Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η “αυτορρύθμιση” των ισχυρών και το κόστος των κρίσεων

 Από την Εφημερίδα των Συντακτών της 30ης Σεπτεμβρίου 2026

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομότιμου καθηγητή
του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Από την τεχνητή νοημοσύνη, την ενέργεια μέχρι τη ναυτιλία και προφανώς και αλλού, φαίνεται πως έχει αυξηθεί η ανάγκη για διεθνείς κανόνες ρύθμισης και λειτουργίας της διεθνούς οικονομίας, πριν από την επόμενη “ξανά έκτακτη” ανάγκη.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες έθεσε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ μια σύγκριση που δύσκολα ξεχνιέται: από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πέντε μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες πραγματοποίησαν, όπως είπε, κέρδη σχεδόν μισού τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Η διεθνής δημόσια χρηματοδότηση για την προσαρμογή των αναπτυσσόμενων χωρών στην κλιματική αλλαγή ήταν μόλις 34 δισεκατομμύρια κατά το τελευταίο έτος με διαθέσιμα στοιχεία. Οι περίοδοι σύγκρισης διαφέρουν και δεν προήλθε κάθε εταιρικό κέρδος από τον πόλεμο. Η αντίθεση, ωστόσο, αποτυπώνει ποιοι διαθέτουν την ισχύ να ωφελούνται μέσα σε μια κρίση και ποιοι αδυνατούν ακόμη και να προστατευθούν από τις συνέπειές της.

Δύο ημέρες αργότερα, από το ίδιο βήμα, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «αφελή» την προσδοκία ότι οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα αυτορρυθμίσουν οικειοθελώς την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Η προσδοκία αυτή, είπε, αντιβαίνει στην ιστορία του καπιταλισμού: “… το όφελος των νικητών είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορούμε να στηριχθούμε στην καλή τους θέληση…”. Είναι μια ορθή διαπίστωση. Που προφανώς δεν μπορεί να ισχύει αποκλειστικά και μόνον για την τεχνητή νοημοσύνη…

Το ίδιο θέμα αφορά κάθε κρίσιμη αγορά όπου λίγες επιχειρήσεις ελέγχουν υποδομές, δεδομένα, δίκτυα ή σημαντικό μέρος της προσφοράς: την ενέργεια, τις μεταφορές, τα logistics, την πληροφορική, τις τράπεζες… Εκεί όπου οι μεγάλες κεφαλαιακές απαιτήσεις δυσκολεύουν την είσοδο νέων ανταγωνιστών.

Έτσι, σε πόλεμο, πανδημία ή φυσική καταστροφή, ορισμένοι μπορούν να μετακυλήσουν αυξημένα κόστη και να εξασφαλίζουν επιπλέον αποδόσεις και κέρδη προερχόμενα από τη σπανιότητα Προσφοράς. Δεν συζητούμε ως άποψη αν κάθε υψηλό κέρδος είναι αθέμιτο. Μας απασχολεί αν, πέρα από τον πραγματικό κίνδυνο και την εύλογη απόδοση, δημιουργείται οικονομική πρόσοδος από ισχύ πάνω στην αγορά.

Η ναυτιλία είναι μια περίπτωση που μας επιτρέπει να δούμε τον μηχανισμό καθαρότερα. Στο Ορμούζ οι επιθέσεις και οι πολεμικοί κίνδυνοι επιβαρύνουν πραγματικά πλοία και πληρώματα. Έχουν όμως καταγραφεί ναυλώσεις πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων που αγγίζουν το 1,1 εκατομμύριο δολάρια ημερησίως, ενώ οι αυξήσεις μεταδίδονται και σε άλλες διαδρομές. Οι υψηλότεροι ναύλοι μπορούν επίσης να ενισχύσουν τις αξίες των πλοίων και να δημιουργήσουν πρόσθετες ευκαιρίες υπεραξίας από την πώλησή τους. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει αυτομάτως κατάχρηση. Απαιτεί όμως να γνωρίζουμε τι αντιστοιχεί σε πρόσθετο κόστος και τι σε απόδοση που γεννά η συγκυρία.

Στα εμπορευματοκιβώτια η ανάγκη σχετικών μελετών είναι ακόμη εντονότερη. Η διεθνής μεταφορά τους λειτουργεί ως δίκτυο πλοίων, λιμένων, τερματικών σταθμών και χερσαίων υπηρεσιών. Μια διαταραχή μειώνει τη χωρητικότητα που είναι πραγματικά διαθέσιμη εκεί όπου χρειάζεται. Παράλληλα, συγχωνεύσεις, συμμαχίες και επέκταση των μεταφορέων στα logistics έχουν συγκεντρώσει δραστηριότητες. Η συνεργασία μπορεί να προσφέρει οικονομίες κλίμακας. Μπορεί επίσης να επιτρέπει κοινή διαχείριση της χωρητικότητας, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ένα εξωτερικό σοκ περνά στους ναύλους. Γι’ αυτό το International Transport Forum του OECD εισηγείται ισχυρότερη διεθνή παρακολούθηση του ανταγωνισμού και εξέταση περιορισμών στην κοινή απόσυρση χωρητικότητας.

Η Ευρώπη έχει δείξει ότι η διακρατική ρύθμιση είναι δυνατή. Κατά την ενεργειακή κρίση θέσπισε προσωρινή εισφορά στο μέρος των φορολογητέων κερδών συγκεκριμένων επιχειρήσεων ορυκτών καυσίμων που υπερέβαινε κατά 20% τον μέσο όρο της προηγούμενης τετραετίας. Ήταν παρέμβαση στη διανομή των έκτακτων αποδόσεων, αφού όμως οι ανατιμήσεις είχαν ήδη πλήξει τις οικονομίες. Χρειάζεται και το προηγούμενο βήμα: διαφάνεια στην προσφορά, έγκαιρη διερεύνηση της ισχύος στην αγορά και συνεργασία των αρχών ανταγωνισμού πέρα από τα σύνορα.

Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει μια πρωτοπόρα δύναμη ευθύνης αν αναλάβει την πρωτοβουλία να εισηγηθεί μια τέτοια πρωτοβουλία στην ΕΕ και, μαζί με αυτήν, στον ΟΗΕ, με αφετηρία την UNCTAD: διεθνή παρακολούθηση κρίσιμων αγορών, κοινούς κανόνες έρευνας σε περιόδους κρίσης και, συμπληρωματικά, δίκαιη φορολόγηση τεκμηριωμένων έκτακτων προσόδων. Ως χώρα της Ευρώπης και σημαντική ναυτιλιακή δύναμη, έχει ιδιαίτερη ευθύνη. Δεν αρκεί να ζητά διεθνείς κανόνες για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Πρέπει να υπερασπίζεται κανόνες και για την οικονομική ισχύ που ασκείται πάνω σε αυτές.

Αν η αυτορρύθμιση είναι αφελής όταν διακυβεύεται το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, δεν γίνεται να θεωρείται επαρκής όταν διακυβεύονται το κόστος της ενέργειας, η κυκλοφορία των αγαθών και η ζωή των κοινωνιών. Το κράτος δικαίου και η διεθνής νομιμότητα οφείλουν να φθάνουν εκεί όπου σήμερα κυριαρχεί το δίκαιο του οικονομικά ισχυρού.

