Υπάρχουν στιγμές που μια χώρα φαίνεται να εισέρχεται σε έναν πόλεμο όχι με τυμπανοκρουσίες, αλλά σχεδόν αθόρυβα — μέσα από τεχνικές αποφάσεις, διμερείς συμφωνίες και επιχειρησιακές «λεπτομέρειες» που παρουσιάζονται ως αυτονόητες.
Έχει, άραγε, εμπλακεί εμμέσως η χώρα μας σε έναν πόλεμο
που δεν αποφάσισε; Και αν ναι, με ποιους όρους, με ποιες εντολές και –κυρίως–
με ποια πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση;
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ρητορικά. Αναδύονται επιτακτικά μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, ότι ελληνική συστοιχία PATRIOT στη Σαουδική Αραβία αναχαίτισε ιρανικούς πυραύλους.
Μια δήλωση που, προκάλεσε ενδεχομένως -σε κάποια μερίδα των πολιτών—
ένα στιγμιαίο αίσθημα υπερηφάνειας, ότι ελληνικά συστήματα PATRIOT αναχαίτισαν
ιρανικούς πυραύλους με κατεύθυνση τη Σαουδική Αραβία. Δίνοντας μια εικόνα για
τα ελληνικά πολεμικά συστήματα που αναχαιτίζουν απειλές, αποδεικνύουν
επιχειρησιακή επάρκεια και διεθνή ρόλο...
Αλλά η υπερηφάνεια δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη
διαύγεια σκέψεων.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι ελληνικές
δυνάμεις μπορούν. Είναι υπό ποιες συνθήκες ενεργούν.
Η κυβέρνηση, δια των επίσημων εκφραστών της, εμφανίζεται
να κινείται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις. Από τη μία, γίνεται λόγος για διμερή
διακρατική συμφωνία Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας από το 2021. Από την άλλη, το
ΓΕΕΘΑ εντάσσει την παρουσία της ελληνικής συστοιχίας στο πλαίσιο της διεθνούς
πρωτοβουλίας «Integrated Air Missile Defense (IAMD) Concept».
Δύο διαφορετικές αφηγήσεις που δεν είναι κατ’
ανάγκην αντικρουόμενες, αλλά σίγουρα δεν είναι και απολύτως ταυτόσημες. –
Ούτε ως προς τη νομική βάση, ούτε ως προς την επιχειρησιακή δραστηριότητα.
Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα.
Διότι αν πρόκειται για διμερή συμφωνία, τότε η Ελλάδα
έχει αναλάβει –αυτοτελώς– την ευθύνη εμπλοκής σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον
εκτός επικράτειας, με Έλληνες στρατιώτες να ενεργούν σε πραγματικές συνθήκες
σύγκρουσης. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για ένταξη σε πολυεθνικό σχήμα αεράμυνας,
τότε οφείλει να διευκρινιστεί ποια είναι η αλυσίδα εντολών: ποιος αποφασίζει
την εμπλοκή; Με ποιους κανόνες; Υπό ποια πολιτική εποπτεία;
Η ασάφεια δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ουσία
δημοκρατίας.
Διότι σήμερα, η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε μια
ιδιότυπη κατάσταση: ελληνικά οπλικά συστήματα καταρρίπτουν πυραύλους τρίτης
χώρας, εκτός ελληνικής επικράτειας, ενώ η ίδια η χώρα δεν έχει επισήμως
εμπλακεί στον πόλεμο. Και μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου ευρωπαϊκές φωνές
σπεύδουν να αποστασιοποιηθούν, δηλώνοντας ότι «αυτός ο πόλεμος δεν είναι της
Ευρώπης».
Πού ακριβώς τοποθετείται η Ελλάδα σε αυτό το τοπίο;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε επικοινωνιακή ούτε
αποσπασματική. Διότι η εμπλοκή –άμεση ή έμμεση– δεν είναι μόνο στρατιωτικό
γεγονός. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή και τελικά, πράξη.
Και εδώ τίθεται ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: η επίκληση της
κοινοβουλευτικής έγκρισης της συμφωνίας του 2021 από ευρύτερο, της κυβέρνησης,
φάσμα πολιτικών δυνάμεων. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που, αν χρησιμοποιείται
ως γενική «νομιμοποιητική ομπρέλα», είναι παραπλανητικό και σκόπιμο. Καμία
διακρατική συμφωνία δεν αποτελεί λευκή επιταγή για επιχειρησιακή δράση, ανεξαρτήτως συνθηκών. Οι όροι, τα όρια και –κυρίως– οι κανόνες εμπλοκής έχουν
σημασία. Και αυτοί δεν έχουν αποσαφηνιστεί δημόσια.
Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι αν η συμφωνία ήταν σωστή ή
λάθος, που ψηφίστηκε από ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις– αυτό είναι μια άλλη,
εξίσου σημαντική συζήτηση.
Η ουσία είναι ποιος αποφασίζει σήμερα, σε πραγματικό
χρόνο, για ενέργειες που ενδέχεται να καταστήσουν τη χώρα μέρος μιας
σύγκρουσης.
Σε μια περίοδο όπου οι γραμμές μεταξύ άμυνας, αποτροπής
και εμπλοκής γίνονται όλο και πιο θολές, η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι υποχρέωση.
Διότι πίσω από το αφήγημα της επιχειρησιακής επιτυχίας,
αναδύονται σοβαρά ερωτήματα:
·
Με ποια εντολή έδρασαν τα ελληνικά πληρώματα;
·
Υπό ποιο επιχειρησιακό πλαίσιο;
·
Και κυρίως — σε ποιον πόλεμο ακριβώς συμμετέχει,
έστω και εμμέσως, η Ελλάδα;
Η Ευρώπη, παρά τις εσωτερικές της αντιφάσεις,
εξακολουθεί να κινείται —τουλάχιστον θεσμικά— στη λογική της αποκλιμάκωσης και
της πολυμερούς διαχείρισης κρίσεων. Η μονομερής ή διμερής στρατιωτική δράση
κρατών-μελών σε τρίτες περιοχές, ιδίως σε τόσο ευαίσθητα γεωπολιτικά
περιβάλλοντα, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ευθυγραμμισμένη με αυτή τη φιλοσοφία.
Δεν πρόκειται για ζήτημα «πατριωτισμού» ή «εθνικής
αξιοπρέπειας». Αυτά είναι εύκολα συνθήματα. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η
θεσμική διαφάνεια και η δημοκρατική λογοδοσία.
Και η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει καθαρά:
Είναι αυτή η εμπλοκή μέρος συμμαχικής υποχρέωσης ή
εθνικής επιλογής;
Ποιος δίνει την εντολή εμπλοκής;
Και, τελικά, ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη;
Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα γνωρίζει —και αν οι πολίτες της έχουν ενημερωθεί— σε ποιον πόλεμο συμμετέχει.
Και αν δεν το γνωρίζει, τότε το πρόβλημα είναι πολύ
μεγαλύτερο από μια αντιφατική ανακοίνωση.
Είναι πρόβλημα στρατηγικής κατεύθυνσης.