Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Ένα πολιτικό dragging με την… υποτιθέμενη “προοδευτική” Ελλάδα στα γόνατα του εφήμερου εντυπωσιασμού.

  

Τι κι αν λέμε πως είμαστε ευρωπαϊκή χώρα, με φιλοδοξίες για γεωπολιτική αυτοτέλεια, ενεργειακή ανεξαρτησία και ευρωπαϊκή στρατηγική — στην πραγματικότητα πολλοί από τους κυβερνώντες αλλά και άλλους παράγοντες του δημόσιου βίου της χώρας, φαίνεται πως προτιμούν να αναπαράγουν το σκηνικό του γκαλά “κυρία Πρέσβειρα ιδού οι υποτελείς σου”. Η πρόσφατες υποδοχές από υπουργούς στα υπουργεία ευθύνης τους, της κας Kimberly Guilfoyle, οι… ξεναγήσεις της στο πλοίο-μουσείο «Hellas Liberty» και σε άλλα “πολιτιστικά κέντρα”, δεν αποτελούν τίποτα λιγότερο από πολιτική θεατρικής παράστασης μιας κακής ποιότητας επιθεωρήσεως, με πρωταγωνιστές που ξεχνούν πως εκπροσωπούν μια ευρωπαϊκή χώρα με φωνή εθνική συνείδηση.

Το ζήτημα δεν είναι αν ένας υπουργός φωτογραφίζεται χαμογελαστός δίπλα στην Αμερικανή διπλωμάτισσα — είναι η ένδειξη δουλικότητας, σχεδόν υποτέλειας, υποδοχή που δείχνει έλλειψη στοιχειώδους πολιτικής αυτοεκτίμησης και ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Και η Ελλάδα δεν είναι… επαρχία ναυλωτών, για να ποζάρει αναντίρρητα όταν ρίχνουν εικονικά δολάρια στο λιμάνι της.

Η “προνομιακή” μεταχείριση ως καθημερινότητα — και τι υπονοεί

Η κα Guilfoyle, που ανέλαβε τα καθήκοντά της ως πρέσβης μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, έσπευσε από την αρχή να τονίσει ότι η Ελλάδα αποτελεί «κεντρικό πυλώνα» στη στρατηγική ενέργειας, επενδύσεων και τεχνητής νοημοσύνης των ΗΠΑ.

Να συζητήσουμε προφανώς για “ευημερία και ανάπτυξη” αρκεί η “συνεργασία” αυτή να μην περιορίζεται σε opportunistic φωτο-ops, χωρίς καμία αίσθηση στρατηγικής αυτονομίας και ευρωπαϊκής προοπτικής.

Αυτό που μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτική — και τη ναυτιλία — σε showcase για ξένες επενδύσεις και αμερικανικά συμφέροντα, με αφανή ανταλλάγματα για το ευρωπαϊκό status και τη γεωπολιτική αξιοπρέπεια της χώρας.

Πολιτική μιας φωτογραφίας — και τα όρια της υποτέλειας

Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε.·Αυτό το θέαμα δεν έχει να κάνει με διπλωματία, έχει να κάνει με μία επίδειξη υποτέλειας που θυμίζει περισσότερο αποικιοκρατικό status παρά σύγχρονη ευρωπαϊκή διπλωματία. Θεσμοί, εκτελεστική εξουσία, υπουργοί — ως επί το πλείστον — μοιάζουν έτοιμοι να υποκλιθούν σε κάθε απροσδιόριστο νεύμα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, λες και η γεωγραφία και οι συμμαχίες δεν έχουν καμία αξία χωρίς φωτογραφία.

Είναι σαφές πως η ατζέντα περιλαμβάνει τα πάντα — από λιμάνια και ναυτιλία μέχρι ασφάλεια και τεχνητή νοημοσύνη — αλλά με tone και υπόκρουση που μοιάζουν να υπαγορεύονται από ξένα συμφέροντα, όχι από εθνικό σχέδιο.

Η Ευρώπη ως background — οι ελίτ που προτάσσουν την κάμερα

Κι εδώ ερχόμαστε στο πιο κρίσιμο σημείο: αυτά δεν είναι απλώς μεμονωμένα περιστατικά, πλέον, είναι δείγματα μιας νοοτροπίας — από την πολιτική, την οικονομική και την πνευματική ελίτ — που θεωρεί την Ευρώπη — και τις αξίες της — ως δεύτερης κατηγορίας. Η Ελλάδα, από ευρωπαϊκό κράτος, μετατρέπεται σε “backstage” δήλωσης: ένα σκηνικό όπου η αμερικανική πρεσβεία είναι VIP και οι θεσμοί της χώρας οι απλοί υποταγμένοι θεατές.

Κάθε selfie, κάθε φωτογραφία δίπλα στην πρέσβειρα, κάθε δημοσιογραφική “αναφορά στη στενή συνεργασία” πακετάρει την ελληνική πολιτική προσαρμογή — και την υποτίμηση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας.

Αν αυτό δεν αποτελεί δείγμα υποτέλειας, τότε τι;

Έχει σημασία και χρειάζεται συλλογική αντίδραση

Δεν είναι απλώς ζήτημα γούστου ή πολιτικής αισθητικής. Όταν τα υπουργεία γίνονται σκηνικά υποδοχής ξένων διπλωματών — χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα, χωρίς διαφάνεια, χωρίς στρατηγική — η Ελλάδα απαξιώνει το κύρος της. Γίνεται όχημα στοχεύσεων που δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον αλλά ιδιωτικές και ξένες στοχεύσεις.

Και όταν αυτό δεν σχολιάζεται — ή όταν ακόμα θεωρείται “καλό για την εικόνα” — τότε ανοίγει ο δρόμος για έναν νέο τύπο πολιτικής “διπλωματίας”: όχι ανάμεσα ισότιμων κρατών, αλλά ανάμεσα σε κράτος-υποδοχέα και μεγάλες δυνάμεις που λογαριάζουν την Ελλάδα σαν υποχείριο.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι η πρέσβειρα. Οι διπλωμάτες προωθούν το συμφέρον της χώρας τους — και αυτό ακριβώς κάνει. Το ζήτημα είναι η ελληνική πλευρά:

πώς ανταποκρίνεται; θέτει όρια; αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως φίλτρο και ως σταθεροποιητή;

Όλο και περισσότερο η απάντηση μοιάζει να είναι «όχι»...

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα οργανωμένο κίνημα — από την όποια υπάρχουσα κοινωνία των πολιτών και τις ελίτ που μπορούν να σώσουν το κύρος της χώρας, με πρωτοπόρα την πνευματική — που να απαιτήσει διαφάνεια, στρατηγική αυτονομία, ευρωπαϊκή προοπτική. Χωρίς αυτήν, κάθε υπουργός που θα ποζάρει με όποια ξένη πρέσβειρα δεν θα κάνει τίποτε παρά θα φτιάχνει το «cover photo» της πολιτικής υποταγής του αλλά ίσως και της χώρας.

Αν θέλουμε να “μείνουμε Ευρώπη”

Μπορεί κάποιοι να βλέπουν τις συναντήσεις και τις φωτογραφίες ως δείγμα διεθνούς αναγνώρισης ή ως “αναγκαίο κακ(λ)ό για τους δύσκολους αυτούς καιρούς των γεωπολιτικών αναδιατάξεων”. Αλλά δεν είναι. Είναι δείγμα πολιτικής μικρότητας. Δείγμα μιας εξουσίας που αντιμετωπίζει τη χώρα ως πεδίο συμφερόντων, όχι ως εταίρο.

Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να είναι μέρος της Ευρώπης — με την αξιοπρέπεια που της αρμόζει — δεν χρειάζεται χαμόγελα σε ένα πλοίο-μουσείο...

Χρειάζεται πολιτική με όραμα, στρατηγική διαπραγμάτευσης, δημοκρατική συμμετοχή.

Και χρειάζεται να πούμε «όχι» σε όσους μπερδεύουν διπλωματία με καλλιτεχνική διπλωματία — γιατί η αξιοπρέπεια ενός κράτους δεν εξαγοράζεται με φωτογραφίες, αλλά με σεβασμό και αρχές.

Ας μεριμνήσουμε λοιπόν — πριν η Ελλάδα γίνει σκηνικό άλλων.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Αγροτικές κινητοποιήσεις: Η ωριμότητα για την επιλογή της στιγμής της "υποχώρησης".