Για να βρουν δρόμους εφαρμογής οι προβληματισμοί του κου Μητσοτάκη και να μην είναι απλές διατυπώσεις στα πλαίσια μιας ομιλίας ακόμη και αν αυτή γίνεται από το βήμα του ΟΗΕ. Υπάρχει δε πεδίο δόξης λαμπρό, να αναληφθούν αντίστοιχες σχετικές δράσεις, σε εθνικό επίπεδο, με ευθύνη και σχεδιασμό της Ελληνικής κυβέρνησης.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Ζητείται “Όμιλος Προβληματισμού” για τις προτεραιότητες και το μέλλον της χώρας


Οι εθνικές συναινέσεις ή οι όποιες ενδεχόμενες κυβερνητικές συγκλίσεις, χρειάζονται κοινωνική συμμετοχή, σαφείς επιλογές και απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα για τι κοινωνία και τι οικονομία επιδιώκουμε.

Το τελευταίο διάστημα πολίτες και πολιτικοί παράγοντες διατυπώνουν σκέψεις για την ανάγκη διαύλων επικοινωνίας και δυνατοτήτων κάποιου επιπέδου συναινέσεων ανάμεσα στις δυνάμεις του συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου. Ορισμένες προτάσεις εστιάζουν ειδικότερα στις προγραμματικές συγκλίσεις της Κεντροαριστεράς. Και οι δύο συζητήσεις είναι αναγκαίες. Θα έχουν όμως αξία μόνον αν καταφέρουν να γίνονται και πέρα από τις σχέσεις των κομματικών ηγεσιών και ταυτοχρόνως επιχειρούν να απαντήσουν σε ένα δύσκολο ερώτημα: ποιες εθνικές προτεραιότητες είναι δυνατόν να υπηρετηθούν από κοινού σε εθνικό επίπεδο, με ποιο σχέδιο και με ποιες δεσμεύσεις;

Στη δεκαετία του 1990, ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας, ο ΟΠΕΚ, επιχείρησε κάτι που διατηρεί την αξία του ως πολιτική εμπειρία. Έφερε σε έναν κοινό χώρο συζήτησης ανθρώπους από τις εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της φιλοευρωπαϊκής Ανανεωτικής Αριστεράς, του Προοδευτικού Κέντρου της εποχής, της επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών. Πολλοί και πολλές από εμάς εμπνευστήκαμε από εκείνη την προσπάθεια και ενεργοποιηθήκαμε για τους σκοπούς της. Οι όποιες διαφορετικές μας πολιτικές αφετηρίες δεν εμπόδισαν την προσπάθεια για κοινή επεξεργασία προτάσεων που αφορούσαν στη χώρα. Προφανώς και αντιμετωπίσαμε, τουλάχιστον στη πρώτη φάση, το λιγότερο, τα σκωπτικά σχόλια δημοσιολογούντων και "συνεπών ασυμβίβαστων " της τότε εποχής.

Ο Όμιλος συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ιδεών και ανθρώπινων δικτύων που επηρέασαν την πορεία της διακυβέρνησης από το 1996 και έπειτα. Ανέδειξε την ευρωπαϊκή προοπτική, τον θεσμικό εκσυγχρονισμό και την ανάγκη τεκμηριωμένου πολιτικού σχεδιασμού. Η αναγνώριση αυτής της συμβολής δεν σημαίνει και εξιδανίκευση των κυβερνητικών επιλογών της περιόδου. Το χρήσιμο δίδαγμα είναι ότι η προγραμματική προετοιμασία μπορεί να συμβάλλει όταν προηγείται της άσκησης εξουσίας και μπορεί να υπερβαίνει τα όρια ενός κόμματος.

Σήμερα οι προκλήσεις είναι διαφορετικές και ο χρόνος πιέζει. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες συνυπάρχουν με την κλιματική απειλή, την παραγωγική υστέρηση και τη δυσπιστία προς τους θεσμούς. Η ασφάλεια της χώρας, η θέση της στην Ευρώπη και η ανθεκτικότητα της οικονομίας της απαιτούν επίσης συνέχεια πέρα από έναν εκλογικό κύκλο. Σε αυτά τα πεδία χρειάζονται εθνικές συναινέσεις, με τη συμμετοχή των δυνάμεων που αποδέχονται τους δημοκρατικούς θεσμούς και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Η συναίνεση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές διαφορές παύουν να έχουν σημασία. Η πρόσφατη συζήτηση για τη φορολογική προσέλκυση πολύ εύπορων προσώπων δείχνει γιατί πρέπει να μιλήσουμε συγκεκριμένα. Η είσπραξη ενός κατ’ αποκοπή φόρου ή η αγορά ενός ακινήτου μπορεί να αποφέρει έσοδα. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι δημιουργούνται παραγωγικές επενδύσεις, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και διαρκής προστιθέμενη αξία. Η επίδραση τέτοιων πολιτικών στη στεγαστική αγορά, στα δημόσια έσοδα και στη φορολογική δικαιοσύνη πρέπει να αξιολογείται δημόσια, με στοιχεία.

Πίσω από τους ειδικούς φορολογικούς κανόνες βρίσκεται μια πολιτική επιλογή: θα επιδιώξουμε ανάπτυξη που στηρίζεται στην παραγωγή, την έρευνα, την κατάρτιση και την αξιοπρεπή εργασία ή θα αρκεστούμε στην προσέλκυση πλούτου και στην άνοδο των αξιών των ακινήτων; Πώς θα κατανεμηθούν τα φορολογικά βάρη; Τι πόρους θα διαθέσουμε στη δημόσια υγεία, την παιδεία και την κατοικία; Αυτά τα ερωτήματα απαιτούν διάλογο και επιτρέπουν καθαρές κουβέντες. Καμία επίκληση της «εθνικής συνεννόησης» δεν πρέπει να τα παρακάμπτει.

Ευκαιρία με ένα παράδειγμα, με αφορμή στοιχεία από την ομιλία του πρωθυπουργού τις προηγούμενες μέρες, είναι η δυνατότητα α ορίζουμε και να συμφωνούμε στο τι ο καθείς εννοεί και πως μπορούμε να κάνουμε πράξη αυτά που συγκλίνουμε. Ο κος πρωθυπουργός υποστήριξε ότι “…Η ιδέα ότι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα καταλήξουν οικειοθελώς σε κάποια συμφωνία για αυτορρύθμιση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης είναι αφελής…”. Πράγματι αυτή η ιδέα “…έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα γνωρίζουμε για την ιστορία του καπιταλισμού…”. Δεν είναι η πρώτη φορά όπου “…τα οφέλη για τους νικητές είναι, απλώς, πάρα πολύ μεγάλα για να πιστέψουμε ότι η καλοπροαίρετη μέριμνα για την ευημερία της ανθρωπότητας θα υπερισχύσει της αστείρευτης τάσης του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς καλύτερες αποδόσεις…”.

Σε αντίστοιχες λοιπόν αναφορές και περιπτώσεις δεν νομίζω ότι δεν θα μπορούσαν να επιχειρήσουν τη συγκρότηση συγκεκριμένων προγραμματικών προτάσεων, ευρύτερες δυνάμεις του ενός κόμματος στη χώρα μας. Γιατί πράγματι όλοι/ες πλέον έχουν αντιληφθεί ότι όταν τα δυνητικά κέρδη είναι τεράστια, απαιτούνται ρυθμίσεις που διαχειρίζονται και αντιμετωπίζουν τις εμφανείς αδυναμίες της αγοράς για αυτορρύθμιση. Και αυτό αφορά και στην αγορά ενέργειας στη χώρα μας και στη διανομή τροφίμων και ότι αφορά στο καλάθι του νοικοκυριού, και στις τράπεζες και στις μεταφορές εμπορευμάτων και πολιτών… Τα σκληρά ολιγοπώλια που έθρεψε αυτή κυβέρνηση με αποτέλεσμα την υπονόμευση του ανταγωνισμού..

Πεδίον δόξης λαμπρό για να δούμε δυνατότητες για αποκλίσεις και συγκλίσεις...

Γι’ αυτό ίσως να είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ενός “σύγχρονου ΟΠΕΚ”: ενός ανοιχτού και αυτόνομου χώρου προγραμματικού διαλόγου, με συμμετοχή πολιτών, επιστημόνων, συνδικάτων, παραγωγικών φορέων, αυτοδιοίκησης και κοινωνικών κινημάτων. Θα μπορούσε να επεξεργαστεί προτάσεις για λίγες κρίσιμες εθνικές προτεραιότητες: παραγωγική ανασυγκρότηση, φορολογική δικαιοσύνη, ισχυρά δημόσια αγαθά, προσιτή κατοικία, προστασία των νησιών και των περιφερειών, δίκαιη κλιματική μετάβαση και θεσμική λογοδοσία. Για καθεμία χρειάζονται στόχοι, τρόποι χρηματοδότησης και δυνατότητα ελέγχου της προόδου.

Σε έναν τέτοιο χώρο οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να αναζητήσουν τις συγκλίσεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια ενδεχόμενη εναλλακτική πλειοψηφία, εάν πρόκυπτε η ανάγκη και η δυνατότητες. Αυτή είναι μια πολιτική προτίμηση πολλών από εμάς. Παράλληλα, οι εθνικές προτεραιότητες πρέπει να συζητούνται με όλες τις δυνάμεις του συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου, συμπεριλαμβανομένων και δυνάμεων από τη Νέα Δημοκρατία. Μια συμφωνία για τη θεσμική συνέχεια ή για μια μακρόπνοη εθνική πολιτική δεν ταυτίζεται με συμφωνία συγκυβέρνησης. Αποτελεί όμως μέρος της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε δημοκρατικό κόμμα.

Ούτε μπορεί να αποκλειστεί ή να αποφασιστεί εκ των προτέρων ότι, υπό συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές συνθήκες, θα τεθεί ή δεν θα τεθεί ζήτημα κυβερνητικής συνεργασίας με κάποιες από τις δυνάμεις του συνταγματικού τόξου όπου συμπεριλαμβάνεται και η Νέα Δημοκρατία. Μια τέτοια επιλογή θα ήταν πολιτικά σοβαρή και δύσκολη. Θα απαιτούσε δημόσια, συγκεκριμένη προγραμματική συμφωνία, καθαρές εγγυήσεις για τους θεσμούς και τη λογοδοσία, καθώς και έντιμη εξήγηση των συμβιβασμών προς τους πολίτες. Δεν θα μπορούσε να προκύψει απλώς από την επίκληση της ανάγκης να σχηματιστεί κυβέρνηση, όπως συνέβη με διαφορετικές κυβερνήσεις την προηγούμενη δεκαετία (κυβερνήσεις συνεργασιών και πριν και μετά το 2015).

Δυστυχώς ο τοξικός και πολιτικός λόγος, ακραίων πολιτικών αντιλήψεων που εκφράζονται, με την αυταρέσκεια της “ηχούς του δωματίου” και υπάρχουν, δυστυχώς, σε όλους τους χώρους των κομμάτων, του κατά τα λοιπά συνταγματικού τόξου, δυσκολεύει τη δυνατότητα δημιουργίας τέτοιας ατζέντας και ιδιαιτέρως στην παρούσα προεκλογική περίοδο.

Εδώ έρχεται η ευθύνη και μετριούνται οι δυνατότητες της δικής μας κοινωνίας των πολιτών.

Ένας «ΟΠΕΚ Νο 2» δεν θα είχε λόγο ύπαρξης ως άσκηση νοσταλγίας ή ως προθάλαμος μιας προκαθορισμένης συνεργασίας. Θα άξιζε να υπάρξει για να βοηθήσει την κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις να ξεχωρίσουν πού είναι δυνατή μια ευρεία εθνική συμφωνία, πού μπορεί να συγκροτηθεί μια προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης και ποιες διαφορές παραμένουν ουσιαστικές. Μόνο πάνω σε αυτή τη γνώση μπορούν οι όποιες ενδεχόμενες και πιθανές μελλοντικές πολιτικές συνεργασίες, σε κυβερνητικό ή αντιπολιτευτικό επίπεδο, να αποκτήσουν περιεχόμενο και δημοκρατική νομιμοποίηση.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Η εποχή που η διαφθορά δεν χρειάζεται να παρανομήσει.

 Δημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών στις 23/09/2026


Υπάρχει η κλασική διαφθορά: το φακελάκι, η παράνομη ανάθεση, η συναλλαγή κάτω από το τραπέζι. Υπάρχει όμως και ένα δυσκολότερο πολιτικό και θεσμικό φαινόμενο: όταν η προνομιακή πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα, στις αποφάσεις και στη δημόσια περιουσία μπορεί να αναπτύσσεται μέσα σε ένα σύστημα τυπικά νόμιμων κανόνων.

Εδώ βρίσκεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «θεσμικά νομιμοποιημένη διαφθορά». Όχι ως ποινικό χαρακτηρισμό, αλλά ως πολιτική περιγραφή ενός συστήματος όπου η νομιμότητα δεν εγγυάται αναγκαστικά ανταγωνισμό, διαφάνεια, αποτελεσματικό έλεγχο και λογοδοσία.

Ποια είναι τα στοιχεία που, πολιτικά τουλάχιστον, επιβάλλουν αυτή τη συζήτηση;

Στην Ελλάδα οι δημόσιες συμβάσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% του ΑΕΠ. Ο ΟΟΣΑ τις χαρακτηρίζει έναν από τους πλέον ευάλωτους τομείς σε σπατάλη, κακοδιαχείριση και διαφθορά και επισημαίνει, ειδικά για τη χώρα μας, την υπερβολική χρήση μη ανταγωνιστικών διαδικασιών, τις αδυναμίες στην έρευνα αγοράς και προβλήματα διαφάνειας στην επιλογή αναδόχου και στον προσδιορισμό της τιμής (OECD, 2025, Managing Public Procurement Risks in Greece: A Framework for Implementation).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Έκθεση Κράτους Δικαίου του 2026, επανέρχεται στα προβλήματα ανταγωνισμού και ακεραιότητας στις δημόσιες συμβάσεις (European Commission, 2026, Rule of Law Report – Country Chapter Greece).

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εξέλιξη του Υπερταμείου, το οποίο, αν και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί με εταιρική μορφή και ιδιαίτερο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης. Μετά την προηγούμενη εμπειρία του ΤΑΙΠΕΔ και την απορρόφησή του, μαζί με το ΤΧΣ, το Growthfund μετασχηματίζεται πλέον από φορέα διαχείρισης δημόσιων επιχειρήσεων σε Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο, με διευρυμένο ρόλο στις στρατηγικές επενδύσεις και στα δημόσια έργα (Growthfund, 2026, Growthfund is evolving into Greece’s National Investment Fund for Growth).

Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη δημόσιο οργανισμό. Είναι ένας ισχυρός κόμβος οικονομικής εξουσίας, που επηρεάζει υποδομές, μεταφορές, λιμένες, ενέργεια, ακίνητα και δημόσιες επιχειρήσεις και τελικά μεγάλο τμήμα της αγοράς.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό το μοντέλο εξασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Το επιχείρημα είναι θεμιτό. Αλλά όσο μεγαλύτερη είναι η ευελιξία ενός οργανισμού που διαχειρίζεται δημόσια περιουσία, επιλέγει διοικήσεις, προετοιμάζει μεγάλες επενδύσεις και αναθέτει υπηρεσίες, τόσο ισχυρότερος πρέπει να είναι και ο δημοκρατικός έλεγχός του, που στη προκείμενη περίπτωση ελέγχεται.

Διότι αν σε κάτι εμφανίζεται προκλητικά το φαινόμενο της «συμβουλοκρατίας» είναι ακριβώς εδώ. Ακόμη και ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η σύνταξη του Στρατηγικού Σχεδίου του ίδιου του Υπερταμείου για το 2025-2027 αποτέλεσαν αντικείμενο πρόσκλησης για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες (Growthfund, 22.4.2024, RFP for Expert Advisory Services for Designing, Developing and Formulating Growthfund’s Strategic Plan 2025–2027).

Οι σύμβουλοι είναι συχνά χρήσιμοι. Το ερώτημα είναι πότε η αγορά εξειδικευμένης γνώσης μετατρέπεται σε υποκατάσταση της ικανότητας του ίδιου του κράτους να σχεδιάζει, να διοικεί και να αξιολογεί.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνον σε οικονομικές επιδράσεις.

Πρόσφατα γεγονότα στον χώρο της ιδιωτικής Υγείας ανέδειξαν τη συνάφεια αυτών των θεσμικών ερωτημάτων: σε ιδιωτικό ιατρείο εντοπίστηκαν μηχανήματα για θεραπευτική πράξη των οποίων η εγκατάσταση σε ιατρείο απαγορεύεται. Η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη και κανένα συμπέρασμα περί ευθύνης δεν μπορεί να προεξοφληθεί.

Αυτό ακριβώς είναι το θέμα αυτού του άρθρου: Δεν αρκεί να υπάρχουν κανόνες, άδειες και ελεγκτικοί φορείς. Πρέπει οι σχετικοί θεσμοί να λογοδοτούν για τον πραγματικό έλεγχο που ασκούν. Να δρουν προληπτικά και όχι εκ των υστέρων. Μεριμνά άραγε η εκτελεστική εξουσία για την ικανότητα των θεσμών αυτών και των ρυθμιστικών αρχών, να λειτουργούν αποτελεσματικά ή τους αποδυναμώνει διαχειριστικά και λειτουργικά;

Αυτό αφορά στην ευθύνη της κυβέρνησης για την επιτήρηση των δημόσιων συμβάσεων, του Υπερταμείου, τους εξωτερικούς συμβούλους, τις ανεξάρτητες αρχές και τελικά ολόκληρη τη λειτουργία του κράτους.

Δεν είναι τυχαίο ότι τον Μάιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημέρωσε επισήμως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές και αποφάσεις στην Ελλάδα είχαν αρνητική επίδραση στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της, διατυπώνοντας μάλιστα σοβαρές αμφιβολίες για την τήρηση της υποχρέωσης ειλικρινούς συνεργασίας με την Ε.Ε. (European Public Prosecutor’s Office, 22.5.2026, Statement regarding recent developments affecting the effective and independent functioning of the EPPO in Greece).

Δεν εξετάζουμε εδώ αν στην επταετία διακυβέρνησης Μητσοτάκη υπήρξαν παράνομες πράξεις. Αυτές τις κρίνουν —και ορισμένες ήδη τις εξετάζουν— οι αρμόδιες αρχές.

Το θέμα μας, για την ενίσχυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας μας, είναι πιο σημαντικό: η συνεχής συγκέντρωση οικονομικής και διοικητικής εξουσίας συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας;

Γιατί η θεσμική φθορά μιας δημοκρατίας δεν αρχίζει μόνο όταν παραβιάζεται ο νόμος.

Μπορεί να αρχίζει όταν αρκούμαστε στο ότι όλα έγιναν «νομίμως» και παύουμε να ρωτάμε το ουσιώδες: Ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και ποιος τελικά ωφελείται;

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Για τις δύο από τις οικονομικές προτάσεις, με αφορμή τη ΔΕΘ. Πώς και σε τι απαντούν

Μπορεί μια οικονομία να υπεραποδίδει και ταυτόχρονα η πλειοψηφία των πολιτών να δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα; Μπορούν να αυξάνονται το ΑΕΠ, οι επενδύσεις και τα εταιρικά κέρδη, ενώ η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους της κοινωνίας παραμένει ασθενής και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν δυσκολίες χρηματοδότησης και ανάπτυξης;

Η απάντηση είναι ναι. Και αυτό, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί ένα χρήσιμο κριτήριο για να αξιολογηθούν οι δύο από τις οικονομικές προτάσεις που παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη, αυτές του πρωθυπουργού κου Μητσοτάκη και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κου Ανδρουλάκη.

Θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε ένα πραγματικό ερώτημα: πώς και σε τι απαντά κάθε μια από αυτές τις δυο προτάσεις στην απόσταση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στη μακροοικονομική επίδοση της οικονομίας και στην ευημερία μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Η ευημερία των αριθμών και οι λογαριασμοί των πολιτών

Δεν θα ήταν επιστημονικά αποδεκτό να αμφισβητήσουμε τις θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις. Η ανεργία έχει υποχωρήσει, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αποκλιμακώνεται και η οικονομία αναπτύσσεται.

Αυτή είναι μία σημαντική και αναμφισβήτητη όψη της οικονομίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική.

Όπως εύστοχα επισήμανε πρόσφατα στη «Μεταρρύθμιση» η οικονομολόγος Μάχη Γεωργακοπούλου, κανένας δείκτης δεν μπορεί αυτοτελώς να αποδώσει την πολυσχιδή έννοια της ευημερίας. Η επιστημονικά ασφαλέστερη προσέγγιση απαιτεί συνεξέταση επιπέδων, μεταβολών και κατανομής: παραγωγικότητας, διάμεσου εισοδήματος, αγοραστικής δύναμης, στέγασης, ιδιωτικού χρέους και ανισότητας.

Με αυτό το υπόβαθρο ας επιχειρήσουμε να κάνουμε μια προσπάθεια αξιολόγησης των οικονομικών προτάσεων που εισηγήθηκαν στην ΔΕΘ οι δυο θεσμικοί παράγοντες.

Το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο αποκαλυπτική όμως είναι η εξέταση του διαθέσιμου εισοδήματος και κυρίως της κατανομής του. Και εδώ χρειάζεται ένας δείκτης που σπανίως εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο: ο διάμεσος.

Τι σημαίνει διάμεσος και γιατί διαφέρει από τον μέσο όρο;

Ας υποθέσουμε ότι πέντε πολίτες έχουν μηνιαίο εισόδημα 800, 900, 1.000, 1.100 και 6.200 ευρώ. Συνολικά εισπράττουν 10.000 ευρώ. Αν διαιρέσουμε το ποσό διά πέντε, το μέσο εισόδημα είναι 2.000 ευρώ. Κανείς όμως από τους τέσσερις πρώτους δεν πλησιάζει καν αυτό το ποσό.

Για να υπολογίσουμε τον διάμεσο, τοποθετούμε τα πέντε εισοδήματα από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και παίρνουμε εκείνο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση. Στο παράδειγμά μας είναι τα 1.000 ευρώ: δύο πολίτες έχουν χαμηλότερο και δύο υψηλότερο εισόδημα.

