Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός: Η ελληνική εξωτερική πολιτική στη σκιά του τραμπισμού.

Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας αποκαλύπτεται στις στιγμές που η υπεράσπιση των αρχών της απαιτεί διαφωνία με έναν ισχυρό σύμμαχο. Εκεί δοκιμάζεται η αυτονομία της. Και εκεί η σιωπή μπορεί να γίνει πολιτική επιλογή, με συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από μια ανακοίνωση που δεν εκδόθηκε.

Μέχρι το πρωί της 11ης Οκτωβρίου δεν έχει εντοπιστεί δημόσια ελληνική κυβερνητική αντίδραση στις νέες αμερικανικές κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η Ελλάδα απουσιάζει και από την κοινή δήλωση οκτώ υπουργών Εξωτερικών, μεταξύ των οποίων οι υπουργοί της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Δανίας και της Ολλανδίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αντιδράσει. Η Αθήνα θα μπορούσε τουλάχιστον να δηλώσει ότι συμμερίζεται αυτή τη θέση.

Η απουσία δήλωσης δεν αποδεικνύει αποδοχή των κυρώσεων. Αφήνει, όμως, αναπάντητο ένα ουσιώδες ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση δυσκολεύεται να εκφράσει δημόσια μια διαφωνία που άλλοι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ εκφράζουν χωρίς να θεωρούν ότι διακινδυνεύουν τη συμμαχική τους σχέση;

Οι κυρώσεις της 9ης Οκτωβρίου στρέφονται πλέον κατά του ίδιου του ΔΠΔ ως θεσμού. Η σημασία τους υπερβαίνει τις συγκεκριμένες υποθέσεις που ενοχλούν την Ουάσιγκτον. Αφορούν τη δυνατότητα της διεθνούς δικαιοσύνης να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βούληση των ισχυρών. Στο πεδίο αυτό αποτυπώνεται μια βασική αντίληψη του τραμπισμού για την παγκόσμια διακυβέρνηση: οι διεθνείς θεσμοί γίνονται ανεκτοί όσο δεν περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων της ηγεμονικής δύναμης.

Για την Ελλάδα, η αποδυνάμωση αυτής της θεσμικής αρχιτεκτονικής αποτελεί σοβαρό κίνδυνο. Μια χώρα που στηρίζει κρίσιμες εθνικές διεκδικήσεις στο διεθνές δίκαιο χρειάζεται κανόνες με αξιοπιστία και θεσμούς με ανεξαρτησία. Το ΔΠΔ και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες. Η υπεράσπιση, όμως, της διεθνούς δικαιοδοσίας απέναντι στον πολιτικό εκφοβισμό αφορά τον πυρήνα της ελληνικής επιχειρηματολογίας.

Η στάση απέναντι στο ΔΠΔ αναδεικνύει έτσι ένα ευρύτερο πρόβλημα προσανατολισμού. Η κυβέρνηση εμφανίζεται να επενδύει περισσότερο στην εύνοια της σημερινής αμερικανικής διοίκησης παρά στην ενεργή συμμετοχή της χώρας στη διαμόρφωση ευρωπαϊκών απαντήσεων. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον παρουσιάζεται ως διπλωματική επιτυχία, ενώ η δυνατότητα δημόσιας διαφωνίας υποχωρεί.

Η Ευρώπη ασφαλώς δεν διαθέτει ενιαία φωνή σε όλα τα ζητήματα. Οι αντιφάσεις και οι καθυστερήσεις της είναι υπαρκτές. Στην υπόθεση του ΔΠΔ, ωστόσο, υπάρχει σαφής θεσμική αντίδραση και δημόσια κινητοποίηση σημαντικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η ελληνική απουσία ενισχύει την εικόνα απομάκρυνσης από αυτόν τον προσανατολισμό. Η θέση μιας ευρωπαϊκής χώρας ενισχύεται όταν συμβάλλει στη συγκρότηση κοινής πολιτικής και αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί.

Η προσκόλληση στον τραμπισμό είναι και στρατηγικά κοντόφθαλμη. Στις 3 Νοεμβρίου οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ ενδέχεται να μεταβάλουν τους συσχετισμούς στα θεσμικά όργανα ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας των ΗΠΑ. Μια εκλογική ήττα των δυνάμεων που στηρίζουν τον Τραμπ προφανώς και δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανατροπή της πολιτικής του. Μπορεί, όμως, να περιορίσει την ισχύ του και να ενισχύσει διαφορετικές αντιλήψεις για τις συμμαχίες και τους διεθνείς θεσμούς. Ακόμη και αν αυτό δεν συμβεί τώρα, η μεταβολή παραμένει ενδεχόμενο που μια σοβαρή εξωτερική πολιτική οφείλει να συνυπολογίζει.

Η Ελλάδα χρειάζεται σχέσεις με τις ΗΠΑ που αντέχουν στις πολιτικές εναλλαγές. Όταν η συμμαχία προσωποποιείται και ταυτίζεται με έναν πρόεδρο και το ιδεολογικό του περιβάλλον, η χώρα εκτίθεται στις δικές τους ήττες, μεταστροφές και απαιτήσεις. Η προσωπική εύνοια είναι επισφαλές υποκατάστατο της θεσμικής συνεργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξεταστούν τα δημοσιεύματα για την πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Η Wall Street Journal περιέγραψε την προώθηση της AKTOR σε ενεργειακές συμφωνίες στα Βαλκάνια και την παρουσία του λομπίστα της, Χρήστου Μαραφάτσου, σε διπλωματικές συναντήσεις. Οι εμπλεκόμενοι αρνούνται αθέμιτες πρακτικές. Οι αναφορές περί δυνατότητας ανατροπής κυβερνήσεων επίσης αμφισβητούνται, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε ότι απειλήθηκε η ελληνική κυβέρνηση.

Το πολιτικό ζήτημα, ωστόσο, παραμένει. Ποια όρια θέτει η ελληνική κυβέρνηση όταν η διπλωματική επιρροή συνδέεται με την προνομιακή πρόσβαση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων; Πώς διασφαλίζει ότι οι δημόσιες επιλογές υπηρετούν την κοινωνία και ότι η κρατική ισχύς δεν λειτουργεί ως μέσο εμπορικής προώθησης ορισμένων επιχειρηματικών κύκλων;

Η παρουσία επιχειρηματιών και εφοπλιστών σε διπλωματικές εκδηλώσεις είναι κάτι το σύνηθες. Η αμερικανική πρεσβεία προσκάλεσε στο δείπνο προς τιμήν του Μάρκο Ρούμπιο, 32 περίπου παράγοντες οικονομικούς και θεσμικούς. Η συμμετοχή των οικονομικών παραγόντων προφανώς και δεν τεκμηριώνει παράτυπη συναλλαγή. Η επιχειρηματική δραστηριότητα και η οικονομική διπλωματία είναι θεμιτές.

Η ηθική νομιμοποίηση όμως της όποιας ενδεχόμενης προνομιακής μεταχείρισης, ξεπερνά τα όριά τους. Όταν η πρόσβαση στην εξουσία εμφανίζεται ως φυσικό δικαίωμα μιας στενής οικονομικής ελίτ και οι επιδιώξεις της παρουσιάζονται ανεξέταστα ως εθνική στρατηγική, υποβαθμίζονται η ισοτιμία, η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία.

Η πολιτική ευθύνη υπάρχει ακόμη και όταν δεν έχει αποδειχθεί παράνομη πράξη.

Υπενθυμίζει την ανάγκη να διακρίνεται το δημόσιο συμφέρον από τις επιδιώξεις ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων

Η κυβέρνηση λοιπόν οφείλει να αποκρούει αυτή τη σύγχυση. Οφείλει να αποδεικνύει ποιο δημόσιο όφελος παράγεται, με ποιους όρους ανταγωνισμού και με ποια κατανομή κινδύνων. Η συχνή προβολή ισχυρών επιχειρηματιών ως αυτονόητων συνομιλητών της διπλωματικής εξουσίας δεν αποτελεί πράγματι, από μόνη της, τεκμήριο παρατυπίας. Μπορεί, όμως, να κανονικοποιεί την αντίληψη ότι η εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται σε κύκλους προνομιακών προσβάσεων, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο.

