Η ίδρυση των λεγόμενων «μη κρατικών» πανεπιστημίων στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως τομή εκσυγχρονισμού. Πίσω όμως από τις κορδέλες και τη ρητορική περί «ελευθερίας επιλογών», διαμορφώνεται μια βαθιά πολιτική μετατόπιση: από την Ανώτατη Εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό προς ένα πεδίο άνισης, αγοραίας πρόσβασης.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα το θέμα δεν είναι απλώς
ένα ελληνικό ζήτημα, που θα το διαχειριστούν εθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων.
Είναι πλέον ευρωπαϊκό ζήτημα.
Η Ελλάδα συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης
Εκπαίδευσης, προϊόν της Bologna Process, και δεσμεύεται από τα πρότυπα
ποιότητας των ESG Standards. Οι αρχές αυτές δεν είναι διακοσμητικές: αφορούν τη
διαφάνεια, τη συγκρισιμότητα τίτλων, την κοινωνική συνοχή και την ισότιμη
πρόσβαση στη γνώση.
Αυτό θα επιχειρήσουμε στο σχόλιό μας να
αναδείξουμε την αντίφαση της ελληνικής πολιτικής και της ευρωπαϊκής στρατηγικής σύγκλισης.
Το κοινωνικό
κεκτημένο υπό πίεση
Η μεταπολιτευτική ανάπτυξη της δημόσιας Ανώτατης
Εκπαίδευσης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες δημοκρατικές κατακτήσεις της
χώρας. Όπως έχει επισημανθεί εύστοχα, «η διεύρυνση της δημόσιας Ανώτατης
Εκπαίδευσης… έδωσε προοπτική σε νέους ανθρώπους που αλλιώς δεν θα την είχαν».
Αυτό το άνοιγμα δεν ήταν μόνο εθνική επιλογή.
Συνδέθηκε με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το οποίο αντιμετώπιζε την
εκπαίδευση όχι ως εμπόρευμα αλλά ως επένδυση στη δημοκρατία, στην κινητικότητα
και στη συλλογική πρόοδο.
Σήμερα, όμως, η εμφάνιση ιδρυμάτων με δίδακτρα
πολλών χιλιάδων ευρώ δημιουργεί ένα παράλληλο σύστημα με σαφή ταξικά
χαρακτηριστικά. Η πρόσβαση μετατρέπεται σταδιακά από κοινωνικό δικαίωμα σε
οικονομική δυνατότητα.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο κοινωνικό. Είναι
και αναπτυξιακό.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο «A New Economics for the
21st Century» (Mariana Mazzucato και Lara Merling ) επισημαίνεται ότι οι
μεγάλες μεταβάσεις του 21ου αιώνα απαιτούν ισχυρούς δημόσιους θεσμούς «με
ικανότητα να επενδύουν, να συντονίζουν και να ρυθμίζουν προς όφελος του κοινού
συμφέροντος».
Αυτή η σκέψη αφορά άμεσα και τα πανεπιστήμια.
Διότι τα δημόσια ΑΕΙ δεν είναι απλώς φορείς
παροχής πτυχίων. Είναι θεσμοί στρατηγικής γνώσης, έρευνας, κοινωνικής
κινητικότητας και περιφερειακής ανάπτυξης. Είναι θεσμοί που μπορούν να
οργανώνουν μακροπρόθεσμες εθνικές και ευρωπαϊκές αποστολές: από την πράσινη
μετάβαση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό μέχρι τη δημοκρατική ανθεκτικότητα.
Η υποχώρηση του δημόσιου ρόλου στην Ανώτατη
Εκπαίδευση δεν συνιστά εκσυγχρονισμό. Συνιστά θεσμική αποεπένδυση.
Ποιότητα κατά
περίπτωση;
Η ΕΘΑΑΕ έχει θέσει αυστηρό πλαίσιο για τη
δημιουργία Ιατρικών Σχολών—και ορθώς. Η ποιότητα στην εκπαίδευση των γιατρών
δεν επιδέχεται εκπτώσεις.
Το ερώτημα όμως είναι απλό: γιατί αυτή η
αυστηρότητα δεν αποτελεί καθολική αρχή;
Οι κατευθύνσεις της European Association for
Quality Assurance in Higher Education και τα ESG προβλέπουν συνεκτικά και
συγκρίσιμα κριτήρια ποιότητας για όλα τα επιστημονικά πεδία.
Στην ελληνική περίπτωση φαίνεται να διαμορφώνεται
ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων:
- αυστηροί κανόνες όπου υπάρχει υψηλή κοινωνική ευαισθησία,
- χαλαρότερη εποπτεία όπου κυριαρχεί η λογική της αγοράς.
Αυτό όμως δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι θεσμική
ασυνέπεια.
Η απαίτηση είναι σαφής: ενιαία, αυστηρά και
επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια πιστοποίησης για όλα τα προγράμματα σπουδών,
ανεξαρτήτως φορέα και γνωστικού αντικειμένου.
Το ψευδές
αφήγημα της ανταγωνιστικότητας
Η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων προβάλλεται ως
εργαλείο ανταγωνιστικότητας. Όμως η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι τα ισχυρά
πανεπιστημιακά συστήματα δεν οικοδομούνται σε συνθήκες ρυθμιστικής χαλαρότητας,
αλλά μέσα από στρατηγικό συντονισμό και δημόσια επένδυση.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της European
Universities Initiative, προωθεί συνεργασίες, κοινά προγράμματα και ενίσχυση
της δημόσιας εκπαίδευσης—όχι την απορρύθμιση και τον κατακερματισμό. Ένα
διαφορετικό μοντέλο: συνεργατικά δίκτυα πανεπιστημίων, κοινή έρευνα, δημόσια
επένδυση και διασύνδεση της γνώσης με κοινωνικές ανάγκες.
Στην Ελλάδα, αντί για μια συνεκτική στρατηγική
εντός αυτού του πλαισίου, επιλέγεται μια παράκαμψη: η δημιουργία ενός
παράλληλου συστήματος χωρίς σαφείς εγγυήσεις ποιότητας και ισότητας.
Το αποτέλεσμα δεν θα είναι περισσότερη
ανταγωνιστικότητα. Θα είναι περισσότερη ανισότητα και χαμηλότερη θεσμική
αξιοπιστία.
Από την αγορά
γνώσης στη δημόσια αποστολή
Αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη ευρωπαϊκή
συζήτηση σήμερα: όχι λιγότερο δημόσιο, αλλά πιο ικανό, στρατηγικό και
δημοκρατικά λογοδοτούμενο δημόσιο.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη
επιλογή. Ή θα αντιμετωπίσει τα πανεπιστήμια ως θεσμούς συλλογικής προοπτικής
και κοινωνικής συνοχής ή θα τα μετατρέψει σε μια ακόμη αγορά άνισης πρόσβασης.
Το ερώτημα τελικά δεν είναι αν θα έχουμε
περισσότερα πανεπιστήμια.
Το ερώτημα είναι αν θα έχουμε πανεπιστήμια που υπηρετούν την κοινωνία ή πανεπιστήμια που αναπαράγουν τις ανισότητές της.