Έχουμε λοιπόν στην ίδια μικρή κοινωνία μέσο εισόδημα 2.000 ευρώ και διάμεσο 1.000 ευρώ.

Ας προχωρήσουμε ένα βήμα ακόμη. Αν το εισόδημα του πλουσιότερου αυξηθεί από 6.200 σε 11.200 ευρώ, το συνολικό εισόδημα αυξάνεται από 10.000 σε 15.000 ευρώ και ο μέσος όρος από 2.000 σε 3.000 ευρώ. Καταγράφεται δηλαδή αύξηση του μέσου εισοδήματος κατά 50%. Ο διάμεσος όμως παραμένει στα 1.000 ευρώ. Οι τέσσερις από τους πέντε δεν έχουν κερδίσει ούτε ένα ευρώ.

Αυτό ακριβώς μας βοηθά να καταλάβουμε ο διάμεσος: αν η αύξηση του συνολικού πλούτου μετακινεί προς τα πάνω και τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής.

Ο μέσος όρος δεν είναι λανθασμένος. Μετρά κάτι διαφορετικό. Γι' αυτό σε μια οικονομία με σημαντικές εισοδηματικές αποκλίσεις η ταυτόχρονη εξέταση μέσου και διάμεσου προσφέρει πληρέστερη εικόνα.

Και τι μας λένε ο μέσος και ο διάμεσος για την πραγματική οικονομία στην Ελλάδα;

Εδώ η θεωρητική διάκριση αποκτά πρακτική σημασία.

Για το εισόδημα αναφοράς του 2024, η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει το μέσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανά άτομο σε 13.381 ευρώ. Την ίδια στιγμή, το όριο κινδύνου φτώχειας για ένα άτομο ήταν 7.020 ευρώ και, επειδή αυτό ορίζεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, ο αντίστοιχος διάμεσος ήταν 11.700 ευρώ.

Έχουμε επομένως ένα πραγματικό ελληνικό παράδειγμα αυτού που προηγουμένως περιγράψαμε θεωρητικά: μέσο διαθέσιμο εισόδημα 13.381 ευρώ και διάμεσο 11.700 ευρώ. Η απόσταση είναι περίπου 1.700 ευρώ. Δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια. Τα υψηλότερα εισοδήματα μετακινούν τον μέσο προς τα πάνω και ο πολίτης στη μέση της κατανομής διαθέτει εισόδημα χαμηλότερο από εκείνο που περιγράφει ο μέσος όρος.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με το 2019, όταν αρχίζει η σημερινή κυβερνητική περίοδος. Το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ήταν τότε περίπου 8.781 ευρώ και το 2024 έφθασε τα 11.700 ευρώ: ονομαστική αύξηση περίπου 33%.

Πρόκειται για πραγματική και σημαντική βελτίωση και πρέπει να καταγραφεί ως τέτοια.

Δεν είναι όμως ολόκληρη η εικόνα. Στην ίδια περίοδο μεσολάβησε ισχυρή πληθωριστική έξαρση. Επομένως, η αύξηση κατά 33% του ονομαστικού διάμεσου εισοδήματος δεν ισοδυναμεί με αύξηση κατά 33% της πραγματικής αγοραστικής δύναμης του διάμεσου πολίτη.

Η σωστή ερώτηση, συνεπώς, δεν είναι αν βελτιώθηκε το εισόδημα του πολίτη στη μέση της κατανομής. Βελτιώθηκε. Η σωστή ερώτηση είναι πόσο βελτιώθηκε σε πραγματικούς όρους και πόσο η βελτίωσή του συμβαδίζει με την εικόνα της συνολικής μακροοικονομικής ανάκαμψης.

Η κατανομή προσφέρει μια ακόμη ένδειξη. Από το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του 2024, το 25% με τα υψηλότερα εισοδήματα εισέπραττε το 45,5%, το μεσαίο 50% το 44,1% και το χαμηλότερο 25% μόλις το 10,5%.

Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025 κάνουν την κοινωνική διάσταση ακόμη πιο συγκεκριμένη. Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην ΕΕ — το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Παράλληλα, το 18,1% του πληθυσμού δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, έναντι 8,8% στην ΕΕ.

Άρα, η συζήτηση για τον διάμεσο δεν αποτελεί στατιστική παρένθεση. Μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ακριβέστερα το βασικό ερώτημα: δεν αρκεί να γνωρίζουμε αν αυξάνεται ο συνολικός πλούτος ή το μέσο εισόδημα. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσο μετακινείται προς τα πάνω ο πολίτης στη μέση της κατανομής και πόσο ευρεία είναι η συμμετοχή στην αύξηση του παραγόμενου πλούτου.

Η κυβέρνηση κοιτάζει εύλογα την οικονομία από ψηλά. Ο πολίτης όμως τη ζει από το έδαφος.

Και οι δύο εικόνες είναι πραγματικές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν θεωρούμε ότι η μία ακυρώνει την άλλη.

Μητσοτάκης: η ανάπτυξη και το «μέρισμά» της

Η κυβερνητική πρόταση ακολουθεί μια σαφή οικονομική αλληλουχία: δημοσιονομική σταθερότητα, ανάπτυξη, δημιουργία δημοσιονομικού χώρου και σταδιακή επιστροφή μέρους του στους πολίτες.

Δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι σχετικές παρεμβάσεις. Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ενίσχυση των χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας αποτελεί αναγνώριση ενός πραγματικού προβλήματος.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το μέγεθος της επιχείρησης εξακολουθεί να συνδέεται με διαφορετικό κόστος χρηματοδότησης. Τον Ιούλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο νέου επιχειρηματικού δανείου έως 250.000 ευρώ ήταν 5,07%, για ποσά από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ 4,52%, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ 4,14%.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποδεικνύουν από μόνοι τους «αθέμιτο ανταγωνισμό». Αποτυπώνουν όμως χρηματοδοτική ασυμμετρία: το μικρότερο μέγεθος συνδέεται με ακριβότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Στη χθεσινή συνέντευξή του στην ΕΡΤ ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε και πρόσθετες παρεμβάσεις απέναντι στη νέα ενεργειακή επιβάρυνση: στήριξη κράτους και διυλιστηρίων ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να ξεκινήσει κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο, οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, παράταση της στήριξης στο ντίζελ για τον Οκτώβριο και επαναφορά πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων. Δήλωσε επίσης ότι θα εξέταζε προσωρινή μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα εφόσον υπήρχε ο αναγκαίος ευρωπαϊκός δημοσιονομικός χώρος.

Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν προφανή σημασία για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών — ιδίως όταν το 18,1% δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης.

Ταυτόχρονα όμως καθιστούν ακόμη καθαρότερο το ερώτημα που θέτουμε: διορθώνουμε τις συνέπειες όταν αυτές εμφανίζονται ή παρεμβαίνουμε και στους μηχανισμούς που τις παράγουν;

Η κυβερνητική πρόταση δίνει ιδιαίτερο βάρος στην πρώτη διαδρομή: η μακροοικονομική επιτυχία δημιουργεί δημοσιονομικούς πόρους, οι οποίοι επιστρέφουν στην κοινωνία μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, επιδομάτων, παρεμβάσεων στις τιμές και χρηματοδοτικών εργαλείων.

Πρόκειται για συγκεκριμένη οικονομική επιλογή. Δεν απαντά όμως από μόνη της στο ερώτημα ποιοι έχουν εξαρχής ευκολότερη πρόσβαση στο κεφάλαιο, στις επενδύσεις και στις ευκαιρίες που δημιουργεί η ανάπτυξη.

Δεν αρκεί να εξετάζουμε πόσο από την ανάπτυξη αναδιανέμεται εκ των υστέρων. Χρειάζεται να εξετάζουμε και ποιοι μπορούν εξαρχής να συμμετέχουν στην παραγωγή της.

Διαφορετικά μπορεί να έχουμε ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη με ασθενή κοινωνικό πολλαπλασιαστή.

Ανδρουλάκης: από το διαθέσιμο εισόδημα στον μηχανισμό παραγωγής

Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη ακολουθεί διαφορετική αρχιτεκτονική. Επιχειρεί να συνδέσει δύο πεδία που συχνά συζητούνται χωριστά: την κοινωνική αναδιανομή και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Στο πρώτο πεδίο εντάσσονται οι προτάσεις για ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αντιμετώπιση της ακρίβειας, ιδιωτικό χρέος και στέγη. Περιλαμβάνονται επίσης στοχευμένες και προσωρινές μειώσεις του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, καθώς και ένας μηχανισμός έκτακτης φορολόγησης υπερκερδών σε ολιγοπωλιακές αγορές, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόταση, θα ενεργοποιείται ύστερα από τεκμηριωμένη εισήγηση των αρμόδιων ανεξάρτητων αρχών.

Αυτά είναι μέτρα που αφορούν κυρίως την κατανομή του διαθέσιμου εισοδήματος και τη λειτουργία των αγορών.

Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο, που αφορά την ίδια την παραγωγική βάση.

Κομβικό σημείο είναι η πρόταση για ισχυρό Όμιλο Αναπτυξιακής Τράπεζας, με δύο πυλώνες: μια αναβαθμισμένη Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου. Η σημασία της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία ενός ακόμη χρηματοδοτικού εργαλείου. Βρίσκεται στην αντίληψη ότι η πρόσβαση στο κεφάλαιο αποτελεί μέρος της ίδιας της αναπτυξιακής πολιτικής.

Και εδώ τα επιμέρους μέτρα αποκτούν σημασία.

Προτείνονται ειδικά φορολογικά κίνητρα για τις ΜμΕ που πραγματοποιούν νέες παραγωγικές επενδύσεις και επιταχυνόμενες αποσβέσεις για εξοπλισμό, νέες τεχνολογίες και αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας. Παράλληλα, προβλέπονται κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της τεκμαρτής φορολόγησης, σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50%, αύξηση του ορίου απαλλαγής από τον ΦΠΑ στις 20.000 ευρώ για μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους και θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού.

Τα μέτρα αυτά δεν είναι όλα της ίδιας οικονομικής φύσης. Ορισμένα μειώνουν φορολογικά βάρη, άλλα επιχειρούν να ενισχύσουν τη ρευστότητα και άλλα δημιουργούν κίνητρα για επένδυση και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι μεταφέρουν μέρος της συζήτησης από το πόσο εισόδημα αναδιανέμεται προς το ποιος έχει τη δυνατότητα να επενδύσει, να μεγαλώσει και να συμμετάσχει στην παραγωγή του νέου πλούτου.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν τα ίδια τα τραπεζικά δεδομένα δείχνουν ακριβότερη χρηματοδότηση για μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια.

Οι μεγάλοι όμιλοι έχουν πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, κεφαλαιαγορές και μεγάλα επενδυτικά προγράμματα με διαφορετικούς όρους από εκείνους που αντιμετωπίζει η μικρή και μεσαία επιχείρηση. Ένας μόνιμος δημόσιος αναπτυξιακός χρηματοδοτικός βραχίονας, εφόσον σχεδιαστεί με αυστηρά κριτήρια βιωσιμότητας και πρόσθετης οικονομικής αξίας, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης.

Επομένως, εδώ δεν συζητούμε μόνο για αναδιανομή μετά την ανάπτυξη. Συζητούμε και για το ποιοι αποκτούν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην ίδια την παραγωγή της ανάπτυξης.

Αυτό είναι διαφορετικό επίπεδο παρέμβασης και πρέπει να αξιολογηθεί ως τέτοιο.

Από την εξαγγελία στην εφαρμογή

Υπάρχει, τέλος, μία ακόμη παράμετρος.

Η ποιότητα ενός κυβερνητικού προγράμματος δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό ή την ελκυστικότητα των μέτρων του. Μπορεί να αξιολογηθεί τουλάχιστον σε τέσσερα επίπεδα: διάγνωση του προβλήματος, εσωτερική συνοχή των πολιτικών, θεσμικοί μηχανισμοί εφαρμογής και βαθμός προετοιμασίας για τη μετάβαση από την εξαγγελία στη νομοθέτηση.

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ενδιαφέρον η δέσμευση Ανδρουλάκη για επτά νομοθετικές παρεμβάσεις μέσα στους πρώτους έξι μήνες μιας ενδεχόμενης διακυβέρνησης: για αγορά και ακρίβεια, παραγωγικό πρότυπο, εργασία και μισθούς, ιδιωτικό χρέος, στέγη και δημογραφικό, δημόσια Παιδεία και Υγεία, αξιοκρατία και λογοδοσία.

Ο αριθμός επτά από μόνος του δεν αποδεικνύει ούτε επιτυχία ούτε κυβερνητική επάρκεια. Ούτε η ανακοίνωση ενός νομοσχεδίου εγγυάται την αποτελεσματική εφαρμογή του.

Αποτελεί όμως παρατηρήσιμο στοιχείο προγραμματικής προετοιμασίας: η πολιτική πρόταση δεν σταματά στο «τι θέλουμε να αλλάξουμε», αλλά επιχειρεί να προσδιορίσει «τι νομοθετούμε πρώτα και με ποια χρονική ακολουθία».

Και αυτό είναι θεμιτό κριτήριο αξιολόγησης για οποιοδήποτε κόμμα διεκδικεί τη διακυβέρνηση.

Τελικά, πώς και σε τι απαντούν;

Ας επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα.

Αν το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας οριστεί πρωτίστως ως ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας, αύξησης των επενδύσεων και συνέχισης της μεγέθυνσης, η κυβερνητική πρόταση είναι δομημένη γύρω από αυτές τις προτεραιότητες και τη σταδιακή επιστροφή μέρους των αποτελεσμάτων τους ως «μέρισμα ανάπτυξης».

Αν όμως η αξιολόγηση διευρυνθεί —όπως επιβάλλει, κατά τη γνώμη μας, η οικονομική μεθοδολογία— και περιλάβει όχι μόνο τον μέσο αλλά και τον διάμεσο, την πραγματική αγοραστική δύναμη, την κατανομή του εισοδήματος, το κόστος στέγασης και ενέργειας, τη λειτουργία των αγορών και τους όρους πρόσβασης των ΜμΕ στη χρηματοδότηση, τότε αναδεικνύεται μια διαφορετική διάσταση της οικονομικής πολιτικής.

Με αυτά τα κριτήρια, οι δύο προτάσεις δεν διαφέρουν απλώς ως προς το πλήθος ή το ύψος των μέτρων. Διαφέρουν ως προς το σημείο στο οποίο επιχειρούν να παρέμβουν στον οικονομικό μηχανισμό.

