Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Δημοκρατικός Πατριωτισμός και η Πατρίδα ως Ευθύνη: Μια μέρα πριν τις Ενδιάμεσες Αμερικανικές Εκλογές.

 

Στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, σήμερα, δοκιμάζεται κάτι ευρύτερο από την κοινοβουλευτική ισχύ ενός προέδρου: η δυνατότητα της δημοκρατίας να θέτει όρια σε μια πολιτική που ταυτίζει το έθνος με τον ηγέτη και το εθνικό συμφέρον με την επιβολή. Η ελπίδα για πολιτική αποδοκιμασία του “Τραμπισμού” αφορά και την Ευρώπη. Για την Ελλάδα, όμως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι περιεχόμενο δίνουμε εμείς στην αγάπη για την πατρίδα.

Η δημοκρατική συνείδηση της “πατρίδας”

Ο δημοκρατικός πατριωτισμός συνδέει την ιστορική συνείδηση και το αίσθημα του ανήκειν με τη λαϊκή κυριαρχία, την πολιτική ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αναγνωρίζει στην πατρίδα μια κοινότητα ανθρώπων που δικαιούνται να ζουν σε έναν σύγχρονο κόσμο ελεύθεροι, ασφαλείς και αξιοπρεπείς. Η αξία της μετριέται και από τη δυνατότητα των πολιτών της να διαφωνούν, να ελέγχουν την εξουσία και να αλλάζουν το κοινό τους μέλλον.

Η συζήτηση για τον συνταγματικό πατριωτισμό, από τον Χάμπερμας έως τον Γιαν-Βέρνερ Μύλλερ, προσφέρει ένα χρήσιμο θεωρητικό έρεισμα: η πολιτική αφοσίωση στηρίζεται σε δημοκρατικές αρχές που ελεύθεροι και ίσοι πολίτες μπορούν να δικαιολογήσουν μεταξύ τους. Στην Ελλάδα, αυτή η οπτική συναντά τις δημοκρατικές και απελευθερωτικές παραδόσεις μας, χωρίς να απαιτεί εξιδανίκευση του παρελθόντος. Η ιστορική αυτογνωσία ενισχύει την πατρίδα.

Ο εθνικισμός αποδίδει σε ορισμένους το μονοπώλιο της εθνικής αυθεντικότητας, αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως μειωμένη εθνική νομιμοφροσύνη και αναζητεί εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Η πατριδοκαπηλία αξιοποιεί αυτόν τον μηχανισμό για εξουσία, εκλογική επιρροή ή ιδιωτικό όφελος. Εκεί όπου ο δημοκρατικός πατριωτισμός απαιτεί λογοδοσία, η πατριδοκαπηλία απαιτεί σιωπή στο όνομα της πατρίδας.

Κλίμα και ενέργεια: ποια συμφέροντα βαφτίζονται εθνικά;

Η εντολή Τραμπ για αποχώρηση από τη Συμφωνία των Παρισίων αποτυπώνει την υποταγή της συλλογικής αντιμετώπισης παγκόσμιων κινδύνων σε μια στενή ανάγνωση του εθνικού οφέλους. Όταν οι ισχυροί διεκδικούν εξαίρεση από τις κοινές δεσμεύσεις, το κόστος μεταφέρεται στους ασθενέστερους και στις επόμενες γενιές. Για την Ελλάδα, η διάβρωση της πολυμέρειας αποτελεί συγκεκριμένο πρόβλημα ασφάλειας.

Με αυτό το κριτήριο πρέπει να αξιολογηθεί η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η εξορυκτική προσδοκία και η ανάδειξη της χώρας σε πύλη αμερικανικού LNG παρουσιάζονται ως αυτονόητη γεωπολιτική αναβάθμιση. Ο Κάθετος Διάδρομος έχει αξία ως υποδομή διασύνδεσης και διαφοροποίησης του εφοδιασμού. Η αξία αυτή, όμως, χρειάζεται να αποδεικνύεται σε όρους κόστους ενέργειας, δημόσιου οφέλους, ασφάλειας και συμβατότητας με την κλιματική μετάβαση.

Η εικοσαετής συμφωνία του σχήματος AKTOR–ΔΕΠΑ Εμπορίας με τη Venture Global, με έναρξη το 2030 και διεύρυνση των συμφωνημένων ποσοτήτων το 2026, δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην κριτική: πόσο υπηρετεί την ενεργειακή αυτονομία μια στρατηγική που επεκτείνει τις δεσμεύσεις σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα έως το 2050; Η παρουσία αμερικανικών εταιρειών χρειάζεται οικονομική αξιολόγηση· δεν παρέχει από μόνη της εγγύηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Ευρώπη αγοράζει επίσης αμερικανικό LNG και έχει τις δικές της αντιφάσεις. Ωστόσο, το Συμβούλιο της ΕΕ προσδιορίζει την καθαρή μετάβαση ως βασική στρατηγική για την ευρωπαϊκή αυτονομία. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να κρίνεται με αυτό το μέτρο. Πατριωτική ενεργειακή πολιτική σημαίνει μετρήσιμη μείωση της ευαλωτότητας, καθαρή εγχώρια παραγωγή, αποδοτικότητα και προστασία των καταναλωτών. Η σύμπτωση αμερικανικής εξαγωγικής στρατηγικής και ελληνικών επιχειρηματικών επιδιώξεων χρειάζεται δημόσιο έλεγχο πριν αναγορευθεί σε εθνικό συμφέρον.

Ο ΙΜΟ και ο πατριωτισμός των επιχειρηματικών συμφερόντων

Ανάλογο ερώτημα θέτει η ελληνική στάση στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό. Τον Οκτώβριο του 2025 η Ελλάδα και η Κύπρος απείχαν στην ψηφοφορία για την ετήσια αναβολή της συνεδρίασης υιοθέτησης του Net-Zero Framework. Οι υπόλοιπες παρούσες χώρες της ΕΕ καταψήφισαν την αναβολή. Την πρόταση της Σαουδικής Αραβίας υποστήριξαν οι ΗΠΑ, μαζί με άλλες πετρελαιοπαραγωγές και ναυτιλιακές χώρες.

Οι ψήφοι διέφεραν. Ως πολιτικό αποτέλεσμα, όμως, η ελληνική αποχή απομάκρυνε τη χώρα από την ευρωπαϊκή γραμμή και διευκόλυνε την επιδίωξη της αναβολής. Η συμπόρευση αυτή με την αμερικανική αντίθεση και με συγκεκριμένες αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες απαιτεί εξήγηση. Η αόριστη επίκληση της ανταγωνιστικότητας δεν αρκεί.

Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών υποδέχθηκε την αναβολή ως ευκαιρία για διαφορετική διαμόρφωση του πλαισίου, δηλώνοντας παράλληλα προσήλωση στην απανθρακοποίηση. Η θέση της αποτελεί θεμιτή εκπροσώπηση κλαδικών συμφερόντων. Η κυβέρνηση, ωστόσο, έχει ευθύνη απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας. Οφείλει να σταθμίζει την περιβαλλοντική προστασία, την τεχνολογική προσαρμογή, την απασχόληση και την ευρωπαϊκή συνοχή μαζί με το κόστος για τις επιχειρήσεις.

Εδώ δοκιμάζεται το είδος του πατριωτισμού που επικαλούμαστε. Όταν η υπεράσπιση της ελληνικής ναυτιλίας ταυτίζεται με τις εκάστοτε ρυθμιστικές προτιμήσεις των πλοιοκτητών, ένα επιμέρους συμφέρον αποκτά αξίωση εθνικού μονοπωλίου. Ο δημοκρατικός πατριωτισμός απαιτεί μια ναυτιλία ανταγωνιστική, περιβαλλοντικά υπεύθυνη και συνδεδεμένη με το ευρύτερο κοινωνικό όφελος. Οι σοβαρές ενστάσεις για καύσιμα και κόστος απαιτούν εφαρμόσιμες λύσεις και δεσμευτικό προσανατολισμό. Η αναβολή χρειάζεται να κρίνεται και από το ποιος πληρώνει την καθυστέρηση.

Η υπεράσπιση της διεθνούς δικαιοσύνης

Για μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας, η υποστήριξη των διεθνών θεσμών αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο εθνικής ασφάλειας. Ο Χάρτης του ΟΗΕ, η ειρηνική επίλυση διαφορών και η ανεξάρτητη δικαιοσύνη περιορίζουν την αυθαιρεσία της ισχύος.

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, που επιλύει διαφορές μεταξύ κρατών υπό τις προϋποθέσεις της δικαιοδοσίας του, και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, που κρίνει την ατομική ευθύνη για τα σοβαρότερα διεθνή εγκλήματα, επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες. Και τα δύο χρειάζονται θεσμική ανεξαρτησία και σεβασμό στις νόμιμες διαδικασίες τους.

Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου δείχνουν πόσο ευάλωτη γίνεται η λογοδοσία όταν ενοχλεί ισχυρούς. Η ΕΕ έχει απορρίψει τις πιέσεις και έχει επαναβεβαιώσει τη στήριξή της στο Δικαστήριο. Η Ελλάδα οφείλει να συμβάλλει ενεργά στην ευρωπαϊκή αυτή στάση. Η στήριξη πρέπει να ισχύει και όταν ελέγχονται σύμμαχοι, όπως και όταν αυταρχικά καθεστώτα επιχειρούν να αποφύγουν τη διεθνή λογοδοσία. Η επιλεκτική δικαιοσύνη αποδυναμώνει ακριβώς την προστασία που η χώρα μας έχει ανάγκη.

Η Κούβα και η συνέπεια των αρχών

Η περίπτωση της Κούβας προσφέρει μια ακόμη δοκιμασία. Στις 28 Οκτωβρίου 2026 η Ελλάδα απείχε από την ψηφοφορία της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την άρση του αμερικανικού εμπάργκο, μαζί με ορισμένα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Η ευρωπαϊκή δήλωση, ωστόσο, επανέλαβε τις αρνητικές οικονομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες του εμπάργκο και την αντίθεση στα εξωεδαφικά μέτρα που αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει πώς η αποχή υπηρετεί το εθνικό συμφέρον και τη διακηρυγμένη προσήλωση στους διεθνείς κανόνες. Η παρουσία και άλλων Ευρωπαίων στην ίδια επιλογή δεν αίρει την ελληνική ευθύνη· αναδεικνύει και την ευρωπαϊκή ασυνέπεια μεταξύ αρχών και πράξης.

Η αλληλεγγύη στον κουβανικό λαό συμβαδίζει με την κριτική στις παραβιάσεις δικαιωμάτων από τις αρχές της χώρας και με την απαίτηση δημοκρατικών ελευθεριών. Η καταδίκη της καταστολής δεν δικαιολογεί οικονομικά μέτρα που επιβαρύνουν έναν πληθυσμό. Μια Ελλάδα που επικαλείται την κυριαρχική ισότητα χρειάζεται να την υπερασπίζεται και όταν αυτό δυσαρεστεί την Ουάσιγκτον.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις υπό ευρωπαϊκό πρίσμα

Οι τουρκικές αμφισβητήσεις της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως ευρωτουρκικό ζήτημα, με συνέπειες στη συνολική σχέση της Ένωσης με την Τουρκία. Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται να μετατρέπει τις ευρωπαϊκές διακηρύξεις αλληλεγγύης σε συνεκτική πολιτική.

Αυτό προϋποθέτει, αλλά όχι αποκλειστικά και απευθείας διάλογο με την Τουρκία. Η πολυμέρεια προσφέρει κανόνες, συμμαχίες και εγγυήσεις μέσα στις οποίες οι διαπραγματεύσεις μπορούν να είναι ουσιαστικές. Οι διμερείς συμφωνίες κρίνονται από το περιεχόμενο και τους όρους τους. Η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών οριοθέτησης, με συμφωνημένη προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη, υπηρετεί την ασφάλεια περισσότερο από τη μονιμοποίηση της έντασης.

Ο σεβασμός του εδαφικού status quo σημαίνει απαραβίαστο των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων και απόρριψη της βίαιης αναθεώρησής τους. Δεν νομιμοποιεί τετελεσμένα κατοχής ούτε ακυρώνει νόμιμα δικαιώματα και εκκρεμείς οριοθετήσεις. Στην Κύπρο σημαίνει επιμονή σε λύση εντός του πλαισίου του ΟΗΕ και απόρριψη της νομιμοποίησης της διχοτόμησης.

Η ίδια συνέπεια απαιτεί η καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και η προστασία των αμάχων στη Μέση Ανατολή. Οι κανόνες χάνουν την προστατευτική τους αξία όταν η εφαρμογή τους εξαρτάται από την ταυτότητα του παραβάτη.

Η ιστορική μνήμη ως δημοκρατική ευθύνη

Ο “τραμπισμός”, ο γερμανικός ναζισμός, ο ιταλικός φασισμός και τα μεταπολεμικά νεοφασιστικά ρεύματα έχουν διαφορετικές διαδρομές και ευθύνες. Η επισήμανση συγγενών μηχανισμών —λατρεία του ηγέτη, αποκλεισμός του «άλλου», απαξίωση των θεσμικών αντιβάρων— απαιτεί ιστορική ακρίβεια. Το Ολοκαύτωμα και ο ναζιστικός πόλεμος εξόντωσης διατηρούν το ιδιαίτερο ιστορικό τους βάρος. Η γερμανική μεταπολεμική εμπειρία δείχνει, ωστόσο, πόσο μακρά είναι η αναμέτρηση μιας κοινωνίας με τις εγκληματικές επιλογές της εξουσίας της.

