Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Ρουσφέτι: Βολικός μύθος για συμψηφισμούς και απαξίωσης του δημόσιου έναντι του ιδιωτικού τομέα


Δημοσίευση στην Εφημερίδα των Συντακτών 20/ 04/2026

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/508804_roysfeti-bolikos-mythos-gia-sympsifismoys

Το αφήγημα που θέλει το ρουσφέτι να αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα του δημόσιου τομέα —και μάλιστα ελληνική διαχρονική ιδιαιτερότητα— με αφορμή κι το σκάνδαλο το ΟΠΕΚΕΠΕ αναπαράγεται με αξιοσημείωτη ένταση.

Πρόκειται, για μια υπεραπλουστευτική —και συχνά ιδεολογικά φτιασιδωμένη— ανάγνωση της πραγματικότητας που, εκτός των άλλων, στοχεύσει να διασκεδαστούν πτυχές της αναποτελεσματικότητα του κράτους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη και λιγότερο βολική για απλουστευτικές χρήσεις επικοινωνιακής διαχείρισης της συγκυρίας.

Κατ’ αρχάς, η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα, μεταπολιτευτικά, δημιουργώντας θεσμικά αντίβαρα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Είτε αυτά αφορούν στις προσλήψεις προσωπικού στο Δημόσιο είτε ως προς του διαγωνισμούς αναθέσεων, έργων και υπεργολαβιών. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) λόγου χάρη, από τη θέσπισή του έως σήμερα, αποτέλεσε ένα κρίσιμο εργαλείο κατοχύρωσης αντικειμενικών διαδικασιών στις προσλήψεις του Δημοσίου. Αντιστοίχως η θεσμική παρακολούθηση διαγωνισμών έργων και συμβάσεων του Δημοσίου, με προσαρμογή στην ευρωπαϊκή θεσμική αρχιτεκτονική.

Παρά τις αδυναμίες στην υλοποίηση τους, η Χώρα εντάσσεται σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο κράτους δικαίου που προϋποθέτει διαφάνεια και ισονομία και αποτελούν κανονιστικές αρχές και όχι απλώς ευχές.

Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν κανόνες, αλλά ποιος τους τηρεί —και ποιος τους υπονομεύει. Και εδώ ανακύπτει ευθέως η ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας. Η εκάστοτε κυβέρνηση δεν είναι απλός διαχειριστής των θεσμών. Είναι και ο βασικός φορέας που καθορίζει το «ηθικά νομιμοποιητικό κλίμα» μέσα στο οποίο οι θεσμοί λειτουργούν.

Όταν η διοίκηση εκπέμπει το μήνυμα ότι οι διαδικασίες μπορούν να παρακαμφθούν «κατ’ εξαίρεση», τότε η εξαίρεση τείνει να γίνει κανόνας. Και όταν αυτό συμβαίνει υπό την πολιτική εποπτεία της κυβέρνησης, τότε δεν πρόκειται απλώς για διοικητική αστοχία, αλλά για μορφή ηθικής νομιμοποίησης της μεροληψίας.

Είναι στο DNA της ελληνικής κουλτούρας και παράδοσης?

Το πρόβλημα δεν αφορά στη “Τουρκοκρατία” ούτε αποκλειστικά στην ελληνική διοικητική και κοινωνική κουλτούρα. Ούτε προφανώς και περιορίζεται στον ελληνικό δημόσιο τομέα. Το συναντούμε κατά περιόδους, σε διάφορες χώρες και περιπτώσεις, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, όπου οι βασικές αρχές του management δεν ηγεμονεύουν και κυριαρχεί ένας ιδιότυπος διοικητισμός ανορθολογικού υπόβαθρου.

Η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι αναπτύσσονται, κατά περιόδους, τέτοια φαινόμενα, μιας και οι δυο τομείς δεν λειτουργούν σε ένα «κενό κοινωνικών σχέσεων». Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου οι άτυπες σχέσεις επηρεάζουν τόσο τις προσλήψεις όσο και την ανάθεση έργων και κατανομή πόρων. Πολλά είναι τα επιστημονικά άρθρα που αναφέρονται στη σημασία των άτυπων δικτύων (networks), της κοινωνικής εγγύτητας και των προσωπικών συστάσεων στις διαδικασίες πρόσληψης αλλά και εταιρικών συνεργασιών. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό που περιγράφεται ως «referral hiring» ή «network-based recruitment» θεωρείται όχι απλώς αποδεκτό, αλλά και "καλή πρακτική".

Μια ιδιαίτερη περίπτωση στην Ελλάδα, από τον ιδιωτικό τομέα είναι διαφωτιστική. Στον χώρο της ναυτιλίας π.χ., όπου κυριαρχούν αναμφιβόλως τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ο διεθνής ανταγωνισμός, συχνά υπάρχει επιρροή από προσωπικές γνωριμίες, κοινωνικά και οικογενειακά δίκτυα. Άλλη περίπτωση είναι ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), στις παρούσες συνθήκες λειτουργίας υπό ιδιωτικό καθεστώς ιδιοκτησίας, είναι καταγεγραμμένο ότι η κοινωνικο-τοπική σύνθεση εργαζομένων, στις συγκεκριμένες εταιρείες ενοικίασης λιμενεργασίας, έχει κατά κόρον συνδεθεί με παρεμβάσεις και «τηλεφωνήματα» πολιτικών και τοπικών παραγόντων. Πρόκειται για πρακτικές που δύσκολα εντάσσονται στο ιδεατό μοντέλο μιας «καθαρής αγοράς».

Προφανώς και αυτά τα φαινόμενα δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Στη Γαλλία, η έννοια του «piston» (γνωριμία που ανοίγει πόρτες) είναι κοινωνικά αναγνωρισμένη. Στην Ιταλία, το «raccomandazione» αποτελεί διαχρονικό μοτίβο. Στις ΗΠΑ, έρευνες δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό θέσεων καλύπτεται μέσω εσωτερικών συστάσεων, ενώ σε αγορές όπως της Κίνας, το «guanxi» (δίκτυο προσωπικών σχέσεων) αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής δραστηριότητας.

Η λογική είναι απλή: η εμπιστοσύνη μειώνει το ρίσκο. Όμως εκεί ακριβώς αρχίζει η συζήτησή μας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος των βουλευτών. Η δημοκρατική τους αποστολή περιλαμβάνει την προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών που εκπροσωπούν και την ανάδειξη προβλημάτων της κοινωνίας. Όμως η θεμιτή πολιτική διαμεσολάβηση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο μεροληπτικής παρέμβασης εξυπηρέτηση συγκεκριμένων προσώπων εις βάρος άλλων που έχουν τα ίδια δικαιώματα.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: χωρίς αυτήν, η πολιτική λειτουργία εκφυλίζεται σε μηχανισμό άνισης μεταχείρισης. Και τότε το ρουσφέτι δεν είναι απλώς μια «παθογένεια», αλλά ενσωματώνεται στην ίδια τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση των θεσμών σε όλα τα επίπεδα: σαφείς κανόνες, διαφάνεια στις αποφάσεις, πραγματικός έλεγχος και —κυρίως— πολιτική βούληση για την τήρησή τους. Εκείνο που διαφοροποιεί τα κράτη είναι η θεσμική οριοθέτηση αυτών των πρακτικών. Και αυτή η επιλογή δεν είναι τεχνική.

Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί να υπάρχει το ρουσφέτι —αλλά γιατί συνεχίζει να βρίσκει χώρο να υπάρχει.

Ελλάδα: Στρατηγική διεθνών συμμαχιών χωρίς προβολή στο μέλλον

 

Η ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια ιδιότυπη για τη χώρα αρρυθμία: επιλέγει να επενδύει σε γεωπολιτικές κατευθύνσεις διαφορετικές από αυτές του μεταπολιτευτικού της παρελθόντος, όταν μάλιστα σε σύντομο χρόνο φαίνονται οι παίκτες αυτών των συμμαχιών να υφίστανται διεθνή, τουλάχιστον, επιφύλαξη και να την απομονώνουν πολιτικά από τους οργανικούς της συμμάχους (ΕΕ).

Η στενή σύμπλευση με το Ισραήλ παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια ως υπόδειγμα ρεαλισμού και σταθερότητας σε μια ασταθή περιοχή. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι το έδαφος κάτω από αυτή τη στρατηγική μετακινείται ταχύτατα — και η Αθήνα μοιάζει να μην έχει οργανώσει την μεταβολή και προσαρμογή στις νέες καταστάσεις την πυξίδα της.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συζήτηση για τη σχέση με το Ισραήλ έχει αλλάξει ποιοτικά. Δηλώσεις όπως αυτές του Rahm Emanuel, που πριν λίγο καιρό θα θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητες, πλέον εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ρεύμα εντός του Δημοκρατικού κόμματος που αμφισβητεί ανοιχτά τη συνέχιση της άνευ όρων στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης. Δεν πρόκειται ακόμη για επίσημη πολιτική γραμμή — αλλά πρόκειται σαφώς για μια μετατόπιση με βάθος και προοπτική.

Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη καταγράφεται μια παράλληλη —και σε ορισμένες περιπτώσεις ταχύτερη— διαφοροποίηση. Πέραν της Ισπανίας, ολοένα και περισσότερες χώρες υιοθετούν πιο αυστηρή στάση απέναντι στις επιλογές του Ισραήλ που αφορούν στη Γάζα και τις μέρες αυτές στον Λίβανο, αλλά και απέναντι στη στάση των ΗΠΑ. Η πρόσφατη συνάντηση στη Βαρκελώνη, στο πλαίσιο της «Παγκόσμιας Προοδευτικής Κινητοποίησης», με τη συμμετοχή ηγετών κρατών, κομμάτων και διεθνών οργανισμών, δεν ήταν ένα απλό πολιτικό γεγονός. Φαίνεται να αποτελεί ένδειξη των κατευθύνσεων που διαμορφώνονται στο διεθνές προοδευτικό στρατόπεδο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική στάση δείχνει ολοένα και πιο μονοδιάστατη.

Το πρόβλημα προφανώς και δεν είναι η συνεργασία με το Ισραήλ. Καμία σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν μπορεί και δεν αποκλείει αντίστοιχες συνεργασίες. Το πρόβλημα είναι η έλλειψη ευελιξίας και εναλλακτικών. Η εντύπωση ότι η Ελλάδα έχει επενδύσει σχεδόν αποκλειστικά σε έναν άξονα, ο οποίος μάλιστα ταυτίζεται όλο και περισσότερο με τις επιλογές προσώπων όπως ο Donald Trump και ο Benjamin Netanyahu, δημιουργεί ένα στρατηγικό κενό.

Διότι η γεωπολιτική δεν είναι στατική. Οι συμμαχίες δεν είναι μόνιμες και, κυρίως, δεν είναι άνευ όρων. Είναι εργαλεία που απαιτούν συνεχή επαναξιολόγηση.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα τα τελευταία χρόνια είναι ότι μοιάζει να κινείται εκτός συγχρονισμού με τις ευρύτερες τάσεις:
όταν η Ευρώπη διατηρούσε πιο φιλοϊσραηλινή στάση, η Ελλάδα κρατούσε αποστάσεις. Σήμερα, που σημαντικά τμήματα της Ευρώπης επανατοποθετούνται, η Αθήνα εμφανίζεται πιο ευθυγραμμισμένη από ποτέ.

Αν αυτή η τάση παγιωθεί, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί όχι απλώς εκτεθειμένη, αλλά και πολιτικά απομονωμένη σε κρίσιμα ευρωπαϊκά fora.

Το διακύβευμα δεν είναι ιδεολογικό. Είναι βαθιά στρατηγικό.

Μια σύγχρονη εξωτερική πολιτική οφείλει να είναι πολυδιάστατη: να διατηρεί σχέσεις, να χτίζει γέφυρες, να αφήνει ανοικτά κανάλια. Να μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με διαφορετικά μπλοκ και να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες ισορροπίες.

Και τελικά να διαμορφώνει συμμαχίες αρχών, με βάση το διεθνές δίκαιο που είναι η μοναδική πλατφόρμα για τα δίκαια συμφέροντά της

Αντί αυτού, η ελληνική προσέγγιση δίνει την εντύπωση μιας πολιτικής που έχει «κλειδώσει» σε ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό αφήγημα (ΗΠΑ, Ισραήλ κλπ), χωρίς σαφή πρόβλεψη και σχέδιο για το τι θα συμβεί αν το αφήγημα αυτό πάψει να είναι κυρίαρχο.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα: όχι η επιλογή κατεύθυνσης, αλλά η μονομέρεια και η απουσία εναλλακτικών επιλογών.

Γιατί στην εξωτερική πολιτική, το πραγματικό ρίσκο δεν είναι να πάρεις θέση. Είναι να μην μπορείς να την αλλάξεις όταν αλλάζουν τα δεδομένα.

Και μάλιστα όταν βγαίνεις εκτός του ευρωπαϊκού κύκλου.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Όταν το κράτος γίνεται εργαλείο ιδιωτικού προσπορισμού: Από τη Μαόνα της Χίου στις σύγχρονες γεωπολιτικές επιχειρήσεις του προέδρου Τραμπ.


Η σκέψη ότι ζούμε σε μια πρωτόγνωρη εποχή, όπου ιδιωτικά κεφάλαια επηρεάζουν ή ακόμη και καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ισχυρών κρατών, έχει δυστυχώς ιστορικά προηγούμενα. Και είναι ακριβώς εκεί που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση για την «επανάληψη της Ιστορίας ως φάρσας».

Η διαπλοκή οικονομικής ισχύος και κρατικής εξουσίας δεν αποτελεί νεωτερικό φαινόμενο. Αντιθέτως, είναι βαθιά ριζωμένη στην εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας. Από τον ύστερο Μεσαίωνα μέχρι την αποικιοκρατία και τη σύγχρονη γεωπολιτική, η σχέση αυτή επανεμφανίζεται με διαφορετικές μορφές αλλά με εντυπωσιακή συνέπεια ως προς τη λογική της.

Όταν όλα γίνονται εμπόρευμα, στο τέλος εμπορευματοποιείται η πολιτική κρατών και προφανώς η ίδια η δημοκρατία.


Ιδιωτικά συμφέροντα και κρατική ισχύς: μια διαχρονική σχέση αλληλεξάρτησης

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η περίπτωση της Χίου το 1346. Τότε, μια ομάδα Γενοβέζων πλοιοκτητών της περιόδου, που μετά κάποια δράση τους οργανώθηκαν σε Εταιρία, στην περίφημη «Μαόνα», κατέλαβε το νησί στο πλαίσιο στρατιωτικής επιχείρησης που χρηματοδοτήθηκε ιδιωτικά. Η συμφωνία, εκ των υστέρων, του κράτους της Γένοβας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν εξόχως αποκαλυπτική: δεν είχε την πρωτοβουλία το κράτος της Γένοβας για την δράση αυτή των πλοιοκτητών και ως εκ τούτου, οι ιδιώτες, θα αποχωρούσαν όταν αποζημιώνονταν για τα έξοδά τους. Μέχρι τότε, θα διατηρούσαν τον πλήρη έλεγχο του νησιού και των προσόδων του. Στην πράξη, η Χίος μετατράπηκε σε εταιρική κτήση, με τη μαστίχα και τα άλλα προϊόντα της να αποτελούν αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης.

Η περίπτωση της Μαόνας δεν είναι απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο. Είναι ένα πρότυπο. Αναδεικνύει έναν μηχανισμό όπου το κράτος, άλλοτε ως αδύναμο και άλλοτε ως πρόθυμο, εκχωρεί κυριαρχία σε ιδιωτικά συμφέροντα, τα οποία με τη σειρά τους λειτουργούν ως “πιστωτές”, διαχειριστές και τελικά κυρίαρχοι. Η σχέση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά δομική: το κράτος παρέχει τη νομιμοποίηση και τη στρατιωτική ισχύ, ενώ οι ιδιώτες προσφέρουν κεφάλαια και επιχειρησιακή ευελιξία.


Από τις εταιρείες των Ινδιών στη νέα εποχή «επιχειρηματικής» εξωτερικής πολιτικής

Η ίδια λογική επανεμφανίζεται με ακόμη πιο έντονο τρόπο κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Οι μεγάλες εμπορικές εταιρείες, όπως oι αγγλικές και Ολλανδικές «Εταιρείες των Ινδιών» όπως αυτές εμφανίστηκαν και εξελίχθηκαν ιδιαιτέρως στις Ανατολικές Ινδίες, δεν ήταν απλώς εμπορικοί οργανισμοί. Ήταν υβριδικά σχήματα με κρατικά προνόμια. Διέθεταν στρατούς, συνήπταν συνθήκες, ασκούσαν διοίκηση και πολλές φορές καθόριζαν την εξωτερική πολιτική των μητροπολιτικών κρατών. Η περίπτωση της Ινδίας είναι ενδεικτική: η Βρετανική κυριαρχία ξεκίνησε ως εταιρική δραστηριότητα και μόνο εκ των υστέρων μετατράπηκε σε άμεση κρατική διοίκηση.

Η ιστοριογραφία έχει αναδείξει επανειλημμένα ότι αυτές οι εταιρείες λειτουργούσαν ως «προεκτάσεις» του κράτους, αλλά ταυτόχρονα και ως αυτόνομοι δρώντες παράγοντες, με δικά τους συμφέροντα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις ακολουθούσαν τις εξελίξεις αντί να τις καθοδηγούν, επικυρώνοντας εκ των υστέρων τετελεσμένα που είχαν δημιουργηθεί από ιδιώτες. Το κόστος —πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό— κοινωνικοποιούνταν, ενώ τα κέρδη ιδιωτικοποιούνταν.

Στη σύγχρονη εποχή, η μορφή έχει αλλάξει, αλλά ο πυρήνας παραμένει αναγνωρίσιμος. Η παγκοσμιοποίηση, η χρηματοπιστωτική ισχύς και η συγκέντρωση κεφαλαίου έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα διαθέτουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν όχι μόνο οικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές αποφάσεις.


Μύθος ή στρατηγική; Η επανεμφάνιση ενός παλαιού μοντέλου εξουσίας

Στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική πολιτική ισχυρών κρατών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, συχνά παρουσιάζεται ως προϊόν εθνικού συμφέροντος. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι το «εθνικό συμφέρον» δεν είναι πάντα ενιαίο. Αντίθετα, συχνά αντανακλά τη σύγκλιση συγκεκριμένων οικονομικών ομάδων με τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η ιδέα ότι πρόκειται για «ετερογονία των σκοπών» είναι βολική αλλά ανεπαρκής. Σε πολλές περιπτώσεις, η σύμπτωση μεταξύ πολιτικής δράσης και ιδιωτικού κέρδους είναι υπερβολικά συστηματική για να θεωρηθεί τυχαία. Αντίθετα, φαίνεται να πρόκειται για στρατηγικό σχεδιασμό, όπου το κράτος λειτουργεί ως εργαλείο για την προώθηση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων. Η δυνατότητα εσωτερικής πληροφόρησης για αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν και να επηρεάσουν τις τιμές συναλλαγών στα διεθνή χρηματιστήρια, δεν είναι κάτι που δεν έχει σχολιασθεί στους ταραγμένους καιρούς μας.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια ακόμη διάσταση — ίσως η πιο κυνική. Αυτή η ιμπεριαλιστική πρακτική, που συχνά κινείται στα όρια ή και πέραν του διεθνούς δικαίου —ένα πλαίσιο που τα τελευταία χρόνια έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα, ιδίως κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Donald Trump— δεν παρουσιάζεται ποτέ ως αυτό που είναι.

Αντιθέτως, ντύνεται με τον μανδύα της «προάσπισης της δημοκρατίας» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Η υποκρισία εδώ φτάνει σε επίπεδα σχεδόν θεατρικά. Επεμβάσεις, οικονομικοί αποκλεισμοί ή απόπειρες πολιτικής αποσταθεροποίησης δικαιολογούνται ως ηθικές υποχρεώσεις απέναντι σε λαούς που «υποφέρουν».

Τα παραδείγματα είναι πολλά και διαχρονικά. Στη Βενεζουέλα η πίεση για αλλαγή καθεστώτος συνδυάστηκε με έντονα ενεργειακά και γεωοικονομικά συμφέροντα. Στο Ιράν, από το πραξικόπημα του 1953 μέχρι τις σύγχρονες κυρώσεις και την παρούσα πολεμική δράση, η επίκληση της «σταθερότητας», των «πυρηνικών», των «βαλλιστικών πυραύλων», της «Δημοκρατίας» και των «δικαιωμάτων»… συνυπάρχει αν δεν πρωτεύουν, με στρατηγικούς και ενεργειακούς υπολογισμούς. Στην Κούβα, ο πολύχρονος αποκλεισμός παρουσιάστηκε ως μέσο πίεσης για εκδημοκρατισμό, ενώ στην πράξη αποτέλεσε εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.

Η επαναλαμβανόμενη αυτή ρητορική δεν είναι τυχαία. Αποτελεί μηχανισμό νομιμοποίησης. Όπως άλλοτε οι εμπορικές εταιρείες επικαλούνταν τον «εκπολιτισμό» και το εμπόριο για να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, έτσι και σήμερα η γλώσσα των «δικαιωμάτων» λειτουργεί ως ηθικό άλλοθι για πολιτικές που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα.

Η αναλογία με τη Μαόνα της Χίου γίνεται εδώ ακόμη πιο αιχμηρή. Τότε, η οικονομική εκμετάλλευση παρουσιαζόταν ως αναγκαία αποζημίωση. Σήμερα, παρουσιάζεται ως παρέμβαση υπέρ αξιών. Η ουσία, όμως, παραμένει εντυπωσιακά σταθερή.


Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ζούμε κάτι νέο. Το ερώτημα είναι αν αναγνωρίζουμε το παλαιό όταν επανεμφανίζεται με νέα μορφή — και αν είμαστε διατεθειμένοι να δούμε πίσω από τη ρητορική, εκεί όπου η ισχύς και το συμφέρον συνεχίζουν να συνδιαμορφώνουν την ιστορία.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Από τη διαφωνία στη δαιμονοποίηση του "άλλου": συζήτηση για τον πολιτικό μας πολιτισμό.


Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο στις κάλπες. Κρίνεται, κυρίως, στον τρόπο που διαφωνούμε. Στον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στον "άλλο", τον "απέναντί" μας και ιδιαιτέρως όταν οι δρόμοι μας χωρίζουν με αυτόν που κάποια στιγμή είμαστε μαζί.

Και αν κάτι γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητικό στη δημόσια σφαίρα των ημερών μας—ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης—είναι η διολίσθηση από την πολιτική διαφωνία στην προσωπική απαξίωση, και από εκεί, συχνά, στην ανοιχτή εχθρότητα.

Υπήρξαν, στην μεταπολίτευση, εποχές—όχι ιδανικές, αλλά σίγουρα πιο ώριμες—όπου οι πολιτικές διαφορές ή ακόμη και οι διασπάσεις, δεν σήμαιναν και ηθική εξόντωση του/των απέναντι ή ακόμη και των/του «πρώην συνοδοιπόρου/ων».

Από τις προσωπικές μου εμπειρίες στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς μέχρι το εκσυγχρονιστικό κέντρο, για παράδειγμα, οι διαφωνίες ήταν συχνές, οι αποκλίσεις παρούσες και οι αποχωρήσεις, από τις μικρές ή μεγάλες συλλογικότητες, στην ημερήσια διάταξη... Αυτό όμως που τις χαρακτήριζε ήταν ότι συνήθως συνοδεύονταν από μια κουλτούρα διαλόγου, κάποιου αμοιβαίου σεβασμού και, πολλές φορές, ακόμη και ανθρώπινης εγγύτητας που άντεχε στον χρόνο. Ήταν αυτό που είχε ονομασθεί και ως βελούδινα διαζύγια”.

Οι άνθρωποι που βρέθηκαν μαζί σε συλλογικές διαδρομές—στον Ρήγα, στον Συνασπισμό, σε πολιτικές πρωτοβουλίες όπως ο ΟΠΕΚ και άλλες συγκλίσεις με το ευρύτερο εκσυγχρονιστικό κέντρο, μετά τις όποιες πολιτικές τους εντάξεις —δεν μετατράπηκαν αυτομάτως σε «εχθρούς» όταν διαφοροποίησαν τις επιλογές τους. Οι σχέσεις δοκιμάστηκαν, αλλά δεν διαλύθηκαν. Η διαφωνία δεν ακύρωσε τη μνήμη της κοινής πορείας, ούτε την εκτίμηση για τον άνθρωπο πίσω από την πολιτική στάση.

Παρεκτός όταν υπήρξαν εμφανή και αποδεδειγμένα υποκειμενικά κριτήρια σκοπιμότητας και ωφελιμισμού στις επιλογές τους ή ποινικά κολάσιμες πράξεις…

Αυτό το ήθος το βίωσα με πρόσωπα και σχέσεις. Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης ή και ο Νίκος Θέμελης για παράδειγμα, υπήρξαν μορφές που ενσάρκωναν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να διαφωνείς χωρίς να διαρρηγνύεις, να επιμένεις χωρίς να απαξιώνεις. Αντίστοιχα, οι διαδρομές σε πολύ πιο προσωπικό επίπεδο, όπου οι πολιτικές διαφωνίες με επιλογές που συνδέθηκαν αργότερα με τον Αλέξη Τσίπρα κάποιων ή νωρίτερα με τον Κώστα Σημίτη άλλων, δεν σήμαιναν την κατάργηση της δυνατότητας διαλόγου. Αντιθέτως, αποτέλεσαν αφορμές για συνεχή «αναθεώρηση» των σκέψεων μας, μέσα από μια διαλεκτική κατανόηση των διαφορών.

Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερο μετά και την τελευταία δεκαετία, φαίνεται να κυριαρχεί μια διαφορετική νοοτροπία. Όσο υπάρχει πολιτική συμφωνία, οι αδυναμίες, οι αντιφάσεις, ακόμη και τα προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα του "άλλου" «αγνοούνται» ή αποσιωπώνται. Μόλις εμφανιστεί η διαφωνία, τα ίδια αυτά στοιχεία ανασύρονται, διογκώνονται και εργαλειοποιούνται. Η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση και η διαφωνία σε ηθική καταδίκη.

Η επιδείνωση αυτής της κατάστασης δεν είναι άσχετη με τις βαθιές πληγές που άφησε η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας στην Ελλάδα. Η ανασφάλεια, η οργή και η απογοήτευση διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου ο δημόσιος λόγος έγινε πιο επιθετικός, πιο απόλυτος, πιο διχαστικός. Ωστόσο, πέρα από τις κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η συγκρότηση ενός λόγου που επένδυσε συνειδητά στην τοξικότητα και τον μανιχαϊσμό.

Σε πρώτη φάση ο ΣΥΡΙΖΑ, που ερχόταν, νομιμοποίησε σιωπηλά ή και δημόσια στο λόγο του, κάθε τι που ήταν διαφορετικό από αυτό που τότε εξέφραζε. Δεν ήταν τυχαία και η παρουσία μελών του σε προσπάθειες να εμποδίσουν εσωτερικές διαδικασίες ή εκδηλώσεις άλλων κομμάτων και συγκεκριμένα του ΠΑΣΟΚ, εκείνη την εποχή λίγο πριν το ’15.

Ακολούθως έχουμε την λεγόμενη «αντί-ΣΥΡΙΖΑ» συμμαχία—με πρωτεργάτες έναν ιδιότυπο ακραιοκεντρώο φανατισμό— που δεν περιορίστηκε σε πολιτική αντιπαράθεση. Συχνά επέλεξε τη σπίλωση, την ηθική απαξίωση και τη συστηματική απονομιμοποίηση οποιουδήποτε δεν ευθυγραμμιζόταν μαζί τους. Έτσι, η διαφωνία έπαψε να είναι στοιχείο της δημοκρατίας και μετατράπηκε σε αφορμή για στοχοποίηση.

Αντίστοιχα φαινόμενα δεν περιορίζονται όμως μόνο σε έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο, αλλά στο σύνολο της πολιτικής. Πρόσφατες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, με αφορμή τη στάση και τις παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ανέδειξαν παρόμοιες πρακτικές. Αντί η πολιτική διαφωνία να αντιμετωπιστεί ως στοιχείο εσωτερικού διαλόγου, συχνά συνοδεύτηκε από αιχμές, υπονοούμενα και προσωπικές στοχεύσεις που υπερέβαιναν το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Όταν ακόμη και σε κόμματα εξουσίας η διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται ως απειλή προς εξουδετέρωση και όχι ως συμβολή σε έναν ευρύτερο προβληματισμό, τότε η κρίση του πολιτικού πολιτισμού αποκτά πιο δομικά χαρακτηριστικά. Και αυτό αφορά συνολικά το πολιτικό σύστημα, όχι μεμονωμένες περιπτώσεις.

Η τοξικότητα αυτή, όταν γενικεύεται, διαπερνά ολόκληρο το εθνικό πολιτικό επίπεδο. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι πολίτες μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται την πολιτική όχι ως πεδίο σύνθεσης και αντιπαράθεσης ιδεών, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης ταυτοτήτων. Όμως, όσο βαθιές κι αν είναι οι πολιτικές μας διαφορές, υπάρχει μια θεμελιώδης αλήθεια που δεν μπορεί να παραγνωρίζεται: είμαστε όλοι πολίτες της ίδιας χώρας.

Δεν είμαστε εχθροί. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε ως αντίπαλα στρατόπεδα που επιδιώκουν την ηθική εξόντωση του άλλου. Η δημοκρατία προϋποθέτει σύγκρουση απόψεων, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί και ένα ελάχιστο κοινό έδαφος συνύπαρξης και αμοιβαίας αναγνώρισης.

Χρειάζεται να επαναφέρουμε μια βασική, αλλά ξεχασμένη διάκριση: άλλο η πολιτική διαφωνία, άλλο ο πολιτικός αντίπαλος και εντελώς άλλο ο εχθρός. Η σύγχυση αυτών των εννοιών οδηγεί αναπόφευκτα στην τοξικότητα που σήμερα βιώνουμε.

Αντιπαράθεση με την κουλτούρα "τοξικού" λόγου: Υποχρέωση των δυνάμεων εθνικής ευθύνης.

  Απευθύνεται κυρίως σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις "κυβερνητικής ευθύνης", στους δημοκρατικούς πολιτικούς φορείς και στη κο...