Η κυβερνητική πρόταση δίνει μεγαλύτερο βάρος στη διατήρηση της μακροοικονομικής δυναμικής και σε διορθωτικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάχυση μέρους των αποτελεσμάτων της. Η πρόταση Ανδρουλάκη συνδέει περισσότερο ρητά τη χρηματοδότηση των ΜμΕ, την παραγωγική επένδυση, τη λειτουργία των αγορών, τις εργασιακές σχέσεις και την αναπτυξιακή χρηματοδότηση σε ένα ενιαίο πλαίσιο, το οποίο συνοδεύεται από συγκεκριμένο πρώτο νομοθετικό προγραμματισμό.

Αυτή η διαφορά μπορεί να περιγραφεί και να αξιολογηθεί χωρίς κομματικούς χαρακτηρισμούς. Και βεβαίως η τελική αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε πρότασης θα εξαρτηθεί από την κοστολόγηση, τη διοικητική ικανότητα και την εφαρμογή της.

Δεν αμφισβητείται ότι τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία παράγεται περισσότερος πλούτος. Ούτε ότι το διάμεσο εισόδημα έχει αυξηθεί από το 2019. Η αναγνώριση αυτών των δεδομένων δεν αποδυναμώνει την κριτική· την κάνει ακριβέστερη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο από αυτή την πρόοδο μετατρέπεται σε πραγματική αγοραστική δύναμη για τον πολίτη που βρίσκεται στη μέση της εισοδηματικής κατανομής, ποιοι έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην παραγωγή του νέου πλούτου και αν διευρύνονται οι παραγωγικές ευκαιρίες πέρα από εκείνους που ήδη διαθέτουν πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Γι' αυτό η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το αν ευημερούν οι μακροοικονομικοί δείκτες της.

Αξιολογείται τελικά και από το αν η βελτίωσή τους μετατρέπεται σε μετρήσιμη βελτίωση του διάμεσου εισοδήματος, σε ευρύτερη συμμετοχή στην παραγωγή του πλούτου και σε ευημερία που διαχέεται στην κοινωνία.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Φορολογική ασυλία, εξαγορά του υπάρχοντος πλούτου και πολιτική για επενδύσεις;


Στην Εφημερίδα των Συντακτών, 16/09/2026

Η μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του δισεκατομμυριούχου Κρις Ρόκος στην Ελλάδα και η απόφαση της Millennium Management να ανοίξει γραφείο στην Αθήνα μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν θετικές ειδήσεις.

Υπό μία προϋπόθεση: ότι ειδήσεις όπως οι προηγούμενες θα συνοδεύονται από δημιουργία νέου πλούτου στην Ελλάδα.

Η κυβέρνηση, ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, επιχειρεί τώρα να δημιουργήσει οικοσύστημα διαχείρισης κεφαλαίων, προσφέροντας ισχυρά φορολογικά κίνητρα. Για επιλέξιμα στελέχη hedge funds και private equity προβλέπεται φορολόγηση bonus και carried interest με 5%, με προϋπόθεση πραγματικής εγκατάστασης και τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ ετήσιων λειτουργικών δαπανών. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία: συνδέει το προνόμιο με πραγματική δραστηριότητα.

Γιατί αυτό δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο.

Επτά χρόνια: τι ακριβώς ονομάζαμε «επένδυση»;

Η σημερινή κυβέρνηση δεν δημιούργησε τη Χρυσή Βίζα. Την παρέλαβε, τη διατήρησε και την αξιοποίησε επί χρόνια ως εργαλείο προσέλκυσης ξένου κεφαλαίου.

Το πρόβλημα είναι ότι συνηθίσαμε να θεωρούμε «επένδυση» ακόμη και την απλή αλλαγή ιδιοκτησίας ενός ήδη υπάρχοντος περιουσιακού στοιχείου.

Η αγορά μιας κατοικίας δεν ισοδυναμεί με δημιουργία νέας παραγωγικής δυναμικότητας. Ούτε η εξαγορά μετοχών μιας υπάρχουσας επιχείρησης σημαίνει αυτομάτως νέες θέσεις εργασίας ή νέες επενδύσεις.

Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι τα όρια επένδυσης της Golden Visa επηρέασαν τη συμπεριφορά των τιμών και των συναλλαγών στην αγορά κατοικίας.

Άρα, μετά από επτά χρόνια, δικαιούμαστε να ρωτήσουμε: πόσο από το ξένο κεφάλαιο που ήρθε δημιούργησε κάτι καινούργιο και πόσο απλώς αγόρασε κάτι που ήδη υπήρχε;

Και η φορολογική δικαιοσύνη;

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ερώτημα.

Μπορεί η προσέλκυση πλούτου να βασίζεται διαρκώς στη λογική ότι ο πλουσιότερος φορολογούμενος πρέπει να πληρώνει αναλογικά λιγότερο για να επιλέξει τη χώρα μας;

Η διεθνής συζήτηση κινείται πλέον προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά τον ελάχιστο παγκόσμιο εταιρικό φόρο, η πρόταση Zucman για το G20 έθεσε στο τραπέζι έναν διεθνώς συντονισμένο ελάχιστο φόρο στους δισεκατομμυριούχους, περίπου 2% του πλούτου τους.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον: μέρος των ίδιων των πλουσίων ζητά να φορολογηθεί περισσότερο.

Στη Βρετανία, περισσότεροι από 120 εκατομμυριούχοι υπέγραψαν το 2026 ανοικτή επιστολή προς την κυβέρνηση: «φορολογήστε μας». Το 80% των Βρετανών εκατομμυριούχων που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα υποστήριξε φόρο 2% σε περιουσίες άνω των 10 εκατ. λιρών.

Στις ΗΠΑ, οι Patriotic Millionaires εμφανίστηκαν τον Απρίλιο στο Καπιτώλιο ζητώντας από το Κογκρέσο να αυξήσει τη δική τους φορολογία.

Δεν πρόκειται για συλλογική μεταστροφή των πλουσίων σε φορολογικούς ασκητές. Πρόκειται όμως για αναγνώριση μιας απλής αρχής: μια κοινωνία δεν μπορεί να στηρίζεται στην προαιρετική γενναιοδωρία των ισχυρότερων.

Το ελληνικό μάθημα της ναυτιλίας

Η ναυτιλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Παρά τις εύλογες επιφυλάξεις για το ειδικό φορολογικό της καθεστώς, διαθέτει πραγματική παραγωγική παρουσία στην Ελλάδα: εταιρείες, γραφεία, υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό, δίκτυα υπηρεσιών και σημαντικές επενδύσεις και εκτός ναυτιλίας.

Αυτό το οικονομικό αποτύπωμα πρέπει να αναγνωρίζεται.

Όπως πρέπει να αναγνωρίζονται η οικειοθελής παροχή της ναυτιλιακής κοινότητας, οι δωρεές, οι ευεργεσίες, η φιλανθρωπία και οι δράσεις Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης.

Αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Η ευεργεσία είναι εθελοντική. Η φορολογία είναι κανόνας.

Η δίκαιη συμμετοχή του καθενός στη χρηματοδότηση των κοινών αναγκών δεν μπορεί να εξαρτάται από διαπραγμάτευση ή καλή διάθεση.

Τι καινούργιο δημιουργήθηκε;

Αν ο Ρόκος, η Millennium και άλλοι φέρουν στην Ελλάδα επιχειρήσεις, στελέχη, τεχνογνωσία, ελληνικό payroll και νέες επενδύσεις, να τους καλωσορίσουμε.

Και να διευκολύνουμε τις επενδύσεις με σταθερούς κανόνες, ταχύτητα, ασφάλεια δικαίου και προβλέψιμη φορολογία.

Αλλά να μετρήσουμε και το αποτέλεσμα.

Πόσες νέες θέσεις εργασίας; Πόση νέα παραγωγική δραστηριότητα; Πόσα δημόσια έσοδα; Πόσο κεφάλαιο δημιούργησε νέο πλούτο και πόσο απλώς αγόρασε τον υπάρχοντα;

Γιατί ανάπτυξη δεν είναι να ακριβαίνει και να αλλάζει ιδιοκτήτη αυτό που ήδη έχουμε.

Ανάπτυξη είναι να δημιουργούμε αυτό που χθες δεν υπήρχε.

Και φορολογική δικαιοσύνη είναι να δημιουργούμε πλούτο με κανόνες που δεν αλλάζουν ανάλογα με το πόσο πλούσιος είναι εκείνος που χτυπά την πόρτα μας.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Οι «Ράμπο της Υγείας», το επιτελικό κράτος και οι γκρίζες ζώνες.

Το 2001 είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον τότε υπουργό Υγείας, Αλέκο Παπαδόπουλο. Ήταν μια συνεργασία που, μεταξύ άλλων, με έμαθε να είμαι επιφυλακτικός απέναντι στις απολυτότητες και στις εύκολες βεβαιότητες, όταν μάλιστα πρόκειται για την πολιτική.

Θυμάμαι σήμερα, με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις, μία από τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου: τη δημιουργία του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, του γνωστού ΣΕΥΥΠ.

Με τον ν. 2920/2001 συγκροτήθηκε για πρώτη φορά ένας αυτοτελής, εξειδικευμένος μηχανισμός ελέγχου στον χώρο της Υγείας και της Πρόνοιας. Ο νόμος προέβλεπε 100 Επιθεωρητές και 30 Βοηθούς Επιθεωρητές, με δημόσια διαδικασία επιλογής, διαφορετικές ειδικότητες και ουσιαστικές ελεγκτικές εξουσίες. Μπορούσαν να πραγματοποιούν ακόμη και αιφνιδιαστικούς ελέγχους, είχαν πρόσβαση στους φακέλους των ελεγχόμενων υπηρεσιών και δικαιώματα ανακριτικού υπαλλήλου.

Έμειναν γνωστοί ως οι «Ράμπο στην Υγεία».

Δεν εξαφάνισαν, φυσικά, την παρανομία. Ούτε υπήρξε ποτέ ελεγκτικός μηχανισμός χωρίς προβλήματα. Υπήρχε όμως κάτι πολύ σημαντικό: ένας θεσμός αποκλειστικά προσανατολισμένος στην Υγεία, με συσσωρευμένη τεχνογνωσία, θεσμική μνήμη και σαφές αντικείμενο.

Και άντεξε επί δεκαοκτώ χρόνια, μέσα από κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων.

Μέχρι το 2019.

Μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του κου Μητσοτάκη, στον περιβόητο νόμο για το «επιτελικό κράτος», ήταν να καταργήσει το ΣΕΥΥΠ ως αυτοτελές Σώμα και να το ενσωματώσει στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας μαζί με τέσσερις ακόμη μεγάλους ελεγκτικούς μηχανισμούς του Δημοσίου. Οι αρμοδιότητες δεν εξαφανίστηκαν μιας και στα χαρτιά “μεταφέρθηκαν”. Εξαφανίστηκε όμως η αυτοτέλεια ενός εξειδικευμένου μηχανισμού που είχε ως μοναδικό του πεδίο την Υγεία και την Πρόνοια.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν σήμερα. Ήταν πράγματι «μεταρρύθμιση» η απορρόφηση των εξειδικευμένων ελεγκτών Υγείας μέσα σε μία τεράστια οριζόντια Αρχή;

Ή ήταν ακόμη ένα παράδειγμα εκείνης της ιδιότυπης λογικής του επιτελικού κράτους, που συγκεντρώνει δομές, αρμοδιότητες και εξουσίες στο όνομα του συντονισμού, αλλά τελικά αποδυναμώνει την εξειδίκευση και θολώνει την ευθύνη;

Τα ίδια τα γεγονότα στην συνέχεια του νόμου αυτού της κατάργησης του ΣΕΥΥΠ, κάνουν το ερώτημα πολύ λιγότερο θεωρητικό.

Ήδη από το 2023 ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών κατήγγελλε ότι μη γιατροί πραγματοποιούν σε μη αδειοδοτημένους χώρους botox, εμφυτεύματα, νήματα και άλλες επεμβατικές πράξεις, με περιστατικά δυσμορφιών, νεκρώσεων, λοιμώξεων και αλλεργικών αντιδράσεων. Το 2025 ο ίδιος Σύλλογος αναγκάστηκε να ζητήσει ακόμη και εισαγγελική παρέμβαση για καταγγελίες αντιποίησης του ιατρικού επαγγέλματος.

Και τις τελευταίες ημέρες, μετά τη δραματική υπόθεση του δημοφιλούς καλλιτέχνη, ανακαλύπτουμε ξανά την ύπαρξη μιας ολόκληρης γκρίζας ζώνης υπηρεσιών «ευεξίας», «αντιγήρανσης», «αναζωογόνησης» και δήθεν καινοτόμων θεραπειών. Στο συγκεκριμένο ιατρείο ο ΙΣΑ ανακοίνωσε ότι εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης τα οποία δεν επιτρεπόταν να βρίσκονται σε ιατρείο πρωτοβάθμιας φροντίδας.

Και τώρα τι μας ανακοινώνει το Υπουργείο Υγείας; «Σαρωτικές αλλαγές» για να κλείσουν οι γκρίζες ζώνες.

Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα μας. Ποιοι και γιατί άφησαν επί επτά χρόνια να υπάρχουν αυτές οι γκρίζες ζώνες;

Ποιος τις έλεγχε; Πόσοι έλεγχοι έγιναν; Πόσες παράνομες δομές εντοπίστηκαν; Πόσες κυρώσεις επιβλήθηκαν; Και κυρίως: γιατί με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, όλο και πιο συχνά η κοινωνία πληροφορείται κάθε φορά ότι χρειάζεται «αυστηρότερο πλαίσιο» μόνο αφού συμβεί το κακό;

Δεν ισχυρίζομαι ότι η κατάργηση του ΣΕΥΥΠ προκάλεσε κάθε μεταγενέστερο περιστατικό παρανομίας. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο.

Ισχυρίζομαι όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2019 πήρε την πολιτική απόφαση να καταργήσει έναν αυτοτελή, εξειδικευμένο και δοκιμασμένο επί δεκαοκτώ χρόνια μηχανισμό ελέγχου της Υγείας. Και σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, το ίδιο το κράτος παραδέχεται ότι στον χώρο της παραϊατρικής, της αντιγήρανσης και της αισθητικής ιατρικής υπάρχουν επικίνδυνες «γκρίζες ζώνες».

Γι’ αυτό δεν αρκούν άλλες εγκύκλιοι μετά από κάθε τραγωδία.

Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος είναι σήμερα ο «Ράμπο της Υγείας» που μπαίνει απροειδοποίητα από την πόρτα πριν μπει ο εισαγγελέας — ή, ακόμη χειρότερα, πριν φτάσει το ΕΚΑΒ;

Γιατί η προστασία της δημόσιας υγείας δεν είναι επικοινωνιακή διαχείριση μετά το γεγονός. Είναι έλεγχος πριν από αυτό.

Η “αυτορρύθμιση” των ισχυρών και το κόστος των κρίσεων

  Από την Εφημερίδα των Συντακτών της 30ης Σεπτεμβρίου 2026 Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς Απ...