Υπάρχουν αρκετοί/ες εκ των ψηφιακών ή και πολιτικών “φίλων” μου, που εκτιμώ λιγότερο ή περισσότερο, που επισημαίνουν ότι όποιος, σε αυτή τη στιγμή της εξέλιξης του αγροτικού κινήματος, αναφέρεται στο τρόπο και τα μέσα διεκδίκησης των αγροτών, “αντικειμενικά” αβαντάρει την κυβέρνηση…

Από την άλλη όλοι/ες εκείνοι/ες, γνωστοί/ες πλέον, που το μόνο που τους νοιάζει είναι η αντιμετώπιση κάθε φωνής ή δράσης, ανεξαρτήτως περιεχομένου, η οποία αντιπαρατίθεται ή κρίνει την κυβερνητική πολιτική.

Έχει σημασία εδώ να αναδείξουμε την αρκούντως υπεύθυνη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, με αναφορά σε αυτά του συνταγματικού τόξου, σε αντίθεση με άλλες εποχές και μάλιστα όταν η Ν.Δ. ήταν στην αντιπολίτευση…

Να το ξεκαθαρίσουμε.

Κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα…

Όσο δίκιο και αν έχει κάποιος/οι στα αιτήματά τους, πολλώ δε μάλλον αν αφορά σε συλλογικές διεκδικήσεις που απαιτούν οργάνωση, σκέψη, φρονιμάδα και στέρεη στρατηγική, δεν υπάρχει καμιά λογική ανοχής σε ακραίες και παραβατικές συμπεριφορές…

Οι επιθέσεις σε όργανα της τάξης και όχι μόνον, οι βανδαλισμοί σε δημόσια περιουσία, οι τραυματισμοί αστυνομικών ή πολιτών και διάφορα αντίστοιχα που καταγράφονται στις αγροτικές κινητοποιήσεις, αμαυρώνουν και ακυρώνουν τον δίκαιο αγώνα τους.

Η παρεμπόδιση του δικαιώματος της κινητικότητας με αποκλεισμό εθνικών οδών, αεροδρομίων και λιμένων με αποτέλεσμα ακυρώσεις ταξιδιών των πολιτών και μεταφορών των εμπορευμάτων, με πτήσεις να χάνονται, δρομολόγια πλοίων να ακυρώνονται και οι είσοδοι/έξοδοι της χώρας να γίνονται υποκείμενα της ασφάλειας στις εθνικές και διεθνείς μεταφορές, είναι επιλογές εκβιασμού της κυβέρνησης με θύμα όμως την κοινωνία, που υφίσταται τις επιπτώσεις.

Η ενεργοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού θα είναι το αποτέλεσμα και η αλλοίωση της στέρεης βάσης του δίκιου τους θα είναι η χαρά των αντιπάλων του αγώνα των αγροτών…

Έχει σημασία αυτές τις στιγμές η ωριμότητά τους να τους επιβάλλει να είναι "οπλισμένοι" με ψυχραιμία και να μη παρασύρονται από συνειδητές ή ασυνείδητες προβοκάτσιες.

Οι αντιδράσεις της αστυνομίας, με χημικά και γκλομπ, είτε για λόγους αμύνης, όπως αναφέρουν, είτε και σκοπιμότητας, θα έλεγα τουλάχιστον για κάποιες περιπτώσεις, δεν πρέπει να εισπράττονται ως υλικό εμπρησμού, ώστε να επιτρέπεται στους «αψείς» να εξωθούν τις καταστάσεις στα άκρα.

Η αυτοσυγκράτηση και ο έλεγχος του αυθόρμητου, από την οργανωμένη εκπροσώπησης κάθε αγροτικής κινητοποίησης, είναι υποχρέωση όποιων θέλουν να ηγηθούν, διαμορφώνοντας ένα θερμοκήπιο ψύχραιμης δράσης.

Το πρόβλημα της πρωτογενούς παραγωγής, στον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα, δεν είναι αποτέλεσμα της τελευταίας δεκαετίας ούτε παρουσιάστηκε τώρα. Η συζήτηση για το επαναλαμβανόμενο σύνθημα “αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου”, δεν έχει γίνει. Και αυτό είναι ευθύνη της κάθε “παρούσης” κυβερνήσεως. Σε αυτό το πεδίο η υστέρηση, συγκριτικά με τις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, είναι αδικαιολόγητη. Για αυτό έχουν ευθύνη οι εκάστοτε κυβερνήσεις και προφανώς η σημερινή, αλλά δεν υπολείπονται ευθυνών και η διαχρονική εκπροσώπηση των αγροτών και κτηνοτρόφων, με τις παρωχημένες απόψεις, τις περισσότερες φορές και τα αντίστοιχα με αυτές αιτήματά τους.

Προσπαθώ να βρω επεξεργασίες και απόψεις για την “δια βίου εκπαίδευση” των αγροτών και κτηνοτρόφων και αυτά που εντοπίζω, ως επί το πλείστον, είναι κάτι επιδοτούμενα προγράμματα “τρωκτικών” του δημοσίου χρήματος από “σεμιναριατζήδες” (σε κατανομή πελατειακού κράτους) και κάποιους που καμώνονται τους εκπαιδευόμενους, απλώς και μόνον για να εισπράξουν την όποια επιδότηση…

Οργάνωση λοιπόν της εισαγωγής “γνώσης και εκπαίδευσης” σε συγκεκριμένες τεχνολογίες και δυνατότητες παραγωγής, την εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη προελαύνει και σε αυτούς τους τομείς.

Προγραμματισμένες και ιεραρχημένες προτεραιότητες χρηματοδότησης, με σαφή και προσυμπεφωνημένη διαδικασία αυστηρού ελέγχου και αξιολόγησής των αποτελεσμάτων τους. Ανά μονάδα εργασίας, ανά μονάδα παραγωγής με αναφορά στην απόδοση τους και τον εκσυγχρονισμό των εργαλείων και των λειτουργιών τους.

Προφανώς και η κάθε περιοχή θέλει το δικό της σχεδιασμό. Άλλη είναι η Θεσσαλία, άλλη η Κρήτη, η Πελοπόννησος, η Βόρεια Ελλάδα, άλλα τα νησιά του Αιγαίου και μεταξύ τους ιδιαίτερες και σημαντικές διαφορές, όπως αυτές της μαστιχοπαραγωγού Χίου.

Διαφορετικά, κάποια στιγμή, θα τελειώσουν τα «μπλόκα», με νικητές και ηττημένους ή συμβιβασμένους (μακάρι) και θα ξαναθυμηθούμε τα υπαρκτά προβλήματα που ταλανίζουν τον τομέα και τη χώρα, ξανά του χρόνου και κάθε χρόνο στην αντίστοιχη εποχή και με διαφορετική ένταση, που θα εξαρτάται από την απήχηση της κυβέρνησης εκείνης της εποχής…

Σήμερα πλέον πιο ώριμοι" και πληροφορημένοι, γνωρίζουμε ότι το βάρος του σχεδιασμού, της εφαρμογής και της παρακολούθησης της (αγροτικής) πολιτικής αποτελεί πλέον σε συντριπτικό βαθμό ευθύνη των κρατών-μελών...

Τα κράτη μέλη, δηλαδή οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν την ευθύνη να διαμορφώσουν τα εργαλεία αυτού του σχεδιασμού... Τα "εθνικά στρατηγικά σχέδια".

Εεε... λοιπόν στη χώρα μας, τέτοια σχέδια, δεν δεν έχουν καταρτιστεί.

Το δε υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης κάνει απλώς ένα πράγμα που από καιρό γνώριζε... Να διαχειρίζεται κατά το δοκούν τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις...

Αυτό είναι που πρέπει να αλλάξει...

Και σε αυτό πρέπει να έχουν γνώμη, αλλά και την απαιτούμενη γνώση, οι ίδιοι οι αγρότες μέσω των καλά κατηρτησμένων αντιπροσώπων τους... π.χ με τη δημιουργία ενός σχετικού επιμελητηρίου - συμβούλου...

Χρειάζεται ένα σχέδιο για μια κλιματικά ανθεκτική και τεχνολογικά σύγχρονη αγροτική παραγωγή, που θα αξιοποιεί τα εθνικά πλεονεκτήματα και θα προσαρμόζει στην ελληνική πραγματικότητα τις καλές πρακτικές άλλων χωρών που μας μοιάζουν.