Στην Ελλάδα, η συγκέντρωση υποστηρικτών του Ηλία Κασιδιάρη στη Θεσσαλονίκη, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, προσδίδει στη συζήτηση άμεσο περιεχόμενο. Η καταδίκη του και σε δεύτερο βαθμό για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης καθιστά επιτακτική την αντίσταση στην πολιτική κανονικοποίηση του νεοναζισμού. Η δημοκρατική απάντηση συνδυάζει εφαρμογή του νόμου, εγγυήσεις του κράτους δικαίου, ιστορική παιδεία και πολιτική απομόνωση του φασισμού.

Η προοδευτική διάσταση του πατριωτισμού ολοκληρώνεται στην κοινωνική συνοχή: δημόσια παιδεία, αξιοπρεπής εργασία, περιορισμός των ανισοτήτων και αξιόπιστοι θεσμοί δημιουργούν πολίτες με πραγματικό μερίδιο στο κοινό μέλλον.

Η ελπίδα για εκλογική αποδοκιμασία του τραμπισμού έχει αξία ως δυνατότητα αναχαίτισης του αυταρχισμού. Η ελληνική ευθύνη παραμένει δική μας: να δώσουμε στον πατριωτισμό περιεχόμενο ελευθερίας, δικαιοσύνης και ευρωπαϊκής συνυπευθυνότητας. Να αγαπούμε την πατρίδα αρκετά ώστε να απαιτούμε από την εξουσία της αλήθεια, συνέπεια και σεβασμό στον άνθρωπο.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Η συμβουλοκρατία ως ανώτατο στάδιο του επιτελικού κράτους!

Consulting Consultants on Consultations

Στην Εφημερίδα των Συντακτών της 29ης Οκτωβρίου 2026.

Ή αλλιώς: Η τέχνη τού να συμβουλεύονται, από άλλους, εκείνοι/ες που πληρώνονται για να συμβουλεύουν!

Κάποτε το Δημόσιο διέθετε υπηρεσίες, στελέχη, τεχνογνωσία και, κυρίως, την ευθύνη να αποφασίζει. Σήμερα η κυρίαρχη αντίληψη το θέλει να διαθέτει κάτι πολύ πιο σύγχρονο: συμβούλους!

Το ΤΑΙΠΕΔ, έως πρόσφατα που μας εξέλιπε και το Υπερταμείο πλέον σήμερα, οι περίφημοι μηχανισμοί «αξιοποίησης» της δημόσιας περιουσίας, ανέδειξαν τη συμβουλευτική δραστηριότητα σε σχεδόν αυτοτελή παραγωγικό κλάδο. Όχι κατ’ ανάγκην για να παράγεται περισσότερος δημόσιος πλούτος, αλλά σίγουρα για να παράγονται περισσότερες μελέτες, αξιολογήσεις, εισηγήσεις και αμοιβές.

Χρειάζεται να αξιοποιηθεί ένα δημόσιο περιουσιακό στοιχείο; Σύμβουλος. Να εκτιμηθεί η αξία του; Άλλος σύμβουλος. Να προετοιμαστεί ο διαγωνισμός; Νέος σύμβουλος. Να αξιολογηθούν οι προσφορές; Πρόσθετος σύμβουλος. Και ποιος θα ελέγξει αν όλοι συμβούλευσαν σωστά; Μα, προφανώς, ένας ακόμη σύμβουλος!

Η πραγματικότητα, άλλωστε, ξεπερνά τη σάτιρα: ακόμη και η κατάρτιση του Στρατηγικού Σχεδίου του Υπερταμείου για το 2025–2027 αποτέλεσε αντικείμενο πρόσκλησης για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Ο οργανισμός που καλείται να σχεδιάζει την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας χρειάζεται συμβούλους για να σχεδιάσει τη δική του στρατηγική!

Δεν πρόκειται για μεμονωμένη γραφικότητα. Η έρευνα «Consultocracy» των Vouliwatch και Solomon δείχνει ότι οι συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών αυξήθηκαν από 241 το 2020 σε 613 το 2025 — περίπου 154%. Οι απευθείας αναθέσεις στον ίδιο τομέα υπερδιπλασιάστηκαν, από 195 σε 403. Στο σύνολο των δημοσίων συμβάσεων, σύμφωνα με στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ, το 2023 οι 184.757 από τις 252.799, δηλαδή το 73%, έγιναν με απευθείας ανάθεση.

Ένας πραγματικός θρίαμβος του ανταγωνισμού! Τόσο μεγάλος, ώστε για περίπου τρεις στις τέσσερις συμβάσεις δεν χρειάστηκε ανοικτή ανταγωνιστική διαδικασία. Βεβαίως, η απευθείας ανάθεση είναι υπό όρους νόμιμη. Όμως, όπως έχουμε επισημάνει και άλλοτε, η νομιμότητα δεν εγγυάται αυτομάτως ούτε τη διαφάνεια ούτε την αποτελεσματικότητα ούτε το δημόσιο συμφέρον. Μερικές φορές αρκεί να διαμορφωθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για να γίνει η εξαίρεση κανονικότητα.

Εδώ βρίσκεται το οικονομικό θαύμα της συμβουλοκρατίας: η διαρκής παραγωγή ζήτησης —εν μέρει τεχνητής— για υπηρεσίες που ένα επαρκώς στελεχωμένο και οργανωμένο Δημόσιο θα μπορούσε, σε σημαντικό βαθμό, να προσφέρει το ίδιο. Πρώτα αποδυναμώνουμε τη διοίκηση. Έπειτα διαπιστώνουμε την ανεπάρκειά της. Και τέλος πληρώνουμε ιδιώτες για να θεραπεύσουν το πρόβλημα που οι πολιτικές μας συνέβαλαν να δημιουργηθεί.

Ποιοι ωφελούνται; Σε αυτή την αγορά ισχυρό πλεονέκτημα διαθέτουν οι διεθνείς κολοσσοί των συμβουλευτικών υπηρεσιών, μεταξύ τους οι γνωστές Big something —Deloitte, PwC, EY, KPMG κλπ. — καθώς και λοιποί ισχυροί πολυεθνικοί οργανισμοί που διαθέτουν τη δικτύωση, την τεχνογνωσία και την οικονομική δυνατότητα να διεκδικούν μεγάλες δημόσιες συμβάσεις.

