Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Δημοκρατία χωρίς όρους, διάλογος χωρίς επιτηρητές

Τις τελευταίες ημέρες, δύο φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους περιστατικά προκάλεσαν έντονη και, κυρίως, τοξική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ένα αφορούσε τη διοργάνωση εκδήλωσης σε χώρο του Δήμου Αθηναίων με θέμα την ενδεχόμενη αμερικανική επέμβαση στο Ιράν και τη συμμετοχή συγκεκριμένου ομιλητή. Το άλλο αφορούσε εκδήλωση μνήμης για τα εβραϊκά θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στον Βόλο και την κριτική που ασκήθηκε σχετικά με τη μη συμμετοχή κάποιου άλλου προσκεκλημένου ομιλητή.

Κοινός παρονομαστής και των δύο περιπτώσεων δεν είναι το αντικείμενο των εκδηλώσεων, ούτε τα πρόσωπα, αλλά η αξίωση ορισμένων να επιβάλουν όρους στον τρόπο με τον οποίο κάποιοι άλλοι οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις. Η αξίωση, δηλαδή, να καθορίζεται «απ’ έξω» ποιοι θα μιλήσουν, ποιοι δεν πρέπει να μιλήσουν, ποια οπτική είναι «θεμιτή» και ποια «ανεπίτρεπτη». Και μάλιστα με μια ένταση, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το εύρος της ουσιαστικής διαφωνίας και εισέρχεται στον χώρο της ηθικής απαξίωσης και της δημόσιας στοχοποίησης.

Η θέση που αναδεικνύεται ως θεμελιώδης είναι απλή: όποιος οργανώνει μια συζήτηση έχει το δικαίωμα να τη διαμορφώσει όπως ο ίδιος κρίνει. Αν επιλέξει να καλέσει όλες τις εκφρασμένες σχολές σκέψης, αυτό αποτελεί ένδειξη πλουραλισμού. Αν επιλέξει να παρουσιάσει μία συγκεκριμένη οπτική, αυτό αποτελεί επίσης δικαίωμά του και κρίνεται για τη μονομέρειά του. Η ευθύνη της επιλογής είναι αποκλειστικά δική του και κανείς δεν νομιμοποιείται να του υποβάλλει όρους.

Όποιος διαφωνεί, διαθέτει δυο απολύτως δημοκρατικές και θεσμικά άψογες διεξόδους: η μία είναι να μην συμμετάσχει στην εκδήλωση αυτή δηλώνοντας την αντίθεσή του, ενώ ταυτοχρόνως έχει και τη δυνατότητα να οργανώσει ο ίδιος μια αντίστοιχη συζήτηση, με τους ομιλητές και τις απόψεις που θεωρεί καταλληλότερες. Η απάντηση στον λόγο δεν είναι η φίμωση, αλλά ο αντίλογος. Η απάντηση στη διαφωνία δεν είναι ο αποκλεισμός, αλλά η αντιπαράθεση επιχειρημάτων.

Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν ως προς το ποια θέματα θα συζητήσει, με ποια προσέγγιση και με ποιους συνομιλητές. Η μόνη σαφής και αδιαπραγμάτευτη οριοθέτηση αφορά τη νομιμότητα: εκδηλώσεις και πρόσωπα που δεν εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες και δεν τελούν υπό ποινική δίωξη. Πέραν αυτού, κάθε προσπάθεια επιβολής «πολιτικών» ή «ηθικών» όρων συνιστά διολίσθηση σε λογικές επιτήρησης της σκέψης.

Το ίδιο ισχύει και για τους χώρους που διαθέτουν οι θεσμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η παραχώρηση δημοτικών χώρων για δημόσιες συζητήσεις δεν σημαίνει υιοθέτηση των απόψεων που εκφράζονται σε αυτές. Σημαίνει αναγνώριση ότι η κοινωνία αποτελείται από διαφορετικές σχολές σκέψης και ότι η δημοκρατία δεν φοβάται τον λόγο, ακόμη και όταν αυτός είναι αιχμηρός, ενοχλητικός ή μειοψηφικός.

Η ένταση της αντίδρασης που παρατηρείται δεν αποκαλύπτει δημοκρατική ευαισθησία. Αντιθέτως, αποκαλύπτει μια μανιχαϊστική και δογματική προσέγγιση, στην οποία ο κόσμος χωρίζεται σε «επιτρεπτούς» και «ανεπίτρεπτους», σε «ορθούς» και «λανθασμένους» συνομιλητές. Πρόκειται για μια λογική που δεν επιδιώκει την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, αλλά την επιβεβαίωση της παρουσίας μια ομοιογενούς «παρέας σκέψης».

Σε αυτή τη λογική, ο διάλογος δεν είναι χώρος ανταλλαγής επιχειρημάτων, αλλά μηχανισμός επιβεβαίωσης ταυτοτήτων. Όποιος δεν ανήκει στο «σωστό» στρατόπεδο δεν αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής, αλλά ως πρόβλημα προς εξουδετέρωση. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πραγματικός κίνδυνος: όχι στις εκδηλώσεις καθαυτές, αλλά στη σταδιακή εδραίωση μιας κουλτούρας που θεωρεί θεμιτό να υπαγορεύει σε άλλους τι επιτρέπεται να συζητούν.

Η δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί με επιτηρητές του διαλόγου. Λειτουργεί με ανεκτικότητα, με αντοχή στη διαφωνία και με εμπιστοσύνη ότι οι πολίτες είναι σε θέση να κρίνουν μόνοι τους όσα ακούνε. Όταν αρχίζει να διαμορφώνεται η αντίληψη ότι η κοινωνία πρέπει να «προστατευθεί» από ορισμένες απόψεις, στην πραγματικότητα υπονομεύεται η ίδια η δημοκρατική της ωριμότητα.

Τα δύο πρόσκαιρα γεγονότα δεν είναι παρά αφορμές. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι βαθύτερο: αν θα γίνει αποδεκτό ότι η δημόσια συζήτηση μπορεί να διεξάγεται χωρίς προληπτικούς αποκλεισμούς και ιδεολογικά φίλτρα ή αν θα παγιωθεί μια κουλτούρα άτυπης λογοκρισίας, ντυμένης με τον μανδύα της «πολιτικής ορθότητας» και της «ηθικής ευαισθησίας».

Στο τέλος, το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από μια ευρύτερη διεθνή τάση πολιτικής συμπεριφοράς, που συχνά περιγράφεται με τον όρο «τραμπισμός», παραπέμποντας σε συγκεκριμένη πολιτική πρακτική και συμπεριφορά. Πρόκειται για μια κουλτούρα δημόσιου λόγου που τροφοδοτεί τη διχαστική ρητορική, ενισχύει τη λογική των στρατοπέδων, νομιμοποιεί την απαξίωση του αντιπάλου και μετατρέπει τη διαφωνία σε ηθική καταγγελία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημόσια συζήτηση παύει να είναι πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων και μετατρέπεται σε πεδίο επιβολής ταυτοτήτων.

Η υιοθέτηση, έστω και άτυπα, στοιχείων αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς στο εσωτερικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας δεν ενισχύει τον δημόσιο διάλογο· τον φτωχαίνει. Δεν διευρύνει την ελευθερία του λόγου· την περιορίζει μέσω κοινωνικής πίεσης και ηθικής στοχοποίησης.

Η επιλογή, τελικά, παραμένει σαφής: είτε θα υπερασπιστούμε έμπρακτα το δικαίωμα όλων να οργανώνουν, να μιλούν και να ακούγονται — απαντώντας στον λόγο με λόγο — είτε θα διολισθήσουμε σε μια κοινωνία όπου η φασαρία υποκαθιστά τον διάλογο και η καταγγελία αντικαθιστά το επιχείρημα. Και αυτό, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αφετηριών, δεν αποτελεί ένδειξη δημοκρατικής ζωντάνιας, αλλά δημοκρατικής ανασφάλειας.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο «Κάθετος Διάδρομος» και το αφήγημα: η Ελλάδα «ενεργειακός κόμβος».


Η κατάρρευση ενός ακόμη επικοινωνιακού αφηγήματος: όταν η γεωπολιτική επικοινωνία προηγείται της αγοράς

Η ελληνική κυβέρνηση επαναλαμβάνει συστηματικά τα τελευταία χρόνια ότι η χώρα μετατρέπεται σε «γεωστρατηγικό και ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης». Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου παρουσιάστηκε ως ένα από τα πιο χειροπιαστά παραδείγματα αυτής της μετάβασης: ένας αγωγός-γέφυρα προς την Ουκρανία και την Κεντρική Ευρώπη, που θα εδραίωνε την Ελλάδα στον χάρτη της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο πεζή — και πολύ λιγότερο ηρωική.

Δύο διαδοχικές αποτυχημένες δημοπρασίες δέσμευσης δυναμικότητας δεν αποτελούν απλώς ένα «προσωρινό πισωγύρισμα». Αποτελούν σήμα της αγοράς. Και η αγορά, σε αντίθεση με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, δεν λειτουργεί με γεωπολιτικά δελτία Τύπου.

Έργο ασφάλειας εφοδιασμού – όχι εμπορικός game changer

Ο Κάθετος Διάδρομος δεν είναι άχρηστος. Αντιθέτως, αποτελεί ένα τεχνικά επαρκές εργαλείο ασφάλειας εφοδιασμού, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης, διακοπής ροών ή γεωπολιτικής αναταραχής. Σε αυτό το πλαίσιο, η ύπαρξή του έχει αξία — και μάλιστα ευρωπαϊκή.

Αλλά εδώ τελειώνει η πραγματική του ισχύς.