Ο Κάθετος Διάδρομος προσφέρει ένα χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της συζήτησης. Οι διατυπωμένες επιφυλάξεις μας για τη λειτουργικότητά του δεν εξαντλούν το σημερινό ερώτημα. Το σχέδιο φαίνεται να αποκτά εμπορική και πολιτική δυναμική. Η εικοσαετής συμφωνία της Atlantic-SEE LNG Trade, της AKTOR και της ΔΕΠΑ Εμπορίας, με τη Venture Global για αμερικανικό LNG από το 2030 δείχνει τη διάρκεια των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται.

Η ανάπτυξή του χρειάζεται να αξιολογηθεί με όρους ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας, ανταγωνισμού και κοινωνικού οφέλους. Όταν η Ελλάδα διευκολύνει την προώθηση αμερικανικών προμηθειών στα Βαλκάνια υπό διπλωματική πίεση, κινδυνεύει να γίνει ή να φανεί ότι αποτελεί δίαυλο εξωτερικής επιρροής των ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Η διαφοροποίηση του εφοδιασμού έχει αξία όταν διευρύνει τις επιλογές και την αυτονομία. Τα κέρδη ορισμένων ελληνικών επιχειρήσεων δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι αυτή η προϋπόθεση εκπληρώνεται.

Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη συναλλαγή που να συνδέει το LNG με τη σιωπή για το ΔΠΔ. Υπάρχει, όμως, ένα κοινό πολιτικό ερώτημα: πόσο ανεξάρτητη κρίση διατηρεί μια κυβέρνηση που αποφεύγει να διαφωνήσει με τον ισχυρό σύμμαχο και ταυτόχρονα υιοθετεί ως εθνικές επιτυχίες επιχειρηματικές επιδιώξεις που εκείνος προωθεί;

Η υπεράσπιση του ΔΠΔ θα ήταν μια έμπρακτη δήλωση αυτονομίας και ευρωπαϊκής συνέπειας. Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να την κάνει. Η συμμαχική αξιοπιστία μιας χώρας περιλαμβάνει τη σταθερότητα των αρχών της. Όταν η Αθήνα τις αφήνει στη σκιά για να μη δυσαρεστήσει τον Τραμπ, το κόστος υπερβαίνει τη σημερινή συγκυρία: δεσμεύει τη θέση της Ελλάδας σε έναν κόσμο που μπορεί αύριο να έχει διαφορετικούς συσχετισμούς.

Η σιωπή, τότε, παύει να είναι διπλωματική προφύλαξη. Γίνεται πολιτική έκθεση της χώρας.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Η “έκθεση Πισσαρίδη” ως άλλοθι για μια ανάπτυξη "των λίγων".

 

Η κυβέρνηση υποσχέθηκε αλλαγή “παραγωγικού μοντέλου” της χώρας. Εφτά χρόνια μετά, μπορεί να γίνει ο απολογισμός και πρέπει να γίνει στην πραγματική παραγωγή, στην κατανομή των δημόσιων πόρων και στις δυνατότητες που απέκτησε η κοινωνία.
Τι νέο παράγει τελικά η Ελλάδα και σε πόσους και ποιους δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχουν;

Η νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών) επαναφέρει ένα ερώτημα που η κυβερνητική επικοινωνία προσπάθησε να θεωρήσει λυμένο: άλλαξε πράγματι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας; Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της μελέτης, το 2025 η πραγματική παραγωγή της ελληνικής οικονομίας παρέμενε περίπου 10% χαμηλότερη από το 2009. Οι διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι ανέκτησαν το χαμένο βάρος τους, αλλά η μεταβολή αυτή δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση του όγκου παραγωγής. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αλλαγή των μεριδίων αντανακλά και μεταβολές των σχετικών τιμών.

Υπάρχουν, ασφαλώς, θετικές εξελίξεις. Η μεταποίηση και ο κλάδος της πληροφορικής, των επικοινωνιών και της ενημέρωσης ξεπερνούν σε πραγματική παραγωγή τα επίπεδα του 2009. Το γεγονός αυτό αξίζει να αναγνωριστεί. Δεν αρκεί, όμως, για να χαρακτηριστεί επιτυχής η συνολική παραγωγική ανασυγκρότηση, όταν η οικονομία εξακολουθεί να παράγει λιγότερο από ό,τι πριν από δεκαέξι χρόνια.

Η έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη έθεσε υπαρκτά ζητήματα: παραγωγικότητα, επενδύσεις, εξωστρέφεια, ψηφιακή και πράσινη μετάβαση. Δεν είναι κατανοητή καμιά προσπάθειας απαξίωσης του καθηγητή κου Πισσαρίδη ούτε της συμβολής πολλών εκ των μελών της Επιτροπής (όχι όλων). Οι προτάσεις τους δεν ήταν κυβερνητικές αποφάσεις, όπως διευκρίνιζε και η επίσημη παρουσίαση της έκθεσης. Η κυβέρνηση είχε την ευθύνη να επιλέξει πολιτικές, να τις εφαρμόσει και να λογοδοτήσει για τα αποτελέσματά τους.

Εκεί αρχίζει η ουσιαστική πολιτική κριτική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αξιοποίησε το κύρος της έκθεσης για να οικοδομήσει το αφήγημα ότι οι επιλογές της αλλάζουν το παραγωγικό μοντέλο. Όμως η επίκληση μιας επιστημονικής πρότασης δεν αποδεικνύει ότι κάθε μεταγενέστερη κυβερνητική επιλογή υπηρετούσε τον σκοπό της. Ο απολογισμός δεν μπορεί να περιορίζεται στο πόσοι πόροι διατέθηκαν ή πόσες επενδύσεις ανακοινώθηκαν. Πρέπει να εξετάζει τι νέο παρήχθη και τι απέμεινε στην οικονομία.

Αυτό ισχύει πρωτίστως για τη σύνθεση των επενδύσεων. Άλλο η δημιουργία νέας παραγωγικής ικανότητας, τεχνολογίας και εξαγωγών και άλλο η αγορά υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ή η μεταφορά τους από ένα χαρτοφυλάκιο σε άλλο. Τη διάκριση αυτή είχαμε επισημάνει και παλαιότερα (https://www.metarithmisi.gr/content/e-oikonomia-tes-elladas-to-skhedio-pissaride-kai-oi-episemanseis-apo-ton-moodys): η αύξηση των επενδύσεων ως συνολικού μεγέθους δεν αρκεί, εάν δεν γνωρίζουμε την κατεύθυνση και το παραγωγικό τους αποτέλεσμα.

Εξίσου κρίσιμο είναι ποιοι αποκτούν πρόσβαση στις ευκαιρίες. Μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί να επενδύσει ουσιαστικά, να καινοτομήσει και να εξάγει. Το μέγεθός της, όμως, δεν αποτελεί από μόνο του εγγύηση κοινωνικής ή παραγωγικής απόδοσης. Όταν οι δημόσιες ενισχύσεις και η χρηματοδότηση ευνοούν κυρίως όσους διαθέτουν ήδη κεφάλαια, εξασφαλίσεις και πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, χρειάζεται ιδιαίτερα αυστηρός έλεγχος του αποτελέσματος. Αλλιώς, η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος μπορεί να παρουσιάζεται ως συνώνυμο της ανάπτυξης.

Αυτό θα υπονόμευε και τον θεμιτό ανταγωνισμό. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν χρειάζονται προστασία από την αξιολόγηση· χρειάζονται πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση, τεχνογνωσία, συνεργατικά σχήματα και αγορές. Από το 2021 είχαμε υποστηρίξει την ανάγκη στοχευμένων εργαλείων που φτάνουν πράγματι στις μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς και ενός δημόσιου αναπτυξιακού σχεδίου με σαφείς προτεραιότητες. Το αίτημα εκείνο παραμένει επίκαιρο.

Υπάρχει και μια ακόμη πλευρά της κατανομής των πόρων που οφείλει να περιληφθεί στον απολογισμό: οι δαπάνες του κράτους, του Υπερταμείου και των επιχειρήσεων με δημόσια συμμετοχή για εξωτερικούς συμβούλους, επικοινωνία και διαφήμιση. Τέτοιες υπηρεσίες μπορεί να είναι απολύτως αναγκαίες. Η ανάγκη τους, όμως, πρέπει να τεκμηριώνεται, όπως και το αποτέλεσμα που παραδίδουν. Ποιο πρόβλημα έλυσαν; Ποια γνώση έμεινε στον δημόσιο φορέα; Πώς συνδέθηκαν με καλύτερες υπηρεσίες ή με νέα παραγωγική δυνατότητα;

Δεν πρέπει εδώ να γίνει μια λανθασμένη στατιστική σύνδεση. Η άνοδος της πραγματικής παραγωγής στον κλάδο της πληροφορικής, των επικοινωνιών και της ενημέρωσης δεν αποτελεί ένδειξη ότι αυξήθηκε εξαιτίας κρατικής διαφήμισης ή διοικητικών συμβουλευτικών αναθέσεων. Η διαφήμιση και οι υπηρεσίες διοικητικών συμβούλων καταγράφονται σε άλλες κατηγορίες οικονομικής δραστηριότητας. Το ερώτημα για τις δημόσιες δαπάνες παραμένει, αλλά απαιτεί αυτοτελή στοιχεία για τις συμβάσεις, τους αποδέκτες και τα παραδοτέα τους. Η κυβέρνηση δεν συμβάλλει στη δημοσιοποίησή τους. Είτε με πίεση μέσω της Βουλής είτε με παρέμβαση της Δικαιοσύνης, αυτά τα στοιχεία θα είναι διαθέσιμα, δημόσια, για μελέτη, όπου και θα επανέλθουμε.

Αυτός είναι και ο λόγος που η διαφάνεια δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα. Οι νεότερες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης της κρατικής διαφήμισης μπορούν να βοηθήσουν στον έλεγχό της, εφόσον εφαρμοστούν με τρόπο που επιτρέπει στους πολίτες να παρακολουθούν τη συνολική δαπάνη και την κατανομή της. Αντίστοιχη εικόνα χρειαζόμαστε για τις συμβουλευτικές συμβάσεις σε όλο το εύρος των φορέων που διαχειρίζονται δημόσιους πόρους. media.gov.gr. Για περιπτώσεις όπως το ΥπερΤαμείο και άλλους αντίστοιχους οργανισμούς (με ειδική σχέση με το κράτος προμήθειας ή σύμβασης παραχώρησης κάποιας, άξιας λόγου, διάρκειας ) που δεν συμπεριλαμβάνονται θα υπάρξει κάποια στιγμή ειδική μελέτη έρευνα…

Η παραγωγική ανασυγκρότηση προϋποθέτει επίσης ένα κράτος ικανό να σχεδιάζει, να υλοποιεί και να αξιολογεί. Δημόσιες υποδομές, εκπαίδευση, υγεία και αποτελεσματική διοίκηση ενισχύουν τις δυνατότητες ολόκληρης της οικονομίας. Σε παλαιότερα κείμενά μας είχαμε επιμείνει στην ανάγκη μακροπρόθεσμου, συμμετοχικού σχεδιασμού, με συνέχεια και πέρα από τον εκλογικό κύκλο. Η διαρκής ανάθεση του σχεδιασμού σε τρίτους δεν μπορεί να υποκαθιστά τη συγκρότηση αυτής της δημόσιας ικανότητας.

Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δεν αποτελεί από μόνη της συνολική αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής. Αναδεικνύει, όμως, την απόσταση ανάμεσα σε μια μεταβολή της σύνθεσης της οικονομίας και στην αύξηση της πραγματικής παραγωγής. Αυτή την απόσταση οφείλει να εξηγήσει η κυβέρνηση που έκανε την «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου» κεντρική της υπόσχεση.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, δημόσιο απολογισμό για ολόκληρη τη διαδρομή του χρήματος: από τις παραγωγικές επενδύσεις και τη στήριξη των μικρότερων επιχειρήσεων έως τις αμοιβές συμβούλων και τις δαπάνες προβολής. Πού πήγαν οι πόροι; Τι παραδόθηκε; Τι παρήχθη επιπλέον; Ποιοι απέκτησαν τη δυνατότητα να παράγουν περισσότερο και καλύτερα;

Αν δεν απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η έκθεση Πισσαρίδη θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό τεκμήριο για επιλογές που πρέπει να κρίνονται αυτοτελώς. Και η χώρα θα εξακολουθήσει να συζητά για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, ενώ θα περιμένει ακόμη το παραγωγικό του αντίκρισμα.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η “αυτορρύθμιση” των ισχυρών και το κόστος των κρίσεων

 Από την Εφημερίδα των Συντακτών της 30ης Σεπτεμβρίου 2026

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομότιμου καθηγητή
του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Από την τεχνητή νοημοσύνη, την ενέργεια μέχρι τη ναυτιλία και προφανώς και αλλού, φαίνεται πως έχει αυξηθεί η ανάγκη για διεθνείς κανόνες ρύθμισης και λειτουργίας της διεθνούς οικονομίας, πριν από την επόμενη “ξανά έκτακτη” ανάγκη.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες έθεσε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ μια σύγκριση που δύσκολα ξεχνιέται: από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πέντε μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες πραγματοποίησαν, όπως είπε, κέρδη σχεδόν μισού τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Η διεθνής δημόσια χρηματοδότηση για την προσαρμογή των αναπτυσσόμενων χωρών στην κλιματική αλλαγή ήταν μόλις 34 δισεκατομμύρια κατά το τελευταίο έτος με διαθέσιμα στοιχεία. Οι περίοδοι σύγκρισης διαφέρουν και δεν προήλθε κάθε εταιρικό κέρδος από τον πόλεμο. Η αντίθεση, ωστόσο, αποτυπώνει ποιοι διαθέτουν την ισχύ να ωφελούνται μέσα σε μια κρίση και ποιοι αδυνατούν ακόμη και να προστατευθούν από τις συνέπειές της.

Δύο ημέρες αργότερα, από το ίδιο βήμα, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «αφελή» την προσδοκία ότι οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα αυτορρυθμίσουν οικειοθελώς την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Η προσδοκία αυτή, είπε, αντιβαίνει στην ιστορία του καπιταλισμού: “… το όφελος των νικητών είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορούμε να στηριχθούμε στην καλή τους θέληση…”. Είναι μια ορθή διαπίστωση. Που προφανώς δεν μπορεί να ισχύει αποκλειστικά και μόνον για την τεχνητή νοημοσύνη…

Το ίδιο θέμα αφορά κάθε κρίσιμη αγορά όπου λίγες επιχειρήσεις ελέγχουν υποδομές, δεδομένα, δίκτυα ή σημαντικό μέρος της προσφοράς: την ενέργεια, τις μεταφορές, τα logistics, την πληροφορική, τις τράπεζες… Εκεί όπου οι μεγάλες κεφαλαιακές απαιτήσεις δυσκολεύουν την είσοδο νέων ανταγωνιστών.

Έτσι, σε πόλεμο, πανδημία ή φυσική καταστροφή, ορισμένοι μπορούν να μετακυλήσουν αυξημένα κόστη και να εξασφαλίζουν επιπλέον αποδόσεις και κέρδη προερχόμενα από τη σπανιότητα Προσφοράς. Δεν συζητούμε ως άποψη αν κάθε υψηλό κέρδος είναι αθέμιτο. Μας απασχολεί αν, πέρα από τον πραγματικό κίνδυνο και την εύλογη απόδοση, δημιουργείται οικονομική πρόσοδος από ισχύ πάνω στην αγορά.

Η ναυτιλία είναι μια περίπτωση που μας επιτρέπει να δούμε τον μηχανισμό καθαρότερα. Στο Ορμούζ οι επιθέσεις και οι πολεμικοί κίνδυνοι επιβαρύνουν πραγματικά πλοία και πληρώματα. Έχουν όμως καταγραφεί ναυλώσεις πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων που αγγίζουν το 1,1 εκατομμύριο δολάρια ημερησίως, ενώ οι αυξήσεις μεταδίδονται και σε άλλες διαδρομές. Οι υψηλότεροι ναύλοι μπορούν επίσης να ενισχύσουν τις αξίες των πλοίων και να δημιουργήσουν πρόσθετες ευκαιρίες υπεραξίας από την πώλησή τους. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει αυτομάτως κατάχρηση. Απαιτεί όμως να γνωρίζουμε τι αντιστοιχεί σε πρόσθετο κόστος και τι σε απόδοση που γεννά η συγκυρία.

Στα εμπορευματοκιβώτια η ανάγκη σχετικών μελετών είναι ακόμη εντονότερη. Η διεθνής μεταφορά τους λειτουργεί ως δίκτυο πλοίων, λιμένων, τερματικών σταθμών και χερσαίων υπηρεσιών. Μια διαταραχή μειώνει τη χωρητικότητα που είναι πραγματικά διαθέσιμη εκεί όπου χρειάζεται. Παράλληλα, συγχωνεύσεις, συμμαχίες και επέκταση των μεταφορέων στα logistics έχουν συγκεντρώσει δραστηριότητες. Η συνεργασία μπορεί να προσφέρει οικονομίες κλίμακας. Μπορεί επίσης να επιτρέπει κοινή διαχείριση της χωρητικότητας, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ένα εξωτερικό σοκ περνά στους ναύλους. Γι’ αυτό το International Transport Forum του OECD εισηγείται ισχυρότερη διεθνή παρακολούθηση του ανταγωνισμού και εξέταση περιορισμών στην κοινή απόσυρση χωρητικότητας.

Η Ευρώπη έχει δείξει ότι η διακρατική ρύθμιση είναι δυνατή. Κατά την ενεργειακή κρίση θέσπισε προσωρινή εισφορά στο μέρος των φορολογητέων κερδών συγκεκριμένων επιχειρήσεων ορυκτών καυσίμων που υπερέβαινε κατά 20% τον μέσο όρο της προηγούμενης τετραετίας. Ήταν παρέμβαση στη διανομή των έκτακτων αποδόσεων, αφού όμως οι ανατιμήσεις είχαν ήδη πλήξει τις οικονομίες. Χρειάζεται και το προηγούμενο βήμα: διαφάνεια στην προσφορά, έγκαιρη διερεύνηση της ισχύος στην αγορά και συνεργασία των αρχών ανταγωνισμού πέρα από τα σύνορα.

Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει μια πρωτοπόρα δύναμη ευθύνης αν αναλάβει την πρωτοβουλία να εισηγηθεί μια τέτοια πρωτοβουλία στην ΕΕ και, μαζί με αυτήν, στον ΟΗΕ, με αφετηρία την UNCTAD: διεθνή παρακολούθηση κρίσιμων αγορών, κοινούς κανόνες έρευνας σε περιόδους κρίσης και, συμπληρωματικά, δίκαιη φορολόγηση τεκμηριωμένων έκτακτων προσόδων. Ως χώρα της Ευρώπης και σημαντική ναυτιλιακή δύναμη, έχει ιδιαίτερη ευθύνη. Δεν αρκεί να ζητά διεθνείς κανόνες για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Πρέπει να υπερασπίζεται κανόνες και για την οικονομική ισχύ που ασκείται πάνω σε αυτές.

Αν η αυτορρύθμιση είναι αφελής όταν διακυβεύεται το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, δεν γίνεται να θεωρείται επαρκής όταν διακυβεύονται το κόστος της ενέργειας, η κυκλοφορία των αγαθών και η ζωή των κοινωνιών. Το κράτος δικαίου και η διεθνής νομιμότητα οφείλουν να φθάνουν εκεί όπου σήμερα κυριαρχεί το δίκαιο του οικονομικά ισχυρού.

Για να βρουν δρόμους εφαρμογής οι προβληματισμοί του κου Μητσοτάκη και να μην είναι απλές διατυπώσεις στα πλαίσια μιας ομιλίας ακόμη και αν αυτή γίνεται από το βήμα του ΟΗΕ. Υπάρχει δε πεδίο δόξης λαμπρό, να αναληφθούν αντίστοιχες σχετικές δράσεις, σε εθνικό επίπεδο, με ευθύνη και σχεδιασμό της Ελληνικής κυβέρνησης.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Ζητείται “Όμιλος Προβληματισμού” για τις προτεραιότητες και το μέλλον της χώρας


Οι εθνικές συναινέσεις ή οι όποιες ενδεχόμενες κυβερνητικές συγκλίσεις, χρειάζονται κοινωνική συμμετοχή, σαφείς επιλογές και απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα για τι κοινωνία και τι οικονομία επιδιώκουμε.

Το τελευταίο διάστημα πολίτες και πολιτικοί παράγοντες διατυπώνουν σκέψεις για την ανάγκη διαύλων επικοινωνίας και δυνατοτήτων κάποιου επιπέδου συναινέσεων ανάμεσα στις δυνάμεις του συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου. Ορισμένες προτάσεις εστιάζουν ειδικότερα στις προγραμματικές συγκλίσεις της Κεντροαριστεράς. Και οι δύο συζητήσεις είναι αναγκαίες. Θα έχουν όμως αξία μόνον αν καταφέρουν να γίνονται και πέρα από τις σχέσεις των κομματικών ηγεσιών και ταυτοχρόνως επιχειρούν να απαντήσουν σε ένα δύσκολο ερώτημα: ποιες εθνικές προτεραιότητες είναι δυνατόν να υπηρετηθούν από κοινού σε εθνικό επίπεδο, με ποιο σχέδιο και με ποιες δεσμεύσεις;

Στη δεκαετία του 1990, ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας, ο ΟΠΕΚ, επιχείρησε κάτι που διατηρεί την αξία του ως πολιτική εμπειρία. Έφερε σε έναν κοινό χώρο συζήτησης ανθρώπους από τις εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της φιλοευρωπαϊκής Ανανεωτικής Αριστεράς, του Προοδευτικού Κέντρου της εποχής, της επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών. Πολλοί και πολλές από εμάς εμπνευστήκαμε από εκείνη την προσπάθεια και ενεργοποιηθήκαμε για τους σκοπούς της. Οι όποιες διαφορετικές μας πολιτικές αφετηρίες δεν εμπόδισαν την προσπάθεια για κοινή επεξεργασία προτάσεων που αφορούσαν στη χώρα. Προφανώς και αντιμετωπίσαμε, τουλάχιστον στη πρώτη φάση, το λιγότερο, τα σκωπτικά σχόλια δημοσιολογούντων και "συνεπών ασυμβίβαστων " της τότε εποχής.

Ο Όμιλος συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ιδεών και ανθρώπινων δικτύων που επηρέασαν την πορεία της διακυβέρνησης από το 1996 και έπειτα. Ανέδειξε την ευρωπαϊκή προοπτική, τον θεσμικό εκσυγχρονισμό και την ανάγκη τεκμηριωμένου πολιτικού σχεδιασμού. Η αναγνώριση αυτής της συμβολής δεν σημαίνει και εξιδανίκευση των κυβερνητικών επιλογών της περιόδου. Το χρήσιμο δίδαγμα είναι ότι η προγραμματική προετοιμασία μπορεί να συμβάλλει όταν προηγείται της άσκησης εξουσίας και μπορεί να υπερβαίνει τα όρια ενός κόμματος.

Σήμερα οι προκλήσεις είναι διαφορετικές και ο χρόνος πιέζει. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες συνυπάρχουν με την κλιματική απειλή, την παραγωγική υστέρηση και τη δυσπιστία προς τους θεσμούς. Η ασφάλεια της χώρας, η θέση της στην Ευρώπη και η ανθεκτικότητα της οικονομίας της απαιτούν επίσης συνέχεια πέρα από έναν εκλογικό κύκλο. Σε αυτά τα πεδία χρειάζονται εθνικές συναινέσεις, με τη συμμετοχή των δυνάμεων που αποδέχονται τους δημοκρατικούς θεσμούς και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Η συναίνεση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές διαφορές παύουν να έχουν σημασία. Η πρόσφατη συζήτηση για τη φορολογική προσέλκυση πολύ εύπορων προσώπων δείχνει γιατί πρέπει να μιλήσουμε συγκεκριμένα. Η είσπραξη ενός κατ’ αποκοπή φόρου ή η αγορά ενός ακινήτου μπορεί να αποφέρει έσοδα. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι δημιουργούνται παραγωγικές επενδύσεις, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και διαρκής προστιθέμενη αξία. Η επίδραση τέτοιων πολιτικών στη στεγαστική αγορά, στα δημόσια έσοδα και στη φορολογική δικαιοσύνη πρέπει να αξιολογείται δημόσια, με στοιχεία.

Πίσω από τους ειδικούς φορολογικούς κανόνες βρίσκεται μια πολιτική επιλογή: θα επιδιώξουμε ανάπτυξη που στηρίζεται στην παραγωγή, την έρευνα, την κατάρτιση και την αξιοπρεπή εργασία ή θα αρκεστούμε στην προσέλκυση πλούτου και στην άνοδο των αξιών των ακινήτων; Πώς θα κατανεμηθούν τα φορολογικά βάρη; Τι πόρους θα διαθέσουμε στη δημόσια υγεία, την παιδεία και την κατοικία; Αυτά τα ερωτήματα απαιτούν διάλογο και επιτρέπουν καθαρές κουβέντες. Καμία επίκληση της «εθνικής συνεννόησης» δεν πρέπει να τα παρακάμπτει.

Ευκαιρία με ένα παράδειγμα, με αφορμή στοιχεία από την ομιλία του πρωθυπουργού τις προηγούμενες μέρες, είναι η δυνατότητα α ορίζουμε και να συμφωνούμε στο τι ο καθείς εννοεί και πως μπορούμε να κάνουμε πράξη αυτά που συγκλίνουμε. Ο κος πρωθυπουργός υποστήριξε ότι “…Η ιδέα ότι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα καταλήξουν οικειοθελώς σε κάποια συμφωνία για αυτορρύθμιση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης είναι αφελής…”. Πράγματι αυτή η ιδέα “…έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα γνωρίζουμε για την ιστορία του καπιταλισμού…”. Δεν είναι η πρώτη φορά όπου “…τα οφέλη για τους νικητές είναι, απλώς, πάρα πολύ μεγάλα για να πιστέψουμε ότι η καλοπροαίρετη μέριμνα για την ευημερία της ανθρωπότητας θα υπερισχύσει της αστείρευτης τάσης του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς καλύτερες αποδόσεις…”.

Σε αντίστοιχες λοιπόν αναφορές και περιπτώσεις δεν νομίζω ότι δεν θα μπορούσαν να επιχειρήσουν τη συγκρότηση συγκεκριμένων προγραμματικών προτάσεων, ευρύτερες δυνάμεις του ενός κόμματος στη χώρα μας. Γιατί πράγματι όλοι/ες πλέον έχουν αντιληφθεί ότι όταν τα δυνητικά κέρδη είναι τεράστια, απαιτούνται ρυθμίσεις που διαχειρίζονται και αντιμετωπίζουν τις εμφανείς αδυναμίες της αγοράς για αυτορρύθμιση. Και αυτό αφορά και στην αγορά ενέργειας στη χώρα μας και στη διανομή τροφίμων και ότι αφορά στο καλάθι του νοικοκυριού, και στις τράπεζες και στις μεταφορές εμπορευμάτων και πολιτών… Τα σκληρά ολιγοπώλια που έθρεψε αυτή κυβέρνηση με αποτέλεσμα την υπονόμευση του ανταγωνισμού..

Πεδίον δόξης λαμπρό για να δούμε δυνατότητες για αποκλίσεις και συγκλίσεις...

Γι’ αυτό ίσως να είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ενός “σύγχρονου ΟΠΕΚ”: ενός ανοιχτού και αυτόνομου χώρου προγραμματικού διαλόγου, με συμμετοχή πολιτών, επιστημόνων, συνδικάτων, παραγωγικών φορέων, αυτοδιοίκησης και κοινωνικών κινημάτων. Θα μπορούσε να επεξεργαστεί προτάσεις για λίγες κρίσιμες εθνικές προτεραιότητες: παραγωγική ανασυγκρότηση, φορολογική δικαιοσύνη, ισχυρά δημόσια αγαθά, προσιτή κατοικία, προστασία των νησιών και των περιφερειών, δίκαιη κλιματική μετάβαση και θεσμική λογοδοσία. Για καθεμία χρειάζονται στόχοι, τρόποι χρηματοδότησης και δυνατότητα ελέγχου της προόδου.

Σε έναν τέτοιο χώρο οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να αναζητήσουν τις συγκλίσεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια ενδεχόμενη εναλλακτική πλειοψηφία, εάν πρόκυπτε η ανάγκη και η δυνατότητες. Αυτή είναι μια πολιτική προτίμηση πολλών από εμάς. Παράλληλα, οι εθνικές προτεραιότητες πρέπει να συζητούνται με όλες τις δυνάμεις του συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου, συμπεριλαμβανομένων και δυνάμεων από τη Νέα Δημοκρατία. Μια συμφωνία για τη θεσμική συνέχεια ή για μια μακρόπνοη εθνική πολιτική δεν ταυτίζεται με συμφωνία συγκυβέρνησης. Αποτελεί όμως μέρος της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε δημοκρατικό κόμμα.

Ούτε μπορεί να αποκλειστεί ή να αποφασιστεί εκ των προτέρων ότι, υπό συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές συνθήκες, θα τεθεί ή δεν θα τεθεί ζήτημα κυβερνητικής συνεργασίας με κάποιες από τις δυνάμεις του συνταγματικού τόξου όπου συμπεριλαμβάνεται και η Νέα Δημοκρατία. Μια τέτοια επιλογή θα ήταν πολιτικά σοβαρή και δύσκολη. Θα απαιτούσε δημόσια, συγκεκριμένη προγραμματική συμφωνία, καθαρές εγγυήσεις για τους θεσμούς και τη λογοδοσία, καθώς και έντιμη εξήγηση των συμβιβασμών προς τους πολίτες. Δεν θα μπορούσε να προκύψει απλώς από την επίκληση της ανάγκης να σχηματιστεί κυβέρνηση, όπως συνέβη με διαφορετικές κυβερνήσεις την προηγούμενη δεκαετία (κυβερνήσεις συνεργασιών και πριν και μετά το 2015).

Δυστυχώς ο τοξικός και πολιτικός λόγος, ακραίων πολιτικών αντιλήψεων που εκφράζονται, με την αυταρέσκεια της “ηχούς του δωματίου” και υπάρχουν, δυστυχώς, σε όλους τους χώρους των κομμάτων, του κατά τα λοιπά συνταγματικού τόξου, δυσκολεύει τη δυνατότητα δημιουργίας τέτοιας ατζέντας και ιδιαιτέρως στην παρούσα προεκλογική περίοδο.

Εδώ έρχεται η ευθύνη και μετριούνται οι δυνατότητες της δικής μας κοινωνίας των πολιτών.

Ένας «ΟΠΕΚ Νο 2» δεν θα είχε λόγο ύπαρξης ως άσκηση νοσταλγίας ή ως προθάλαμος μιας προκαθορισμένης συνεργασίας. Θα άξιζε να υπάρξει για να βοηθήσει την κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις να ξεχωρίσουν πού είναι δυνατή μια ευρεία εθνική συμφωνία, πού μπορεί να συγκροτηθεί μια προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης και ποιες διαφορές παραμένουν ουσιαστικές. Μόνο πάνω σε αυτή τη γνώση μπορούν οι όποιες ενδεχόμενες και πιθανές μελλοντικές πολιτικές συνεργασίες, σε κυβερνητικό ή αντιπολιτευτικό επίπεδο, να αποκτήσουν περιεχόμενο και δημοκρατική νομιμοποίηση.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Η εποχή που η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει.

 Δημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών στις 23/09/2026


Υπάρχει η κλασική διαφθορά: το φακελάκι, η παράνομη ανάθεση, η συναλλαγή κάτω από το τραπέζι. Υπάρχει όμως και ένα δυσκολότερο πολιτικό και θεσμικό φαινόμενο: όταν η προνομιακή πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα, στις αποφάσεις και στη δημόσια περιουσία μπορεί να αναπτύσσεται μέσα σε ένα σύστημα τυπικά νόμιμων κανόνων.

Εδώ βρίσκεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «θεσμικά νομιμοποιημένη διαφθορά». Όχι ως ποινικό χαρακτηρισμό, αλλά ως πολιτική περιγραφή ενός συστήματος όπου η νομιμότητα δεν εγγυάται αναγκαστικά ανταγωνισμό, διαφάνεια, αποτελεσματικό έλεγχο και λογοδοσία.

Ποια είναι τα στοιχεία που, πολιτικά τουλάχιστον, επιβάλλουν αυτή τη συζήτηση;

Στην Ελλάδα οι δημόσιες συμβάσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% του ΑΕΠ. Ο ΟΟΣΑ τις χαρακτηρίζει έναν από τους πλέον ευάλωτους τομείς σε σπατάλη, κακοδιαχείριση και διαφθορά και επισημαίνει, ειδικά για τη χώρα μας, την υπερβολική χρήση μη ανταγωνιστικών διαδικασιών, τις αδυναμίες στην έρευνα αγοράς και προβλήματα διαφάνειας στην επιλογή αναδόχου και στον προσδιορισμό της τιμής (OECD, 2025, Managing Public Procurement Risks in Greece: A Framework for Implementation).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Έκθεση Κράτους Δικαίου του 2026, επανέρχεται στα προβλήματα ανταγωνισμού και ακεραιότητας στις δημόσιες συμβάσεις (European Commission, 2026, Rule of Law Report – Country Chapter Greece).

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εξέλιξη του Υπερταμείου, το οποίο, αν και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί με εταιρική μορφή και ιδιαίτερο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης. Μετά την προηγούμενη εμπειρία του ΤΑΙΠΕΔ και την απορρόφησή του, μαζί με το ΤΧΣ, το Growthfund μετασχηματίζεται πλέον από φορέα διαχείρισης δημόσιων επιχειρήσεων σε Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο, με διευρυμένο ρόλο στις στρατηγικές επενδύσεις και στα δημόσια έργα (Growthfund, 2026, Growthfund is evolving into Greece’s National Investment Fund for Growth).

Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη δημόσιο οργανισμό. Είναι ένας ισχυρός κόμβος οικονομικής εξουσίας, που επηρεάζει υποδομές, μεταφορές, λιμένες, ενέργεια, ακίνητα και δημόσιες επιχειρήσεις και τελικά μεγάλο τμήμα της αγοράς.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό το μοντέλο εξασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Το επιχείρημα είναι θεμιτό. Αλλά όσο μεγαλύτερη είναι η ευελιξία ενός οργανισμού που διαχειρίζεται δημόσια περιουσία, επιλέγει διοικήσεις, προετοιμάζει μεγάλες επενδύσεις και αναθέτει υπηρεσίες, τόσο ισχυρότερος πρέπει να είναι και ο δημοκρατικός έλεγχός του, που στη προκείμενη περίπτωση ελέγχεται.

Διότι αν σε κάτι εμφανίζεται προκλητικά το φαινόμενο της «συμβουλοκρατίας» είναι ακριβώς εδώ. Ακόμη και ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η σύνταξη του Στρατηγικού Σχεδίου του ίδιου του Υπερταμείου για το 2025-2027 αποτέλεσαν αντικείμενο πρόσκλησης για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες (Growthfund, 22.4.2024, RFP for Expert Advisory Services for Designing, Developing and Formulating Growthfund’s Strategic Plan 2025–2027).

Οι σύμβουλοι είναι συχνά χρήσιμοι. Το ερώτημα είναι πότε η αγορά εξειδικευμένης γνώσης μετατρέπεται σε υποκατάσταση της ικανότητας του ίδιου του κράτους να σχεδιάζει, να διοικεί και να αξιολογεί.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνον σε οικονομικές επιδράσεις.

Πρόσφατα γεγονότα στον χώρο της ιδιωτικής Υγείας ανέδειξαν τη συνάφεια αυτών των θεσμικών ερωτημάτων: σε ιδιωτικό ιατρείο εντοπίστηκαν μηχανήματα για θεραπευτική πράξη των οποίων η εγκατάσταση σε ιατρείο απαγορεύεται. Η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη και κανένα συμπέρασμα περί ευθύνης δεν μπορεί να προεξοφληθεί.

Αυτό ακριβώς είναι το θέμα αυτού του άρθρου: Δεν αρκεί να υπάρχουν κανόνες, άδειες και ελεγκτικοί φορείς. Πρέπει οι σχετικοί θεσμοί να λογοδοτούν για τον πραγματικό έλεγχο που ασκούν. Να δρουν προληπτικά και όχι εκ των υστέρων. Μεριμνά άραγε η εκτελεστική εξουσία για την ικανότητα των θεσμών αυτών και των ρυθμιστικών αρχών, να λειτουργούν αποτελεσματικά ή τους αποδυναμώνει διαχειριστικά και λειτουργικά;

Αυτό αφορά στην ευθύνη της κυβέρνησης για την επιτήρηση των δημόσιων συμβάσεων, του Υπερταμείου, τους εξωτερικούς συμβούλους, τις ανεξάρτητες αρχές και τελικά ολόκληρη τη λειτουργία του κράτους.

Δεν είναι τυχαίο ότι τον Μάιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημέρωσε επισήμως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές και αποφάσεις στην Ελλάδα είχαν αρνητική επίδραση στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της, διατυπώνοντας μάλιστα σοβαρές αμφιβολίες για την τήρηση της υποχρέωσης ειλικρινούς συνεργασίας με την Ε.Ε. (European Public Prosecutor’s Office, 22.5.2026, Statement regarding recent developments affecting the effective and independent functioning of the EPPO in Greece).

Δεν εξετάζουμε εδώ αν στην επταετία διακυβέρνησης Μητσοτάκη υπήρξαν παράνομες πράξεις. Αυτές τις κρίνουν —και ορισμένες ήδη τις εξετάζουν— οι αρμόδιες αρχές.

Το θέμα μας, για την ενίσχυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας μας, είναι πιο σημαντικό: η συνεχής συγκέντρωση οικονομικής και διοικητικής εξουσίας συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας;

Γιατί η θεσμική φθορά μιας δημοκρατίας δεν αρχίζει μόνο όταν παραβιάζεται ο νόμος.

Μπορεί να αρχίζει όταν αρκούμαστε στο ότι όλα έγιναν «νομίμως» και παύουμε να ρωτάμε το ουσιώδες: Ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και ποιος τελικά ωφελείται;

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Για τις δύο από τις οικονομικές προτάσεις, με αφορμή τη ΔΕΘ. Πώς και σε τι απαντούν

Μπορεί μια οικονομία να υπεραποδίδει και ταυτόχρονα η πλειοψηφία των πολιτών να δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα; Μπορούν να αυξάνονται το ΑΕΠ, οι επενδύσεις και τα εταιρικά κέρδη, ενώ η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους της κοινωνίας παραμένει ασθενής και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν δυσκολίες χρηματοδότησης και ανάπτυξης;

Η απάντηση είναι ναι. Και αυτό, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί ένα χρήσιμο κριτήριο για να αξιολογηθούν οι δύο από τις οικονομικές προτάσεις που παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη, αυτές του πρωθυπουργού κου Μητσοτάκη και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κου Ανδρουλάκη.

Θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε ένα πραγματικό ερώτημα: πώς και σε τι απαντά κάθε μια από αυτές τις δυο προτάσεις στην απόσταση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στη μακροοικονομική επίδοση της οικονομίας και στην ευημερία μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Η ευημερία των αριθμών και οι λογαριασμοί των πολιτών

Δεν θα ήταν επιστημονικά αποδεκτό να αμφισβητήσουμε τις θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις. Η ανεργία έχει υποχωρήσει, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αποκλιμακώνεται και η οικονομία αναπτύσσεται.

Αυτή είναι μία σημαντική και αναμφισβήτητη όψη της οικονομίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική.

Όπως εύστοχα επισήμανε πρόσφατα στη «Μεταρρύθμιση» η οικονομολόγος Μάχη Γεωργακοπούλου, κανένας δείκτης δεν μπορεί αυτοτελώς να αποδώσει την πολυσχιδή έννοια της ευημερίας. Η επιστημονικά ασφαλέστερη προσέγγιση απαιτεί συνεξέταση επιπέδων, μεταβολών και κατανομής: παραγωγικότητας, διάμεσου εισοδήματος, αγοραστικής δύναμης, στέγασης, ιδιωτικού χρέους και ανισότητας.

Με αυτό το υπόβαθρο ας επιχειρήσουμε να κάνουμε μια προσπάθεια αξιολόγησης των οικονομικών προτάσεων που εισηγήθηκαν στην ΔΕΘ οι δυο θεσμικοί παράγοντες.

Το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο αποκαλυπτική όμως είναι η εξέταση του διαθέσιμου εισοδήματος και κυρίως της κατανομής του. Και εδώ χρειάζεται ένας δείκτης που σπανίως εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο: ο διάμεσος.

Τι σημαίνει διάμεσος και γιατί διαφέρει από τον μέσο όρο;

Ας υποθέσουμε ότι πέντε πολίτες έχουν μηνιαίο εισόδημα 800, 900, 1.000, 1.100 και 6.200 ευρώ. Συνολικά εισπράττουν 10.000 ευρώ. Αν διαιρέσουμε το ποσό διά πέντε, το μέσο εισόδημα είναι 2.000 ευρώ. Κανείς όμως από τους τέσσερις πρώτους δεν πλησιάζει καν αυτό το ποσό.

Για να υπολογίσουμε τον διάμεσο, τοποθετούμε τα πέντε εισοδήματα από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και παίρνουμε εκείνο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Στο παράδειγμά μας είναι τα 1.000 ευρώ: δύο πολίτες έχουν χαμηλότερο και δύο υψηλότερο εισόδημα.

Έχουμε λοιπόν στην ίδια μικρή κοινωνία μέσο εισόδημα 2.000 ευρώ και διάμεσο 1.000 ευρώ.

Ας προχωρήσουμε ένα βήμα ακόμη. Αν το εισόδημα του πλουσιότερου αυξηθεί από 6.200 σε 11.200 ευρώ, το συνολικό εισόδημα αυξάνεται από 10.000 σε 15.000 ευρώ και ο μέσος όρος από 2.000 σε 3.000 ευρώ. Καταγράφεται δηλαδή αύξηση του μέσου εισοδήματος κατά 50%. Ο διάμεσος όμως παραμένει στα 1.000 ευρώ. Οι τέσσερις από τους πέντε δεν έχουν κερδίσει ούτε ένα ευρώ.

Αυτό ακριβώς μας βοηθά να καταλάβουμε ο διάμεσος: αν η αύξηση του συνολικού πλούτου μετακινεί προς τα πάνω και τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής.

Ο μέσος όρος δεν είναι λανθασμένος. Μετρά κάτι διαφορετικό. Γι' αυτό σε μια οικονομία με σημαντικές εισοδηματικές αποκλίσεις η ταυτόχρονη εξέταση μέσου και διάμεσου προσφέρει πληρέστερη εικόνα.

Και τι μας λένε ο μέσος και ο διάμεσος για την πραγματική οικονομία στην Ελλάδα;

Εδώ η θεωρητική διάκριση αποκτά πρακτική σημασία.

Για το εισόδημα αναφοράς του 2024, η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει το μέσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανά άτομο σε 13.381 ευρώ. Την ίδια στιγμή, το όριο κινδύνου φτώχειας για ένα άτομο ήταν 7.020 ευρώ και, επειδή αυτό ορίζεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, ο αντίστοιχος διάμεσος ήταν 11.700 ευρώ.

Έχουμε επομένως ένα πραγματικό ελληνικό παράδειγμα αυτού που προηγουμένως περιγράψαμε θεωρητικά: μέσο διαθέσιμο εισόδημα 13.381 ευρώ και διάμεσο 11.700 ευρώ. Η απόσταση είναι περίπου 1.700 ευρώ. Δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια. Τα υψηλότερα εισοδήματα μετακινούν τον μέσο προς τα πάνω και ο πολίτης στη μέση της κατανομής διαθέτει εισόδημα χαμηλότερο από εκείνο που περιγράφει ο μέσος όρος.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με το 2019, όταν αρχίζει η σημερινή κυβερνητική περίοδος. Το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ήταν τότε περίπου 8.781 ευρώ και το 2024 έφθασε τα 11.700 ευρώ: ονομαστική αύξηση περίπου 33%.

Πρόκειται για πραγματική και σημαντική βελτίωση και πρέπει να καταγραφεί ως τέτοια.

Δεν είναι όμως ολόκληρη η εικόνα. Στην ίδια περίοδο μεσολάβησε ισχυρή πληθωριστική έξαρση. Επομένως, η αύξηση κατά 33% του ονομαστικού διάμεσου εισοδήματος δεν ισοδυναμεί με αύξηση κατά 33% της πραγματικής αγοραστικής δύναμης του διάμεσου πολίτη.

Η σωστή ερώτηση, συνεπώς, δεν είναι αν βελτιώθηκε το εισόδημα του πολίτη στη μέση της κατανομής. Βελτιώθηκε. Η σωστή ερώτηση είναι πόσο βελτιώθηκε σε πραγματικούς όρους και πόσο η βελτίωσή του συμβαδίζει με την εικόνα της συνολικής μακροοικονομικής ανάκαμψης.

Η κατανομή προσφέρει μια ακόμη ένδειξη. Από το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του 2024, το 25% με τα υψηλότερα εισοδήματα εισέπραττε το 45,5%, το μεσαίο 50% το 44,1% και το χαμηλότερο 25% μόλις το 10,5%.

Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025 κάνουν την κοινωνική διάσταση ακόμη πιο συγκεκριμένη. Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην ΕΕ — το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Παράλληλα, το 18,1% του πληθυσμού δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, έναντι 8,8% στην ΕΕ.

Άρα, η συζήτηση για τον διάμεσο δεν αποτελεί στατιστική παρένθεση. Μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ακριβέστερα το βασικό ερώτημα: δεν αρκεί να γνωρίζουμε αν αυξάνεται ο συνολικός πλούτος ή το μέσο εισόδημα. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσο μετακινείται προς τα πάνω ο πολίτης στη μέση της κατανομής και πόσο ευρεία είναι η συμμετοχή στην αύξηση του παραγόμενου πλούτου.

Η κυβέρνηση κοιτάζει εύλογα την οικονομία από ψηλά. Ο πολίτης όμως τη ζει από το έδαφος.

Και οι δύο εικόνες είναι πραγματικές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν θεωρούμε ότι η μία ακυρώνει την άλλη.

Μητσοτάκης: η ανάπτυξη και το «μέρισμά» της

Η κυβερνητική πρόταση ακολουθεί μια σαφή οικονομική αλληλουχία: δημοσιονομική σταθερότητα, ανάπτυξη, δημιουργία δημοσιονομικού χώρου και σταδιακή επιστροφή μέρους του στους πολίτες.

Δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι σχετικές παρεμβάσεις. Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ενίσχυση των χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας αποτελεί αναγνώριση ενός πραγματικού προβλήματος.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το μέγεθος της επιχείρησης εξακολουθεί να συνδέεται με διαφορετικό κόστος χρηματοδότησης. Τον Ιούλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο νέου επιχειρηματικού δανείου έως 250.000 ευρώ ήταν 5,07%, για ποσά από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ 4,52%, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ 4,14%.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποδεικνύουν από μόνοι τους «αθέμιτο ανταγωνισμό». Αποτυπώνουν όμως χρηματοδοτική ασυμμετρία: το μικρότερο μέγεθος συνδέεται με ακριβότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Στη χθεσινή συνέντευξή του στην ΕΡΤ ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε και πρόσθετες παρεμβάσεις απέναντι στη νέα ενεργειακή επιβάρυνση: στήριξη κράτους και διυλιστηρίων ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να ξεκινήσει κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο, οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, παράταση της στήριξης στο ντίζελ για τον Οκτώβριο και επαναφορά πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων. Δήλωσε επίσης ότι θα εξέταζε προσωρινή μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα εφόσον υπήρχε ο αναγκαίος ευρωπαϊκός δημοσιονομικός χώρος.

Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν προφανή σημασία για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών — ιδίως όταν το 18,1% δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης.

Ταυτόχρονα όμως καθιστούν ακόμη καθαρότερο το ερώτημα που θέτουμε: διορθώνουμε τις συνέπειες όταν αυτές εμφανίζονται ή παρεμβαίνουμε και στους μηχανισμούς που τις παράγουν;

Η κυβερνητική πρόταση δίνει ιδιαίτερο βάρος στην πρώτη διαδρομή: η μακροοικονομική επιτυχία δημιουργεί δημοσιονομικούς πόρους, οι οποίοι επιστρέφουν στην κοινωνία μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, επιδομάτων, παρεμβάσεων στις τιμές και χρηματοδοτικών εργαλείων.

Πρόκειται για συγκεκριμένη οικονομική επιλογή. Δεν απαντά όμως από μόνη της στο ερώτημα ποιοι έχουν εξαρχής ευκολότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο, στις επενδύσεις και στις ευκαιρίες που δημιουργεί η ανάπτυξη.

Δεν αρκεί να εξετάζουμε πόσο από την ανάπτυξη αναδιανέμεται εκ των υστέρων. Χρειάζεται να εξετάζουμε και ποιοι μπορούν εξαρχής να συμμετέχουν στην παραγωγή της.

Διαφορετικά μπορεί να έχουμε ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη με ασθενή κοινωνικό πολλαπλασιαστή.

Ανδρουλάκης: από το διαθέσιμο εισόδημα στον μηχανισμό παραγωγής

Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη ακολουθεί διαφορετική αρχιτεκτονική. Επιχειρεί να συνδέσει δύο πεδία που συχνά συζητούνται χωριστά: την κοινωνική αναδιανομή και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Στο πρώτο πεδίο εντάσσονται οι προτάσεις για ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αντιμετώπιση της ακρίβειας, ιδιωτικό χρέος και στέγη. Περιλαμβάνονται επίσης στοχευμένες και προσωρινές μειώσεις του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, καθώς και ένας μηχανισμός έκτακτης φορολόγησης υπερκερδών σε ολιγοπωλιακές αγορές, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόταση, θα ενεργοποιείται ύστερα από τεκμηριωμένη εισήγηση των αρμόδιων ανεξάρτητων αρχών.

Αυτά είναι μέτρα που αφορούν κυρίως την κατανομή του διαθέσιμου εισοδήματος και τη λειτουργία των αγορών.

Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο, που αφορά την ίδια την παραγωγική βάση.

Κομβικό σημείο είναι η πρόταση για ισχυρό Όμιλο Αναπτυξιακής Τράπεζας, με δύο πυλώνες: μια αναβαθμισμένη Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου. Η σημασία της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία ενός ακόμη χρηματοδοτικού εργαλείου. Βρίσκεται στην αντίληψη ότι η πρόσβαση στο κεφάλαιο αποτελεί μέρος της ίδιας της αναπτυξιακής πολιτικής.

Και εδώ τα επιμέρους μέτρα αποκτούν σημασία.

Προτείνονται ειδικά φορολογικά κίνητρα για τις ΜμΕ που πραγματοποιούν νέες παραγωγικές επενδύσεις και επιταχυνόμενες αποσβέσεις για εξοπλισμό, νέες τεχνολογίες και αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας. Παράλληλα, προβλέπονται κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της τεκμαρτής φορολόγησης, σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50%, αύξηση του ορίου απαλλαγής από τον ΦΠΑ στις 20.000 ευρώ για μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους και θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού.

Τα μέτρα αυτά δεν είναι όλα της ίδιας οικονομικής φύσης. Ορισμένα μειώνουν φορολογικά βάρη, άλλα επιχειρούν να ενισχύσουν τη ρευστότητα και άλλα δημιουργούν κίνητρα για επένδυση και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι μεταφέρουν μέρος της συζήτησης από το πόσο εισόδημα αναδιανέμεται προς το ποιος έχει τη δυνατότητα να επενδύσει, να μεγαλώσει και να συμμετάσχει στην παραγωγή του νέου πλούτου.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν τα ίδια τα τραπεζικά δεδομένα δείχνουν ακριβότερη χρηματοδότηση για μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια.

Οι μεγάλοι όμιλοι έχουν πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, κεφαλαιαγορές και μεγάλα επενδυτικά προγράμματα με διαφορετικούς όρους από εκείνους που αντιμετωπίζει η μικρή και μεσαία επιχείρηση. Ένας μόνιμος δημόσιος αναπτυξιακός χρηματοδοτικός βραχίονας, εφόσον σχεδιαστεί με αυστηρά κριτήρια βιωσιμότητας και πρόσθετης οικονομικής αξίας, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης.

Επομένως, εδώ δεν συζητούμε μόνο για αναδιανομή μετά την ανάπτυξη. Συζητούμε και για το ποιοι αποκτούν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην ίδια την παραγωγή της ανάπτυξης.

Αυτό είναι διαφορετικό επίπεδο παρέμβασης και πρέπει να αξιολογηθεί ως τέτοιο.

Από την εξαγγελία στην εφαρμογή

Υπάρχει, τέλος, μία ακόμη παράμετρος.

Η ποιότητα ενός κυβερνητικού προγράμματος δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό ή την ελκυστικότητα των μέτρων του. Μπορεί να αξιολογηθεί τουλάχιστον σε τέσσερα επίπεδα: διάγνωση του προβλήματος, εσωτερική συνοχή των πολιτικών, θεσμικοί μηχανισμοί εφαρμογής και βαθμός προετοιμασίας για τη μετάβαση από την εξαγγελία στη νομοθέτηση.

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ενδιαφέρον η δέσμευση Ανδρουλάκη για επτά νομοθετικές παρεμβάσεις μέσα στους πρώτους έξι μήνες μιας ενδεχόμενης διακυβέρνησης: για αγορά και ακρίβεια, παραγωγικό πρότυπο, εργασία και μισθούς, ιδιωτικό χρέος, στέγη και δημογραφικό, δημόσια Παιδεία και Υγεία, αξιοκρατία και λογοδοσία.

Ο αριθμός επτά από μόνος του δεν αποδεικνύει ούτε επιτυχία ούτε κυβερνητική επάρκεια. Ούτε η ανακοίνωση ενός νομοσχεδίου εγγυάται την αποτελεσματική εφαρμογή του.

Αποτελεί όμως παρατηρήσιμο στοιχείο προγραμματικής προετοιμασίας: η πολιτική πρόταση δεν σταματά στο «τι θέλουμε να αλλάξουμε», αλλά επιχειρεί να προσδιορίσει «τι νομοθετούμε πρώτα και με ποια χρονική ακολουθία».

Και αυτό είναι θεμιτό κριτήριο αξιολόγησης για οποιοδήποτε κόμμα διεκδικεί τη διακυβέρνηση.

Τελικά, πώς και σε τι απαντούν;

Ας επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα.

Αν το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας οριστεί πρωτίστως ως ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας, αύξησης των επενδύσεων και συνέχισης της μεγέθυνσης, η κυβερνητική πρόταση είναι δομημένη γύρω από αυτές τις προτεραιότητες και τη σταδιακή επιστροφή μέρους των αποτελεσμάτων τους ως «μέρισμα ανάπτυξης».

Αν όμως η αξιολόγηση διευρυνθεί —όπως επιβάλλει, κατά τη γνώμη μας, η οικονομική μεθοδολογία— και περιλάβει όχι μόνο τον μέσο αλλά και τον διάμεσο, την πραγματική αγοραστική δύναμη, την κατανομή του εισοδήματος, το κόστος στέγασης και ενέργειας, τη λειτουργία των αγορών και τους όρους πρόσβασης των ΜμΕ στη χρηματοδότηση, τότε αναδεικνύεται μια διαφορετική διάσταση της οικονομικής πολιτικής.

Με αυτά τα κριτήρια, οι δύο προτάσεις δεν διαφέρουν απλώς ως προς το πλήθος ή το ύψος των μέτρων. Διαφέρουν ως προς το σημείο στο οποίο επιχειρούν να παρέμβουν στον οικονομικό μηχανισμό.

Η κυβερνητική πρόταση δίνει μεγαλύτερο βάρος στη διατήρηση της μακροοικονομικής δυναμικής και σε διορθωτικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάχυση μέρους των αποτελεσμάτων της. Η πρόταση Ανδρουλάκη συνδέει περισσότερο ρητά τη χρηματοδότηση των ΜμΕ, την παραγωγική επένδυση, τη λειτουργία των αγορών, τις εργασιακές σχέσεις και την αναπτυξιακή χρηματοδότηση σε ένα ενιαίο πλαίσιο, το οποίο συνοδεύεται από συγκεκριμένο πρώτο νομοθετικό προγραμματισμό.

Αυτή η διαφορά μπορεί να περιγραφεί και να αξιολογηθεί χωρίς κομματικούς χαρακτηρισμούς. Και βεβαίως η τελική αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε πρότασης θα εξαρτηθεί από την κοστολόγηση, τη διοικητική ικανότητα και την εφαρμογή της.

Δεν αμφισβητείται ότι τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία παράγεται περισσότερος πλούτος. Ούτε ότι το διάμεσο εισόδημα έχει αυξηθεί από το 2019. Η αναγνώριση αυτών των δεδομένων δεν αποδυναμώνει την κριτική· την κάνει ακριβέστερη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο από αυτή την πρόοδο μετατρέπεται σε πραγματική αγοραστική δύναμη για τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής, ποιοι έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην παραγωγή του νέου πλούτου και αν διευρύνονται οι παραγωγικές ευκαιρίες πέρα από εκείνους που ήδη διαθέτουν πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Γι' αυτό η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το αν ευημερούν οι μακροοικονομικοί δείκτες της.

Αξιολογείται τελικά και από το αν η βελτίωσή τους μετατρέπεται σε μετρήσιμη βελτίωση του διάμεσου εισοδήματος, σε ευρύτερη συμμετοχή στην παραγωγή του πλούτου και σε ευημερία που διαχέεται στην κοινωνία.

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός: Η ελληνική εξωτερική πολιτική στη σκιά του τραμπισμού.

Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας αποκαλύπτεται στις στιγμές που η υπεράσπιση των αρχών της απαιτεί διαφωνία με έναν ισχυρό σύμμαχο. Εκεί δοκι...