Προφανώς και ως προυπόθεση απαιτείται ένα ένα πολιτικό σύστημα που θα συναινέσει να υπηρετήσει αυτό το σχέδιο, κάνοντάς το ανθεκτικό στον εκλογικό κύκλο. Με ένα υπουργείο που θα λειτουργεί ως στρατηγικό επιτελείο...

Κυβέρνηση και αγροτικό κίνημα με τις εκφάνσεις του, ας διαχειριστούν την κρίση με ψυχραιμία και σχέδιο, αντιμετωπίζοντας τα ζέοντα θέματα της συγκυρίας με κατανόηση στο δίκιο των αγροτοκτηνοτρόφων και ας διαμορφώσουν ένα συνεκτικό “οδικό χάρτη”, για τα παραπάνω θέματα και όλα όσα απαιτούν ευρύτερο σχεδιασμό και να μη φύγουν από το τραπέζι αν δεν υπάρξει δέσμευση σε αυτόν τον " οδικό χάρτη", με την ευρύτερη δυνατή διακομματική συναίνεση…

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Όταν οι αμερικάνικες σκέψεις για την Ευρώπη μοιάζουν με πολιτικό μανιφέστο ακροδεξιών troll‎‎ς.

 

Οι πρόσφατες διαρροές από το έγγραφο της κυβέρνησης Donald J. Trump για τη «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» έχουν προκαλέσει θόρυβο. Η διατύπωση ότι η Ευρώπη «οδεύει σε πολιτισμικό αφανισμό» δεν είναι απλώς κυνική — είναι ένδειξη μιας στρατηγικής που βλέπει τον πλουραλισμό ως πρόβλημα και την αλληλεγγύη ως αδυναμία. (Όπως αναφέρεται και στο δημοσίευμα της Καθημερινής).

Αυτό που κάνει εντύπωση — και ανησυχεί — δεν είναι μόνο η ρητορική. Είναι η πολιτική πρόθεση που κρύβεται πίσω από αυτήν. Και, δεδομένων των πρόσφατων πολιτικών ρευμάτων στον πλανήτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη από τις ιδεολογικές διακηρύξεις ακροδεξιών κύκλων στην Ευρώπη — μια «δυνητική σχέση» που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί.

Είναι η ώρα που πρέπει να δημιουργηθεί και στη χώρα μας ένα κίνημα υποστήριξης των ευρωπαϊκών κατακτήσεων, στέρεη, θετική υπεράσπιση του ευρωπαϊκού μοντέλου: κοινωνικές διευθετήσεις, δικαιώματα, κοινωνικό κράτος — απέναντι στην υποψία, τον φόβο και τον ιδεολογικό αυταρχισμό που εκπροσωπεί το συγκεκριμένο αμερικανικό έγγραφο.


Όταν η ανάγκη για «ασφάλεια» μεταμφιέζεται σε εργαλείο ενάντια στα «δικαιώματα»

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: καλώς ή κακώς, η λέξη «ασφάλεια» για την ακροδεξιά δεν είναι κάτι καινούργιο. Όσοι την επικαλούνται ως βάση για συλλογικό πολιτικό υποκείμενο είναι προφανές ότι κρύβουν πολιτική πρόθεση. Στην περίπτωση του εν λόγω εγγράφου: η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζεται ως σύμμαχος, ως ίση, αλλά ως το «εν δυνάμει πρόβλημα».

Δεν υπάρχει καμία ειλικρινής αναφορά σε δημοκρατικές αξίες, σε ανθρώπινα δικαιώματα, σε κοινωνική συνοχή. Υπάρχει όμως φόβος — φόβος απέναντι στην αλλαγή, στη μετανάστευση, στον πολυπολιτισμό. Η «στρατηγική ασφάλειας» γίνεται — άθελά της ή εκ προθέσεως — πολιτική διακήρυξη φόβου.

Αυτή η ρητορική θυμίζει — χωρίς να συγκαλύπτει — τις διακηρύξεις ακροδεξιών σχηματισμών στην Ευρώπη που, υποτίθεται, αγωνίζονται για «παραδοσιακές αξίες», «εθνική ταυτότητα», «ταυτότητα πολιτισμού». Η παραπάνω «δυνητική σχέση» — ανάμεσα στην αμερικανική στρατηγική και σε ευρωπαϊκά ακροδεξιά προγράμματα — δεν είναι θεωρητική, είναι πολιτικά ανησυχητική.

Αν αποδεχθούμε ότι η ασφάλεια απαιτεί «επιτήρηση του διαφορετικού», τότε αποδεχόμαστε ότι η δημοκρατία υποχωρεί. Αν πούμε ότι οι κοινωνίες πρέπει να προστατευτούν από την πορεία τους, τότε ξεκινάμε να γράφουμε χάρτες αποκλεισμών.


Η Ευρώπη ως παγκόσμιο πρότυπο στη διαχείριση των κοινωνικών αντιθέσεων

Σε αντίθεση με το δόγμα του φόβου, το ευρωπαϊκό μοντέλο — αυτό που τόσες φορές αποσιωπάται από πολιτικές φωνές που φοβούνται την αλλαγή — είναι ένα μοντέλο με θάρρος: θάρρος για κοινωνική συνοχή, για δικαιώματα, για πολυμορφία.

  • Κοινωνικές διευθετήσεις και κοινωνικό κράτος: Τα δικαιώματα στην υγεία, στην κοινωνική ασφάλιση, στην παιδεία, στην αξιοπρεπή διαβίωση — δεν είναι προνόμια.·Είναι θεσμοί που αναγνωρίζουν την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου. Η Ευρώπη — με τα προβλήματά της — δείχνει ότι μπορεί να έχει κοινωνική συνοχή χωρίς να καταφεύγει σε λογικές φόβου και αποκλεισμού.
  • Δικαιώματα και ελευθερίες: Η ελευθερία έκφρασης, η ανεξάρτητη δικαιοσύνη, η συμμετοχή των πολιτών — σε πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές αποφάσεις — δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για ανοιχτές, δίκαιες κοινωνίες. Η προσπάθεια να αντικατασταθούν με λογικές «εθνικής ταυτότητας» είναι προσπάθεια να υποκατασταθεί η κοινωνία με μια στατική, μονολιθική ιδέα.
  • Πολυμορφία και αλληλεγγύη: Η μετανάστευση δεν είναι «κίνδυνος» — είναι ευκαιρία. Εξαρτάται από την διαχείρισή της.  Η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι απειλή — είναι εμπλουτισμός. Οι άνθρωποι που φέρνουν διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικά βιώματα, δεν είναι βάρος. Είναι δύναμη.

Η Ευρώπη δεν είναι τέλεια — καμία κοινωνία δεν είναι. Αλλά το να παλεύεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ελευθερία, δεν είναι αδυναμία. Είναι επιλογή ανθρωπιάς.


Η «δυνητική σχέση» με ακροδεξιές διακηρύξεις — και γιατί πρέπει να την αναδείξουμε

Αναλογιζόμενοι τις πρόσφατες δηλώσεις, τις πολιτικές κινήσεις, βλέποντας πολιτικά κόμματα που συχνά επικαλούνται «παραδοσιακές αξίες», «προστασία της ταυτότητας», «έλεγχο μεταναστών» — δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως η ατζέντα που προτείνει το αμερικανικό έγγραφο διευκολύνει αυτούς που θέλουν να χρησιμοποιήσουν την Ευρώπη ως πεδίο κοινωνικού & εσωτερικού ελέγχου.

Δεν πρόκειται απλώς για διπλωματική στάση· αλλά για ιδεολογική σπορά: φόβου, υποψίας, αποξένωσης. Και όταν αυτές οι ιδέες φυτρώσουν δεν ζητούν άδεια· ζητούν εφαρμογή.

Αν η Ευρώπη — τα κράτη της, οι κοινωνίες της — δεν σταθούν απέναντι με σαφήνεια, θα επιτρέψουν σε αυτό το σενάριο να γίνει κανονικότητα. Κι όταν η κανονικότητα σημαίνει «εθνική ταυτότητα», «πολεμική σε κάθε μετανάστευση», «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για τις κοινωνικές αντιθέσεις — τότε δεν μιλάμε για ασφάλεια, μιλάμε για περιορισμούς.


Για να μην ξεχάσουμε τι σημαίνει ελευθερία

Φανταστείτε έναν επιθεωρητή ασφαλείας (με στολή, σφυρίχτρα και υπερβολικό ζήλο), να κρατά έναν κατάλογο με «επιτρεπτέες κουλτούρες», «επιτρεπτέες οικογενειακές δομές», «επιτρεπτέες εθνικές ταυτότητες» — και να ζητάει από κάθε πολίτη στην Ευρώπη να υπογράψει ότι «συμφωνεί με το βιβλίο οδηγιών που συνέγραψαν αμερικανοί φωστήρες».