Μέχρι στιγμής, η αγορά τον αντιμετωπίζει όχι ως βασική εμπορική αρτηρία, αλλά ως εφεδρικό “μαξιλαράκι”: μια διαδρομή που θα ενεργοποιείται μόνο εάν μπλοκαριστούν ή ακριβύνουν περισσότερο συμφέρουσες εναλλακτικές. Ακριβώς αυτό δείχνει και η αγορά της Ουκρανίας, η οποία —φυσιολογικά— επιλέγει σταθερά φθηνότερα routes, κυρίως μέσω Πολωνίας.

Αυτό δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι λογιστική.

Ο «κόμβος» που δεν επιλέγεται

Ένας πραγματικός ενεργειακός κόμβος δεν αυτοανακηρύσσεται. Επιλέγεται.

Επιλέγεται από traders, shippers και κρατικούς αγοραστές, επειδή:

  • προσφέρει ανταγωνιστικό κόστος,
  • έχει προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον,
  • μειώνει ρίσκα και ενδιάμεσες χρεώσεις,
  • και λειτουργεί ως φυσικό σημείο συγκέντρωσης ροών.

Στον Κάθετο Διάδρομο συμβαίνει το αντίθετο:
πολλαπλοί διαχειριστές, σωρευτικά τέλη μεταφοράς, αβεβαιότητα για τα προϊόντα και —τελικά— delivered cost που δεν «βγαίνει».

Όταν λοιπόν οι ίδιοι οι επίδοξοι χρήστες του έργου ζητούν επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να το χρησιμοποιήσουν, καταρρέει αυτομάτως το αφήγημα του «κόμβου». Διότι οι κόμβοι δεν χρειάζονται επιδότηση για να είναι ελκυστικοί· χρειάζονται επιδότηση μόνο όταν δεν είναι.

Γεωπολιτική σημειολογία vs. οικονομική πραγματικότητα

Η κυβέρνηση συγχέει —σκόπιμα ή από αμηχανία— δύο διαφορετικά επίπεδα:

  1. τη γεωπολιτική σημειολογία ενός έργου,
  2. και την οικονομική του λειτουργία.

Ο Κάθετος Διάδρομος λειτουργεί επικοινωνιακά ως σύμβολο «στρατηγικής αναβάθμισης» της χώρας. Στην πράξη όμως, η Ελλάδα παραμένει ενδιάμεσο πέρασμα, όχι σημείο αναφοράς. Δίαυλος, όχι κόμβος. Backup, όχι hub.

Αυτό δεν είναι αποτυχία των μηχανικών ή των διαχειριστών. Είναι αποτυχία του κυβερνητικού αφηγήματος, που φόρτωσε σε ένα έργο ασφάλειας εφοδιασμού προσδοκίες εμπορικής παντοδυναμίας.

Η πραγματική γεωπολιτική διάσταση (χωρίς μεγαλοστομίες)

Στη σωστή του διάσταση, ο Κάθετος Διάδρομος:

  • ενισχύει τη διαπραγματευτική εφεδρεία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης,
  • προσθέτει πλεονάζουσα δυνατότητα στη περιοχή σε περιόδους κρίσης,
  • και συμβάλλει στη δυνατότητα στρατηγικής διαφοροποίησης της ΕΕ.

Δεν μετατρέπει όμως την Ελλάδα σε ενεργειακό “κέντρο βάρους” της ηπείρου. Και σίγουρα δεν δικαιολογεί τον τόνο υπερβολής που υιοθετεί η κυβερνητική επικοινωνία για να χτίσει γεωστρατηγικές επιτυχίες.

Συμπέρασμα

Ο Κάθετος Διάδρομος προφανώς και δεν είναι φιάσκο.
Αλλά το κυβερνητικό αφήγημα περί «ενεργειακού κόμβου» είναι επικοινωνιακή πομφόλυγα.

Η αγορά τον τοποθέτησε ήδη εκεί που ανήκει:
ως εργαλείο ανάγκης, όχι ως πυλώνα καθημερινής ροής.
Και όσο αυτό το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την πολιτική ρητορική διευρύνεται, τόσο πιο γυμνή θα μένει η στρατηγική πίσω από τα συνθήματα.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

«Ή αυτοί ή εμείς»: η στιγμή που ο μανιχαϊσμός καλεί σε συμμαχία επιβίωσης του κόσμου μας.


Το σύνθημα «…ή αυτοί ή εμείς…» κουβαλά ένα βαρύ φορτίο. Παραπέμπει σε μανιχαϊκές διαιρέσεις, σε πολιτικές απλουστεύσεις που ιστορικά υπήρξαν επικίνδυνες. Κι όμως, σε ορισμένες ιστορικές στιγμές, η πραγματικότητα προηγείται της θεωρίας. Και σήμερα βρισκόμαστε σε μία τέτοια στιγμή.

Η πρόσφατη εμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ δεν εξέπληξε για το ύφος της· επιβεβαίωσε όμως κάτι βαθύτερο. Έναν κυνισμό όχι απλώς προσωπικό, αλλά συστημικό. Έναν λόγο που αντιμετωπίζει τη δημοκρατία, τους θεσμούς και το διεθνές δίκαιο ως εμπόδια – όχι ως κατακτήσεις.

Ακόμη πιο ανησυχητική, ωστόσο, είναι η σύγκλιση αυτού του πολιτικού κυνισμού με τις συμπεριφορές και τη νοοτροπία εκπροσώπων της νέας “τεχνολογικής άκρας δεξιάς”. Εκπρόσωποι Εταιρειών, που κινούνται στο όριο μεταξύ κράτους, αγοράς και επιτήρησης, δεν είναι απλοί οικονομικοί δρώντες (stakeholders). Αρθρώνουν –συχνά σιωπηρά, αλλά αποτελεσματικά– ένα πολιτικό σχέδιο: την υποκατάσταση της δημοκρατικής λογοδοσίας από την “τεχνοκρατική ισχύ” και την “αλγοριθμική διακυβέρνηση”.

Το κοινό τους έδαφος είναι παλιό και επικίνδυνα γνώριμο: libido dominandi. Η επιθυμία κυριαρχίας, απογυμνωμένη από ηθικούς ή θεσμικούς φραγμούς. Είτε εκφράζεται μέσω εθνικιστικού λαϊκισμού είτε μέσω εταιρικής παντοδυναμίας, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η αποδόμηση από τη μια της αστικής δημοκρατίας δυτικού τύπου και από την άλλη των μεταπολεμικών μηχανισμών διευθέτησης των διεθνών σχέσεων.

Σε αυτό το σημείο, ο πολιτικός διάλογος οφείλει να μετακινηθεί. Δεν αρκεί η καταγγελία, ούτε η αυτάρεσκη επίκληση «δημοκρατικών αξιών» στο κενό. Απαιτείται μια σοβαρή, ρεαλιστική κοινωνικο-πολιτική συμμαχία. Μια σύγκλιση με εκείνους τους φιλελεύθερους –πολιτικούς, διανοούμενους, κοινωνικά στρώματα– που αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι «νεοφασίστες του κράτους και της αγοράς» δεν είναι γραφικοί. Είναι ένας συνεκτικός, επιθετικός συνασπισμός συμφερόντων.

Η ιστορική ειρωνεία είναι προφανής: η υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν μπορεί σήμερα να είναι υπόθεση μόνο των φιλελευθέρων αριστερών. Όπως και η κριτική στον καπιταλισμό της ανεξέλεγκτης τεχνολογικής ισχύος δεν μπορεί να προέρχεται μόνο από την Αριστερά. Το δίλημμα δεν είναι ιδεολογικό με τη στενή έννοια. Είναι θεσμικό, πολιτισμικό, υπαρξιακό για τις δυτικές κοινωνίες.

Υπό αυτή την έννοια, το «ή αυτοί ή εμείς» δεν είναι κάλεσμα σε εμφύλιο λόγο. Είναι μια δυσάρεστη αλλά αναγκαία αποτύπωση της πραγματικότητας. Ή θα υπερασπιστούμε –με νέες συμμαχίες και νέο πολιτικό θάρρος– ό,τι χτίστηκε με κόπο μετά το 1945, ή θα το δούμε να διαλύεται από εκείνους που θεωρούν τη δημοκρατία απλώς μια παρωχημένη διεπαφή εξουσίας.

Και αυτή τη φορά, η ουδετερότητα δεν είναι επιλογή. Είναι συνενοχή.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Από το “L’État, c’est moi” στο “Το διεθνές δίκαιο είμαι εγώ”.

 

Η φράση «L’État, c’est moi», που αποδίδεται στον Λουδοβίκος ΙΔ΄, δεν είναι απλώς ιστορικό απόφθεγμα. Συμπυκνώνει την ουσία της απολυταρχίας. Της αντίληψης ότι η εξουσία δεν περιορίζεται από κανόνες, αλλά ταυτίζεται με το πρόσωπο που τη φέρει. Ο απόλυτος μονάρχης δεν κυβερνά μέσα στο κράτος — είναι το κράτος. . Ο βασιλιάς-ήλιος κυβέρνησε επί 72 χρόνια, όχι απλώς ως ηγεμόνας, αλλά ως ενσάρκωση του κράτους.

Τρεις και πλέον αιώνες μετά, μια παράφραση αυτής της λογικής επανεμφανίζεται και επιστρέφει μεταμφιεσμένη σε ωμό πολιτικό «ρεαλισμό». Στην εκδοχή της, το σύνθημα δεν αφορά πλέον το κράτος, αλλά το διεθνές σύστημα: «Το διεθνές δίκαιο είμαι εγώ». Αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης και της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Όχι ως προσωπική ιδιορρυθμία, αλλά ως συνειδητή αμφισβήτηση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Μια απλουστευτική —και επικίνδυνα αναχρονιστική— παραδοχή: ότι η ιστορία κυβερνάται από έναν και μόνο νόμο, το “δίκαιο του ισχυρότερου”. Ότι οι κανόνες, οι θεσμοί και το διεθνές δίκαιο είναι απλώς διακοσμητικά εμπόδια μπροστά στη γυμνή ισχύ.

Πρόκειται για την προσπάθεια ανατροπής της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης, εκείνης που —με όλα τα ελαττώματά της— οικοδομήθηκε πάνω στην εμπειρία της απόλυτης καταστροφής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σχολή σκέψης που προτείνει, ως σώφρονα λογική, την σιωπή, είτε λόγω μεγέθους (όταν μαλώνουν τα βουβάλια τα βατράχια καλό είναι να κρύβονται κάπου μακρύτερα…) είτε λόγω “καιροσκοπικής προσαρμογής” στην εποχή της “συναλλακτικότητας” και πλασαρίσματος κοντά στον «δυνατό» της εποχής, στην ουσία δικαιολογεί ως “εξαναγκαστική και ρεαλιστική” την συμπόρευσή της με αυτήν την ανερμάτιστη, για τον κόσμο μας, πολιτική.

Υποστηρίζει στην ουσία ότι ο κόσμος πάντα κυβερνάται από την “δύναμη”, ότι οι “κανόνες” είναι για τους αδύναμους και ότι η ανεκτικότητα απέναντι στους ισχυρούς αποφέρει οφέλη: σταθερότητα, ασφάλεια, χρόνο προσαρμογής. Στην πράξη, όμως, αυτή η «ανεκτικότητα» λειτουργεί ιστορικά ως επιταχυντής της αυθαιρεσίας, όχι ως φρένο...

Προφανώς και η “ισχύς” αποτελεί αναμφισβήτητο εργαλείο στις διεθνείς σχέσεις. Αλλά οι διεθνείς κανόνες, απέδειξαν ότι, σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία χρόνια, μπορούσαν να “λειαίνουν” τις ακρότητες…

Ο λεγόμενος “ρεαλισμός” δεν είναι ουδετερότητα... Είναι κανονιστικός: νομιμοποιεί την παραβίαση κανόνων στο όνομα της “ισχύος” και βαφτίζει την υποχώρηση «σύνεση». Κάθε σιωπή απέναντι σε απειλές, κάθε ανοχή σε προσβολές, κάθε «κατανόηση» προς τον αυταρχισμό, μεταφράζεται από τον αυτουργό όχι ως διάθεση συμβιβασμού, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Η ιστορία είναι αμείλικτη σε αυτό.

Ο ιστορικός Eric John Hobsbawm, στο έργο του Η Εποχή των Άκρων – Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914–1991, περιγράφει με ενάργεια πώς οι μεγάλες καταρρεύσεις δεν προκύπτουν από την τόλμη, αλλά από τη σταδιακή διάβρωση των ανασχετικών μηχανισμών απέναντι στη βία. Ο φασισμός του 20ού αιώνα δεν θριάμβευσε επειδή ήταν ανίκητος, αλλά επειδή αντιμετωπίστηκε αρχικά με κατευνασμό, αμφιθυμία και ψευδαισθήσεις ελέγχου.

Από αυτή την οπτική, η σημερινή συγκυρία μοιάζει ανησυχητικά γνώριμη. Φέρει ανησυχητικές ομοιότητες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία εγκαινίασε μια περίοδο αθλιότητας, όπου η ωμή στρατιωτική ισχύς επανεμφανίζεται ως εργαλείο «επίλυσης» διαφορών. Η πολιτική Τραμπ —με αποχωρήσεις από διεθνείς οργανισμούς, απειλές κατά κρατών, θεαματική αύξηση στρατιωτικών δαπανών και σχέδια αναδιαμόρφωσης ολόκληρων γεωπολιτικών σφαιρών και σχέδια «ανα-ημισφαιριοποίησης»— δεν αποτελεί απλώς συνέχεια αυτής της τάσης· την εντείνει και τη νομιμοποιεί.

Σε αυτό το σημείο, ο ιστορικός ρόλος της Ευρώπης καθίσταται κρίσιμος. Η Ευρώπη δεν είναι απλώς γεωγραφικός χώρος· είναι πολιτικό εγχείρημα που γεννήθηκε ακριβώς για να αποτρέψει την επιστροφή στο “δίκαιο του ισχυρότερου”. Όταν, όμως, τα κράτη-μέλη και οι πολιτικές τους ηγεσίες επιλέγουν την “ανοχή δια της σιωπής”, όταν προτάσσουν στενά εθνικά συμφέροντα ή βραχυπρόθεσμους υπολογισμούς έναντι μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης, τότε υπονομεύουν τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της Ένωσης.

Η επιλογή αυτή δεν είναι η «ρεαλιστική». Είναι η ιστορικά κοντόφθαλμη. Δεν συντομεύει την περίοδο της αυθαιρεσίας — τη μακραίνει. Δεν προστατεύει τα κράτη που τη δείχνουν — τα εκθέτει. Η Ευρώπη πρέπει να λειτουργήσει ως συλλογικός παράγοντας ανάσχεσης της “τραμπικής λογικής” γιατί διαφορετικά θα καταγραφεί ως παθητικός θεατής της αποδόμησης των κανόνων που η ίδια συνέβαλε να θεσπιστούν.

Η Ευρώπη, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να αντέξει μια διπλή στρατηγική: Από τη μια υποταγή στις χοντράδες του Τραμπ και ταυτόχρονη κλιμάκωση των αντιπαλοτήτων με Ρωσία και Κίνα…

Αν κάτι χρειάζεται επειγόντως, είναι η επαναβεβαίωση ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι πολυτέλεια των αδύναμων, αλλά όρος επιβίωσης όλων.

Η γνώση της ιστορίας δικαιολογεί την αισιοδοξία. Ο Χομπσμπάουμ μας υπενθυμίζει ότι οι «εποχές των άκρων» είναι συχνά σύντομες — όχι επειδή είναι ακίνδυνες, αλλά επειδή γεννούν αντιδράσεις. Η απολυταρχία, ο φασισμός, ο μιλιταρισμός δεν κατέρρευσαν από μόνοι τους· ανατράπηκαν όταν συναντήθηκαν με συνειδητή, συλλογική αντίσταση. Η ελπίδα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στην αυταπάτη ότι «ας μη μιλάμε για να μην είμαστε στη πλευρά των χαμένων», αλλά στη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμαστε σε μια σύντομη μετάβαση: από την αθλιότητα που εγκαινίασε ο πόλεμος στην Οθκρανία και ο κυνισμός της ωμής ισχύος του Τραμπ, προς ένα αναγκαίο τέλος τους.

Όπως και στον «σύντομο εικοστό αιώνα» του Χομπσμπάουμ, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο — αλλά τίποτα δεν είναι και αιώνιο. Η απολυταρχία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ δεν επέζησε της ιστορίας· κατέρρευσε υπό το βάρος των αντιφάσεών της. Ο φασισμός του 20ού αιώνα ηττήθηκε, όχι χωρίς κόστος, αλλά ηττήθηκε.

Αν βρισκόμαστε σήμερα σε μια μεταβατική περίοδο τότε το ζητούμενο είναι να τη συντομεύσουμε. Όχι με κατευνασμό, αλλά με σαφή όρια. Όχι με σιωπή, αλλά με ενιαία στάση. Όχι με ψευδο-ρεαλισμό, αλλά με επίγνωση της ιστορίας.

Αυτό είναι το στοίχημα: να κατανοηθεί ότι η ανοχή στη λογική «κάνω ό,τι θέλω επειδή μπορώ» δεν είναι ρεαλισμός, αλλά συνενοχή. Κάθε σιωπή, κάθε υποχώρηση, κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού της τραμπικής αγένειας και βίας, ενθαρρύνει έναν φαύλο κύκλο αποθράσυνσης.

Διότι, τελικά, ούτε το κράτος ούτε το διεθνές δίκαιο μπορούν να είναι ιδιοκτησία κανενός. Και όσοι το πιστεύουν, αργά ή γρήγορα, το μαθαίνουν με τον δύσκολο τρόπο.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με το «δίκαιο του ισχυρού»: Όταν σιωπάς μπορεί να θεωρηθείς και ως συνένοχος.

 

Η σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας από στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι μια ακόμη διεθνή κρίση που εξελίσσεται πέρα και έξω από τα ευρωπαϊκά σύνορα. Αποτελεί ένα γεγονός με βαρύ ιστορικό και πολιτικό φορτίο, ικανό να αναδιαμορφώσει τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες της διεθνούς τάξης. Όχι επειδή έπεσε ένα αυταρχικό καθεστώς – λίγοι στην Ευρώπη έτρεφαν αυταπάτες για τον Μαδούρο και το καθεστώς του – αλλά επειδή καταπατήθηκε βάναυσα η ίδια η έννοια της διεθνούς νομιμότητας.

Ο ρόλος του «διεθνούς χωροφύλακα» δεν τιμά καμία δύναμη που διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στον κόσμο. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει χωρίς ουσιαστική, δυναμική θεσμική αντίδραση. Διότι αν η αυθαίρετη χρήση βίας και η απαγωγή ηγετών τρίτων χωρών γίνει ανεκτή, τότε οι κανόνες που συγκροτούν τη διεθνή συνεννόηση μετατρέπονται σε διακοσμητικό περίβλημα.

Ακόμη και όσοι συμφωνούμε ότι ο Μαδούρο είναι ένας αυταρχικός ηγέτης, οφείλουμε να πούμε καθαρά: η απαγωγή/σύλληψη του από τις ΗΠΑ δεν είναι «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Είναι μια ωμή πράξη ισχύος, που βιάζει το διεθνές δίκαιο και δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο

Οι διάφορες προσπάθειες εκδίωξης ακόμη και των πλέον αξιοθρήνητων καθεστώτων, όπως διδάσκει η πρόσφατη Ιστορία μπορεί να χειροτερέψει τα πράγματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν 20 χρόνια αποτυγχάνοντας να δημιουργήσουν μια σταθερή κυβέρνηση στο Αφγανιστάν και αντικατέστησαν μια δικτατορία στη Λιβύη με ένα διαλυμένο κράτος. Οι τραγικές συνέπειες του πολέμου του 2003 στο Ιράκ συνεχίζουν να βασανίζουν την Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σποραδικά αποσταθεροποιήσει χώρες της Λατινικής Αμερικής, συμπεριλαμβανομένης της Χιλής, της Κούβας, της Γουατεμάλας και της Νικαράγουας, προσπαθώντας να εκδιώξουν κατά καιρούς διάφορες κυβερνήσεις κάποιων από αυτές τι χώρες μέσω της βίας…

Τα αποτελέσματα δεν είναι δυσανάγνωστα…

Το πρόβλημα τώρα για την Ευρώπη δεν είναι ότι πράγματι σε αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, αν θες να προτείνεις εφαρμοστέα πολιτική και όχι να δημαγωγήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι μοιάζει ότι δεν διακρίνεις εύκολα στις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, να αναζητούν έστω και αν υπάρχει πραγματική δυσκολία, απαντήσεις. Η ευρωπαϊκές ηγεσίες περιορίζονται σε γενικόλογες δηλώσεις «ανησυχίας», αποφεύγοντας συστηματικά να ονομάσουν το πρόβλημα: βρισκόμαστε μπροστά στην παγίωση του «δικαίου του ισχυρού» ως κυρίαρχου κανόνα.

Η σιωπή – ή η αμηχανία – της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι στάση παροδικής ουδετερότητας λόγω συγκυρίας. Για κάποιες πολιτικές δυνάμεις είναι πολιτική επιλογή. Και κάθε πολιτική επιλογή παράγει συνέπειες. Για τούτο και δεν πρέπει να παρασυρθεί το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης και πρωτίστως η σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, σε μια αλλοτριωτική γραμμή αμηχανίας και σιωπής, συνευθύνης με τους ομότεχνους της σχολής σκέψης του Τραμπ και των αντίστοιχων αυταρχικών ηγετών του κόσμου.

Εάν η Ευρώπη αποφεύγει να υπερασπιστεί ενεργά τους θεσμούς του διεθνούς δικαίου, τους αποδυναμώνει. Όταν αποδέχεται τετελεσμένα στο όνομα του «ρεαλισμού», μετατρέπει τον ρεαλισμό σε άλλοθι παραίτησης.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η στάση επιμέρους ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» των αμερικανικών ενεργειών συνιστά κάτι περισσότερο από μια ατυχή φράση. Συνιστά έμμεση αποδοχή της λογικής ότι η νομιμότητα είναι δευτερεύουσα όταν μιλά η ισχύς. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που ιστορικά στηρίχθηκε – και ορθώς – στο διεθνές δίκαιο για την προάσπιση της κυριαρχίας της, μια τέτοια στάση δεν είναι απλώς κοντόφθαλμη, είναι επικίνδυνη.

Το διακύβευμα, όμως, ξεπερνά κατά πολύ την ευρωπαϊκή ή ελληνική διάσταση. Δημιουργείται ένα προηγούμενο που μπορεί αύριο να επικαλεστεί ο Πούτιν για την Ουκρανία, ή οποιαδήποτε άλλη ισχυρή δύναμη θελήσει να «ξεκαθαρίσει λογαριασμούς» στη δική της γεωπολιτική αυλή. Δεν είναι τυχαίο ότι ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα αντιδρούν ουσιαστικά. Η σιωπή τους δεν είναι αμηχανία· είναι σιωπηρή κατανόηση... Η «συμμαχία του αυταρχισμού της εκτελεστικής εξουσίας» φαίνεται να λειτουργεί, έστω άτυπα, πέρα από ιδεολογικές διαφορές.

Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της συγκυρίας: η σταδιακή κανονικοποίηση μιας παγκόσμιας κουλτούρας υπονόμευσης των αρχών του διεθνούς δικαίου. Μιας κουλτούρας όπου η ισχύς νομιμοποιεί τα πάντα και οι θεσμοί υπάρχουν μόνο εφόσον δεν ενοχλούν τους ισχυρούς.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται εδώ μπροστά σε μια ιστορική ευθύνη. Όχι να φωνάξει περισσότερο από τους άλλους, αλλά να αρθρώσει μια πειστική, εφαρμόσιμη πολιτική πρόταση. Μια πρόταση που δεν θα αναπαράγει τη λογική της ισχύος, ούτε θα υποκύπτει στον κυνισμό.

Η ανάγκη για ενδυνάμωση της στο αμυντικό στρατιωτικό πεδίο, δεν σημαίνει διολίσθηση στη λογική του “δικαίου του ισχυρού”.

Σημαίνει, πρώτα και κύρια, ανάδειξη της διεθνούς νομιμότητας και την επιβολή της ως ενεργού πολιτικού πεδίου διευθέτησης των διεθνών διαφορών. Όχι ως ηθικό ευχολόγιο, αλλά ως συγκεκριμένο πλαίσιο θεσμικών πρωτοβουλιών: προσφυγές, διεθνείς συμμαχίες, πολιτική πίεση, ενίσχυση των διεθνών οργανισμών που σήμερα περιθωριοποιούνται.

Δεύτερον, σημαίνει ενεργοποίηση της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών. Όταν οι κυβερνήσεις σιωπούν ή συμβιβάζονται, οι κοινωνίες μπορούν – και πρέπει – να υπενθυμίζουν ότι η αυθαιρεσία δεν είναι κανονικότητα. Η Ευρώπη έχει ακόμη το ηθικό και πολιτικό κεφάλαιο να το πράξει, αν το θελήσει.

Τρίτον, σημαίνει καθαρή απόρριψη της λογικής ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αν η πτώση ενός αυταρχικού ηγέτη επιτυγχάνεται με μέσα που καταλύουν κάθε κανόνα, τότε το τίμημα είναι βαρύτερο από το όφελος. Διότι ανοίγει τον δρόμο σε μια αλυσίδα απρόβλεπτων συγκρούσεων και βίας, σε έναν κόσμο ήδη εύφλεκτο.

Δεν είναι εύκολο να σχεδιάσεις και να υλοποιήσεις πολιτική που να έχει αποτέλεσμα. Είναι όμως ακόμη πιο επικίνδυνο να μην προσπαθείς καν. Αν η Ευρώπη αποδεχθεί σιωπηρά την επιστροφή στο «δίκαιο του ισχυρού», τότε θα έχει απεμπολήσει τον λόγο ύπαρξής της ως πολιτικού εγχειρήματος.

Ας ελπίσουμε – και ας απαιτήσουμε – ότι οι ευρωπαϊκές αξίες δεν θα μείνουν απλώς ρητορική αναφορά. Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί ακόμη να επηρεάσει τις εξελίξεις, όχι ως δύναμη επιβολής, αλλά ως δύναμη κανόνων. Γιατί αν χαθεί κι αυτό, τότε ο κόσμος που έρχεται θα είναι ένας κόσμος χωρίς φρένα. Και σε έναν τέτοιο κόσμο, κανείς δεν είναι πραγματικά ασφαλής.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ακραιοκεντριστές: Μέτωπο στο ρεσάλτο τους στην "πολιτική χωρίς ιστορία"

 


Ως ανάγκη συνεννόησης και προσδιορισμού των σχέσεών μας στην ιστοσελίδα της "Μ" που χωρίς καμιά επιφύλαξη, φιλοξενεί τις απόψεις μας...

Ζούμε σε μια περίοδο όπου η “Πολιτική” επιστρέφει δυναμικά, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, ύστερα από δεκαετίες υποχώρησης απέναντι στις “αγορές” και στη λογική ότι η κοινωνική ευημερία μπορεί να ανατεθεί σε απρόσωπους μηχανισμούς.

Ο ιστορικός κύκλος που άνοιξε τη δεκαετία του 1970, με την ιδεολογική κυριαρχία της “απορρύθμισης” και της “θεοποίησης”—με τη βεβαιότητα ότι οι αγορές μπορούν να αυτορρυθμίζονται και να παράγουν κοινωνική ευημερία χωρίς πολιτική καθοδήγηση—  της οικονομίας, δείχνει να κλείνει. Η επιστροφή της “Πολιτικής”, ωστόσο, δεν είναι από μόνη της εγγύηση δημοκρατίας.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν η πολιτική επιστρέφει. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποια πολιτική επιστρέφει, πως θα ασκείται  ποιοι διεκδικούν να την εκφράσουν.

Μπροστά μας δεν υπάρχει μονόδρομος, αλλά ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι. Είτε η πολιτική θα επανέλθει ως αυθαίρετη εξουσία, αποσπασμένη από τη δημοκρατική νομιμοποίηση και τον κοινωνικό έλεγχο, αποσπασμένη από αξίες, ιστορικές αναφορές και συλλογικά οράματα, είτε θα ξανακερδίσει την πρωτοκαθεδρία της μέσα από τη θεσμική νομιμοποίηση, την κοινωνική εμπιστοσύνη και τη δημοκρατική λογοδοσία, μέσα από την ανασυγκρότηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στα κόμματα, και στην ίδια την κοινωνία ως συλλογικό υποκείμενο. Σε αυτή τη πρώτη εκδοχή, πρωταγωνιστικό ρόλο διεκδικούν οι λεγόμενοι ακραιοκεντρώοι.

Ο όρος είναι εκ πρώτης όψεως αντιφατικός. Το «κέντρο» παραπέμπει στη μετριοπάθεια, στη σύνθεση, στη συναινετική πολιτική. Το «άκρο» αντιθέτως δηλώνει δογματισμό, απόλυτες αλήθειες, αδυναμία διαλόγου.

Ο ακραιοκεντρισμός δεν είναι μετριοπάθεια. Είναι δογματισμός μεταμφιεσμένος σε λογική. Είναι μια πολιτική στάση που οικειοποιείται το Κέντρο όχι για να το εκφράσει, αλλά για να το εργαλειοποιήσει. Και εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς: άλλο πράγμα ο μετριοπαθής, δημοκρατικός κεντρώος πολίτης —που αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της δημοκρατίας— και άλλο οι ακραιοκεντρώοι που επιχειρούν ρεσάλτο στην εξουσία στο όνομά του. Πρόκειται για ένα ρεύμα που αυτοπροσδιορίζεται ως λογικό, πραγματιστικό και «υπεύθυνο», αλλά στην πράξη λειτουργεί με όρους ιδεολογικής ακαμψίας, πολιτικής αμνησίας και καιροσκοπισμού.

Στην ελληνική περίπτωση, το φαινόμενο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μεγάλο μέρος του ακραιοκεντρισμού συγκροτήθηκε όχι ως θετική πολιτική πρόταση, αλλά ως προϊόν συγκυρίας: του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου της περιόδου της κρίσης. Από εκεί και πέρα, η αντίθεση μετατράπηκε σε επάγγελμα και η πολιτική στάση σε μηχανισμό ανέλιξης. Χωρίς σαφή ιδεολογική καταγωγή, χωρίς παραταξιακή μνήμη, χωρίς κοινωνική αναφορά. Οι ακραιοκεντρώοι δεν συγκροτούν πολιτική πρόταση με ιστορικές, ιδεολογικές ή κοινωνικές αναφορές. Συγκροτούνται κυρίως αρνητικά: ως «όχι-Αριστερά», «όχι-λαϊκισμός», «όχι-αμφισβήτηση».

Πρόκειται για πολιτικά στελέχη και τεχνοκρατικούς κύκλους που δεν εκπροσωπούν το Κέντρο, αλλά το χρησιμοποιούν ως πρόσχημα. Δηλώνουν κεντρώοι, αλλά λειτουργούν ακραία. Μιλούν για σταθερότητα, αλλά φοβούνται κάθε κριτική. Επικαλούνται τον ρεαλισμό, αλλά απορρίπτουν κάθε εναλλακτική. Υπερασπίζονται το σύστημα, όχι επειδή το πιστεύουν ως θεσμικό επίτευγμα, αλλά επειδή τους χωράει.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι η στρεβλή ανάγνωση της πραγματικότητας. Βλέπουν τον κόσμο σε άσπρο–μαύρο, αγνοούν αποχρώσεις, παραλείπουν στοιχεία που δεν εξυπηρετούν το αφήγημά τους και υπερτονίζουν άλλα, ακόμη και παραμορφώνοντάς τα. Οι δικές τους ιδέες παρουσιάζονται ως οι μόνες «ορθολογικές», ενώ οι αντίθετες όχι απλώς ως λανθασμένες, αλλά ως επικίνδυνες ή ανεύθυνες.

Το βασικό τους γνώρισμα είναι η πολιτική αμνησία. Αποκόπτουν τις σημερινές επιλογές από τις ιστορικές τους ρίζες. Ο φιλελευθερισμός απογυμνώνεται από την έννοια της ελευθερίας και μετατρέπεται σε τεχνοκρατικό αυταρχισμό. Η σοσιαλδημοκρατία απαξιώνεται ως «ξεπερασμένη», επειδή θυμίζει ότι η πολιτική οφείλει να ρυθμίζει τις ανισότητες. Η συντηρητική παράδοση αντιμετωπίζεται εργαλειακά, ως μηχανισμός εξουσίας και όχι ως φορέας αξιών.

Οι ακραιοκεντρώοι βλέπουν την κοινωνία μέσα από ένα απλοϊκό και επικίνδυνο δίπολο: «λογικοί» εναντίον «ακραίων». Οι ίδιοι, φυσικά, αυτοτοποθετούνται στους πρώτους. Όσοι διαφωνούν μαζί τους δεν είναι απλώς αντίπαλοι· είναι ανεύθυνοι, λαϊκιστές, ή —στην καλύτερη περίπτωση— «χρήσιμοι ηλίθιοι» άλλων χώρων. Η πολυφωνία δεν είναι γι’ αυτούς δημοκρατικό κεκτημένο, αλλά απειλή.

Στην πράξη, ο ακραιοκεντρισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού. Δεν ανέχεται την αμφισβήτηση, δεν δέχεται τον διάλογο, δεν αναγνωρίζει λάθη. Όταν το σύστημα αποτυγχάνει, το δικαιολογεί. Όταν κάποιος το επισημαίνει, τον στοχοποιεί. Τα προφανή λάθη δικαιολογούνται, η κριτική δαιμονοποιείται, και όποιος τολμά να επισημάνει δυσλειτουργίες βαφτίζεται «αντισυστημικός», εξισωνόμενος σκόπιμα με τις πραγματικές δυνάμεις αποσταθεροποίησης. Έτσι, κάθε ουσιαστική μεταρρυθμιστική συζήτηση ακυρώνεται εκ των προτέρων.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάτη: οι ακραιοκεντρώοι δεν υπηρετούν τη σταθερότητα, αλλά τη στασιμότητα. Δεν υπερασπίζονται τη δημοκρατία, αλλά μια κλειστή εκδοχή της, όπου η πολιτική είναι υπόθεση λίγων «ειδικών» και όχι της κοινωνίας. Δεν επιδιώκουν συναινέσεις· επιδιώκουν σιωπή. Εμφανίζονται ως υπερασπιστές της σταθερότητας του συστήματος, αλλά στην πράξη πρόκειται για ανοχή στην αδράνεια.

Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η ηθικολογία ούτε η άκριτη πόλωση. Χρειάζεται ένα προγραμματικό και ιδεολογικό μέτωπο. Ένα μέτωπο που να διαχωρίζει καθαρά τον δημοκρατικό, μετριοπαθή κεντρώο πολίτη από εκείνους που μιλούν εξ ονόματός του χωρίς νομιμοποίηση. Που να υπερασπίζεται τη δημοκρατία ως χώρο συνύπαρξης διαφορετικών ιδεών, τη σοσιαλδημοκρατία ως ιστορική κατάκτηση κοινωνικής ισορροπίας, σύνθεση ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης και να υπενθυμίζει τον φιλελευθερισμό ως παράδοση ελευθερίας και όχι ιδεολογικής αστυνόμευσης και ότι χωρίς ανεκτικότητα και πλουραλισμό παύει να είναι φιλελευθερισμός.

Γιατί η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τα άκρα που δηλώνουν ως τέτοια. Κινδυνεύει και από εκείνα που παριστάνουν το Κέντρο, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως άκαμπτοι, αδιάλλακτοι και ιδεολογικά κενοί διαχειριστές της εξουσίας. Σε μια δημοκρατία, οι ακραίοι —όποιον επιθετικό προσδιορισμό κι αν φέρουν— έχουν αρνητική εισροή. Και ίσως οι πιο επικίνδυνοι είναι εκείνοι που εμφανίζονται ως “αυτονόητοι”, “λογικοί” και «χωρίς ιδεολογία», τη στιγμή που η δική τους ιδεολογία είναι ακριβώς η “άρνηση” της πολιτικής ως συλλογικής, ιστορικής και αξιακής διαδικασίας.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο είδος "ακραίου πολίτη": εκείνος που δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως πραγματικά είναι...

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Διοίκηση Αστικών Συγκοινωνιών και “δημοκρατική νομιμοποίηση”: το Υπερταμείο ως θεσμικό έλλειμμα.

Η πρόσφατη ανάληψη καθηκόντων ανώτατης διοίκησης στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ) — μέσω διαδικασιών που κατευθύνει και εποπτεύει το Υπερταμείο — επαναφέρει στο επίκεντρο την ανάγκη για μια θεσμική συζήτηση:

ποιος αποφασίζει για τη διοίκηση οργανισμών δημόσιου ενδιαφέροντος, που χρηματοδοτούνται άμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και παράγουν μεικτό αγαθό; Πώς αυτή η επιλογή τεκμηριώνεται και ποιος ελέγχει την ποιότητα και συνέπειά της;

Οι αστικές συγκοινωνίες έχουν ευρύτατο αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα μιας πόλης, σε σύγκριση με τις αντίστοιχές της, την πρόσβαση των πολιτών της στην εργασία τους, των επισκεπτών της στα μέρη ενδιαφέροντος τους, τις περιβαλλοντικές εκπομπές, την ποιότητα ζωής και τη συνολική λειτουργία της μητροπολιτικής οικονομίας. Αυτό που παράγουν δεν είναι “απλά υπηρεσίες μετακίνησης”: είναι ένα αναπτυξιακό και κοινωνικό αγαθό με μετρήσιμες επιδράσεις στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών, δεν αποτελούν δηλ. ούτε «καθαρό» “δημόσιο” αγαθό ούτε απλή “επιχειρηματική” δραστηριότητα. Πρόκειται για “μεικτό αγαθό” με ισχυρές θετικές και αρνητικές εξωτερικότητες, για αυτό και λειτουργούν σε καθεστώς μερικής ανταποδοτικότητας, με έσοδα από κόμιστρα αλλά και συστηματική επιδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Παρά την κεντρική σημασία αυτών των υπηρεσιών, η επιλογή των ανώτατων μάνατζερς — με καθοριστικό ρόλο στη στρατηγική και λειτουργική τους απόδοση — δεν τελεί υπό άμεσο δημοκρατικό έλεγχο. Το Υπερταμείο, ως φορέας που διαχειρίζεται ένα μεγάλο χαρτοφυλάκιο θυγατρικών και συμμετοχών του ελληνικού Δημοσίου, επιλέγει στελέχη για τις θυγατρικές του. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτική ακρόαση ή έγκριση, ούτε στην ίδια μορφή λογοδοσίας που απαιτείται για ανεξάρτητες αρχές ή κρίσιμα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Το Υπερταμείο ιδρύθηκε σε συνθήκες ακραίας δημοσιονομικής κρίσης, με σκοπό τη συγκέντρωση και ορθολογική διαχείριση δημόσιων συμμετοχών. Η μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων εκτός της άμεσης κυβερνητικής και κοινοβουλευτικής σφαίρας, τότε, θεωρήθηκε αναγκαία. Όμως, δεκαπέντε χρόνια μετά, η παράταση αυτής της αρχιτεκτονικής χωρίς επαναξιολόγηση δημιουργεί σοβαρό θεσμικό ερώτημα:
είναι συμβατό ένα τέτοιο μοντέλο με μια χώρα που δηλώνει ότι έχει εξέλθει από το καθεστώς έκτακτης ανάγκης;

Ακόμα και αν το Υπερταμείο περιγράφει το έργο του ως «λειτουργία στο δημόσιο ενδιαφέρον» και επιδιώκει τη συμμόρφωση με “καλές πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης”, η πραγματικότητα των επιλογών μάνατζερς δείχνει ένα θεσμικό κενό που μεγαλώνει στα μάτια των πολιτών και των ειδικών.

Η κουλτούρα επιλογής και η «ίδια λίστα» στελεχών

Η κριτική προς το Υπερταμείο δεν αφορά μόνο την καταγωγή του. Αφορά και τον τρόπο άσκησης των αρμοδιοτήτων του. Η επιλογή ανώτατων στελεχών για θυγατρικούς οργανισμούς –όπως ο ΟΑΣΑ– γίνεται χωρίς κοινοβουλευτική ακρόαση, χωρίς δημόσια σύγκριση εναλλακτικών υποψηφιοτήτων και χωρίς θεσμική έγκριση από αιρετό όργανο. Δημιουργείται έτσι ένα κενό λογοδοσίας: τα διοικητικά στελέχη διαχειρίζονται δημόσιους πόρους και κοινωνικά κρίσιμες υπηρεσίες, αλλά δεν λογοδοτούν απευθείας σε δημοκρατικά νομιμοποιημένο θεσμό.

Ένα από τα επαναλαμβανόμενα σημεία κριτικής είναι ότι το Υπερταμείο εμφανίζει εμμονή σε συγκεκριμένο «cluster» συνεργασιών με συμβουλευτικές εταιρείες και παρόχους επιλογής στελεχών, με αποτέλεσμα να επανέρχονται τα ίδια βιογραφικά σε θέσεις υψηλού διοικητικού επιπέδου — ανεξάρτητα από τη σχέση αυτών των στελεχών με το αντικείμενο της εταιρείας που καλούνται να διοικήσουν.
Το ζήτημα οξύνεται όταν συνυπολογιστούν τα αποτελέσματα. Παρά τις αλλεπάλληλες αλλαγές διοικήσεων και τις «βαριές» τεχνοκρατικές αναφορές στα βιογραφικά τους, η ικανοποίηση των χρηστών των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας παραμένει χαμηλή. Πλήθος δημοσιευμάτων και ερευνών κοινής γνώμης αναδεικνύουν προβλήματα αξιοπιστίας, συχνότητας, καθαριότητας, προσβασιμότητας και πληροφόρησης. Η υστέρηση αυτή διαρκεί και προφανώς μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς περιορισμούς, αλλά θέτει ευρύτερο θέμα ικανότητας των επιλογών του
management, δηλαδή θέτει ζήτημα ποιότητας διακυβέρνησης του Οργανισμού.

Στην Ελλάδα, τα ερωτήματα γύρω από τη διαφάνεια των επιλογών στελεχών από τον δημόσιο τομέα έχουν “σκανδαλίσει”, ιδιαιτέρως λόγω πελατειακών και κομματικών σχέσεων. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση υποδαυλίζονται όταν αυτές οι διαδικασίες μοιάζουν να στηρίζονται σε λίστες και φορείς εκτός του “Συστήματος Διαφάνειας” που ισχύει για άλλες διαδικασίες επιλογής στελεχών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πρόσβαση σε υψηλές θέσεις περνά μέσα από πολύ συγκεκριμένα “κανάλια” συνδέσεων και επιχειρηματικών συμφερόντων — και όχι μέσα από έναν ανοικτό, διαφανή και ανταγωνιστικό θεσμό επιλογής.

Έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι εξυπηρετούνται ιδιαίτερα συμφέροντα ή έχουν μονοπωλιακή θέση από επανειλημμένες επιλογές με παρόμοια μοτίβα και από την απουσία δημοσίων, συγκρίσιμων διαδικασιών επιλογής — ειδικά σε οργανισμούς που παράγουν κρίσιμα κοινωνικά αγαθά. Αυτό το παράδοξο επιτείνει τη δυσπιστία, ακόμα και όταν τα στελέχη διαθέτουν “βαριά βιογραφικά”.

ESG και σύγχρονες απαιτήσεις διοίκησης

Στο στρατηγικό του σχέδιο, το Υπερταμείο διακηρύσσει την πρόθεσή του να ευθυγραμμιστεί με αρχές ESG (Περιβάλλον–Κοινωνία–Διακυβέρνηση) και να ενσωματώσει δείκτες απόδοσης που σχετίζονται με αυτούς τους άξονες. Ωστόσο, η ίδια η διαδικασία επιλογής διοικητικών στελεχών δεν αποτυπώνει πάντα πρακτική ενσωμάτωση των αξόνων ESG, δηλαδή την ικανότητα των υποψηφίων να ενσωματώνουν κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων — παρά μόνο χρηματοοικονομική και διαχειριστική επάρκεια. Αυτό αποτελεί θεσμική αντίφαση: οργανισμοί που καλούνται να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον πρέπει να έχουν διοικήσεις με παραδοτέα στοιχεία κοινωνικής ευαισθησίας, βιώσιμης στρατηγικής και διαφάνειας, όχι μόνο οικονομικής διαχειριστικής επάρκειας.

Η διαφάνεια και η «κουλτούρα» της δημόσιας λογοδοσίας

Σε σχέση με τον υπόλοιπο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα, όπου οι διαδικασίες πρόσβασης, προκηρύξεων και επιλογών εμφανίζονται δημόσια μέσω υποχρεωτικής ανάρτησης δημόσιας διακήρυξης και άλλων πλαισίων διαφάνειας, η λειτουργία του Υπερταμείου υστερεί στη μορφή δημόσιας λογοδοσίας.
Το επίπεδο διαφάνειας που απαιτεί ένας δημόσιος οργανισμός που επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο δεν μπορεί να ταυτίζεται με εκείνο μιας κλειστής ιδιωτικής διαδικασίας επιλογής μάνατζερ, ακόμα και αν αυτή συνοδεύεται από νομικές υποχρεώσεις δημοσιοποίησης. Η αίσθηση ότι κρίσιμες επιλογές περνούν “από μέσα” και όχι μέσα από ορθολογικό, δημοσίως ελεγχόμενο ανταγωνισμό, ενισχύει την πολιτική δυσπιστία απέναντι στο ίδιο το μοντέλο.

Ευρωπαϊκά πρότυπα: κοινοβουλευτική λογοδοσία και διαφάνεια

Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι ο συνδυασμός τεχνοκρατίας και δημοκρατικής λογοδοσίας μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα:

  • Στη Γαλλία, οι διοικητικές επιλογές σε οργανισμούς όπως η RATP υπόκεινται σε κοινοβουλευτική και πολιτική εποπτεία και όχι μόνο σε μηχανισμούς εκτελεστικής επιλογής.
  • Στη Γερμανία, επιχειρήσεις όπως η Deutsche Bahn έχουν σαφή θεσμική επίβλεψη και έλεγχο από κοινοβουλευτικές επιτροπές, ενώ η επιλογή της διοίκησης έχει περισσότερα στάδια δημόσιας λογοδοσίας.
  • Σκανδιναβικές χώρες εφαρμόζουν αυστηρές διαδικασίες επιλογής, όπου οι θεσμοί διοίκησης δημοσίων αγαθών πρέπει να αναδεικνύονται με δημόσια κριτήρια, αξιολογήσεις απόδοσης και κοινωνικούς δείκτες, όχι μόνο χρηματοοικονομικούς.

Σε αυτές τις χώρες, η δημοκρατική νομιμοποίηση και η διαφάνεια δεν είναι απλώς «διακοσμητικές» — είναι μέρος της στρατηγικής ποιότητας και κοινωνικής αποδοχής των οργανισμών δημόσιου ενδιαφέροντος.

Προτάσεις για θεσμική αναβάθμιση

Ζητείται επομένως:

  1. Κοινοβουλευτική ακρόαση και έγκριση των ανώτατων διοικήσεων οργανισμών που παράγουν κοινωνικά και οικονομικά κρίσιμα αγαθά, με αυξημένη πλειοψηφία. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως Πόντιος Πιλάτος
  2. Ανοικτές, ανταγωνιστικές διαδικασίες επιλογής, με σαφή κριτήρια ESG και κοινωνικής αξιολόγησης, όχι μονοδιάστατη χρηματοοικονομική επάρκεια.
  3. Δημόσια δημοσιευμένα κριτήρια επιλογής, αιτιολόγηση των αποφάσεων και σύγκριση υποψηφιοτήτων, ώστε να αποφευχθούν αίσθηση “κλειστών λιστών” και “επαναλαμβανόμενων φακέλων”.
  4. Δημόσια και ανεξάρτητη αξιολόγηση αποτελεσμάτων τόσο των διοικήσεων όσο και των στρατηγικών επιλογών, με κοινωνικούς δείκτες απόδοσης — όχι μόνο οικονομικούς.

Η Δημοκρατία δεν απειλείται από τον έλεγχο. Η έλλειψη θεσμικών ελέγχων και η υπερβολική συγκέντρωση καθοριστικών επιλογών σε ένα “ιδιωτικο-δημόσιο” σώμα, χωρίς άμεση λογοδοσία στη Βουλή και την κοινωνία, απειλεί ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι υπηρετεί: την εμπιστοσύνη και τη δημόσια αξία.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Για την αναζήτηση “συναινέσεων”, στο ελληνικό πολιτικό σύστημα


 Για μια “διακυβερνήσιμη” χώρα, στην εποχή της αύξησης των ανισοτήτων

Φαίνεται πως κλείνει ένας ιστορικός κύκλος που άνοιξε τη δεκαετία του 1970, όταν κυριάρχησε η ιδέα ότι η ευημερία των κοινωνιών μπορεί —και πρέπει— αφεθεί σχεδόν αποκλειστικά στις αγορές. Τις τελευταίες δεκαετίες ζήσαμε το πείραμα όπου, η πολιτική αποσύρθηκε, περιορίστηκε στον ρόλο του διαχειριστή, ενώ η οικονομία αναγορεύτηκε σε υπέρτατο ρυθμιστή όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της κοινωνικής οργάνωσης. Σήμερα, διεθνώς, το εκκρεμές κινείται ξανά: η πολιτική διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία της απέναντι στην οικονομία — όχι όμως χωρίς κινδύνους και αντιφάσεις. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν αυτή η επιστροφή θα συμβεί, αλλά πώς, με ποιους όρους και προς όφελος ποιων, ώστε να μην αγνοείται, ευνουχιζόμενος, ο ιδιωτικός τομέας αλλά σε κάποια ισορροπία με την ρυθμιστική παρουσία του κράτους. Τελικά με ποιες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, βρίσκεται ίσως, στην καρδιά αυτής της μετάβασης. Πρέπει να βρεθούμε στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, καθώς η παρατεταμένη κρίση, η ακρίβεια, η γεωγραφική και κοινωνική ανισότητα, αδύναμη κοινωνική κινητικότητα αλλά και η φθορά της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για την αναζήτηση του πλαισίου μιας νέας πολιτικής συναίνεσης στον πολιτικό προσανατολισμό της χώρας. Όχι μια συναίνεση κορυφής ή επικοινωνιακής ευκολίας, αλλά ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό συμβόλαιο που θα καθιστά τη χώρα ουσιαστικά “διακυβερνήσιμη”.

Πρώτο θεμέλιο αυτής της συναίνεσης οφείλει να είναι η νηφάλια αλλά καθαρή αναγνώριση ότι η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης έχει φτάσει σε οριακά —και επικίνδυνα— επίπεδα για τη δημοκρατία. Σε παγκόσμια κλίμακα, μια ομάδα υπερπλούσιων ατόμων και επιχειρηματικών ομίλων, ελέγχει κρίσιμους τομείς της οικονομίας, κρίσιμες υποδομές των τεχνολογιών πληροφόρησης, πληροφορίες, αγορές και, εν τέλει, ολοένα και περισσότερο, της ίδιας της πολιτικής διαδικασίας. Το χρήμα δεν επηρεάζει πλέον απλώς τις αποφάσεις· διαμορφώνει τους κανόνες. Η οικονομική ισχύς μεταφράζεται ολοένα και πιο άμεσα σε πολιτική επιρροή, διαβρώνοντας τη δημοκρατική αρχή της ισότητας.

Η πλουτοκρατία του 21ου αιώνα διαφέρει από τις παλαιότερες μορφές οικονομικής ισχύος. Δεν περιορίζεται στην παραγωγή ή στις αγορές. Επεκτείνεται στον έλεγχο των μέσων επικοινωνίας, των ψηφιακών πλατφορμών, των μηχανισμών διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και, τελικά, της συλλογικής μνήμης. Το ποια γεγονότα προβάλλονται, ποια αποσιωπώνται, ποια ερμηνεία κυριαρχεί και ποια στιγματίζεται, δεν είναι πλέον ουδέτερες επιλογές. Όταν η ενημέρωση συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, η δημοκρατική κρίση βαθαίνει, ακόμη κι αν οι εκλογές διεξάγονται κανονικά.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αφηρημένο. Επηρεάζει τον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές, οι ψηφιακές πλατφόρμες, τα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και η ίδια η δημόσια συζήτηση. Όταν η οικονομία παύει να είναι πεδίο ανταγωνισμού και μετατρέπεται σε κλειστό κλαμπ ολιγοπωλίων, τότε η δημοκρατία υπονομεύεται εκ των έσω. Η πολιτική οφείλει να το πει καθαρά — και να δράσει αναλόγως.

Αυτή η πραγματικότητα δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τις μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες. Αφορά πρωτίστως την Ευρώπη και προφανώς και την Ελλάδα. Στη χώρα μας, η διαχρονική διαπλοκή οικονομικής ισχύος, πολιτικής επιρροής και μιντιακού ελέγχου υπονόμευσε την εμπιστοσύνη των πολιτών, καλλιέργησε κυνισμό και αποδυνάμωσε την έννοια της συλλογικής ευθύνης. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η πραγματικότητα «φιλτράρεται», ότι η κριτική φωνή περιθωριοποιείται και ότι η δημόσια συζήτηση κατευθύνεται, τότε η συναίνεση μετατρέπεται σε υποψία και η συμμετοχή σε αποχή.

Δεύτερο θεμέλιο μιας νέας συναίνεσης είναι η αποκατάσταση της αξιοπρέπειας ανθρώπων και περιοχών, που οι ασκούμενες πολιτικές των τελευταίων ετών άφησαν πίσω. Ο νεοφιλελεύθερος λόγος των τελευταίων δεκαετιών, με την κυριαρχία του αφηγήματος της “ατομικής ευθύνης για τα πάντα”, μετέτρεψε τις κοινωνικές ανισότητες σε ατομικές αποτυχίες: οι φτωχοί ευθύνονται για τη φτώχεια τους, οι άνεργοι για την ανεργία τους, οι εργαζόμενοι για το κόστος ζωής επειδή «δεν έκαναν τις σωστές επιλογές»...
 Ένα αφήγημα που μετέτρεψε τις κοινωνικές ανισότητες σε ατομικά ελαττώματα και τις διαρθρωτικές αποτυχίες σε προσωπικές αποτυχίες. Έτσι, όμως, η πολιτική αποποιήθηκε τις ευθύνες της και οι συλλογικές αποτυχίες βαφτίστηκαν προσωπικές.

Στην Ελλάδα, αυτό μεταφράστηκε σε ερημοποίηση ολόκληρων περιοχών, σε γενιές νέων που ένιωσαν περιττοί, σε εργαζόμενους που είδαν την ασφάλεια και την προοπτική τους να συρρικνώνονται. Καμία χώρα δεν μπορεί να είναι διακυβερνήσιμη όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται αόρατα ή εγκαταλελειμμένα. Η αξιοπρέπεια δεν είναι ηθική πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και πολιτικής σταθερότητας.

Η διεθνής συζήτηση δείχνει πλέον μια σαφή μετατόπιση. Όπως καταγράφεται και στη σύγχρονη αρθρογραφία, οι νέοι οικονομολόγοι θεωρούν ως τα πιο πιεστικά προβλήματα τη φτώχεια, την ανισότητα και τον πληθωρισμό, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις αξίες της ισότητας και της αλληλεγγύης

Αυτό δεν είναι ιδεολογική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ρεαλιστική αποτίμηση για αδιέξοδα που έγιναν ορατά σε όλους. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική μετατόπιση, που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα της φορολογικής δικαιοσύνης αποκτά κεντρική σημασία. Η Ελλάδα δεν υποφέρει από χαμηλή φορολόγηση συνολικά· υποφέρει από άδικη κατανομή των βαρών. Η υπερβολική εξάρτηση από έμμεσους φόρους και εισφορές επιβαρύνει δυσανάλογα τους μισθωτούς και τα χαμηλά εισοδήματα, ενώ η φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και του συσσωρευμένου πλούτου παραμένει περιορισμένη, συχνά με θεσμικές εξαιρέσεις και ασυμμετρίες.

Μια σοβαρή συμφωνία για δικαιότερο φορολογικό πλαίσιο, δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής αντιπαράθεσης, αλλά προϋπόθεση κοινωνικής εμπιστοσύνης. Μετατόπιση προς πιο προοδευτικούς άμεσους φόρους, ελάφρυνση των έμμεσων βαρών, ουσιαστική επιβάρυνση του κεφαλαίου, όπου αυτό είναι τεκμηριωμένα εφικτό και αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, συνιστούν βασικά στοιχεία ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Χωρίς αυτά, καμία χώρα δεν μπορεί να είναι πραγματικά διακυβερνήσιμη.

Τρίτο θεμέλιο είναι η παραδοχή ότι το κράτος οφείλει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη νέα εποχή, και στη θωράκιση της δημοκρατίας, αλλά και στην οικονομία. Αυτό περιλαμβάνει τη ρύθμιση των αγορών, την προστασία του πλουραλισμού στα μέσα ενημέρωσης και τη διασφάλιση της διαφάνειας στη χρηματοδότηση της πολιτικής. Το κράτος δεν μπορεί να παρακολουθεί αμέτοχο τη μετατροπή της ενημέρωσης σε εργαλείο ισχύος.

Εδώ αναδεικνύεται και ο κρίσιμος ρόλος των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια εποχή που η πλουτοκρατία και ο αυταρχικός καπιταλισμός υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα, καμία χώρα δεν μπορεί να απαντήσει μόνη της. Η ΕΕ οφείλει να ενισχύσει το ρυθμιστικό της αποτύπωμα: στον έλεγχο των ψηφιακών πλατφορμών, στη διασφάλιση της ελευθερίας και του πλουραλισμού των ΜΜΕ, στη φορολόγηση των πολυεθνικών και στην προστασία των δημοκρατικών θεσμών από την οικονομική χειραγώγηση.

Η διακυβερνησιμότητα μιας χώρας στον 21ο αιώνα δεν εξαντλείται στη δημοσιονομική πειθαρχία ή στους δείκτες ανάπτυξης. Κρίνεται από την ικανότητά της να περιορίζει τις ανισότητες, να προστατεύει τη δημοκρατία από την πλουτοκρατία και να πείθει τους πολίτες ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους. Μετριέται με την ικανότητά της να κρατά την κοινωνία όρθια, να περιορίζει τις ανισότητες και να δίνει νόημα στη συλλογική προσπάθεια. Αυτό απαιτεί σοβαρή τεκμηρίωση, πολιτικό θάρρος και ευρωπαϊκή συνεργασία. 

Αυτή είναι η πρόκληση της εποχής — και το στοίχημα μιας νέας ελληνικής συναίνεσης.

Μια νέα πολιτική συναίνεση δεν θα προκύψει αυτόματα. Αν, όμως, οικοδομηθεί πάνω στη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια Ελλάδα πιο δίκαιη, πιο σταθερή και —τελικά— πραγματικά διακυβερνήσιμη. Απαιτεί υπέρβαση τακτικισμών, σοβαρή τεκμηρίωση πολιτικών επιλογών και απεγκλωβισμό από ιδεολογικά στερεότυπα που δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματικότητα. Κυρίως, όμως, απαιτεί πολιτικό θάρρος: αλήθειες που δεν χωρούν σε συνθήματα και συμμαχίες που δεν βασίζονται στον φόβο, αλλά στην ελπίδα.


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Ένα πολιτικό dragging με την… υποτιθέμενη “προοδευτική” Ελλάδα στα γόνατα του εφήμερου εντυπωσιασμού.

  

Τι κι αν λέμε πως είμαστε ευρωπαϊκή χώρα, με φιλοδοξίες για γεωπολιτική αυτοτέλεια, ενεργειακή ανεξαρτησία και ευρωπαϊκή στρατηγική — στην πραγματικότητα πολλοί από τους κυβερνώντες αλλά και άλλους παράγοντες του δημόσιου βίου της χώρας, φαίνεται πως προτιμούν να αναπαράγουν το σκηνικό του γκαλά “κυρία Πρέσβειρα ιδού οι υποτελείς σου”. Η πρόσφατες υποδοχές από υπουργούς στα υπουργεία ευθύνης τους, της κας Kimberly Guilfoyle, οι… ξεναγήσεις της στο πλοίο-μουσείο «Hellas Liberty» και σε άλλα “πολιτιστικά κέντρα”, δεν αποτελούν τίποτα λιγότερο από πολιτική θεατρικής παράστασης μιας κακής ποιότητας επιθεωρήσεως, με πρωταγωνιστές που ξεχνούν πως εκπροσωπούν μια ευρωπαϊκή χώρα με φωνή εθνική συνείδηση.

Το ζήτημα δεν είναι αν ένας υπουργός φωτογραφίζεται χαμογελαστός δίπλα στην Αμερικανή διπλωμάτισσα — είναι η ένδειξη δουλικότητας, σχεδόν υποτέλειας, υποδοχή που δείχνει έλλειψη στοιχειώδους πολιτικής αυτοεκτίμησης και ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Και η Ελλάδα δεν είναι… επαρχία ναυλωτών, για να ποζάρει αναντίρρητα όταν ρίχνουν εικονικά δολάρια στο λιμάνι της.

Η “προνομιακή” μεταχείριση ως καθημερινότητα — και τι υπονοεί

Η κα Guilfoyle, που ανέλαβε τα καθήκοντά της ως πρέσβης μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, έσπευσε από την αρχή να τονίσει ότι η Ελλάδα αποτελεί «κεντρικό πυλώνα» στη στρατηγική ενέργειας, επενδύσεων και τεχνητής νοημοσύνης των ΗΠΑ.

Να συζητήσουμε προφανώς για “ευημερία και ανάπτυξη” αρκεί η “συνεργασία” αυτή να μην περιορίζεται σε opportunistic φωτο-ops, χωρίς καμία αίσθηση στρατηγικής αυτονομίας και ευρωπαϊκής προοπτικής.

Αυτό που μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτική — και τη ναυτιλία — σε showcase για ξένες επενδύσεις και αμερικανικά συμφέροντα, με αφανή ανταλλάγματα για το ευρωπαϊκό status και τη γεωπολιτική αξιοπρέπεια της χώρας.

Πολιτική μιας φωτογραφίας — και τα όρια της υποτέλειας

Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε.·Αυτό το θέαμα δεν έχει να κάνει με διπλωματία, έχει να κάνει με μία επίδειξη υποτέλειας που θυμίζει περισσότερο αποικιοκρατικό status παρά σύγχρονη ευρωπαϊκή διπλωματία. Θεσμοί, εκτελεστική εξουσία, υπουργοί — ως επί το πλείστον — μοιάζουν έτοιμοι να υποκλιθούν σε κάθε απροσδιόριστο νεύμα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, λες και η γεωγραφία και οι συμμαχίες δεν έχουν καμία αξία χωρίς φωτογραφία.

Είναι σαφές πως η ατζέντα περιλαμβάνει τα πάντα — από λιμάνια και ναυτιλία μέχρι ασφάλεια και τεχνητή νοημοσύνη — αλλά με tone και υπόκρουση που μοιάζουν να υπαγορεύονται από ξένα συμφέροντα, όχι από εθνικό σχέδιο.

Η Ευρώπη ως background — οι ελίτ που προτάσσουν την κάμερα

Κι εδώ ερχόμαστε στο πιο κρίσιμο σημείο: αυτά δεν είναι απλώς μεμονωμένα περιστατικά, πλέον, είναι δείγματα μιας νοοτροπίας — από την πολιτική, την οικονομική και την πνευματική ελίτ — που θεωρεί την Ευρώπη — και τις αξίες της — ως δεύτερης κατηγορίας. Η Ελλάδα, από ευρωπαϊκό κράτος, μετατρέπεται σε “backstage” δήλωσης: ένα σκηνικό όπου η αμερικανική πρεσβεία είναι VIP και οι θεσμοί της χώρας οι απλοί υποταγμένοι θεατές.

Κάθε selfie, κάθε φωτογραφία δίπλα στην πρέσβειρα, κάθε δημοσιογραφική “αναφορά στη στενή συνεργασία” πακετάρει την ελληνική πολιτική προσαρμογή — και την υποτίμηση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας.

Αν αυτό δεν αποτελεί δείγμα υποτέλειας, τότε τι;

Έχει σημασία και χρειάζεται συλλογική αντίδραση

Δεν είναι απλώς ζήτημα γούστου ή πολιτικής αισθητικής. Όταν τα υπουργεία γίνονται σκηνικά υποδοχής ξένων διπλωματών — χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα, χωρίς διαφάνεια, χωρίς στρατηγική — η Ελλάδα απαξιώνει το κύρος της. Γίνεται όχημα στοχεύσεων που δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον αλλά ιδιωτικές και ξένες στοχεύσεις.

Και όταν αυτό δεν σχολιάζεται — ή όταν ακόμα θεωρείται “καλό για την εικόνα” — τότε ανοίγει ο δρόμος για έναν νέο τύπο πολιτικής “διπλωματίας”: όχι ανάμεσα ισότιμων κρατών, αλλά ανάμεσα σε κράτος-υποδοχέα και μεγάλες δυνάμεις που λογαριάζουν την Ελλάδα σαν υποχείριο.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι η πρέσβειρα. Οι διπλωμάτες προωθούν το συμφέρον της χώρας τους — και αυτό ακριβώς κάνει. Το ζήτημα είναι η ελληνική πλευρά:

πώς ανταποκρίνεται; θέτει όρια; αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως φίλτρο και ως σταθεροποιητή;

Όλο και περισσότερο η απάντηση μοιάζει να είναι «όχι»...

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα οργανωμένο κίνημα — από την όποια υπάρχουσα κοινωνία των πολιτών και τις ελίτ που μπορούν να σώσουν το κύρος της χώρας, με πρωτοπόρα την πνευματική — που να απαιτήσει διαφάνεια, στρατηγική αυτονομία, ευρωπαϊκή προοπτική. Χωρίς αυτήν, κάθε υπουργός που θα ποζάρει με όποια ξένη πρέσβειρα δεν θα κάνει τίποτε παρά θα φτιάχνει το «cover photo» της πολιτικής υποταγής του αλλά ίσως και της χώρας.

Αν θέλουμε να “μείνουμε Ευρώπη”

Μπορεί κάποιοι να βλέπουν τις συναντήσεις και τις φωτογραφίες ως δείγμα διεθνούς αναγνώρισης ή ως “αναγκαίο κακ(λ)ό για τους δύσκολους αυτούς καιρούς των γεωπολιτικών αναδιατάξεων”. Αλλά δεν είναι. Είναι δείγμα πολιτικής μικρότητας. Δείγμα μιας εξουσίας που αντιμετωπίζει τη χώρα ως πεδίο συμφερόντων, όχι ως εταίρο.

Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να είναι μέρος της Ευρώπης — με την αξιοπρέπεια που της αρμόζει — δεν χρειάζεται χαμόγελα σε ένα πλοίο-μουσείο...

Χρειάζεται πολιτική με όραμα, στρατηγική διαπραγμάτευσης, δημοκρατική συμμετοχή.

Και χρειάζεται να πούμε «όχι» σε όσους μπερδεύουν διπλωματία με καλλιτεχνική διπλωματία — γιατί η αξιοπρέπεια ενός κράτους δεν εξαγοράζεται με φωτογραφίες, αλλά με σεβασμό και αρχές.

Ας μεριμνήσουμε λοιπόν — πριν η Ελλάδα γίνει σκηνικό άλλων.

Δημοκρατία χωρίς όρους, διάλογος χωρίς επιτηρητές

Τις τελευταίες ημέρες, δύο φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους περιστατικά προκάλεσαν έντονη και, κυρίως, τοξική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής...