εταιρικών συνεργασιών. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό που περιγράφεται ως «referral hiring» ή «network-based recruitment» θεωρείται όχι απλώς αποδεκτό, αλλά και "καλή πρακτική".

Μια ιδιαίτερη περίπτωση στην Ελλάδα, από τον ιδιωτικό τομέα είναι διαφωτιστική. Στον χώρο της ναυτιλίας π.χ., όπου κυριαρχούν αναμφιβόλως τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ο διεθνής ανταγωνισμός, συχνά υπάρχει επιρροή από προσωπικές γνωριμίες, κοινωνικά και οικογενειακά δίκτυα. Άλλη περίπτωση είναι ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), στις παρούσες συνθήκες λειτουργίας υπό ιδιωτικό καθεστώς ιδιοκτησίας, είναι καταγεγραμμένο ότι η κοινωνικο-τοπική σύνθεση εργαζομένων, στις συγκεκριμένες εταιρείες ενοικίασης λιμενεργασίας, έχει κατά κόρον συνδεθεί με παρεμβάσεις και «τηλεφωνήματα» πολιτικών και τοπικών παραγόντων. Πρόκειται για πρακτικές που δύσκολα εντάσσονται στο ιδεατό μοντέλο μιας «καθαρής αγοράς».

Προφανώς και αυτά τα φαινόμενα δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Στη Γαλλία, η έννοια του «piston» (γνωριμία που ανοίγει πόρτες) είναι κοινωνικά αναγνωρισμένη. Στην Ιταλία, το «raccomandazione» αποτελεί διαχρονικό μοτίβο. Στις ΗΠΑ, έρευνες δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό θέσεων καλύπτεται μέσω εσωτερικών συστάσεων, ενώ σε αγορές όπως της Κίνας, το «guanxi» (δίκτυο προσωπικών σχέσεων) αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής δραστηριότητας.

Η λογική είναι απλή: η εμπιστοσύνη μειώνει το ρίσκο. Όμως εκεί ακριβώς αρχίζει η συζήτησή μας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος των βουλευτών. Η δημοκρατική τους αποστολή περιλαμβάνει την προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών που εκπροσωπούν και την ανάδειξη προβλημάτων της κοινωνίας. Όμως η θεμιτή πολιτική διαμεσολάβηση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο μεροληπτικής παρέμβασης εξυπηρέτηση συγκεκριμένων προσώπων εις βάρος άλλων που έχουν τα ίδια δικαιώματα.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: χωρίς αυτήν, η πολιτική λειτουργία εκφυλίζεται σε μηχανισμό άνισης μεταχείρισης. Και τότε το ρουσφέτι δεν είναι απλώς μια «παθογένεια», αλλά ενσωματώνεται στην ίδια τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση των θεσμών σε όλα τα επίπεδα: σαφείς κανόνες, διαφάνεια στις αποφάσεις, πραγματικός έλεγχος και —κυρίως— πολιτική βούληση για την τήρησή τους. Εκείνο που διαφοροποιεί τα κράτη είναι η θεσμική οριοθέτηση αυτών των πρακτικών. Και αυτή η επιλογή δεν είναι τεχνική.

Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί να υπάρχει το ρουσφέτι —αλλά γιατί συνεχίζει να βρίσκει χώρο να υπάρχει.

Ελλάδα: Στρατηγική διεθνών συμμαχιών χωρίς προβολή στο μέλλον

 

Η ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια ιδιότυπη για τη χώρα αρρυθμία: επιλέγει να επενδύει σε γεωπολιτικές κατευθύνσεις διαφορετικές από αυτές του μεταπολιτευτικού της παρελθόντος, όταν μάλιστα σε σύντομο χρόνο φαίνονται οι παίκτες αυτών των συμμαχιών να υφίστανται διεθνή, τουλάχιστον, επιφύλαξη και να την απομονώνουν πολιτικά από τους οργανικούς της συμμάχους (ΕΕ).

Η στενή σύμπλευση με το Ισραήλ παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια ως υπόδειγμα ρεαλισμού και σταθερότητας σε μια ασταθή περιοχή. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι το έδαφος κάτω από αυτή τη στρατηγική μετακινείται ταχύτατα — και η Αθήνα μοιάζει να μην έχει οργανώσει την μεταβολή και προσαρμογή στις νέες καταστάσεις την πυξίδα της.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συζήτηση για τη σχέση με το Ισραήλ έχει αλλάξει ποιοτικά. Δηλώσεις όπως αυτές του Rahm Emanuel, που πριν λίγο καιρό θα θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητες, πλέον εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ρεύμα εντός του Δημοκρατικού κόμματος που αμφισβητεί ανοιχτά τη συνέχιση της άνευ όρων στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης. Δεν πρόκειται ακόμη για επίσημη πολιτική γραμμή — αλλά πρόκειται σαφώς για μια μετατόπιση με βάθος και προοπτική.

Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη καταγράφεται μια παράλληλη —και σε ορισμένες περιπτώσεις ταχύτερη— διαφοροποίηση. Πέραν της Ισπανίας, ολοένα και περισσότερες χώρες υιοθετούν πιο αυστηρή στάση απέναντι στις επιλογές του Ισραήλ που αφορούν στη Γάζα και τις μέρες αυτές στον Λίβανο, αλλά και απέναντι στη στάση των ΗΠΑ. Η πρόσφατη συνάντηση στη Βαρκελώνη, στο πλαίσιο της «Παγκόσμιας Προοδευτικής Κινητοποίησης», με τη συμμετοχή ηγετών κρατών, κομμάτων και διεθνών οργανισμών, δεν ήταν ένα απλό πολιτικό γεγονός. Φαίνεται να αποτελεί ένδειξη των κατευθύνσεων που διαμορφώνονται στο διεθνές προοδευτικό στρατόπεδο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική στάση δείχνει ολοένα και πιο μονοδιάστατη.

Το πρόβλημα προφανώς και δεν είναι η συνεργασία με το Ισραήλ. Καμία σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν μπορεί και δεν αποκλείει αντίστοιχες συνεργασίες. Το πρόβλημα είναι η έλλειψη ευελιξίας και εναλλακτικών. Η εντύπωση ότι η Ελλάδα έχει επενδύσει σχεδόν αποκλειστικά σε έναν άξονα, ο οποίος μάλιστα ταυτίζεται όλο και περισσότερο με τις επιλογές προσώπων όπως ο Donald Trump και ο Benjamin Netanyahu, δημιουργεί ένα στρατηγικό κενό.

Διότι η γεωπολιτική δεν είναι στατική. Οι συμμαχίες δεν είναι μόνιμες και, κυρίως, δεν είναι άνευ όρων. Είναι εργαλεία που απαιτούν συνεχή επαναξιολόγηση.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα τα τελευταία χρόνια είναι ότι μοιάζει να κινείται εκτός συγχρονισμού με τις ευρύτερες τάσεις:
όταν η Ευρώπη διατηρούσε πιο φιλοϊσραηλινή στάση, η Ελλάδα κρατούσε αποστάσεις. Σήμερα, που σημαντικά τμήματα της Ευρώπης επανατοποθετούνται, η Αθήνα εμφανίζεται πιο ευθυγραμμισμένη από ποτέ.

Αν αυτή η τάση παγιωθεί, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί όχι απλώς εκτεθειμένη, αλλά και πολιτικά απομονωμένη σε κρίσιμα ευρωπαϊκά fora.

Το διακύβευμα δεν είναι ιδεολογικό. Είναι βαθιά στρατηγικό.

Μια σύγχρονη εξωτερική πολιτική οφείλει να είναι πολυδιάστατη: να διατηρεί σχέσεις, να χτίζει γέφυρες, να αφήνει ανοικτά κανάλια. Να μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με διαφορετικά μπλοκ και να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες ισορροπίες.

Και τελικά να διαμορφώνει συμμαχίες αρχών, με βάση το διεθνές δίκαιο που είναι η μοναδική πλατφόρμα για τα δίκαια συμφέροντά της

Αντί αυτού, η ελληνική προσέγγιση δίνει την εντύπωση μιας πολιτικής που έχει «κλειδώσει» σε ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό αφήγημα (ΗΠΑ, Ισραήλ κλπ), χωρίς σαφή πρόβλεψη και σχέδιο για το τι θα συμβεί αν το αφήγημα αυτό πάψει να είναι κυρίαρχο.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα: όχι η επιλογή κατεύθυνσης, αλλά η μονομέρεια και η απουσία εναλλακτικών επιλογών.

Γιατί στην εξωτερική πολιτική, το πραγματικό ρίσκο δεν είναι να πάρεις θέση. Είναι να μην μπορείς να την αλλάξεις όταν αλλάζουν τα δεδομένα.

Και μάλιστα όταν βγαίνεις εκτός του ευρωπαϊκού κύκλου.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Όταν το κράτος γίνεται εργαλείο ιδιωτικού προσπορισμού: Από τη Μαόνα της Χίου στις σύγχρονες γεωπολιτικές επιχειρήσεις του προέδρου Τραμπ.


Η σκέψη ότι ζούμε σε μια πρωτόγνωρη εποχή, όπου ιδιωτικά κεφάλαια επηρεάζουν ή ακόμη και καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ισχυρών κρατών, έχει δυστυχώς ιστορικά προηγούμενα. Και είναι ακριβώς εκεί που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση για την «επανάληψη της Ιστορίας ως φάρσας».

Η διαπλοκή οικονομικής ισχύος και κρατικής εξουσίας δεν αποτελεί νεωτερικό φαινόμενο. Αντιθέτως, είναι βαθιά ριζωμένη στην εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας. Από τον ύστερο Μεσαίωνα μέχρι την αποικιοκρατία και τη σύγχρονη γεωπολιτική, η σχέση αυτή επανεμφανίζεται με διαφορετικές μορφές αλλά με εντυπωσιακή συνέπεια ως προς τη λογική της.

Όταν όλα γίνονται εμπόρευμα, στο τέλος εμπορευματοποιείται η πολιτική κρατών και προφανώς η ίδια η δημοκρατία.


Ιδιωτικά συμφέροντα και κρατική ισχύς: μια διαχρονική σχέση αλληλεξάρτησης

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η περίπτωση της Χίου το 1346. Τότε, μια ομάδα Γενοβέζων πλοιοκτητών της περιόδου, που μετά κάποια δράση τους οργανώθηκαν σε Εταιρία, στην περίφημη «Μαόνα», κατέλαβε το νησί στο πλαίσιο στρατιωτικής επιχείρησης που χρηματοδοτήθηκε ιδιωτικά. Η συμφωνία, εκ των υστέρων, του κράτους της Γένοβας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν εξόχως αποκαλυπτική: δεν είχε την πρωτοβουλία το κράτος της Γένοβας για την δράση αυτή των πλοιοκτητών και ως εκ τούτου, οι ιδιώτες, θα αποχωρούσαν όταν αποζημιώνονταν για τα έξοδά τους. Μέχρι τότε, θα διατηρούσαν τον πλήρη έλεγχο του νησιού και των προσόδων του. Στην πράξη, η Χίος μετατράπηκε σε εταιρική κτήση, με τη μαστίχα και τα άλλα προϊόντα της να αποτελούν αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης.

Η περίπτωση της Μαόνας δεν είναι απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο. Είναι ένα πρότυπο. Αναδεικνύει έναν μηχανισμό όπου το κράτος, άλλοτε ως αδύναμο και άλλοτε ως πρόθυμο, εκχωρεί κυριαρχία σε ιδιωτικά συμφέροντα, τα οποία με τη σειρά τους λειτουργούν ως “πιστωτές”, διαχειριστές και τελικά κυρίαρχοι. Η σχέση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά δομική: το κράτος παρέχει τη νομιμοποίηση και τη στρατιωτική ισχύ, ενώ οι ιδιώτες προσφέρουν κεφάλαια και επιχειρησιακή ευελιξία.


Από τις εταιρείες των Ινδιών στη νέα εποχή «επιχειρηματικής» εξωτερικής πολιτικής

Η ίδια λογική επανεμφανίζεται με ακόμη πιο έντονο τρόπο κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Οι μεγάλες εμπορικές εταιρείες, όπως oι αγγλικές και Ολλανδικές «Εταιρείες των Ινδιών» όπως αυτές εμφανίστηκαν και εξελίχθηκαν ιδιαιτέρως στις Ανατολικές Ινδίες, δεν ήταν απλώς εμπορικοί οργανισμοί. Ήταν υβριδικά σχήματα με κρατικά προνόμια. Διέθεταν στρατούς, συνήπταν συνθήκες, ασκούσαν διοίκηση και πολλές φορές καθόριζαν την εξωτερική πολιτική των μητροπολιτικών κρατών. Η περίπτωση της Ινδίας είναι ενδεικτική: η Βρετανική κυριαρχία ξεκίνησε ως εταιρική δραστηριότητα και μόνο εκ των υστέρων μετατράπηκε σε άμεση κρατική διοίκηση.

Η ιστοριογραφία έχει αναδείξει επανειλημμένα ότι αυτές οι εταιρείες λειτουργούσαν ως «προεκτάσεις» του κράτους, αλλά ταυτόχρονα και ως αυτόνομοι δρώντες παράγοντες, με δικά τους συμφέροντα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις ακολουθούσαν τις εξελίξεις αντί να τις καθοδηγούν, επικυρώνοντας εκ των υστέρων τετελεσμένα που είχαν δημιουργηθεί από ιδιώτες. Το κόστος —πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό— κοινωνικοποιούνταν, ενώ τα κέρδη ιδιωτικοποιούνταν.

Στη σύγχρονη εποχή, η μορφή έχει αλλάξει, αλλά ο πυρήνας παραμένει αναγνωρίσιμος. Η παγκοσμιοποίηση, η χρηματοπιστωτική ισχύς και η συγκέντρωση κεφαλαίου έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα διαθέτουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν όχι μόνο οικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές αποφάσεις.


Μύθος ή στρατηγική; Η επανεμφάνιση ενός παλαιού μοντέλου εξουσίας

Στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική πολιτική ισχυρών κρατών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, συχνά παρουσιάζεται ως προϊόν εθνικού συμφέροντος. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι το «εθνικό συμφέρον» δεν είναι πάντα ενιαίο. Αντίθετα, συχνά αντανακλά τη σύγκλιση συγκεκριμένων οικονομικών ομάδων με τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η ιδέα ότι πρόκειται για «ετερογονία των σκοπών» είναι βολική αλλά ανεπαρκής. Σε πολλές περιπτώσεις, η σύμπτωση μεταξύ πολιτικής δράσης και ιδιωτικού κέρδους είναι υπερβολικά συστηματική για να θεωρηθεί τυχαία. Αντίθετα, φαίνεται να πρόκειται για στρατηγικό σχεδιασμό, όπου το κράτος λειτουργεί ως εργαλείο για την προώθηση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων. Η δυνατότητα εσωτερικής πληροφόρησης για αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν και να επηρεάσουν τις τιμές συναλλαγών στα διεθνή χρηματιστήρια, δεν είναι κάτι που δεν έχει σχολιασθεί στους ταραγμένους καιρούς μας.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια ακόμη διάσταση — ίσως η πιο κυνική. Αυτή η ιμπεριαλιστική πρακτική, που συχνά κινείται στα όρια ή και πέραν του διεθνούς δικαίου —ένα πλαίσιο που τα τελευταία χρόνια έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα, ιδίως κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Donald Trump— δεν παρουσιάζεται ποτέ ως αυτό που είναι.

Αντιθέτως, ντύνεται με τον μανδύα της «προάσπισης της δημοκρατίας» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Η υποκρισία εδώ φτάνει σε επίπεδα σχεδόν θεατρικά. Επεμβάσεις, οικονομικοί αποκλεισμοί ή απόπειρες πολιτικής αποσταθεροποίησης δικαιολογούνται ως ηθικές υποχρεώσεις απέναντι σε λαούς που «υποφέρουν».

Τα παραδείγματα είναι πολλά και διαχρονικά. Στη Βενεζουέλα η πίεση για αλλαγή καθεστώτος συνδυάστηκε με έντονα ενεργειακά και γεωοικονομικά συμφέροντα. Στο Ιράν, από το πραξικόπημα του 1953 μέχρι τις σύγχρονες κυρώσεις και την παρούσα πολεμική δράση, η επίκληση της «σταθερότητας», των «πυρηνικών», των «βαλλιστικών πυραύλων», της «Δημοκρατίας» και των «δικαιωμάτων»… συνυπάρχει αν δεν πρωτεύουν, με στρατηγικούς και ενεργειακούς υπολογισμούς. Στην Κούβα, ο πολύχρονος αποκλεισμός παρουσιάστηκε ως μέσο πίεσης για εκδημοκρατισμό, ενώ στην πράξη αποτέλεσε εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.

Η επαναλαμβανόμενη αυτή ρητορική δεν είναι τυχαία. Αποτελεί μηχανισμό νομιμοποίησης. Όπως άλλοτε οι εμπορικές εταιρείες επικαλούνταν τον «εκπολιτισμό» και το εμπόριο για να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, έτσι και σήμερα η γλώσσα των «δικαιωμάτων» λειτουργεί ως ηθικό άλλοθι για πολιτικές που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα.

Η αναλογία με τη Μαόνα της Χίου γίνεται εδώ ακόμη πιο αιχμηρή. Τότε, η οικονομική εκμετάλλευση παρουσιαζόταν ως αναγκαία αποζημίωση. Σήμερα, παρουσιάζεται ως παρέμβαση υπέρ αξιών. Η ουσία, όμως, παραμένει εντυπωσιακά σταθερή.


Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ζούμε κάτι νέο. Το ερώτημα είναι αν αναγνωρίζουμε το παλαιό όταν επανεμφανίζεται με νέα μορφή — και αν είμαστε διατεθειμένοι να δούμε πίσω από τη ρητορική, εκεί όπου η ισχύς και το συμφέρον συνεχίζουν να συνδιαμορφώνουν την ιστορία.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Από τη διαφωνία στη δαιμονοποίηση του "άλλου": συζήτηση για τον πολιτικό μας πολιτισμό.


Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο στις κάλπες. Κρίνεται, κυρίως, στον τρόπο που διαφωνούμε. Στον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στον "άλλο", τον "απέναντί" μας και ιδιαιτέρως όταν οι δρόμοι μας χωρίζουν με αυτόν που κάποια στιγμή είμαστε μαζί.

Και αν κάτι γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητικό στη δημόσια σφαίρα των ημερών μας—ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης—είναι η διολίσθηση από την πολιτική διαφωνία στην προσωπική απαξίωση, και από εκεί, συχνά, στην ανοιχτή εχθρότητα.

Υπήρξαν, στην μεταπολίτευση, εποχές—όχι ιδανικές, αλλά σίγουρα πιο ώριμες—όπου οι πολιτικές διαφορές ή ακόμη και οι διασπάσεις, δεν σήμαιναν και ηθική εξόντωση του/των απέναντι ή ακόμη και των/του «πρώην συνοδοιπόρου/ων».

Από τις προσωπικές μου εμπειρίες στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς μέχρι το εκσυγχρονιστικό κέντρο, για παράδειγμα, οι διαφωνίες ήταν συχνές, οι αποκλίσεις παρούσες και οι αποχωρήσεις, από τις μικρές ή μεγάλες συλλογικότητες, στην ημερήσια διάταξη... Αυτό όμως που τις χαρακτήριζε ήταν ότι συνήθως συνοδεύονταν από μια κουλτούρα διαλόγου, κάποιου αμοιβαίου σεβασμού και, πολλές φορές, ακόμη και ανθρώπινης εγγύτητας που άντεχε στον χρόνο. Ήταν αυτό που είχε ονομασθεί και ως βελούδινα διαζύγια”.

Οι άνθρωποι που βρέθηκαν μαζί σε συλλογικές διαδρομές—στον Ρήγα, στον Συνασπισμό, σε πολιτικές πρωτοβουλίες όπως ο ΟΠΕΚ και άλλες συγκλίσεις με το ευρύτερο εκσυγχρονιστικό κέντρο, μετά τις όποιες πολιτικές τους εντάξεις —δεν μετατράπηκαν αυτομάτως σε «εχθρούς» όταν διαφοροποίησαν τις επιλογές τους. Οι σχέσεις δοκιμάστηκαν, αλλά δεν διαλύθηκαν. Η διαφωνία δεν ακύρωσε τη μνήμη της κοινής πορείας, ούτε την εκτίμηση για τον άνθρωπο πίσω από την πολιτική στάση.

Παρεκτός όταν υπήρξαν εμφανή και αποδεδειγμένα υποκειμενικά κριτήρια σκοπιμότητας και ωφελιμισμού στις επιλογές τους ή ποινικά κολάσιμες πράξεις…

Αυτό το ήθος το βίωσα με πρόσωπα και σχέσεις. Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης ή και ο Νίκος Θέμελης για παράδειγμα, υπήρξαν μορφές που ενσάρκωναν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να διαφωνείς χωρίς να διαρρηγνύεις, να επιμένεις χωρίς να απαξιώνεις. Αντίστοιχα, οι διαδρομές σε πολύ πιο προσωπικό επίπεδο, όπου οι πολιτικές διαφωνίες με επιλογές που συνδέθηκαν αργότερα με τον Αλέξη Τσίπρα κάποιων ή νωρίτερα με τον Κώστα Σημίτη άλλων, δεν σήμαιναν την κατάργηση της δυνατότητας διαλόγου. Αντιθέτως, αποτέλεσαν αφορμές για συνεχή «αναθεώρηση» των σκέψεων μας, μέσα από μια διαλεκτική κατανόηση των διαφορών.

Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερο μετά και την τελευταία δεκαετία, φαίνεται να κυριαρχεί μια διαφορετική νοοτροπία. Όσο υπάρχει πολιτική συμφωνία, οι αδυναμίες, οι αντιφάσεις, ακόμη και τα προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα του "άλλου" «αγνοούνται» ή αποσιωπώνται. Μόλις εμφανιστεί η διαφωνία, τα ίδια αυτά στοιχεία ανασύρονται, διογκώνονται και εργαλειοποιούνται. Η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση και η διαφωνία σε ηθική καταδίκη.

Η επιδείνωση αυτής της κατάστασης δεν είναι άσχετη με τις βαθιές πληγές που άφησε η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας στην Ελλάδα. Η ανασφάλεια, η οργή και η απογοήτευση διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου ο δημόσιος λόγος έγινε πιο επιθετικός, πιο απόλυτος, πιο διχαστικός. Ωστόσο, πέρα από τις κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η συγκρότηση ενός λόγου που επένδυσε συνειδητά στην τοξικότητα και τον μανιχαϊσμό.

Σε πρώτη φάση ο ΣΥΡΙΖΑ, που ερχόταν, νομιμοποίησε σιωπηλά ή και δημόσια στο λόγο του, κάθε τι που ήταν διαφορετικό από αυτό που τότε εξέφραζε. Δεν ήταν τυχαία και η παρουσία μελών του σε προσπάθειες να εμποδίσουν εσωτερικές διαδικασίες ή εκδηλώσεις άλλων κομμάτων και συγκεκριμένα του ΠΑΣΟΚ, εκείνη την εποχή λίγο πριν το ’15.

Ακολούθως έχουμε την λεγόμενη «αντί-ΣΥΡΙΖΑ» συμμαχία—με πρωτεργάτες έναν ιδιότυπο ακραιοκεντρώο φανατισμό— που δεν περιορίστηκε σε πολιτική αντιπαράθεση. Συχνά επέλεξε τη σπίλωση, την ηθική απαξίωση και τη συστηματική απονομιμοποίηση οποιουδήποτε δεν ευθυγραμμιζόταν μαζί τους. Έτσι, η διαφωνία έπαψε να είναι στοιχείο της δημοκρατίας και μετατράπηκε σε αφορμή για στοχοποίηση.

Αντίστοιχα φαινόμενα δεν περιορίζονται όμως μόνο σε έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο, αλλά στο σύνολο της πολιτικής. Πρόσφατες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, με αφορμή τη στάση και τις παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ανέδειξαν παρόμοιες πρακτικές. Αντί η πολιτική διαφωνία να αντιμετωπιστεί ως στοιχείο εσωτερικού διαλόγου, συχνά συνοδεύτηκε από αιχμές, υπονοούμενα και προσωπικές στοχεύσεις που υπερέβαιναν το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Όταν ακόμη και σε κόμματα εξουσίας η διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται ως απειλή προς εξουδετέρωση και όχι ως συμβολή σε έναν ευρύτερο προβληματισμό, τότε η κρίση του πολιτικού πολιτισμού αποκτά πιο δομικά χαρακτηριστικά. Και αυτό αφορά συνολικά το πολιτικό σύστημα, όχι μεμονωμένες περιπτώσεις.

Η τοξικότητα αυτή, όταν γενικεύεται, διαπερνά ολόκληρο το εθνικό πολιτικό επίπεδο. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι πολίτες μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται την πολιτική όχι ως πεδίο σύνθεσης και αντιπαράθεσης ιδεών, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης ταυτοτήτων. Όμως, όσο βαθιές κι αν είναι οι πολιτικές μας διαφορές, υπάρχει μια θεμελιώδης αλήθεια που δεν μπορεί να παραγνωρίζεται: είμαστε όλοι πολίτες της ίδιας χώρας.

Δεν είμαστε εχθροί. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε ως αντίπαλα στρατόπεδα που επιδιώκουν την ηθική εξόντωση του άλλου. Η δημοκρατία προϋποθέτει σύγκρουση απόψεων, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί και ένα ελάχιστο κοινό έδαφος συνύπαρξης και αμοιβαίας αναγνώρισης.

Χρειάζεται να επαναφέρουμε μια βασική, αλλά ξεχασμένη διάκριση: άλλο η πολιτική διαφωνία, άλλο ο πολιτικός αντίπαλος και εντελώς άλλο ο εχθρός. Η σύγχυση αυτών των εννοιών οδηγεί αναπόφευκτα στην τοξικότητα που σήμερα βιώνουμε.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Η Ελλάδα σε "Εμπλοκή" χωρίς όνομα: Ανάμεσα σε Συμφωνίες, Συμμαχίες και Σιωπές.

Υπάρχουν στιγμές που μια χώρα φαίνεται να εισέρχεται σε έναν πόλεμο όχι με τυμπανοκρουσίες, αλλά σχεδόν αθόρυβα — μέσα από τεχνικές αποφάσεις, διμερείς συμφωνίες και επιχειρησιακές «λεπτομέρειες» που παρουσιάζονται ως αυτονόητες.

Έχει, άραγε, εμπλακεί εμμέσως η χώρα μας σε έναν πόλεμο που δεν αποφάσισε; Και αν ναι, με ποιους όρους, με ποιες εντολές και –κυρίως– με ποια πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση;

Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ρητορικά. Αναδύονται επιτακτικά μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, ότι ελληνική συστοιχία PATRIOT στη Σαουδική Αραβία αναχαίτισε ιρανικούς πυραύλους. 

Μια δήλωση που, προκάλεσε ενδεχομένως -σε κάποια μερίδα των πολιτών— ένα στιγμιαίο αίσθημα υπερηφάνειας, ότι ελληνικά συστήματα PATRIOT αναχαίτισαν ιρανικούς πυραύλους με κατεύθυνση τη Σαουδική Αραβία. Δίνοντας μια εικόνα για τα ελληνικά πολεμικά συστήματα που αναχαιτίζουν απειλές, αποδεικνύουν επιχειρησιακή επάρκεια και διεθνή ρόλο...

Αλλά η υπερηφάνεια δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διαύγεια σκέψεων.

Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι ελληνικές δυνάμεις μπορούν. Είναι υπό ποιες συνθήκες ενεργούν.

Η κυβέρνηση, δια των επίσημων εκφραστών της, εμφανίζεται να κινείται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις. Από τη μία, γίνεται λόγος για διμερή διακρατική συμφωνία Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας από το 2021. Από την άλλη, το ΓΕΕΘΑ εντάσσει την παρουσία της ελληνικής συστοιχίας στο πλαίσιο της διεθνούς πρωτοβουλίας «Integrated Air Missile Defense (IAMD) Concept».

Δύο διαφορετικές αφηγήσεις που δεν είναι κατ’ ανάγκην αντικρουόμενες, αλλά σίγουρα δεν είναι και απολύτως ταυτόσημες. – Ούτε ως προς τη νομική βάση, ούτε ως προς την επιχειρησιακή δραστηριότητα.

Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα.

Διότι αν πρόκειται για διμερή συμφωνία, τότε η Ελλάδα έχει αναλάβει –αυτοτελώς– την ευθύνη εμπλοκής σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον εκτός επικράτειας, με Έλληνες στρατιώτες να ενεργούν σε πραγματικές συνθήκες σύγκρουσης. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για ένταξη σε πολυεθνικό σχήμα αεράμυνας, τότε οφείλει να διευκρινιστεί ποια είναι η αλυσίδα εντολών: ποιος αποφασίζει την εμπλοκή; Με ποιους κανόνες; Υπό ποια πολιτική εποπτεία;

Η ασάφεια δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ουσία δημοκρατίας.

Διότι σήμερα, η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε μια ιδιότυπη κατάσταση: ελληνικά οπλικά συστήματα καταρρίπτουν πυραύλους τρίτης χώρας, εκτός ελληνικής επικράτειας, ενώ η ίδια η χώρα δεν έχει επισήμως εμπλακεί στον πόλεμο. Και μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου ευρωπαϊκές φωνές σπεύδουν να αποστασιοποιηθούν, δηλώνοντας ότι «αυτός ο πόλεμος δεν είναι της Ευρώπης».

Πού ακριβώς τοποθετείται η Ελλάδα σε αυτό το τοπίο;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε επικοινωνιακή ούτε αποσπασματική. Διότι η εμπλοκή –άμεση ή έμμεση– δεν είναι μόνο στρατιωτικό γεγονός. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή και τελικά, πράξη.

Και εδώ τίθεται ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: η επίκληση της κοινοβουλευτικής έγκρισης της συμφωνίας του 2021 από ευρύτερο, της κυβέρνησης, φάσμα πολιτικών δυνάμεων. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που, αν χρησιμοποιείται ως γενική «νομιμοποιητική ομπρέλα», είναι παραπλανητικό και σκόπιμο. Καμία διακρατική συμφωνία δεν αποτελεί λευκή επιταγή για επιχειρησιακή δράση, ανεξαρτήτως συνθηκών. Οι όροι, τα όρια και –κυρίως– οι κανόνες εμπλοκής έχουν σημασία. Και αυτοί δεν έχουν αποσαφηνιστεί δημόσια.

Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι αν η συμφωνία ήταν σωστή ή λάθος, που ψηφίστηκε από ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις– αυτό είναι μια άλλη, εξίσου σημαντική συζήτηση.

Η ουσία είναι ποιος αποφασίζει σήμερα, σε πραγματικό χρόνο, για ενέργειες που ενδέχεται να καταστήσουν τη χώρα μέρος μιας σύγκρουσης.

Σε μια περίοδο όπου οι γραμμές μεταξύ άμυνας, αποτροπής και εμπλοκής γίνονται όλο και πιο θολές, η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποχρέωση.

Διότι πίσω από το αφήγημα της επιχειρησιακής επιτυχίας, αναδύονται σοβαρά ερωτήματα:

·       Με ποια εντολή έδρασαν τα ελληνικά πληρώματα;

·       Υπό ποιο επιχειρησιακό πλαίσιο;

·       Και κυρίως — σε ποιον πόλεμο ακριβώς συμμετέχει, έστω και εμμέσως, η Ελλάδα;

Η Ευρώπη, παρά τις εσωτερικές της αντιφάσεις, εξακολουθεί να κινείται —τουλάχιστον θεσμικά— στη λογική της αποκλιμάκωσης και της πολυμερούς διαχείρισης κρίσεων. Η μονομερής ή διμερής στρατιωτική δράση κρατών-μελών σε τρίτες περιοχές, ιδίως σε τόσο ευαίσθητα γεωπολιτικά περιβάλλοντα, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ευθυγραμμισμένη με αυτή τη φιλοσοφία.

Δεν πρόκειται για ζήτημα «πατριωτισμού» ή «εθνικής αξιοπρέπειας». Αυτά είναι εύκολα συνθήματα. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η θεσμική διαφάνεια και η δημοκρατική λογοδοσία.

Και η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει καθαρά:

Είναι αυτή η εμπλοκή μέρος συμμαχικής υποχρέωσης ή εθνικής επιλογής;
Ποιος δίνει την εντολή εμπλοκής;
Και, τελικά, ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη;

Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα γνωρίζει —και αν οι πολίτες της έχουν ενημερωθεί— σε ποιον πόλεμο συμμετέχει.

Και αν δεν το γνωρίζει, τότε το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από μια αντιφατική ανακοίνωση.

Είναι πρόβλημα στρατηγικής κατεύθυνσης.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Διεύρυνση με όρους πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης — Όχι στην πολιτική των «θυρωρών».

 

Οι τελευταίες ημέρες έφεραν ξανά στην επιφάνεια ένα γνώριμο φαινόμενο της ελληνικής πολιτικής ζωής: την προσπάθεια μετατροπής μιας πολιτικής συζήτησης σε πεδίο ηθικολογικής καχυποψίας και μικροπολιτικής αντιπαράθεσης.

Αφορμή αυτή τη φορά αποτέλεσαν ορισμένα ονόματα που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Επιτροπή Διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ.

Η αντίδραση δεν περιορίστηκε —όπως θα ήταν θεμιτό σε μια δημοκρατική συζήτηση— σε πολιτική κριτική ή σε έναν ουσιαστικό διάλογο για τα κριτήρια διεύρυνσης. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις μετατράπηκε σε μια συστηματική προσπάθεια απονομιμοποίησης αυτής καθαυτής της ίδιας της διαδικασίας. Και μάλιστα από κύκλους που, κατά κανόνα, δεν έκρυψαν ποτέ ότι βρίσκονται πολιτικά απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την προοπτική ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς.

Ας είμαστε σαφείς. Προφανώς και στη πολιτική υπάρχουν ενδεχόμενες αστοχίες ή και κάποιες λαθεμένες επιλογές που πρέπει να κρίνονται και να αξιολογούνται. Προφανώς σε μια δημοκρατική παράταξη η συζήτηση για αξιακά κριτήρια, για πολιτικές διαδρομές και για τις προϋποθέσεις συμμετοχής σε ένα εγχείρημα διεύρυνσης είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία. Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έχει πληρώσει, στο παρελθόν, το τίμημα επιλογών διεύρυνσής του, που δεν συνοδεύονταν πάντα από σαφείς πολιτικούς και κοινωνικούς όρους.

Ωστόσο, άλλο πράγμα η πολιτική συζήτηση και άλλο η επιχείρηση εγκαθίδρυσης ενός άτυπου μηχανισμού «πιστοποιητικών καθαρότητας». Είτε από την δεξιόφερτη "μόλυνση" είτε από την αριστερόφερτη…

Διότι αυτό ακριβώς επιχειρείται τις τελευταίες ημέρες: μια μετατόπιση της συζήτησης από το τι λένε οι άνθρωποι “σήμερα” και ποια κοινωνική προοπτική υπηρετούν “ σήμερα, στο πού ανήκαν “χθες” και ποια κομματική σφραγίδα φέρουν στο βιογραφικό τους.

Μια τέτοια λογική δεν συνιστά πολιτική αξιολόγηση. Συνιστά έλεγχο εισόδου με πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων και βεβαιώσεις παρελθουσών ιδεολογικών απόψεων.

Η ιστορική εμπειρία της Κεντροαριστεράς —στην Ελλάδα και διεθνώς— δείχνει το αντίθετο. Οι μεγάλες στιγμές της δεν γεννήθηκαν μέσα από διαδικασίες αποκλεισμών και «ταυτοτικών εξετάσεων». Γεννήθηκαν όταν οι δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις άνοιγαν τον ορίζοντά τους σε κοινωνικά στρώματα, ιδέες και πρόσωπα που αναζητούσαν ένα κοινό προγραμματικό έδαφος.

Η Κεντροαριστερά δεν συγκροτήθηκε ποτέ ως πολιτική «σέχτα» καθαρότητας. Δεν υπήρξε ποτέ λέσχη πιστοποιημένων μελών με «ένσημα ιδεολογικής ορθότητας» και ακλονητης πολιτικής σταθερότητας. Υπήρξε —και οφείλει να παραμείνει— ένα ρεύμα χειραφέτησης, κοινωνικής συμπερίληψης, δημοκρατικής αμφισβήτησης των ιεραρχιών και προπάντων προγραμματικής σύγκλισης.

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση που επιδιώκει να ανοίξει η Επιτροπή Διεύρυνσης είναι απολύτως πολιτική: αφορά ιδέες, κοινωνικές ανάγκες, προγραμματικές συγκλίσεις και τη δυνατότητα συγκρότησης μιας ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης που θα εκφράσει τις σύγχρονες αγωνίες της κοινωνίας.

Αντίθετα, η επιμονή σε ερωτήματα του τύπου «πόσο φιλο-ΣΥΡΙΖΑ ήταν κάποτε κάποιος», ή «πόσα ΠΑΣΟΚικά ένσημα διαθέτει» ή «πόσο αλληθώριζε προς έναν κυβερνητισμό με τον Μητσοτάκη» δεν υπηρετεί καμία πολιτική συζήτηση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής παγίδευσης: μετατρέπει τη στρατηγική ανασυγκρότησης μιας παράταξης σε εσωτερικό διαγωνισμό ιδεολογικής πιστοποίησης.

Και τελικά οδηγεί σε ένα αδιέξοδο: τη φίμωση εκείνων των φωνών που δεν διαθέτουν κομματικά παράσημα, αλλά έχουν κοινωνική εμπειρία, επαγγελματική γνώση και πραγματική αγωνία για το δημόσιο συμφέρον.

Η ουσία της διεύρυνσης δεν βρίσκεται στη διαγραφή της μνήμης ούτε στην άκριτη αποδοχή των πάντων. Δεν αποτελεί "κολυμβήθρα" εκκαθάρισης του όποιου παρελθόντος κανενός και καμιάς. Το παρελθόν μας για τον καθένα/μια μας προφανώς μετρά. Οι πολιτικές επιλογές μας μας χαρακτηρίζουν. Οι δε ευθύνες και —πολύ περισσότερο— οι ενδεχόμενες ποινικά κολάσιμες πράξεις αποτελούν σαφή όρια που καμία δημοκρατική παράταξη δεν μπορεί να αγνοήσει. Αλλά υπό τη δημοκρατική κρίση και αξιολόγηση των ίδιων των μελών του, στις θεσμοθετημένες διαδικασίες ανάδειξης και επιλογής των στελεχών. Όχι σε υποκειμενικού χαρακτήρα εκκαθαρίσεις και δολοφονία χαρακτήρων.

Η πολιτική δεν μπορεί να μετατραπεί σε αρχείο ταυτοτήτων.

Το κρίσιμο ερώτημα για κάθε πολίτη που επιθυμεί να συμμετάσχει σε μια διαδικασία ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς είναι απλό και ουσιαστικό:

Τι πιστεύει σήμερα; Ποιες κοινωνικές δυνάμεις εκπροσωπεί; Ποια συμφέροντα υπερασπίζεται; Και με ποιον τρόπο υπηρετεί στην πράξη αυτές τις αρχές στη δημόσια και επαγγελματική του ζωή;

Αυτά είναι τα πραγματικά πολιτικά κριτήρια.

Όσοι επιχειρούν να υποκαταστήσουν αυτή τη συζήτηση με μια κουλτούρα "θυρωρών" και “πιστοποιητικών φρονημάτων”, δεν προστατεύουν την ταυτότητα της Κεντροαριστεράς. Την συρρικνώνουν.

Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από αυτές τις φωνές προέρχονται από πολιτικούς ή επικοινωνιακούς χώρους που εδώ και χρόνια επενδύουν στη στρατηγική αποδυνάμωσης κάθε αυτόνομης προοδευτικής δύναμης που θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτικό πόλο απέναντι στη σημερινή συντηρητική διακυβέρνηση.

Η ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ και η διεύρυνση της δημοκρατικής παράταξης δεν μπορεί να προχωρήσει υπό το βάρος τέτοιων τεχνητών διλημμάτων.

Μπορεί να προχωρήσει μόνο μέσα από έναν ανοιχτό πολιτικό διάλογο με την κοινωνία, με προγραμματική σαφήνεια, με θεσμική σοβαρότητα και με εμπιστοσύνη στη δημοκρατική κρίση των πολιτών.

Γιατί τελικά η νομιμοποίηση μιας πολιτικής διεύρυνσης δεν απονέμεται από «μητρώα γνησιότητας».

Απονέμεται από την ίδια την κοινωνία.

Αντιπαράθεση με την κουλτούρα "τοξικού" λόγου: Υποχρέωση των δυνάμεων εθνικής ευθύνης.

  Απευθύνεται κυρίως σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις "κυβερνητικής ευθύνης", στους δημοκρατικούς πολιτικούς φορείς και στη κο...