Αν αυτό δεν σας φαίνεται απλώς αυταρχικό, αλλά και γελοίο — τότε είμαστε στην ίδια μεριά. Η ελευθερία είναι και συνειδητή συμμόρφωση, είναι προφανές και ρίσκο. Να αφήνεις τους ανθρώπους να ζουν, να αλλάζουν, να σκέφτονται, προφανές σε δεδομένο και συμπεφωνημένο θεσμικό πλαίσιο, ίδιο για όλους.

Κι όποιος νομίζει πως η ασφάλεια διασφαλίζεται περισσότυερο όταν περιορίζεις την ελευθερία — μάλλον δεν κατάλαβε τι σημαίνει ελευθερία.


Η Ευρώπη ως κοινότητα ανθρωπιάς, όχι ως στρατιωτική ζώνη ασφαλείας

Στο τέλος, αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι πρέπει να είμαστε πλέον επιφυλακτικοί με οποιοδήποτε εκτός Ευρώπης βλέπει την ΕΕ ως «πρόβλημα» που χρειάζεται προστασία. Για όσους δε από το εσωτερικό ασπάζονται αντίστοιχες ιδέες θα πρέπει να συζητήσουμε και να πείσουμε για τις κατακτήσεις συγκριτικά με όλον τον υπόλοιπο κόσμο των κοινοτικών κοινωνικών αξιών, των δικαιωμάτων και της αλληλεγγύης.

Η επιλογή ανάμεσα στο φόβο και την αλληλεγγύη δεν είναι παρά επιλογή ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ανθρωπολογίες.

Και αν η Ευρώπη έχει κάτι να υπερασπιστεί — είναι η συγκριτική με τον άλλο κόσμο ανθρωπιά της, η πολυμορφία της, η αξιοπρέπεια των πολιτών της.

Ας μην της επιτρέψουμε να γίνει πεδίο δοκιμών δογμάτων που νομίζουν ότι κατανοούν την «ασφάλεια» — με υποχωρήσεις στο δικαίωμα για «ζωή».


Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη στο μεταίχμιο: Από τη στασιμότητα της “Ολοκλήρωσής” της στην “Οικονομία του πολέμου”.

 

Από τη στασιμότητα της “Ολοκλήρωσής” της στην “Οικονομία του πολέμου”.

Ο κόσμος αλλάζει με ορμή και βία. Ζούμε μια ιστορική μετάβαση. Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου υποχωρούν, ενώ η παλιά βεβαιότητα ότι οι μεγάλες συγκρούσεις αποτρέπονται με “θεσμούς και διεθνή συνεννόηση” αντικαθίσταται από μια νέα, ωμή πραγματικότητα: την επιστροφή της “ισχύος” ως ρυθμιστή των εξελίξεων. Στο περιβάλλον αυτό, η πολεμική βιομηχανία γνωρίζει ιστορική άνθηση, καταγράφοντας συνεχείς ανόδους στις πωλήσεις και τα κέρδη της, διεκδικώντας ρόλο που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της οικονομίας και υποδεικνύοντας τη δυνατότητά της για έλεγχο της ίδιας της Πολιτικής.

Η τάση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Την τελευταία δεκαετία, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται σταθερά — το 2023 ξεπέρασαν τα 2,44 τρισ. δολάρια, ιστορικό υψηλό, σύμφωνα με το SIPRI. Μόνο την περίοδο 2020–2024, οι χώρες της ΕΕ αύξησαν πάνω από 20% τις στρατιωτικές τους δαπάνες, ενώ ο ευρωπαϊκός αμυντικός προϋπολογισμός έφτασε για πρώτη φορά στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980. Η Γερμανία —που για δεκαετίες θεωρούσε την “στρατιωτική ισχύ” ταμπού— δημιούργησε ειδικό ταμείο 100 δισ. ευρώ για εξοπλισμούς. Η Πολωνία έχει φτάσει στο 4% του ΑΕΠ σε άμυνα, το υψηλότερο στην ΕΕ.

Αυτή η στροφή δεν είναι απλώς αύξηση δαπανών: είναι η εγκαθίδρυση μιας μόνιμης ηγεμονικής αντίληψης της «οικονομίας του πολέμου». Μιας λογικής όπου η ανασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται, αλλά "κεφαλαιοποιείται". Όπου η ύφεση των πολεμικών διενέξεων δεν είναι στόχος αλλά εμπόδιο.

Ο φαύλος κύκλος της ανασφάλειας και η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους

Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών από ένα κράτος εκλαμβάνεται ως απειλή από τα υπόλοιπα, πυροδοτώντας έναν ανταγωνισμό που τρέφει νέες ανασφάλειες. Στατιστικά, το 2023–2024, 21 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες πολύ πιο γρήγορα από τις κοινωνικές. Στην Ελλάδα, οι δαπάνες για άμυνα ανέρχονται σταθερά πάνω από 3% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για υγεία παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (περίπου 8% του ΑΕΠ έναντι 10% στην ΕΕ).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι κοινωνικές δομές —υγεία, παιδεία, πρόνοια— αντιμετωπίζονται ως κόστος, ενώ η πολεμικοι εξοπλισμοί ως επένδυση. Η προτεραιότητα της πολιτικής ανατρέπεται: οι δημόσιοι πόροι δεν κατευθύνονται εκεί όπου παράγεται κοινωνική ευημερία, αλλά σε έναν κλάδο που ευδοκιμεί μόνο όταν οι διεθνείς σχέσεις επιδεινώνονται.

Την ίδια στιγμή, ένας τεράστιος χρηματοοικονομικός μηχανισμός έχει αναπτυχθεί γύρω από τις εταιρείες εξοπλισμών: οι μετοχές τους εκτινάσσονται ανάλογα με τις διεθνείς εντάσεις. Το 2024, ο δείκτης αμυντικών μετοχών στις ΗΠΑ είχε απόδοση μεγαλύτερη του 20%, ενώ εταιρείες όπως η Rheinmetall στη Γερμανία είδαν τη χρηματιστηριακή τους αξία να τριπλασιάζεται από το 2022.

Η ειρήνη, για τις αγορές, δεν “αποδίδει”. Η ανασφάλεια όμως αποδίδει.

Η Ευρώπη δεν είναι —και δεν πρέπει να γίνει— Αμερική

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ιστορικά μια εντελώς διαφορετική σχέση με τον στρατιωτικοβιομηχανικό τομέα. Η αμυντική βιομηχανία είναι ενσωματωμένη στον πυρήνα της οικονομίας τους. Περίπου το 40% της παγκόσμιας στρατιωτικής δαπάνης προέρχεται από τις ΗΠΑ, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες όπλων έχουν συμβόλαια άνω των 200 δισ. δολαρίων ετησίως.

Αντίθετα, η Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω στη λογική του κοινωνικού κράτους. Στο ευρωπαϊκό μοντέλο:

  • η υγεία είναι δικαίωμα,
  • η παιδεία δημόσιο αγαθό,
  • η πρόνοια κοινωνική υποχρέωση,
  • η διπλωματία εργαλείο ασφάλειας,
  • και η κοινωνική συνοχή θεμέλιο σταθερότητας.

Η αμερικανικού τύπου στρατιωτικοποίηση αντιπαρατίθεται με το Ευρωπαϊκό μοντέλο αστικής δημοκρατίας. Δεν κάνει την Ευρώπη πιο αυτόνομη. Την καθιστά πιο εξαρτημένη. Και, το χειρότερο, υπονομεύει το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πλεονέκτημα: το κοινωνικό της μοντέλο.

Ναι, η Ευρώπη χρειάζεται άμυνα — αλλά όχι εις βάρος των πολιτών της

Οι γεωπολιτικές απειλές είναι πραγματικές. Η Ευρώπη οφείλει να αναπτύξει αξιόπιστες δυνατότητες αποτροπής. Όμως η ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται μονοσήμαντα στην αύξηση των εξοπλισμών. Πραγματική ασφάλεια σημαίνει επίσης:

  • κοινωνική ανθεκτικότητα,
  • ισχυρούς θεσμούς,
  • ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτησία,
  • τεχνολογική αυτονομία,
  • αποτελεσματική διπλωματία.