Γύρω από αυτή την “αγορά αναθέσεων”, αναπτύσσεται ένα ευρύτερο cluster αλληλοεξαρτώμενων συμφερόντων: σύμβουλοι, εταιρείες επικοινωνίας, δημόσιες σχέσεις, επιχειρηματικά δίκτυα, διαφημιστικοί μηχανισμοί και μέσα ενημέρωσης που προβάλλουν ως αυτονόητο αυτό το μοντέλο διοίκησης. Δεν χρειάζεται να υποθέσει κανείς αθέμιτες συναλλαγές για να αναγνωρίσει ότι η κοινή οικονομική εξάρτηση γεννά κοινά κίνητρα.

Ο σύμβουλος εισηγείται, ο επικοινωνιολόγος εξηγεί, η κυβέρνηση πανηγυρίζει και το επικοινωνιακό αφήγημα βαφτίζει την ανάθεση «μεταρρύθμιση». Παράλληλα ευδοκιμεί ένα τμήμα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας που καταγγέλλει τον κρατισμό, αλλά ζει από το κράτος και για το κράτος.

Ένας κρατικοδίαιτος αντικρατισμός: λιγότερο Δημόσιο για τους πολίτες, περισσότερο δημόσιο χρήμα για τους ίδιους!

Πρόκειται για την εξαιρετικά προσοδοφόρα ανακάλυψη ότι μπορείς να είσαι φανατικός υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, αρκεί ένας αν όχι ο πλέον σημαντικότερος πελάτης σου να παραμένει το κράτος!

Το πρόβλημα, ασφαλώς, δεν είναι η προσφυγή σε εξειδικευμένους συμβούλους. Είναι η μετατροπή της εξαίρεσης σε κανόνα και η μεταφορά δημόσιας τεχνογνωσίας, ακόμη και λειτουργιών προετοιμασίας πολιτικών και νομοθετικών ρυθμίσεων, εκτός της δημοκρατικά ελεγχόμενης διοίκησης. Όσο περισσότερη γνώση εκχωρεί το κράτος, τόσο περισσότερο εξαρτάται από εκείνους στους οποίους την εκχωρεί.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εφηύρε τη συμβουλοκρατία. Επί των ημερών της, ωστόσο, η επέκτασή της είναι μετρήσιμη. Το περίφημο «επιτελικό κράτος» συνδυάζει έτσι μια αξιοθαύμαστη αντίφαση: συγκεντρώνει την πολιτική εξουσία στην κορυφή και εκχωρεί ολοένα περισσότερες υποστηρικτικές λειτουργίες σε ιδιώτες. Συγκεντρωτική εξουσία, διάχυτη ευθύνη, ιδιωτική ωφέλεια!

Και όταν κάποτε αποφασιστεί να αξιολογηθεί αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα: η αξιολόγηση θα ανατεθεί σε συμβουλευτική εταιρεία. Πιθανότατα σε κάποια που θα αξιολογήσει πόσο αποτελεσματικά αξιοποίησε η κυβέρνηση τις δικές της συμβουλές!

Και όλοι θα είναι ικανοποιημένοι: οι σύμβουλοι από τις συμβάσεις, οι επιχειρηματίες από τις αναθέσεις, οι επικοινωνιολόγοι από την προβολή, η κυβέρνηση από το αφήγημα. Μόνο ο πολίτης θα συνεχίσει να αναρωτιέται ποιος κυβερνά, ποιος λογοδοτεί και γιατί ο ίδιος πληρώνει τον λογαριασμό.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Η κρίση του πολιτικού Κέντρου και το ανοιχτό ερώτημα της επόμενης διακυβέρνησης στην Ελλάδα.

Από την ευρωπαϊκή προειδοποίηση του Eurasia Group στις πολιτικές ανατροπές της Σερβίας και της Βραζιλίας. Η ελληνική εμπειρία, η θεσμική διαφθορά και η αναζήτηση αξιόπιστης εναλλακτικής.

Η πρόσφατη έκθεση Top Risks 2026 του διεθνούς οίκου Eurasia Group αναδεικνύει ως έναν από τα χαρακτηριστικά της περιόδου μας την αποδυνάμωση του παραδοσιακού πολιτικού Κέντρου στην Ευρώπη. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, οι κυβερνητικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν κρίση εμπιστοσύνης, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για αντισυστημικά και ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα.

Πρόκειται για μια προειδοποίηση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα. Όχι επειδή η έκθεση προβλέπει τις ελληνικές εκλογικές εξελίξεις, αλλά επειδή φωτίζει μια κρίσιμη αντίφαση: την αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς πολιτικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν ως φορείς μετριοπάθειας, εκσυγχρονισμού και θεσμικής κανονικότητας και στη συνέχεια διέψευσαν τις σχετικές προσδοκίες.

Το Κέντρο που εμπιστεύθηκε τον Μητσοτάκη

Η εκλογική επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019 και η ακόμη μεγαλύτερη νίκη του το 2023, δεν εξηγούνται μόνον από την παραδοσιακή επιρροή της Νέας Δημοκρατίας.

Η πολιτική του πρόταση απευθύνθηκε και σε πολίτες του φιλελεύθερου, μεταρρυθμιστικού Κέντρου. Σε ανθρώπους που αναζητούσαν πολιτική σταθερότητα, διοικητική αποτελεσματικότητα, αξιοκρατία, ενίσχυση των θεσμών και ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Η σημερινή κρίση εμπιστοσύνης θέτει, επομένως, ένα σημαντικό θέμα που αφορά στο κατά πόσο εκείνες οι προσδοκίες έχουν εκπληρωθεί και σε ποιον βαθμό έχουν διαψευσθεί.

Διότι η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν περιορίζεται στο απλουστευτικό αφήγημα που αφορά απλώς στην λειτουργία των αγορών και στη διευκόλυνση των επενδύσεων. Προϋποθέτει ισονομία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και ουσιαστικούς περιορισμούς στην άσκηση της εξουσίας.

Όταν αυτές οι προϋποθέσεις αμφισβητούνται, η διατήρηση της εικόνας μιας μετριοπαθούς διακυβέρνησης καταρρέει και δεν μπορεί να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Όταν η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει

Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων, οι ευρωπαϊκές επισημάνσεις για τις αδυναμίες αντιμετώπισης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου και τα επανερχόμενα ζητήματα διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις αναδεικνύουν σοβαρές θεσμικές προκλήσεις. Η γκρίζα εικόνα των ειδήσεων των τελευταίων ημερών, για σκάνδαλα και παραβατικές συμπεριφορές παραγόντων, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο.

Προφανώς, οι καταγγελίες και οι εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις δεν ισοδυναμούν με αποδεδειγμένη ενοχή. Αυτό όμως δεν εξαντλεί την πολιτική συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο μας, «Η εποχή που η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει», είχαμε επιχειρήσει να περιγράψουμε μια διαφορετική διάσταση του προβλήματος: πρακτικές οι οποίες, ενώ ενδέχεται να καλύπτονται από την τυπική νομιμότητα, δημιουργούν συνθήκες προνομιακής πρόσβασης στην εξουσία και άνισης μεταχείρισης οικονομικών συμφερόντων.

Η πολιτική ουσία βρίσκεται στη διαμόρφωση των κανόνων. Ποιος αποφασίζει; Ποιος ελέγχει; Ποιος αποκτά πρόσβαση στους δημόσιους πόρους; Και ποιος τελικά ωφελείται;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παράνομη συναλλαγή. Είναι και η πιθανότητα η ίδια η διαδικασία λήψης αποφάσεων να διαμορφώνεται υπό τη δυσανάλογη επιρροή ισχυρών οικονομικών παραγόντων.

Ο Κάθετος Διάδρομος και η διεθνοποίηση της διαπλοκής

Μια χαρακτηριστική περίπτωση που απαιτεί δημόσιο έλεγχο είναι η διασταύρωση της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής με ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα γύρω από τον “Κάθετο Διάδρομο” φυσικού αερίου.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις της Wall Street Journal για τις σχέσεις της Αμερικανίδας πρέσβειρας Κίμπερλι Γκίλφοϊλ με Έλληνες επιχειρηματίες, την παρουσία εκπροσώπου συμφερόντων του ομίλου AKTOR σε διπλωματικές επαφές και την προώθηση συγκεκριμένων ενεργειακών συνεργασιών έχουν εγείρει σοβαρά ερωτήματα.

Η παραίτησή της, ύστερα από τα σχετικά δημοσιεύματα, προσέδωσε στην υπόθεση πρόσθετη πολιτική βαρύτητα, χωρίς να αποδεικνύει την αλήθεια όλων των καταγγελιών.

Ο ίδιος ο “Κάθετος Διάδρομος” αποτελεί ένα σύνθετο γεωοικονομικό εγχείρημα, με υπαρκτές δυνατότητες διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού της περιοχής. Οι δυνατότητες αυτές δεν καταργούν την ανάγκη ελέγχου των όρων συμμετοχής του Δημοσίου, του καταμερισμού των κινδύνων, της διαφάνειας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το πρίσμα μιας ακόμη επισήμανσης του Eurasia Group, στην έκθεση Top Risks 2026, που εντοπίζει ως έναν από τους δέκα σημαντικότερους διεθνείς κινδύνους την ανάπτυξη ενός "κρατικού καπιταλισμού με αμερικανικά χαρακτηριστικά". Τον περιγράφει ρητά ως προσωποπαγή και συναλλακτικό, όπου η εγγύτητα με την πολιτική εξουσία μπορεί να καθορίζει την επιχειρηματική εύνοια. Το ερώτημα για την Ελλάδα είναι κατά πόσον στοιχεία αυτής της πρακτικής εμφανίζονται και στις σχέσεις αμερικανικής διπλωματίας, ελληνικής κυβέρνησης και εγχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων, όπως εκείνων που δραστηριοποιούνται γύρω από τον “Κάθετο Διάδρομο”.

Ως φυσικό ακόλουθο γεννιέται το ερώτημα για την Ελλάδα “κατά πόσον οι ενεργειακές και γεωπολιτικές επιλογές της συγκροτούν μια αυτοτελή εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική ή επηρεάζονται δυσανάλογα από την προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων...”.

Σερβία και Βραζιλία: δύο διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες

Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Σερβία και τη Βραζιλία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στη Σερβία, το φοιτητικό κίνημα που αναπτύχθηκε έπειτα από την τραγωδία στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ και τις κινητοποιήσεις για λογοδοσία και καταπολέμηση της διαφθοράς κατάφερε να μετατρέψει μια κοινωνική διαμαρτυρία σε εκλογική πλειοψηφία. Η ήττα του πολιτικού συνασπισμού του Αλεξάνταρ Βούτσιτς αποτελεί σημαντική πολιτική μεταβολή, αν και η ικανότητα της νέας πλειοψηφίας να κυβερνήσει αποτελεσματικά παραμένει ανοιχτό ζήτημα.

Στη Βραζιλία, η επανεκλογή του Λούλα απέναντι στον Φλάβιο Μπολσονάρου, με 51,79%, ανέδειξε την εκλογική αντοχή μιας διαφορετικής πολιτικής κατεύθυνσης απέναντι στον μπολσοναρισμό. Παράλληλα, το υψηλό ποσοστό του αντιπάλου του υπενθυμίζει πόσο ισχυρή παραμένει η κοινωνική πόλωση.

Οι δύο χώρες έχουν διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές συνθήκες. Δεν προσφέρουν κάποιο υπόδειγμα για την Ελλάδα.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια κοινή προβληματική: οι αντιπαραθέσεις για τη δημοκρατία, τους θεσμούς και την πολιτική λογοδοσία μπορούν να κινητοποιήσουν πολίτες πέρα από τις παραδοσιακές κομματικές ταυτότητες.

Η αντιπαράθεση με τον αυταρχισμό και τις πολιτικές μορφές που συνδέονται με τον τραμπισμό δεν αφορά αποκλειστικά μια ιδεολογική παράταξη. Αγγίζει διαφορετικές δημοκρατικές παραδόσεις, από τον κοινωνικό φιλελευθερισμό έως τη σοσιαλδημοκρατία και την ανανεωτική Αριστερά.

Η ελληνική αντίφαση: αποδοκιμασία χωρίς πειστική εναλλακτική

Στην Ελλάδα, η τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis καταγράφει αρνητική αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου από το 67,3% των ερωτηθέντων.

Πρόκειται για σημαντική ένδειξη κοινωνικής δυσαρέσκειας, όχι όμως για άμεση μέτρηση της εκλογικής απήχησης του πρωθυπουργού ή για πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος.

Άλλωστε, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ενώ από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχει μέχρι στιγμής προκριθεί ποσοτικά, μια ευρύτερα αποδεκτή εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.

Αυτό είναι και κατά τη γνώμη μας το κρισιμότερο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκυρίας: η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και στην εμπιστοσύνη προς μια διαφορετική διακυβέρνηση.

Οι προσπάθειες διαμόρφωσης συγκροτημένων προγραμματικών προτάσεων και πλαισίου, όπως αυτές που επιχειρεί το ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι δημόσιες συζητήσεις για συγκεκριμένες προγραμματικές συγκλίσεις μεταξύ κομμάτων ντου συνταγματικού τόξου και δυνάμεων με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, αποτελούν στοιχεία αυτής της αναζήτησης.

Η αξιοπιστία τους, κρίνεται από το συγκεκριμένο περιεχόμενο των προτάσεων, τη δημοσιονομική και διοικητική τους εφικτότητα και τη δυνατότητα των πολιτικών δυνάμεων να συμφωνήσουν σε πραγματικές προτεραιότητες και όχι απλώς σε μια κοινή συγκυριακή στάση.

Η αναγκαία αλλαγή προσώπων δεν εγγυάται πάντα αλλαγή πολιτικής. Και η συνάθροιση παραγόντων διαφορετικών κομμάτων δεν αποτελεί αυτομάτως αξιόπιστο κυβερνητικό σχέδιο.

Η επόμενη διακυβέρνηση ως ζήτημα θεσμών και προγράμματος

Η εμπειρία των τελευταίων ετών αναδεικνύει την ανάγκη μιας συζήτησης που να υπερβαίνει τα όρια της απλής εκλογικής αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα χρειάζεται σαφείς και ελέγξιμες προγραμματικές απαντήσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ανεξαρτησία των ελεγκτικών θεσμών, τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, τη δίκαιη φορολογία, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την εργασία και το κοινωνικό κράτος.

Χρειάζεται επίσης μια συνεκτική συζήτηση για την εξωτερική πολιτική και τη σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές επιλογές αποκλίνουν σε σημαντικά πεδία από τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες.

Οι προγραμματικές συγκλίσεις μπορούν να αποκτήσουν πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο όταν απαντούν σε αυτά τα ζητήματα, διαθέτουν σαφή θεσμική βάση και καθιστούν ελέγξιμες τις δεσμεύσεις όσων διεκδικούν την εξουσία.

Το εκλογικό μέλλον της σημερινής κυβέρνησης θα κριθεί από τους πολίτες. Η ουσιαστική πρόκληση για το πολιτικό σύστημα όμως, είναι ευρύτερη.

Η προειδοποίηση του Eurasia Group και οι διαφορετικές εμπειρίες της Σερβίας και της Βραζιλίας υπενθυμίζουν ότι η δημοκρατική εμπιστοσύνη δεν είναι μόνιμο κεκτημένο. Χρειάζεται διαρκώς να επιβεβαιώνεται μέσα από την πολιτική πράξη.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει μετά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι αν η επόμενη διακυβέρνηση θα καταφέρει να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και στους θεσμούς, περιορίζοντας την προνομιακή επιρροή της οικονομικής ισχύος πάνω στην πολιτική εξουσία.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Παρουσιάζοντας το βιβλίο «Η Προοδευτική Φωνή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης».

 


Πέμπτη 22/10/2026
αίθουσα ΕΣΗΕΑ

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,

θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω τον Γιώργο Εμμανουήλ και τις εκδόσεις «Παπαζήση», για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του.

Για μένα υπάρχει και μια προσωπική διάσταση. Με τον Γιώργο υπήρξαμε συμφοιτητές. Και αυτό μου δίνει σήμερα τη δυνατότητα —ίσως και το προνόμιο— να μην κοιτάζω μόνο το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας, αλλά και κάτι από τη διαδρομή του συγγραφέα, που οδήγησε σε αυτό.

Γιατί νομίζω ότι «Η Προοδευτική Φωνή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» δεν είναι απλώς ένα ακόμη βιβλίο για τις ευρωπαϊκές πολιτικές, τα προγράμματα ή την περιφερειακή ανάπτυξη.

Είναι, σε σημαντικό βαθμό, η συμπύκνωση μιας διαδρομής τριών και πλέον δεκαετιών: από τις ελληνικές περιφέρειες, στη διασυνοριακή συνεργασία, στα Βαλκάνια και τελικά στις Βρυξέλλες.

Αυτή είναι για μένα μία από τις σημαντικότερες αρετές του.

Ο Γιώργος δεν ξεκίνησε από μια δομημένη θεωρία για να αναζητήσει στη συνέχεια παραδείγματα εφαρμογής της.

Έζησε επί δεκαετίες την εφαρμογή αυτών των πολιτικών —τις δυνατότητες, τις δυσλειτουργίες, τις επιτυχίες και τις χαμένες ευκαιρίες τους— και επιχειρεί τώρα να μετατρέψει αυτή τη συσσωρευμένη θεσμική εμπειρία σε πολιτικό προβληματισμό.

Γι' αυτό και ο υπότιτλος «Από τις ελληνικές περιφέρειες στα Βαλκάνια και στις Βρυξέλλες» δεν είναι απλώς ένας ευρηματικός τίτλος.

Περιγράφει μια πορεία. Θα έλεγα όμως ότι περιγράφει και μια πολιτική μέθοδο: Περιφέρεια – Βαλκάνια – Ευρώπη.

Τρία επίπεδα που δεν πρέπει να λειτουργούν απομονωμένα αλλά να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Επιτρέψτε μου εδώ να μεταφέρω αυτή τη συζήτηση στη συγκυρία των ημερών μας.

Γιατί ίσως να είναι αυτό που κάνει σήμερα το βιβλίο ακόμη πιο επίκαιρο.

Ζούμε σε μια Ευρώπη που βρίσκεται δίπλα σε δύο μεγάλες πολεμικές εστίες, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.

Σε μια Ευρώπη στην οποία εξελίσσονται με οξύτητα το ενεργειακό πρόβλημα, ο πληθωρισμός, το κόστος ζωής και η ανασφάλεια.

Και βλέπουμε ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες κοινωνικές αντιδράσεις που δεν πρέπει να αντιμετωπίσουμε μόνο ως πρόβλημα δημόσιας τάξης.

Υποστηρίζω και εγώ μαζί με άλλους ότι μεταξύ άλλων είναι και πολιτικό μήνυμα προς τις εξουσίες μας.

Ότι μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών αισθάνονται πως το κόστος των αλλεπάλληλων κρίσεων κατανέμεται άνισα.

Και όταν η κοινωνική ανασφάλεια μεγαλώνει, μαζί της μεγαλώνουν ο εθνικισμός, ο αυταρχισμός, η ξενοφοβία και η δυσπιστία προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Την ίδια στιγμή που βλέπουμε την Ευρώπη υπό πολιορκία, με την γεωπολιτική πίεση να ασκείται τόσο από τα δυτικά όσο και από τα ανατολικά της καταγράφουμε και τα ακόλουθα:

·      Μια Ευρώπη τεράστιας οικονομικής δύναμης να δυσκολεύεται, συχνά, να μετατρέψει αυτή τη δύναμη σε αντίστοιχη πολιτική και γεωπολιτική επιρροή. Κατά τη γνώμη μου περισσότερο ως έλλειμα ηγεσίας.

·      Στην Ουκρανία, παρότι ο πόλεμος διεξάγεται στο ευρωπαϊκό έδαφος και αφορά ευθέως την ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι αποφασιστικές διπλωματικές κινήσεις εξακολουθούν σε σημαντικό βαθμό να εξαρτώνται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον.

·      Στη Μέση Ανατολή, πάλι, η Ευρώπη εμφανίζεται συχνότερα να αντιδρά στις εξελίξεις παρά να συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.

·      Και παράλληλα καλείται να αντιμετωπίσει μια Κίνα που μετατρέπει συστηματικά την οικονομική και τεχνολογική της ισχύ σε γεωπολιτική επιρροή και μια Ρωσία που, παρά τους πολύ μικρότερους οικονομικούς της πόρους, εξακολουθεί να επηρεάζει αποφασιστικά το διεθνές περιβάλλον.

Ζούμε την εποχή που το φαινόμενο που, συμβατικά, ονομάζουμε «Τραμπισμό», είναι προφανές ότι βάζει τη σφραγίδα του και διαμορφώνει συνθήκες χάους για την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Δεν είναι ένα το αποτέλεσμα κάποιων εκλογών στην Αμερική που αφορά, εσωτερικά στις ΗΠΑ.

Είναι η επιβολή μιας διαφορετικής αντίληψης διεθνούς πολιτικής, πέραν αυτής που χτίστηκε ο μεταπολεμικός κόσμος μας:

·      λιγότερο πολυμερής και περισσότερο συναλλακτική,

·      περισσότερο βασισμένη στους συσχετισμούς ισχύος και στις διμερείς συμφωνίες,

·      με δασμούς, πιέσεις προς συμμάχους και μια πολύ διαφορετική σχέση με τους διεθνείς θεσμούς που οικοδομήθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο.

Δεν υποστηρίζω ότι η Ευρώπη “μας εξέλιπε” και ότι δεν έχει πλέον δύναμη και δυνατότητες παρέμβασης, όπως ακούμε από πολλές πλευρές, τελευταία.

Αλλά το ερώτημα, κατ’ εμέ, που δεν θα αποφύγουμε, είναι γιατί δεν κατορθώνει να μετατρέπει το οικονομικό, κοινωνικό, επιστημονικό και πολιτισμικό της μέγεθος σε ανάλογη ενιαία πολιτική δύναμη.

Και εδώ, πιστεύω, αρχίζει, με το βιβλίο του Γιώργου, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία.

Εδώ έρχεται η συνήθης ατάκα, από τα πηγαδάκια του φουαγιέ της ΑΒΣΘ της δεκαετίας του 70… Αν και πόσο η ευρωπαϊκή ισχύς οικοδομείται μόνο από τα πάνω ή από τα κάτω. Το γνωστό μανιχαϊστικό δίλλημα εκείνης της εποχής, που όμως ήδη η διαλεκτική το έχει απαντήσει. Και ο Γιώργος το αντιμετωπίζει διαλεκτικά. Και από τα “πάνω” και από τα “κάτω” που εκεί αντιμετωπίζει δυσκολίες ισορροπίας το σύστημα και για τούτο προκρίνει την διαρκή ενδυνάμωση της από τα “κάτω” ενίσχυσης και λειτουργικής ενδυνάμωσης της συμμετοχής.

Η εμπειρία μας πλέον, όσων εκτιμούν ως θετική ιστορική σύλληψη την Ε.Ε., είναι ότι η ευρωπαϊκή ισχύς δεν οικοδομείται μόνο με περισσότερες αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες, με νέες αμυντικές δαπάνες ή με αποφάσεις των αρχηγών κρατών στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια.

Οικοδομείται και από κάτω.

·      Από κοινωνίες που αισθάνονται ότι συμμετέχουν.

·      Από περιφέρειες που αναπτύσσονται αντί να εγκαταλείπονται.

·      Από παραγωγικά συστήματα που δημιουργούν αξιοπρεπή εργασία.

·      Από μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν συνθλίβονται από τη συγκέντρωση.

·      Από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που συνδέονται με τις ανάγκες του τόπου τους.

·      Από διασυνοριακές συνεργασίες που μετατρέπουν τα σύνορα από γραμμές αντιπαράθεσης σε χώρους κοινών συμφερόντων.

Με άλλα λόγια, η κοινωνική και εδαφική συνοχή δεν είναι το “κοινωνικό συμπλήρωμα” της ευρωπαϊκής ισχύος. Είναι μία από τις προϋποθέσεις της.

Αυτή, νομίζω, είναι η «πολιτική» πρόταση του βιβλίου.

Δεν θα ισχυριστώ ότι ο συγγραφέας μας λέει ότι η ενδυνάμωση των περιφερειών αρκεί για να αποκτήσει η Ευρώπη κοινή εξωτερική πολιτική ή στρατηγική αυτονομία.

Αλλά θα ισχυριστώ ότι με σαφήνεια μας λέει, κάτι στο οποίο είμαστε ώριμοι να διεκδικήσουμε ως κοινωνίες, ότι χωρίς ισχυρές κοινωνίες, χωρίς παραγωγική βάση και χωρίς πολίτες που αισθάνονται ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βελτιώνει πραγματικά τη ζωή τους, οποιαδήποτε στρατηγική αυτονομία θα παραμένει εύθραυστη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς αυτές τις ημέρες, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες διαπραγματεύονται τον προϋπολογισμό (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμός για την επταετή περίοδο 2028–2034), οι ευρωπαϊκές περιφέρειες προειδοποιούν για τον κίνδυνο μεγαλύτερου συγκεντρωτισμού.

Υπερασπίζονται τρεις αρχές:

·      την εταιρική σχέση, αρχή της επικουρικότητας,

·      την τοπικά προσαρμοσμένη —place-based— πολιτική,

·      και την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση.

Άρα η συζήτηση που ανοίγει το βιβλίο δεν είναι “περιφερειακής αναφοράς”, με τη στενή έννοια.

Αφορά το ίδιο το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Μια ολοκλήρωση που μπορεί να αποτελέσει και μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα, όπως υπονοείται στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Όχι απλώς να περιμένουμε ποιο ποσό θα μας αναλογήσει, από τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, που πρέπει να μας απασχολήσει.

Αλλά να επιχειρήσουμε να συν διαμορφώσουμε το ίδιο το περιεχόμενό του Προϋπολογισμού αυτού.

Γιατί στον νέο αυτό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, δεν θα κριθεί μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν.

Θα κριθεί για ποια Ευρώπη θα διατεθούν.

Για μια Ευρώπη στην οποία η έννοια της ασφάλειας θα ταυτιστεί σχεδόν αποκλειστικά με στρατιωτικούς εξοπλισμούς;

Ή για μια Ευρώπη που θα αντιληφθεί την ασφάλεια ευρύτερα:

·      ως ενεργειακή ασφάλεια,

·      ως επισιτιστική ασφάλεια,

·      ως κοινωνική συνοχή,

·      ως παραγωγική ανθεκτικότητα,

·      ως προστασία απέναντι στην κλιματική κρίση,

·      ως εργασία και αξιοπρεπές εισόδημα,

·      και τελικά ως ειρηνική συνεργασία μεταξύ των λαών;

Η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα που γνωρίζουμε:

·      τη γεωγραφική της θέση μεταξύ Βαλκανίων, Μαύρης Θάλασσας και Ανατολικής Μεσογείου,

·      τα λιμάνια και τη ναυτιλία,

·      τον τουρισμό και τον πολιτισμό,

·      τον αγροδιατροφικό τομέα,

·      τις ενεργειακές δυνατότητες,

·      τα πανεπιστήμια και το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό της.

Έχει όμως και κάτι ακόμη:

την εμπειρία δεκαετιών διασυνοριακής συνεργασίας.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται ένας διαφορετικός ρόλος που θα μπορούσε να διεκδικήσει στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η χώρα μας.

Όχι ο ρόλος του περιφερειακού τοποτηρητή οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης.

Αλλά ο ρόλος ενός κόμβου συνεργασίας.

·      Στην ενέργεια.

·      Στις μεταφορές.

·      Στη ναυτιλία και στα λιμάνια.

·      Στην προστασία των υδάτων και των κοινών οικοσυστημάτων.

·      Στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.

·      Στην αγροδιατροφή.

·      Στην έρευνα και την εκπαίδευση.

·      Στον βιώσιμο τουρισμό.

·      Στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Αυτή είναι ίσως και η ουσία της εμπειρίας του Balkan Forum και των διασυνοριακών πολιτικών που αναδεικνύει ο Γιώργος.

Όταν περιφέρειες, πανεπιστήμια, δήμοι, επιχειρήσεις, κοινωνικοί φορείς και πολίτες από διαφορετικές χώρες δημιουργούν σταθερούς δεσμούς συνεργασίας, δεν παράγουν μόνο οικονομικό αποτέλεσμα.

Παράγουν και ειρήνη. Δημιουργούν κοινά συμφέροντα.

Και τα κοινά συμφέροντα είναι συχνά ισχυρότερο ανάχωμα στον εθνικισμό από οποιαδήποτε διακήρυξη καλών προθέσεων.

Γι' αυτό και θεωρώ ότι η λέξη «προοδευτική» στον τίτλο του βιβλίου αποκτά ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο.

·      Προοδευτική πολιτική σήμερα σημαίνει ανάπτυξη που μειώνει τις ανισότητες.

·      Πράσινη μετάβαση που δεν αφήνει περιοχές και κοινωνικές ομάδες πίσω.

·      Ανταγωνιστικότητα που δεν στηρίζεται στη φθηνή εργασία.

·      Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που δεν μετατρέπει τις περιφέρειες σε απλούς αποδέκτες αποφάσεων.

·      Και ασφάλεια που δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τους εξοπλισμούς.

Υπό αυτή την έννοια θα τολμούσα να δω το βιβλίο του Γιώργου και ως μια ενδιαφέρουσα μελέτη περίπτωσης.

Όχι ως απόδειξη ότι βρέθηκε κάποια έτοιμη συνταγή για την Ευρώπη.

Αλλά ως ένδειξη μιας διαδρομής που αξίζει να εξεταστεί πολύ σοβαρότερα:

από τον τόπο στην περιφέρεια,
από την περιφέρεια στη διασυνοριακή συνεργασία,
από τη συνεργασία αυτή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ίσως, τελικά, για να γίνει η Ευρώπη ισχυρότερη προς τα έξω, πρέπει πρώτα να γίνει πιο συνεκτική προς τα μέσα.

·      Κοινωνικά.

·      Οικονομικά.

·      Παραγωγικά.

·      Εδαφικά.

·      Και δημοκρατικά.

Το τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μάς θύμισε πόσα μεγάλα προβλήματα καλείται ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει η Ευρώπη.

Ουκρανία, Μέση Ανατολή, ενέργεια, ανταγωνιστικότητα, άμυνα, μετανάστευση, ο νέος προϋπολογισμός.

Το γεγονός όμως ότι δυσκολεύεται να δώσει ενιαίες και αποφασιστικές απαντήσεις δεν πρέπει να οδηγεί σε αντιλήψεις για λιγότερη Ευρώπη και ενίσχυση του ρόλου των κρατών.

Πρέπει να μας οδηγήσει στη συζήτηση για μια διαφορετικά ισχυρότερη Ευρώπη.

Μια Ευρώπη που δεν θα στηρίζεται μόνο στην αγορά της ή στη στρατιωτική της ισχύ.

Αλλά στην εμπιστοσύνη των κοινωνιών της, στην παραγωγική της δυνατότητα, στη μείωση των ανισοτήτων και στη συμμετοχή των πολιτών της.

Αγαπητοί μου και αγαπητές μου, εδώ βρίσκεται ίσως για μένα η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου που αποτέλεσε την αφορμή να βρεθούμε εδώ όλοι μαζί και παρουσιάζουμε σήμερα.

Δεν μας προσφέρει απλώς έναν απολογισμό μιας ενδιαφέρουσας επαγγελματικής διαδρομής.

Μας δίνει την αφορμή να θέσουμε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:

Τι Ευρώπη θέλουμε και ποιος μπορεί να είναι μέσα σε αυτήν ο ρόλος της Ελλάδας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης;

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη χρησιμότητα ενός βιβλίου.

Όχι να κλείνει μια συζήτηση. Αλλά να μας υποχρεώνει να ανοίξουμε μια καινούργια.

Γιώργο, σε ευχαριστούμε γι' αυτή την αφορμή.

Δημοκρατικός Πατριωτισμός και η Πατρίδα ως Ευθύνη: Μια μέρα πριν τις Ενδιάμεσες Αμερικανικές Εκλογές.

  Στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, σήμερα, δοκιμάζεται κάτι ευρύτερο από την κοινοβουλευτική ισχύ ενός προέδρου: η δυνατότητα της δημοκ...