Αν η Ευρώπη δεν ενδυναμώσει αυτά τα πεδία, τότε τα όπλα της θα είναι ακριβά αλλά πολιτικά ανίσχυρα.

Η Ελλάδα στο μεταίχμιο των επιλογών της

Η Ελλάδα έχει λόγους να διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα — αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Το γεωπολιτικό περιβάλλον το επιβάλλει. Όμως σήμερα η χώρα:

  • δαπανά αναλογικά από τα περισσότερα στην Ευρώπη για άμυνα,
  • στηρίζει κυρίως ξένες βιομηχανίες,
  • υπονομεύει την κοινωνική επένδυση,
  • και ενισχύει ελάχιστα την εγχώρια παραγωγική βάση.

Σε μια χώρα όπου η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική φροντίδα δοκιμάζονται, οι εξοπλισμοί πρέπει να είναι στοχευμένοι, όχι ανεξέλεγκτοι. Και κυρίως, πρέπει να εντάσσονται σε μια στρατηγική διπλωματίας και σταθερότητας, όχι σε μια εισαγόμενη λογική “οικονομίας του πολέμου”.

Η Ευρώπη χρειάζεται νέα πυξίδα — και η προοδευτική σκέψη οφείλει να την χαράξει

Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα ιστορικό μεταίχμιο. Μπορεί:

  • να μετατραπεί σε απομίμηση των ΗΠΑ, εγκλωβισμένη σε αδιέξοδη κούρσα εξοπλισμών,
    ή
  • να υπερασπιστεί το μοναδικό της μοντέλο: ειρήνη, κοινωνικό κράτος, ισότητα, δικαιώματα, κανόνες.

Οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ευθύνη να αρθρώσουν μια στρατηγική που:

  1. Αναγνωρίζει την ανάγκη άμυνας αλλά απορρίπτει τον μιλιταρισμό.
  2. Υπερασπίζεται το κοινωνικό κράτος ως κεντρικό πυλώνα ασφάλειας.
  3. Επανενεργοποιεί τη διεθνή συνεννόηση και την πολυμέρεια.
  4. Μετατρέπει την αμυντική δαπάνη σε μοχλό ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης, όχι σε μεταφορά πόρων.
  5. Θέτει ως προτεραιότητα την κοινωνική ευημερία και την πράσινη μετάβαση.

Η Ευρώπη δεν γεννήθηκε για να γίνει δύναμη πολέμου. Γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη να αποτραπεί ο πόλεμος.

Αν χάσει αυτό το νήμα, θα χάσει τον λόγο ύπαρξής της.
Αν το ξαναπιάσει, μπορεί να γίνει ξανά φάρος δημοκρατίας και κοινωνικής προόδου.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός (ΠΔΠ) 2026–2029 και το πραγματικό στοίχημα της ελληνικής οικονομίας

 

Πολλά μεγάλα λόγια, όταν το αφήγημα «επιτυχίας» δείχνει εύθραυστο.

Η ελληνική οικονομία έχει αναμφίβολα διανύσει σημαντική απόσταση. Η δημοσιονομική σταθεροποίηση, η προσέλκυση επενδύσεων σε συγκεκριμένους τομείς και η βελτίωση του επενδυτικού κλίματος αποτελούν πραγματικές επιτυχίες. Αυτή η πρόοδος δεν πρέπει ούτε να υποτιμηθεί ούτε να απαξιωθεί.

Ωστόσο, ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός (ΠΔΠ) 2026–2029 λειτουργεί και ως ρεαλιστικός καθρέφτης — και ο καθρέφτης αυτός δείχνει κάτι πολύ πιο σημαντικό και διαφορετικό από το επικοινωνιακό αφήγημα της «εθνικής οικονομικής θριαμβολογίας».


1. Η οικονομία βελτιώνεται, αλλά πολύ πιο αργά από όσο προβάλλεται

Η κυβέρνηση μιλά για «ισχυρή ανάπτυξη». Τα στοιχεία μιλούν για συγκρατημένη πορεία: 2,4% το 2026, μειούμενη σταθερά σε 1,3% το 2029.
Πρόκειται για ρυθμούς που διατηρούν την οικονομία ζωντανή — όχι όμως για ρυθμούς που μετασχηματίζουν το παραγωγικό υπόδειγμα ή κλείνουν το εισοδηματικό χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.

2. Το χρέος μειώνεται, αλλά παραμένει ευάλωτο σε εξωτερικά σοκ

Η προβλεπόμενη πτώση του χρέους από 145,9% σε 119% του ΑΕΠ ως το 2029 είναι θετική, αλλά βασίζεται σε παράγοντες που μπορούν εύκολα να ανατραπούν: υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, συγκράτηση δαπανών και ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού.
Χωρίς ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, η πορεία αυτή παραμένει περισσότερο «λογιστική» παρά διαρθρωτική.

3. Οι επενδύσεις κατεβάζουν ταχύτητα — και αυτό είναι κρίσιμο

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) ολοκληρώνεται το 2026 και ο ΠΔΠ αποκαλύπτει τι συμβαίνει μετά:
— Η επενδυτική αύξηση πέφτει από το 10% σε περίπου 1% έως το 2029.
Χωρίς σταθερή ιδιωτική επενδυτική ροή, ο στόχος της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου καθίσταται ανεκπλήρωτος.

4. Οι πολίτες “πληρώνουν” την προσαρμογή

Τα φορολογικά έσοδα εκτινάσσονται: από 71 δισ. το 2025 σε σχεδόν 82 δισ. το 2029.
Η αύξηση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα εκρηκτικής ανάπτυξης αλλά βαρύτερης επιβάρυνσης. Η «ελάφρυνση» είναι περισσότερο σημειακή παρά ουσιαστική.


Τι προτείνουμε να αλλάξει

Για να πάψει η πρόοδος να είναι επιφανειακή και να γίνει ανθεκτική, απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές:

1. Σταθερό φορολογικό πλαίσιο 5ετίας

Η ανασφάλεια σκοτώνει επενδύσεις. Χρειάζεται ρητή δέσμευση για αμετάβλητους βασικούς συντελεστές για πέντε έτη, κατόπιν δημόσιου διαλόγου, αρχής γενομένης το 2026.
Αυτό θα επιτρέψει σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις να επενδύσουν χωρίς φόβο νέων επιβαρύνσεων.

2. Μεταρρύθμιση δημόσιας διοίκησης με μετρήσιμους δείκτες

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ήδη προειδοποιήσει για κινδύνους απώλειας πόρων λόγω διοικητικών καθυστερήσεων.
Απαιτείται εφαρμογή δεικτών απόδοσης (Key Performance Indicators) στη δημόσια διοίκηση, πλήρης ψηφιοποίηση ελέγχων και υποχρεωτική λογοδοσία υπουργείων ανά τρίμηνο.

3. Μόνιμος μηχανισμός αξιολόγησης επενδυτικών κινήτρων

Τα σημερινά εργαλεία είναι αποσπασματικά. Χρειαζόμαστε ενιαίο πλαίσιο για:
— αξιολόγηση της απόδοσης των επενδυτικών κινήτρων,
— κατάργηση αναποτελεσματικών επιδοτήσεων,
— ενίσχυση των κλάδων με εξαγωγικό δυναμικό.

4. Εθνικό Σχέδιο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης 2030

Με προτεραιότητες: αγροδιατροφή, ενέργεια, logistics, πράσινη βιομηχανία, τεχνολογία.
Η χώρα χρειάζεται στρατηγικό προσανατολισμό — όχι αποσπασματικές δράσεις.

5. Προστασία πραγματικών εισοδημάτων — όχι μόνο επιδοματική πολιτική

Στόχος πρέπει να είναι:
— αύξηση μισθών βάσει παραγωγικότητας,
— μείωση έμμεσων φόρων στα είδη πρώτης ανάγκης,
— ενίσχυση διαπραγματευτικής δύναμης εργαζομένων σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.


Συμπέρασμα

Η Ελλάδα έχει πετύχει πολλά. Αλλά ο ΠΔΠ 2026–2029 δείχνει καθαρά ότι η πραγματική πρόκληση δεν είναι να συνεχίσουμε να εξαγγέλλουμε επιτυχίες, αλλά να δημιουργήσουμε συνθήκες όπου οι επιτυχίες γίνονται ανθεκτικές.

Το ζητούμενο δεν είναι να σβήσουμε τα θετικά — αλλά να απελευθερωθούμε από τη λογική της επικοινωνιακής υπερβολής.
Γιατί εκείνοι που κυβερνούν μπορεί να αλλάζουν·
οι θεσμοί όμως και η οικονομία είναι που παραμένουν — και οφείλουν να αντέχουν.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Η Κοινωνία των Πολιτών ως Δημοκρατικό Αντίβαρο: Για την Ελλάδα του Σήμερα, Νέες Προκλήσεις, Νέες Συμμαχίες.


*Με αφορμή την “ΙΘΑΚΗ” και την μεθοδευμένη προσπάθεια ενοχοποίησης του πολιτικού προγραμματικού διαλόγου.

Τα τελευταία χρόνια, στον παγκόσμιο δημόσιο διάλογο εμφανίζεται μια ολοένα και πιο έντονη κριτική απέναντι σε παράγοντες που υπονομεύουν την ελεύθερη διαμόρφωση της γνώμης του πολίτη και την ποιότητα της δημόσιας ζωής: ανισότητες, ψηφιακή χειραγώγηση, πολιτικός κομφορμισμός, εξασθένιση θεσμών.

Μολονότι ο όρος «rip-off economy» ανήκει στον οικονομικό κόσμο, η λογική του επεκτείνεται πλέον στο πολιτικό πεδίο: μια «rip-off democracy» είναι εκείνη στην οποία ο πολίτης, ακόμη κι αν τυπικά παραμένει ελεύθερος και ενεργός, αισθάνεται ότι κάτι του αφαιρείται — η δυνατότητα ενημέρωσης, η ουσιαστική συμμετοχή, η πρόσβαση σε ποιοτικό διάλογο, η ισότιμη παρουσία στη δημόσια σφαίρα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κοινωνία των πολιτών δεν αποτελεί απλώς ένα προαιρετικό στολίδι της δημοκρατίας. Είναι το ουσιαστικό της οξυγόνο.

1. Η αποδυνάμωση του “δημοκρατικού χώρου” πληροφόρησης

Η συγκέντρωση οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος σε λίγους, είτε μιλάμε για μεγιστάνες των ΜΜΕ είτε για πολυεθνικές ψηφιακών πλατφορμών, έχει διαμορφώσει ένα πεδίο ενημέρωσης όπου:

  • η πολυφωνία συρρικνώνεται,
  • η δημοσιογραφική ανεξαρτησία δοκιμάζεται,
  • και η κοινωνική εμπιστοσύνη φθείρεται.

Η Ελλάδα κατατάσσεται συστηματικά χαμηλά σε διεθνείς δείκτες ελευθερίας του Τύπου και διάστασης θεσμικών ισορροπιών. Η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά είναι καθαρή: οι κυβερνήσεις —και ιδιαίτερα η σημερινή— επωφελούνται από μια υπερσυγκέντρωση επιρροής στον δημόσιο λόγο, η οποία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της ισχύος τους, ανεξαρτήτως πολιτικών επιλογών.

Η «rip-off» λογική εδώ είναι πολιτική: ο πολίτης χάνει την ικανότητα πρόσβασης σε ανεξάρτητη πληροφόρηση, όχι επειδή κάποιος του την απαγορεύει, αλλά επειδή ο χώρος έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να λειτουργεί υπέρ συγκεκριμένων “αφηγήσεων”.

2. Μια κυβέρνηση με αυξημένο εκτελεστικό βάρος σε βάρος θεσμών δημοκρατικής ισορροπίας — και οι φωνές που ασφυκτιούν

Η κυβέρνηση του κου Μητσοτάκη έχει επιλέξει ένα μοντέλο διακυβέρνησης με μεγάλη έμφαση στη συγκέντρωση εξουσίας στο κέντρο:
μια κάθετη δομή, όπου το Μέγαρο Μαξίμου λειτουργεί ως κόμβος όχι μόνο πολιτικού συντονισμού αλλά και ουσιαστικού ελέγχου κρίσιμων τομέων του κράτους.

Η κριτική αυτή δεν εκφέρεται μόνο από την προοδευτική αντιπολίτευση.
Υπάρχουν σημαντικά στελέχη του φιλελεύθερου χώρου, ακόμη και σημαντικές φωνές εντός της Νέας Δημοκρατίας, που έχουν εκφράσει ενόχληση ή αμηχανία απέναντι σε πρακτικές όπως:

  • η υποτίμηση του ρόλου του κοινοβουλίου,
  • η συρρίκνωση της αυτονομίας των ανεξάρτητων αρχών,
  • η επικοινωνιακή «κατάληψη» του δημόσιου χώρου,
  • η αδυναμία εσωκομματικής διαβούλευσης που πριν λίγα χρόνια είχε αναδειχθεί ως στοιχείο βάσης για το ευρύτερο κεντροδεξιό φιλελεύθερο χώρο.

Αυτές οι φωνές δεν πρέπει να παραγνωρίζονται. Αντιθέτως, αποτελούν κρίσιμη υπενθύμιση ότι η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν είναι μονοκομματική υπόθεση.

3. Η αισιόδοξη προοπτική: πώς η κοινωνία των πολιτών μπορεί να ανακτήσει τον χώρο της

Παρά τις δυσκολίες, βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου τα εργαλεία ενδυνάμωσης της κοινωνίας των πολιτών είναι ισχυρότερα από ποτέ:

  • νέα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης χωρίς εξαρτήσεις,
  • κοινότητες ψηφιακού ελέγχου και fact-checking,
  • τοπικές πρωτοβουλίες που αναδεικνύουν ζητήματα διαφάνειας,
  • θεματικά κινήματα (περιβάλλον, δικαιώματα, δημόσια σφαίρα),
  • συλλογικότητες νέων, με ψηφιακή ταχύτητα και πολιτική ωριμότητα.

Το σημαντικότερο όμως είναι η εμφάνιση μιας πιο ώριμης πολιτικής κουλτούρας:
ο πολίτης που δεν θέλει απλώς να «εναποθέτει» τις ελπίδες του σε ένα κόμμα, αλλά διεκδικεί συμμετοχή, ενημέρωση, λογοδοσία.
Η κοινωνία των πολιτών δεν είναι πλέον παρατηρητής — είναι συμπαίκτης, αντισυστημικός με την καλή έννοια, αμφισβητησιακός και δημιουργικός.

4. Η ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων — και η ανάγκη για ευρύτερες συμμαχίες

Η προοδευτική αντιπολίτευση έχει αναμφίβολα ευθύνες να συγκροτήσει ολοκληρωμένη πρόταση θεσμικής ανασυγκρότησης. Όμως, σε αντίθεση με πιο παλαιά σχήματα σκέψης, η συγκρότηση ενός πλατιού “δημοκρατικού μετώπου” δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στον αριστερό ή κεντροαριστερό χώρο.

Χρειάζονται τρείς παράλληλες κινήσεις:

α. Ενιαία πρόταση για τη δημοκρατική θωράκιση

Ανεξαρτήτως κομματικών διαφορών, πρέπει να τεθούν στο επίκεντρο:

  • η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των θεσμών,
  • η προστασία της ερευνητικής δημοσιογραφίας,
  • ο περιορισμός της κρατικής επιρροής στα ΜΜΕ,
  • η διαφάνεια σε κρίσιμους τομείς (παρακολουθήσεις, δημόσιες συμβάσεις, ψηφιακή εποπτεία).

β. Συμμαχίες που ξεπερνούν την παραδοσιακή διάκριση αριστεράς–δεξιάς

Σε όλα τα δημοκρατικά συστήματα, οι πιο ανθεκτικές μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν όταν οι φιλελεύθερες, προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις συναντήθηκαν πάνω σε κοινές αρχές:
νομιμότητα, διαφάνεια, θεσμικά αντίβαρα, περιορισμός της αυθαιρεσίας.

Στην Ελλάδα, υπάρχουν τμήματα:

  • της κεντροαριστεράς,
  • της αριστεράς,
  • αλλά και της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς
    που μπορούν να συγκλίνουν προς αυτήν την κατεύθυνση.

γ. Μετατόπιση του πολιτικού διαλόγου από την καταγγελία στη δημιουργία

Η αντιπολίτευση —προοδευτική και φιλελεύθερη— οφείλει να δείξει ότι η λύση δεν είναι απλώς να πέσει αυτή η κυβέρνηση στο όνομα κάποιας «άλλης», αλλά:

  • ένα σύγχρονο και συγκεκριμένο μοντέλο λογοδοσίας,
  • ενδυνάμωση και εξέλιξη νέων “θεσμών ισορροπίας” της λειτουργίας του πολιτεύματος,
  • νέες δομές κοινωνικής έκφρασης και λειτουργίας,
  • ενθάρρυνση και θεσμική ενίσχυση κάθε μορφής κοινωνικής συμμετοχής.

5. Το διακύβευμα: Από τη “δημοκρατία των παρακολουθητών” στη “δημοκρατία συμμετοχής”

Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή.
Από τη μια, η τάση συγκεντρωτισμού και ελέγχου μπορεί να παγιώσει μια μορφή δημοκρατίας χαμηλής λογοδοσίας.
Από την άλλη, η κοινωνία των πολιτών – ενισχυμένη, ψηφιακά ώριμη και πολιτικά ανθεκτική – μπορεί να επιβάλλει μια νέα ατζέντα δημοκρατικής συμμετοχής, διαφάνειας και πραγματικής ισοτιμίας στον δημόσιο λόγο.

Αυτή η νέα ατζέντα δεν είναι αποκλειστικότητα κανενός κόμματος.
Είναι κοινό πεδίο όλων όσοι πιστεύουν ότι:

  • η δημοκρατία δεν είναι απλώς μόνον διαδικασία αλλά και βίωμα,
  • η ενημέρωση δεν είναι μόνον προϊόν αλλά και δικαίωμα,
  • η πολιτική δεν είναι θέμα μόνον διαχειριστικής ικανότητας αλλά και δυναμική κοινωνικής συμμετοχής.

Σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια, οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ρόλο κεντρικό.
Όχι όμως μόνες του και κατέχοντας το μονοπώλιο.
Δίπλα τους —και κάποιες φορές εντός της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης— υπάρχουν φωνές που ζητούν περισσότερο φως, περισσότερο θεσμικό σεβασμό, περισσότερη ισορροπία.

Η δημοκρατία προχωρά όταν αυτές οι φωνές συναντιούνται, όχι όταν αλληλοαποκλείονται.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Ευρωπαϊκή πυξίδα ή γεωπολιτικός ετεροκαθορισμός;

 


Η Ελλάδα σε σταυροδρόμι, μπροστά σε μια κρίσιμη στρατηγική καμπή.

Τις τελευταίες εβδομάδες η δημόσια συζήτηση γύρω από την ελληνική εξωτερική πολιτική έχει πυκνώσει, όχι χωρίς λόγο. Καταγράφεται σε σχόλια του διεθνούς και εθνικού τύπου, με σαφήνεια, μια ανησυχία που πλέον εκφράζεται ολοένα και πιο ανοιχτά: ότι η Ελλάδα δείχνει να απομακρύνεται σταδιακά από την πάγια στρατηγική της επιλογή υπέρ ενός «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» και προσδένεται, με τρόπους ολοένα λιγότερο θεσμικά επεξεργασμένους, στις επιδιώξεις της Ουάσινγκτον.

Αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα προβληματικό εάν συνέβαινε στη βάση μιας συντεταγμένης, λεπτομερώς διαμορφωμένης στρατηγικής και προφανώς με την απαιτούμενη ευρωπαϊκή συνεννόηση. Αντιθέτως, όμως, φαίνεται να προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής λογικής που αντιμετωπίζει τη στενή σχέση με τις ΗΠΑ σχεδόν ως αυταξία – χωρίς συγκεκριμένα όρια, χωρίς ευρωπαϊκό συντονισμό και χωρίς αξιολόγηση των συνεπειών στο μακροπρόθεσμο στρατηγικό συμφέρον της χώρας.


1. Η διολίσθηση από το ευρωπαϊκό πλαίσιο: από επιλογή σε παραχώρηση

Η Ελλάδα, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε στον πυρήνα της εξωτερικής της πολιτικής την ευρωπαϊκή της αγκύρωση. Αυτό δεν ήταν μια απλή ρητορική επιλογή. Ήταν η συνειδητή αναγνώριση ότι η ευρωπαϊκή θεσμική δομή – με τον κανόνα δικαίου, τον μηχανισμό συνεννόησης, την αρχή της αμοιβαιότητας – παρείχε στη χώρα σταθερότητα και διαπραγματευτική δύναμη που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αλλιώς.

Στο υπόβαθρο της κριτικής μας, είναι η εκτίμησή μας ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται «όλο και λιγότερο ευρωπαϊκή», όχι επειδή διαφοροποιείται συνειδητά, αλλά επειδή εκχωρεί σταδιακά τον θεσμικό της ρόλο. Σε μια Ευρώπη όπου τα κράτη-μέλη προσέρχονται σε διαπραγματεύσεις με θέσεις που προκύπτουν από διαβούλευση, τεκμηρίωση και εσωτερική νομιμοποίηση, η Ελλάδα θα έρχεται, σε θέματα ειδικού αλλά σημαντικού ενδιαφέροντος, με «Τετελεσμένα».

Αυτή η μετατόπιση δεν είναι θεωρητική· αποτυπώνεται σε κινήσεις, δημόσιες τοποθετήσεις και στη γενικότερη στάση της κυβέρνησης σε ζητήματα στρατηγικού ενδιαφέροντος — από την ενεργειακή πολιτική έως τις διπλωματικές επαφές στα Βαλκάνια, και από τη ναυτιλιακή ρύθμιση έως τις σχέσεις με την Τουρκία.


2. Η νέα πρέσβειρα των ΗΠΑ και η ενίσχυση μιας ανισόρροπης σχέσης

Η συμπεριφορά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της νέας πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα έχουν αναδείξει ακόμη περισσότερο αυτή τη μεταβαλλόμενη δυναμική. Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την ανάληψη των καθηκόντων της, έχει προβεί σε μια σειρά από παρεμβάσεις που δεν θυμίζουν κλασική διπλωματική στάση «ουδέτερου εταίρου», αλλά περισσότερο λειτουργούν σαν διακηρύξεις πολιτικής γραμμής — ενίοτε μάλιστα με τόνο καθοδηγητικό.

Οι συνεχείς δημόσιες αναφορές της για την αναγκαιότητα «ευθυγράμμισης» της Ελλάδας με συγκεκριμένες αμερικανικές ενεργειακές και αμυντικές προτεραιότητες, η εμφανής της σπουδή να παρέμβει σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής και η προβολή των αμερικανικών επενδυτικών σχεδίων όχι απλώς ως οικονομικών ευκαιριών, αλλά σχεδόν ως επιβεβλημένης στρατηγικής επιλογής, δημιουργούν μια εικόνα ενισχυμένης αμερικανικής παρουσίας που υπερβαίνει τα συνήθη διπλωματικά όρια.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι η πρέσβειρα. Οι διπλωμάτες προωθούν το συμφέρον της χώρας τους — και αυτό ακριβώς κάνει. Το ζήτημα είναι η ελληνική πλευρά:
πώς ανταποκρίνεται; θέτει όρια; αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως φίλτρο και ως σταθεροποιητή;

Όλο και περισσότερο η απάντηση μοιάζει να είναι «όχι». Η κυβέρνηση φαίνεται να υιοθετεί τις αμερικανικές θέσεις ως δεδομένες, χωρίς συστηματική διαβούλευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και χωρίς μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να λαμβάνει υπόψη τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Και όσο η αμερικανική διπλωματία στη χώρα εμφανίζεται δυναμική, τόσο η ελληνική φαίνεται παθητική — σχεδόν πρόθυμη να επιβεβαιώσει τον ρόλο της Ελλάδας ως «προκεχωρημένου φυλακίου» των ΗΠΑ στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, χωρίς την παραμικρή στρατηγική ανάλυση για το τι σημαίνει αυτό για τις σχέσεις με την ΕΕ, για τη συνοχή της ευρωπαϊκής πολιτικής ή για τη μελλοντική διαπραγματευτική θέση της χώρας.


3. Οι μεσο-μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι: από την απώλεια αυτονομίας στη θεσμική περιθωριοποίηση

Η υπερβολική ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ – ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από διαβούλευση και συντονισμό με τους ευρωπαϊκούς εταίρους – δεν είναι απλώς επικοινωνιακό ή διπλωματικό θέμα. Είναι ζήτημα στρατηγικού προσανατολισμού με σαφείς μεσο-μακροπρόθεσμους κινδύνους:

1. Απώλεια θεσμικού βάρους εντός της ΕΕ
Μια χώρα που φαίνεται να δρα «εκτός ευρωπαϊκής κατεύθυνσης» χάνει βαθμηδόν την αξιοπιστία της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η ΕΕ λειτουργεί στη βάση της συνεννόησης, των συμβιβασμών και της συμμετοχής. Κράτη που εμφανίζονται να κινούνται με ετεροκαθορισμό, και μάλιστα από τρίτες δυνάμεις, σταδιακά περιθωριοποιούνται — όχι ως τιμωρία, αλλά ως φυσική εξέλιξη της πολιτικής λογικής. Οι εταίροι παύουν να την αντιμετωπίζουν ως ισότιμο συνομιλητή και μειώνεται η δυνατότητά της να επηρεάζει αποφάσεις σε κρίσιμους τομείς.

2. Μείωση στρατηγικής αυτονομίας
Η Ελλάδα είχε διαχρονικά τη δυνατότητα να αξιοποιεί την ευρωπαϊκή της ιδιότητα ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Η υπερβολική πρόσδεση στην αμερικανική πολιτική, χωρίς αντίβαρο, την καθιστά πιο ευάλωτη και λιγότερο ικανή να ασκήσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Μειώνει τα περιθώρια στρατηγικών ελιγμών της χώρας. Δεν γίνεσαι ισχυρότερος όταν εξαρτάσαι από έναν μόνο πόλο ισχύος — γίνεσαι προβλέψιμος και τελικά παρακαμπτέος. Δεν ενισχύει το ελληνικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο — το μικραίνει. Διότι σε αντίθεση με την ΕΕ, οι ΗΠΑ δεν προσφέρουν θεσμική συμμετοχή, δεν παρέχουν μηχανισμούς συνεκτίμησης μικρότερων κρατών και δεν λειτουργούν στη λογική του κοινού συμφέροντος. Η σχέση είναι εξ ορισμού ασύμμετρη.

3. Επικίνδυνη γεωπολιτική «στράτευση»
Με τις διεθνείς ισορροπίες να αλλάζουν, η Ελλάδα δεν έχει λόγο να αναπτύσει πολιτικές που δημιουργούν κίνδυνο στρατηγικής απομόνωσης σε κρίσιμες περιφερειακές εξελίξεις. Από την Ενεργειακή Μετάβαση έως τη ναυτιλιακή πολιτική και από τη Μεσόγειο έως τα Δυτικά Βαλκάνια, η Ελλάδα έχει ανάγκη τη συλλογική ευρωπαϊκή ισχύ για να διασφαλίσει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Το κόστος μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης, προοπτικά, ευρωπαϊκών και αμερικανικών προτεραιοτήτων θα το επωμιστεί η Αθήνα. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα μιλάμε απλώς για πρόβλημα στρατηγικής.

4. Μακροπρόθεσμη θεσμική υποβάθμιση
Αν η Ελλάδα επενδύει σε μια σχέση που δεν προσφέρει θεσμικούς μηχανισμούς συμμετοχής και ελέγχου – όπως κάνουν οι ΗΠΑ – χάνει την ασφάλεια που παρέχει η συμμετοχή σε μια ένωση ισοτιμίας, όπως η ΕΕ. Η θεσμική ασφάλεια είναι η πραγματική εγγύηση σταθερότητας, όχι η κατά καιρούς εύνοια μιας υπερδύναμης. Γιατί τελικά αυτή η προοπτική αποδυναμώνει τον ίδιο τον χαρακτήρα της ελληνικής στρατηγικής. Μια εξωτερική πολιτική χωρίς ευρωπαϊκό πυρήνα χάνει τον θεσμικό της προσανατολισμό. Μια πολιτική που λειτουργεί με βάση τις ανάγκες τρίτων χάνει τον εθνικό της ορίζοντα. Και μια πολιτική που αναζητά ασφάλεια σε διμερείς σχέσεις, αντί σε θεσμούς, χάνει τη δυνατότητα μακρόπνοης προβλεψιμότητας

Η κριτική στην τρέχουσα κυβερνητική πολιτική δεν αφορά την επιθυμία συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να απομακρυνθεί από μια ισχυρή και παραδοσιακή σχέση. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς αντιλαμβάνεται σήμερα η κυβέρνηση αυτή τη συνεργασία: όχι ως ισότιμη σχέση στην οποία η χώρα αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως πολλαπλασιαστή ισχύος, αλλά ως σχεδόν άκριτη υιοθέτηση αμερικανικών προτεραιοτήτων, ακόμα κι όταν αυτές δεν διασταυρώνονται με τα ελληνικά συμφέροντα.

Η κυβέρνηση, στην πράξη, κινείται σε αυτή την κατεύθυνση χωρίς να παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη στρατηγική αποτίμηση των κινδύνων. Η δημόσια συζήτηση συχνά περιορίζεται σε επιφανειακές αναφορές περί «ενίσχυσης των στρατηγικών δεσμών» ή «αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης», χωρίς να αξιολογεί ποιος θέτει την ατζέντα, ποιος ωφελείται και ποιος τελικά πληρώνει το στρατηγικό κόστος.

Σε αντίθεση με αυτή τη λογική, το ευρωπαϊκό πλαίσιο —παρά τις αντιφάσεις του— προσφέρει ακριβώς αυτό που η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ: σταθερότητα, θεσμικότητα, συλλογικότητα και ένα περιβάλλον όπου η φωνή ακόμη και μικρών κρατών έχει πραγματικό βάρος. Η απομάκρυνση από αυτό το πλαίσιο δεν είναι δείγμα στρατηγικής αυτονομίας· είναι δείγμα στρατηγικής αδυναμίας.


4. Η ανάγκη για στρατηγική επανατοποθέτηση: ούτε ρήξη ούτε υποταγή — ισορροπία

Η Ελλάδα δεν καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Καλείται όμως να ξεκαθαρίσει ότι η στρατηγική της πυξίδα είναι ευρωπαϊκή — και ότι η συνεργασία με τις ΗΠΑ πρέπει να αποτελεί προέκταση, όχι υποκατάστατο, του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου. Χρειάζεται να ξαναβρεί τη χαμένη ισορροπία:
συνεργασία με τις ΗΠΑ,
συμμετοχή στις ευρωατλαντικές δομές,
αλλά πάνω σε θεμέλιο την ευρωπαϊκή θεσμική αγκύρωση.

Η Ελλάδα είναι ισχυρή όταν είναι ευρωπαϊκή — και συνεργαζόμενη. Όχι όταν γίνεται προβλέψιμη, ούτε όταν λειτουργεί ως δορυφόρος. Η Ελλάδα, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική που να αντλεί δύναμη από την Ευρώπη — όχι να απομακρύνεται από αυτήν. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλίσει ότι οι επιλογές της θα υπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της και όχι τις ανάγκες άλλων.

Αν αυτή η αρχή υποβαθμιστεί, οι κίνδυνοι είναι σαφείς: απώλεια διεθνούς ρόλου, εξασθένηση θεσμικής ισχύος, μείωση διαπραγματευτικής ικανότητας και τελικά στρατηγική ετερονομία.

Το στοίχημα των επόμενων ετών είναι αν θα διατηρήσει αυτή τη στρατηγική ωριμότητα ή αν θα προσαρμοστεί στην εύκολη λύση μιας μονοδιάστατης εξάρτησης που προσφέρει επικοινωνιακά στη συγκυρία κάποιους πόντους αλλά μακροχρόνια υπονόμευση της χώρας.


Επίλογος

Η κυβέρνηση οφείλει να θυμηθεί ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι παιχνίδι εντυπώσεων.
Είναι παιχνίδι ισχύος — και η πραγματική ισχύς της Ελλάδας απορρέει από:

  • τη θεσμική της ένταξη,
  • τη συμμετοχή της στη λήψη αποφάσεων,
  • τον ρόλο της εντός της ΕΕ,
    όχι από την εύνοια μιας υπερδύναμης που αλλάζει προτεραιότητες ανά τετραετία.

Η Ελλάδα χρειάζεται εξωτερική πολιτική που να βλέπει πενταετίες και δεκαετίες μπροστά — όχι εβδομάδες.
Και αυτή η πολιτική δεν μπορεί παρά να έχει ως πυξίδα την Ευρώπη.

Δημοκρατία χωρίς όρους, διάλογος χωρίς επιτηρητές

Τις τελευταίες ημέρες, δύο φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους περιστατικά προκάλεσαν έντονη και, κυρίως, τοξική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής...