Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη στο μεταίχμιο: Από τη στασιμότητα της “Ολοκλήρωσής” της στην “Οικονομία του πολέμου”.

 

Από τη στασιμότητα της “Ολοκλήρωσής” της στην “Οικονομία του πολέμου”.

Ο κόσμος αλλάζει με ορμή και βία. Ζούμε μια ιστορική μετάβαση. Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου υποχωρούν, ενώ η παλιά βεβαιότητα ότι οι μεγάλες συγκρούσεις αποτρέπονται με “θεσμούς και διεθνή συνεννόηση” αντικαθίσταται από μια νέα, ωμή πραγματικότητα: την επιστροφή της “ισχύος” ως ρυθμιστή των εξελίξεων. Στο περιβάλλον αυτό, η πολεμική βιομηχανία γνωρίζει ιστορική άνθηση, καταγράφοντας συνεχείς ανόδους στις πωλήσεις και τα κέρδη της, διεκδικώντας ρόλο που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της οικονομίας και υποδεικνύοντας τη δυνατότητά της για έλεγχο της ίδιας της Πολιτικής.

Η τάση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Την τελευταία δεκαετία, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται σταθερά — το 2023 ξεπέρασαν τα 2,44 τρισ. δολάρια, ιστορικό υψηλό, σύμφωνα με το SIPRI. Μόνο την περίοδο 2020–2024, οι χώρες της ΕΕ αύξησαν πάνω από 20% τις στρατιωτικές τους δαπάνες, ενώ ο ευρωπαϊκός αμυντικός προϋπολογισμός έφτασε για πρώτη φορά στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980. Η Γερμανία —που για δεκαετίες θεωρούσε την “στρατιωτική ισχύ” ταμπού— δημιούργησε ειδικό ταμείο 100 δισ. ευρώ για εξοπλισμούς. Η Πολωνία έχει φτάσει στο 4% του ΑΕΠ σε άμυνα, το υψηλότερο στην ΕΕ.

Αυτή η στροφή δεν είναι απλώς αύξηση δαπανών: είναι η εγκαθίδρυση μιας μόνιμης ηγεμονικής αντίληψης της «οικονομίας του πολέμου». Μιας λογικής όπου η ανασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται, αλλά "κεφαλαιοποιείται". Όπου η ύφεση των πολεμικών διενέξεων δεν είναι στόχος αλλά εμπόδιο.

Ο φαύλος κύκλος της ανασφάλειας και η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους

Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών από ένα κράτος εκλαμβάνεται ως απειλή από τα υπόλοιπα, πυροδοτώντας έναν ανταγωνισμό που τρέφει νέες ανασφάλειες. Στατιστικά, το 2023–2024, 21 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες πολύ πιο γρήγορα από τις κοινωνικές. Στην Ελλάδα, οι δαπάνες για άμυνα ανέρχονται σταθερά πάνω από 3% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για υγεία παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (περίπου 8% του ΑΕΠ έναντι 10% στην ΕΕ).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι κοινωνικές δομές —υγεία, παιδεία, πρόνοια— αντιμετωπίζονται ως κόστος, ενώ η πολεμικοι εξοπλισμοί ως επένδυση. Η προτεραιότητα της πολιτικής ανατρέπεται: οι δημόσιοι πόροι δεν κατευθύνονται εκεί όπου παράγεται κοινωνική ευημερία, αλλά σε έναν κλάδο που ευδοκιμεί μόνο όταν οι διεθνείς σχέσεις επιδεινώνονται.

Την ίδια στιγμή, ένας τεράστιος χρηματοοικονομικός μηχανισμός έχει αναπτυχθεί γύρω από τις εταιρείες εξοπλισμών: οι μετοχές τους εκτινάσσονται ανάλογα με τις διεθνείς εντάσεις. Το 2024, ο δείκτης αμυντικών μετοχών στις ΗΠΑ είχε απόδοση μεγαλύτερη του 20%, ενώ εταιρείες όπως η Rheinmetall στη Γερμανία είδαν τη χρηματιστηριακή τους αξία να τριπλασιάζεται από το 2022.

Η ειρήνη, για τις αγορές, δεν “αποδίδει”. Η ανασφάλεια όμως αποδίδει.

Η Ευρώπη δεν είναι —και δεν πρέπει να γίνει— Αμερική

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ιστορικά μια εντελώς διαφορετική σχέση με τον στρατιωτικοβιομηχανικό τομέα. Η αμυντική βιομηχανία είναι ενσωματωμένη στον πυρήνα της οικονομίας τους. Περίπου το 40% της παγκόσμιας στρατιωτικής δαπάνης προέρχεται από τις ΗΠΑ, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες όπλων έχουν συμβόλαια άνω των 200 δισ. δολαρίων ετησίως.

Αντίθετα, η Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω στη λογική του κοινωνικού κράτους. Στο ευρωπαϊκό μοντέλο:

  • η υγεία είναι δικαίωμα,
  • η παιδεία δημόσιο αγαθό,
  • η πρόνοια κοινωνική υποχρέωση,
  • η διπλωματία εργαλείο ασφάλειας,
  • και η κοινωνική συνοχή θεμέλιο σταθερότητας.

Η αμερικανικού τύπου στρατιωτικοποίηση αντιπαρατίθεται με το Ευρωπαϊκό μοντέλο αστικής δημοκρατίας. Δεν κάνει την Ευρώπη πιο αυτόνομη. Την καθιστά πιο εξαρτημένη. Και, το χειρότερο, υπονομεύει το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πλεονέκτημα: το κοινωνικό της μοντέλο.

Ναι, η Ευρώπη χρειάζεται άμυνα — αλλά όχι εις βάρος των πολιτών της

Οι γεωπολιτικές απειλές είναι πραγματικές. Η Ευρώπη οφείλει να αναπτύξει αξιόπιστες δυνατότητες αποτροπής. Όμως η ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται μονοσήμαντα στην αύξηση των εξοπλισμών. Πραγματική ασφάλεια σημαίνει επίσης:

  • κοινωνική ανθεκτικότητα,
  • ισχυρούς θεσμούς,
  • ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτησία,
  • τεχνολογική αυτονομία,
  • αποτελεσματική διπλωματία.

Αν η Ευρώπη δεν ενδυναμώσει αυτά τα πεδία, τότε τα όπλα της θα είναι ακριβά αλλά πολιτικά ανίσχυρα.

Η Ελλάδα στο μεταίχμιο των επιλογών της

Η Ελλάδα έχει λόγους να διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα — αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Το γεωπολιτικό περιβάλλον το επιβάλλει. Όμως σήμερα η χώρα:

  • δαπανά αναλογικά από τα περισσότερα στην Ευρώπη για άμυνα,
  • στηρίζει κυρίως ξένες βιομηχανίες,
  • υπονομεύει την κοινωνική επένδυση,
  • και ενισχύει ελάχιστα την εγχώρια παραγωγική βάση.

Σε μια χώρα όπου η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική φροντίδα δοκιμάζονται, οι εξοπλισμοί πρέπει να είναι στοχευμένοι, όχι ανεξέλεγκτοι. Και κυρίως, πρέπει να εντάσσονται σε μια στρατηγική διπλωματίας και σταθερότητας, όχι σε μια εισαγόμενη λογική “οικονομίας του πολέμου”.

Η Ευρώπη χρειάζεται νέα πυξίδα — και η προοδευτική σκέψη οφείλει να την χαράξει

Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα ιστορικό μεταίχμιο. Μπορεί:

  • να μετατραπεί σε απομίμηση των ΗΠΑ, εγκλωβισμένη σε αδιέξοδη κούρσα εξοπλισμών,
    ή
  • να υπερασπιστεί το μοναδικό της μοντέλο: ειρήνη, κοινωνικό κράτος, ισότητα, δικαιώματα, κανόνες.

Οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ευθύνη να αρθρώσουν μια στρατηγική που:

  1. Αναγνωρίζει την ανάγκη άμυνας αλλά απορρίπτει τον μιλιταρισμό.
  2. Υπερασπίζεται το κοινωνικό κράτος ως κεντρικό πυλώνα ασφάλειας.
  3. Επανενεργοποιεί τη διεθνή συνεννόηση και την πολυμέρεια.
  4. Μετατρέπει την αμυντική δαπάνη σε μοχλό ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης, όχι σε μεταφορά πόρων.
  5. Θέτει ως προτεραιότητα την κοινωνική ευημερία και την πράσινη μετάβαση.

Η Ευρώπη δεν γεννήθηκε για να γίνει δύναμη πολέμου. Γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη να αποτραπεί ο πόλεμος.

Αν χάσει αυτό το νήμα, θα χάσει τον λόγο ύπαρξής της.
Αν το ξαναπιάσει, μπορεί να γίνει ξανά φάρος δημοκρατίας και κοινωνικής προόδου.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός (ΠΔΠ) 2026–2029 και το πραγματικό στοίχημα της ελληνικής οικονομίας

 

Πολλά μεγάλα λόγια, όταν το αφήγημα «επιτυχίας» δείχνει εύθραυστο.

Η ελληνική οικονομία έχει αναμφίβολα διανύσει σημαντική απόσταση. Η δημοσιονομική σταθεροποίηση, η προσέλκυση επενδύσεων σε συγκεκριμένους τομείς και η βελτίωση του επενδυτικού κλίματος αποτελούν πραγματικές επιτυχίες. Αυτή η πρόοδος δεν πρέπει ούτε να υποτιμηθεί ούτε να απαξιωθεί.

Ωστόσο, ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός (ΠΔΠ) 2026–2029 λειτουργεί και ως ρεαλιστικός καθρέφτης — και ο καθρέφτης αυτός δείχνει κάτι πολύ πιο σημαντικό και διαφορετικό από το επικοινωνιακό αφήγημα της «εθνικής οικονομικής θριαμβολογίας».


1. Η οικονομία βελτιώνεται, αλλά πολύ πιο αργά από όσο προβάλλεται

Η κυβέρνηση μιλά για «ισχυρή ανάπτυξη». Τα στοιχεία μιλούν για συγκρατημένη πορεία: 2,4% το 2026, μειούμενη σταθερά σε 1,3% το 2029.
Πρόκειται για ρυθμούς που διατηρούν την οικονομία ζωντανή — όχι όμως για ρυθμούς που μετασχηματίζουν το παραγωγικό υπόδειγμα ή κλείνουν το εισοδηματικό χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.

2. Το χρέος μειώνεται, αλλά παραμένει ευάλωτο σε εξωτερικά σοκ

Η προβλεπόμενη πτώση του χρέους από 145,9% σε 119% του ΑΕΠ ως το 2029 είναι θετική, αλλά βασίζεται σε παράγοντες που μπορούν εύκολα να ανατραπούν: υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, συγκράτηση δαπανών και ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού.
Χωρίς ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, η πορεία αυτή παραμένει περισσότερο «λογιστική» παρά διαρθρωτική.

3. Οι επενδύσεις κατεβάζουν ταχύτητα — και αυτό είναι κρίσιμο

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) ολοκληρώνεται το 2026 και ο ΠΔΠ αποκαλύπτει τι συμβαίνει μετά:
— Η επενδυτική αύξηση πέφτει από το 10% σε περίπου 1% έως το 2029.
Χωρίς σταθερή ιδιωτική επενδυτική ροή, ο στόχος της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου καθίσταται ανεκπλήρωτος.

4. Οι πολίτες “πληρώνουν” την προσαρμογή

Τα φορολογικά έσοδα εκτινάσσονται: από 71 δισ. το 2025 σε σχεδόν 82 δισ. το 2029.
Η αύξηση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα εκρηκτικής ανάπτυξης αλλά βαρύτερης επιβάρυνσης. Η «ελάφρυνση» είναι περισσότερο σημειακή παρά ουσιαστική.


Τι προτείνουμε να αλλάξει

Για να πάψει η πρόοδος να είναι επιφανειακή και να γίνει ανθεκτική, απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές:

1. Σταθερό φορολογικό πλαίσιο 5ετίας

Η ανασφάλεια σκοτώνει επενδύσεις. Χρειάζεται ρητή δέσμευση για αμετάβλητους βασικούς συντελεστές για πέντε έτη, κατόπιν δημόσιου διαλόγου, αρχής γενομένης το 2026.
Αυτό θα επιτρέψει σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις να επενδύσουν χωρίς φόβο νέων επιβαρύνσεων.

2. Μεταρρύθμιση δημόσιας διοίκησης με μετρήσιμους δείκτες

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ήδη προειδοποιήσει για κινδύνους απώλειας πόρων λόγω διοικητικών καθυστερήσεων.
Απαιτείται εφαρμογή δεικτών απόδοσης (Key Performance Indicators) στη δημόσια διοίκηση, πλήρης ψηφιοποίηση ελέγχων και υποχρεωτική λογοδοσία υπουργείων ανά τρίμηνο.

3. Μόνιμος μηχανισμός αξιολόγησης επενδυτικών κινήτρων

Τα σημερινά εργαλεία είναι αποσπασματικά. Χρειαζόμαστε ενιαίο πλαίσιο για:
— αξιολόγηση της απόδοσης των επενδυτικών κινήτρων,
— κατάργηση αναποτελεσματικών επιδοτήσεων,
— ενίσχυση των κλάδων με εξαγωγικό δυναμικό.

4. Εθνικό Σχέδιο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης 2030

Με προτεραιότητες: αγροδιατροφή, ενέργεια, logistics, πράσινη βιομηχανία, τεχνολογία.
Η χώρα χρειάζεται στρατηγικό προσανατολισμό — όχι αποσπασματικές δράσεις.

5. Προστασία πραγματικών εισοδημάτων — όχι μόνο επιδοματική πολιτική

Στόχος πρέπει να είναι:
— αύξηση μισθών βάσει παραγωγικότητας,
— μείωση έμμεσων φόρων στα είδη πρώτης ανάγκης,
— ενίσχυση διαπραγματευτικής δύναμης εργαζομένων σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.


Συμπέρασμα

Η Ελλάδα έχει πετύχει πολλά. Αλλά ο ΠΔΠ 2026–2029 δείχνει καθαρά ότι η πραγματική πρόκληση δεν είναι να συνεχίσουμε να εξαγγέλλουμε επιτυχίες, αλλά να δημιουργήσουμε συνθήκες όπου οι επιτυχίες γίνονται ανθεκτικές.

Το ζητούμενο δεν είναι να σβήσουμε τα θετικά — αλλά να απελευθερωθούμε από τη λογική της επικοινωνιακής υπερβολής.
Γιατί εκείνοι που κυβερνούν μπορεί να αλλάζουν·
οι θεσμοί όμως και η οικονομία είναι που παραμένουν — και οφείλουν να αντέχουν.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Η Κοινωνία των Πολιτών ως Δημοκρατικό Αντίβαρο: Για την Ελλάδα του Σήμερα, Νέες Προκλήσεις, Νέες Συμμαχίες.


*Με αφορμή την “ΙΘΑΚΗ” και την μεθοδευμένη προσπάθεια ενοχοποίησης του πολιτικού προγραμματικού διαλόγου.

Τα τελευταία χρόνια, στον παγκόσμιο δημόσιο διάλογο εμφανίζεται μια ολοένα και πιο έντονη κριτική απέναντι σε παράγοντες που υπονομεύουν την ελεύθερη διαμόρφωση της γνώμης του πολίτη και την ποιότητα της δημόσιας ζωής: ανισότητες, ψηφιακή χειραγώγηση, πολιτικός κομφορμισμός, εξασθένιση θεσμών.

Μολονότι ο όρος «rip-off economy» ανήκει στον οικονομικό κόσμο, η λογική του επεκτείνεται πλέον στο πολιτικό πεδίο: μια «rip-off democracy» είναι εκείνη στην οποία ο πολίτης, ακόμη κι αν τυπικά παραμένει ελεύθερος και ενεργός, αισθάνεται ότι κάτι του αφαιρείται — η δυνατότητα ενημέρωσης, η ουσιαστική συμμετοχή, η πρόσβαση σε ποιοτικό διάλογο, η ισότιμη παρουσία στη δημόσια σφαίρα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κοινωνία των πολιτών δεν αποτελεί απλώς ένα προαιρετικό στολίδι της δημοκρατίας. Είναι το ουσιαστικό της οξυγόνο.

1. Η αποδυνάμωση του “δημοκρατικού χώρου” πληροφόρησης

Η συγκέντρωση οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος σε λίγους, είτε μιλάμε για μεγιστάνες των ΜΜΕ είτε για πολυεθνικές ψηφιακών πλατφορμών, έχει διαμορφώσει ένα πεδίο ενημέρωσης όπου:

  • η πολυφωνία συρρικνώνεται,
  • η δημοσιογραφική ανεξαρτησία δοκιμάζεται,
  • και η κοινωνική εμπιστοσύνη φθείρεται.

Η Ελλάδα κατατάσσεται συστηματικά χαμηλά σε διεθνείς δείκτες ελευθερίας του Τύπου και διάστασης θεσμικών ισορροπιών. Η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά είναι καθαρή: οι κυβερνήσεις —και ιδιαίτερα η σημερινή— επωφελούνται από μια υπερσυγκέντρωση επιρροής στον δημόσιο λόγο, η οποία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της ισχύος τους, ανεξαρτήτως πολιτικών επιλογών.

Η «rip-off» λογική εδώ είναι πολιτική: ο πολίτης χάνει την ικανότητα πρόσβασης σε ανεξάρτητη πληροφόρηση, όχι επειδή κάποιος του την απαγορεύει, αλλά επειδή ο χώρος έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να λειτουργεί υπέρ συγκεκριμένων “αφηγήσεων”.

2. Μια κυβέρνηση με αυξημένο εκτελεστικό βάρος σε βάρος θεσμών δημοκρατικής ισορροπίας — και οι φωνές που ασφυκτιούν

Η κυβέρνηση του κου Μητσοτάκη έχει επιλέξει ένα μοντέλο διακυβέρνησης με μεγάλη έμφαση στη συγκέντρωση εξουσίας στο κέντρο:
μια κάθετη δομή, όπου το Μέγαρο Μαξίμου λειτουργεί ως κόμβος όχι μόνο πολιτικού συντονισμού αλλά και ουσιαστικού ελέγχου κρίσιμων τομέων του κράτους.

Η κριτική αυτή δεν εκφέρεται μόνο από την προοδευτική αντιπολίτευση.
Υπάρχουν σημαντικά στελέχη του φιλελεύθερου χώρου, ακόμη και σημαντικές φωνές εντός της Νέας Δημοκρατίας, που έχουν εκφράσει ενόχληση ή αμηχανία απέναντι σε πρακτικές όπως:

  • η υποτίμηση του ρόλου του κοινοβουλίου,
  • η συρρίκνωση της αυτονομίας των ανεξάρτητων αρχών,
  • η επικοινωνιακή «κατάληψη» του δημόσιου χώρου,
  • η αδυναμία εσωκομματικής διαβούλευσης που πριν λίγα χρόνια είχε αναδειχθεί ως στοιχείο βάσης για το ευρύτερο κεντροδεξιό φιλελεύθερο χώρο.

Αυτές οι φωνές δεν πρέπει να παραγνωρίζονται. Αντιθέτως, αποτελούν κρίσιμη υπενθύμιση ότι η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν είναι μονοκομματική υπόθεση.

3. Η αισιόδοξη προοπτική: πώς η κοινωνία των πολιτών μπορεί να ανακτήσει τον χώρο της

Παρά τις δυσκολίες, βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου τα εργαλεία ενδυνάμωσης της κοινωνίας των πολιτών είναι ισχυρότερα από ποτέ:

  • νέα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης χωρίς εξαρτήσεις,
  • κοινότητες ψηφιακού ελέγχου και fact-checking,
  • τοπικές πρωτοβουλίες που αναδεικνύουν ζητήματα διαφάνειας,
  • θεματικά κινήματα (περιβάλλον, δικαιώματα, δημόσια σφαίρα),
  • συλλογικότητες νέων, με ψηφιακή ταχύτητα και πολιτική ωριμότητα.

Το σημαντικότερο όμως είναι η εμφάνιση μιας πιο ώριμης πολιτικής κουλτούρας:
ο πολίτης που δεν θέλει απλώς να «εναποθέτει» τις ελπίδες του σε ένα κόμμα, αλλά διεκδικεί συμμετοχή, ενημέρωση, λογοδοσία.
Η κοινωνία των πολιτών δεν είναι πλέον παρατηρητής — είναι συμπαίκτης, αντισυστημικός με την καλή έννοια, αμφισβητησιακός και δημιουργικός.

4. Η ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων — και η ανάγκη για ευρύτερες συμμαχίες

Η προοδευτική αντιπολίτευση έχει αναμφίβολα ευθύνες να συγκροτήσει ολοκληρωμένη πρόταση θεσμικής ανασυγκρότησης. Όμως, σε αντίθεση με πιο παλαιά σχήματα σκέψης, η συγκρότηση ενός πλατιού “δημοκρατικού μετώπου” δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στον αριστερό ή κεντροαριστερό χώρο.

Χρειάζονται τρείς παράλληλες κινήσεις:

α. Ενιαία πρόταση για τη δημοκρατική θωράκιση

Ανεξαρτήτως κομματικών διαφορών, πρέπει να τεθούν στο επίκεντρο:

  • η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των θεσμών,
  • η προστασία της ερευνητικής δημοσιογραφίας,
  • ο περιορισμός της κρατικής επιρροής στα ΜΜΕ,
  • η διαφάνεια σε κρίσιμους τομείς (παρακολουθήσεις, δημόσιες συμβάσεις, ψηφιακή εποπτεία).

β. Συμμαχίες που ξεπερνούν την παραδοσιακή διάκριση αριστεράς–δεξιάς

Σε όλα τα δημοκρατικά συστήματα, οι πιο ανθεκτικές μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν όταν οι φιλελεύθερες, προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις συναντήθηκαν πάνω σε κοινές αρχές:
νομιμότητα, διαφάνεια, θεσμικά αντίβαρα, περιορισμός της αυθαιρεσίας.

Στην Ελλάδα, υπάρχουν τμήματα:

  • της κεντροαριστεράς,
  • της αριστεράς,
  • αλλά και της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς
    που μπορούν να συγκλίνουν προς αυτήν την κατεύθυνση.

γ. Μετατόπιση του πολιτικού διαλόγου από την καταγγελία στη δημιουργία

Η αντιπολίτευση —προοδευτική και φιλελεύθερη— οφείλει να δείξει ότι η λύση δεν είναι απλώς να πέσει αυτή η κυβέρνηση στο όνομα κάποιας «άλλης», αλλά:

  • ένα σύγχρονο και συγκεκριμένο μοντέλο λογοδοσίας,
  • ενδυνάμωση και εξέλιξη νέων “θεσμών ισορροπίας” της λειτουργίας του πολιτεύματος,
  • νέες δομές κοινωνικής έκφρασης και λειτουργίας,
  • ενθάρρυνση και θεσμική ενίσχυση κάθε μορφής κοινωνικής συμμετοχής.

5. Το διακύβευμα: Από τη “δημοκρατία των παρακολουθητών” στη “δημοκρατία συμμετοχής”

Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή.
Από τη μια, η τάση συγκεντρωτισμού και ελέγχου μπορεί να παγιώσει μια μορφή δημοκρατίας χαμηλής λογοδοσίας.
Από την άλλη, η κοινωνία των πολιτών – ενισχυμένη, ψηφιακά ώριμη και πολιτικά ανθεκτική – μπορεί να επιβάλλει μια νέα ατζέντα δημοκρατικής συμμετοχής, διαφάνειας και πραγματικής ισοτιμίας στον δημόσιο λόγο.

Αυτή η νέα ατζέντα δεν είναι αποκλειστικότητα κανενός κόμματος.
Είναι κοινό πεδίο όλων όσοι πιστεύουν ότι:

  • η δημοκρατία δεν είναι απλώς μόνον διαδικασία αλλά και βίωμα,
  • η ενημέρωση δεν είναι μόνον προϊόν αλλά και δικαίωμα,
  • η πολιτική δεν είναι θέμα μόνον διαχειριστικής ικανότητας αλλά και δυναμική κοινωνικής συμμετοχής.

Σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια, οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ρόλο κεντρικό.
Όχι όμως μόνες του και κατέχοντας το μονοπώλιο.
Δίπλα τους —και κάποιες φορές εντός της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης— υπάρχουν φωνές που ζητούν περισσότερο φως, περισσότερο θεσμικό σεβασμό, περισσότερη ισορροπία.

Η δημοκρατία προχωρά όταν αυτές οι φωνές συναντιούνται, όχι όταν αλληλοαποκλείονται.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Ευρωπαϊκή πυξίδα ή γεωπολιτικός ετεροκαθορισμός;

 


Η Ελλάδα σε σταυροδρόμι, μπροστά σε μια κρίσιμη στρατηγική καμπή.

Τις τελευταίες εβδομάδες η δημόσια συζήτηση γύρω από την ελληνική εξωτερική πολιτική έχει πυκνώσει, όχι χωρίς λόγο. Καταγράφεται σε σχόλια του διεθνούς και εθνικού τύπου, με σαφήνεια, μια ανησυχία που πλέον εκφράζεται ολοένα και πιο ανοιχτά: ότι η Ελλάδα δείχνει να απομακρύνεται σταδιακά από την πάγια στρατηγική της επιλογή υπέρ ενός «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» και προσδένεται, με τρόπους ολοένα λιγότερο θεσμικά επεξεργασμένους, στις επιδιώξεις της Ουάσινγκτον.

Αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα προβληματικό εάν συνέβαινε στη βάση μιας συντεταγμένης, λεπτομερώς διαμορφωμένης στρατηγικής και προφανώς με την απαιτούμενη ευρωπαϊκή συνεννόηση. Αντιθέτως, όμως, φαίνεται να προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής λογικής που αντιμετωπίζει τη στενή σχέση με τις ΗΠΑ σχεδόν ως αυταξία – χωρίς συγκεκριμένα όρια, χωρίς ευρωπαϊκό συντονισμό και χωρίς αξιολόγηση των συνεπειών στο μακροπρόθεσμο στρατηγικό συμφέρον της χώρας.


1. Η διολίσθηση από το ευρωπαϊκό πλαίσιο: από επιλογή σε παραχώρηση

Η Ελλάδα, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε στον πυρήνα της εξωτερικής της πολιτικής την ευρωπαϊκή της αγκύρωση. Αυτό δεν ήταν μια απλή ρητορική επιλογή. Ήταν η συνειδητή αναγνώριση ότι η ευρωπαϊκή θεσμική δομή – με τον κανόνα δικαίου, τον μηχανισμό συνεννόησης, την αρχή της αμοιβαιότητας – παρείχε στη χώρα σταθερότητα και διαπραγματευτική δύναμη που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αλλιώς.

Στο υπόβαθρο της κριτικής μας, είναι η εκτίμησή μας ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται «όλο και λιγότερο ευρωπαϊκή», όχι επειδή διαφοροποιείται συνειδητά, αλλά επειδή εκχωρεί σταδιακά τον θεσμικό της ρόλο. Σε μια Ευρώπη όπου τα κράτη-μέλη προσέρχονται σε διαπραγματεύσεις με θέσεις που προκύπτουν από διαβούλευση, τεκμηρίωση και εσωτερική νομιμοποίηση, η Ελλάδα θα έρχεται, σε θέματα ειδικού αλλά σημαντικού ενδιαφέροντος, με «Τετελεσμένα».

Αυτή η μετατόπιση δεν είναι θεωρητική· αποτυπώνεται σε κινήσεις, δημόσιες τοποθετήσεις και στη γενικότερη στάση της κυβέρνησης σε ζητήματα στρατηγικού ενδιαφέροντος — από την ενεργειακή πολιτική έως τις διπλωματικές επαφές στα Βαλκάνια, και από τη ναυτιλιακή ρύθμιση έως τις σχέσεις με την Τουρκία.


2. Η νέα πρέσβειρα των ΗΠΑ και η ενίσχυση μιας ανισόρροπης σχέσης

Η συμπεριφορά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της νέας πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα έχουν αναδείξει ακόμη περισσότερο αυτή τη μεταβαλλόμενη δυναμική. Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την ανάληψη των καθηκόντων της, έχει προβεί σε μια σειρά από παρεμβάσεις που δεν θυμίζουν κλασική διπλωματική στάση «ουδέτερου εταίρου», αλλά περισσότερο λειτουργούν σαν διακηρύξεις πολιτικής γραμμής — ενίοτε μάλιστα με τόνο καθοδηγητικό.

Οι συνεχείς δημόσιες αναφορές της για την αναγκαιότητα «ευθυγράμμισης» της Ελλάδας με συγκεκριμένες αμερικανικές ενεργειακές και αμυντικές προτεραιότητες, η εμφανής της σπουδή να παρέμβει σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής και η προβολή των αμερικανικών επενδυτικών σχεδίων όχι απλώς ως οικονομικών ευκαιριών, αλλά σχεδόν ως επιβεβλημένης στρατηγικής επιλογής, δημιουργούν μια εικόνα ενισχυμένης αμερικανικής παρουσίας που υπερβαίνει τα συνήθη διπλωματικά όρια.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι η πρέσβειρα. Οι διπλωμάτες προωθούν το συμφέρον της χώρας τους — και αυτό ακριβώς κάνει. Το ζήτημα είναι η ελληνική πλευρά:
πώς ανταποκρίνεται; θέτει όρια; αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως φίλτρο και ως σταθεροποιητή;

Όλο και περισσότερο η απάντηση μοιάζει να είναι «όχι». Η κυβέρνηση φαίνεται να υιοθετεί τις αμερικανικές θέσεις ως δεδομένες, χωρίς συστηματική διαβούλευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και χωρίς μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να λαμβάνει υπόψη τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Και όσο η αμερικανική διπλωματία στη χώρα εμφανίζεται δυναμική, τόσο η ελληνική φαίνεται παθητική — σχεδόν πρόθυμη να επιβεβαιώσει τον ρόλο της Ελλάδας ως «προκεχωρημένου φυλακίου» των ΗΠΑ στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, χωρίς την παραμικρή στρατηγική ανάλυση για το τι σημαίνει αυτό για τις σχέσεις με την ΕΕ, για τη συνοχή της ευρωπαϊκής πολιτικής ή για τη μελλοντική διαπραγματευτική θέση της χώρας.


3. Οι μεσο-μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι: από την απώλεια αυτονομίας στη θεσμική περιθωριοποίηση

Η υπερβολική ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ – ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από διαβούλευση και συντονισμό με τους ευρωπαϊκούς εταίρους – δεν είναι απλώς επικοινωνιακό ή διπλωματικό θέμα. Είναι ζήτημα στρατηγικού προσανατολισμού με σαφείς μεσο-μακροπρόθεσμους κινδύνους:

1. Απώλεια θεσμικού βάρους εντός της ΕΕ
Μια χώρα που φαίνεται να δρα «εκτός ευρωπαϊκής κατεύθυνσης» χάνει βαθμηδόν την αξιοπιστία της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η ΕΕ λειτουργεί στη βάση της συνεννόησης, των συμβιβασμών και της συμμετοχής. Κράτη που εμφανίζονται να κινούνται με ετεροκαθορισμό, και μάλιστα από τρίτες δυνάμεις, σταδιακά περιθωριοποιούνται — όχι ως τιμωρία, αλλά ως φυσική εξέλιξη της πολιτικής λογικής. Οι εταίροι παύουν να την αντιμετωπίζουν ως ισότιμο συνομιλητή και μειώνεται η δυνατότητά της να επηρεάζει αποφάσεις σε κρίσιμους τομείς.

2. Μείωση στρατηγικής αυτονομίας
Η Ελλάδα είχε διαχρονικά τη δυνατότητα να αξιοποιεί την ευρωπαϊκή της ιδιότητα ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Η υπερβολική πρόσδεση στην αμερικανική πολιτική, χωρίς αντίβαρο, την καθιστά πιο ευάλωτη και λιγότερο ικανή να ασκήσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Μειώνει τα περιθώρια στρατηγικών ελιγμών της χώρας. Δεν γίνεσαι ισχυρότερος όταν εξαρτάσαι από έναν μόνο πόλο ισχύος — γίνεσαι προβλέψιμος και τελικά παρακαμπτέος. Δεν ενισχύει το ελληνικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο — το μικραίνει. Διότι σε αντίθεση με την ΕΕ, οι ΗΠΑ δεν προσφέρουν θεσμική συμμετοχή, δεν παρέχουν μηχανισμούς συνεκτίμησης μικρότερων κρατών και δεν λειτουργούν στη λογική του κοινού συμφέροντος. Η σχέση είναι εξ ορισμού ασύμμετρη.

3. Επικίνδυνη γεωπολιτική «στράτευση»
Με τις διεθνείς ισορροπίες να αλλάζουν, η Ελλάδα δεν έχει λόγο να αναπτύσει πολιτικές που δημιουργούν κίνδυνο στρατηγικής απομόνωσης σε κρίσιμες περιφερειακές εξελίξεις. Από την Ενεργειακή Μετάβαση έως τη ναυτιλιακή πολιτική και από τη Μεσόγειο έως τα Δυτικά Βαλκάνια, η Ελλάδα έχει ανάγκη τη συλλογική ευρωπαϊκή ισχύ για να διασφαλίσει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Το κόστος μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης, προοπτικά, ευρωπαϊκών και αμερικανικών προτεραιοτήτων θα το επωμιστεί η Αθήνα. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα μιλάμε απλώς για πρόβλημα στρατηγικής.

4. Μακροπρόθεσμη θεσμική υποβάθμιση
Αν η Ελλάδα επενδύει σε μια σχέση που δεν προσφέρει θεσμικούς μηχανισμούς συμμετοχής και ελέγχου – όπως κάνουν οι ΗΠΑ – χάνει την ασφάλεια που παρέχει η συμμετοχή σε μια ένωση ισοτιμίας, όπως η ΕΕ. Η θεσμική ασφάλεια είναι η πραγματική εγγύηση σταθερότητας, όχι η κατά καιρούς εύνοια μιας υπερδύναμης. Γιατί τελικά αυτή η προοπτική αποδυναμώνει τον ίδιο τον χαρακτήρα της ελληνικής στρατηγικής. Μια εξωτερική πολιτική χωρίς ευρωπαϊκό πυρήνα χάνει τον θεσμικό της προσανατολισμό. Μια πολιτική που λειτουργεί με βάση τις ανάγκες τρίτων χάνει τον εθνικό της ορίζοντα. Και μια πολιτική που αναζητά ασφάλεια σε διμερείς σχέσεις, αντί σε θεσμούς, χάνει τη δυνατότητα μακρόπνοης προβλεψιμότητας

Η κριτική στην τρέχουσα κυβερνητική πολιτική δεν αφορά την επιθυμία συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να απομακρυνθεί από μια ισχυρή και παραδοσιακή σχέση. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς αντιλαμβάνεται σήμερα η κυβέρνηση αυτή τη συνεργασία: όχι ως ισότιμη σχέση στην οποία η χώρα αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως πολλαπλασιαστή ισχύος, αλλά ως σχεδόν άκριτη υιοθέτηση αμερικανικών προτεραιοτήτων, ακόμα κι όταν αυτές δεν διασταυρώνονται με τα ελληνικά συμφέροντα.

Η κυβέρνηση, στην πράξη, κινείται σε αυτή την κατεύθυνση χωρίς να παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη στρατηγική αποτίμηση των κινδύνων. Η δημόσια συζήτηση συχνά περιορίζεται σε επιφανειακές αναφορές περί «ενίσχυσης των στρατηγικών δεσμών» ή «αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης», χωρίς να αξιολογεί ποιος θέτει την ατζέντα, ποιος ωφελείται και ποιος τελικά πληρώνει το στρατηγικό κόστος.

Σε αντίθεση με αυτή τη λογική, το ευρωπαϊκό πλαίσιο —παρά τις αντιφάσεις του— προσφέρει ακριβώς αυτό που η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ: σταθερότητα, θεσμικότητα, συλλογικότητα και ένα περιβάλλον όπου η φωνή ακόμη και μικρών κρατών έχει πραγματικό βάρος. Η απομάκρυνση από αυτό το πλαίσιο δεν είναι δείγμα στρατηγικής αυτονομίας· είναι δείγμα στρατηγικής αδυναμίας.


4. Η ανάγκη για στρατηγική επανατοποθέτηση: ούτε ρήξη ούτε υποταγή — ισορροπία

Η Ελλάδα δεν καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Καλείται όμως να ξεκαθαρίσει ότι η στρατηγική της πυξίδα είναι ευρωπαϊκή — και ότι η συνεργασία με τις ΗΠΑ πρέπει να αποτελεί προέκταση, όχι υποκατάστατο, του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου. Χρειάζεται να ξαναβρεί τη χαμένη ισορροπία:
συνεργασία με τις ΗΠΑ,
συμμετοχή στις ευρωατλαντικές δομές,
αλλά πάνω σε θεμέλιο την ευρωπαϊκή θεσμική αγκύρωση.

Η Ελλάδα είναι ισχυρή όταν είναι ευρωπαϊκή — και συνεργαζόμενη. Όχι όταν γίνεται προβλέψιμη, ούτε όταν λειτουργεί ως δορυφόρος. Η Ελλάδα, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική που να αντλεί δύναμη από την Ευρώπη — όχι να απομακρύνεται από αυτήν. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλίσει ότι οι επιλογές της θα υπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της και όχι τις ανάγκες άλλων.

Αν αυτή η αρχή υποβαθμιστεί, οι κίνδυνοι είναι σαφείς: απώλεια διεθνούς ρόλου, εξασθένηση θεσμικής ισχύος, μείωση διαπραγματευτικής ικανότητας και τελικά στρατηγική ετερονομία.

Το στοίχημα των επόμενων ετών είναι αν θα διατηρήσει αυτή τη στρατηγική ωριμότητα ή αν θα προσαρμοστεί στην εύκολη λύση μιας μονοδιάστατης εξάρτησης που προσφέρει επικοινωνιακά στη συγκυρία κάποιους πόντους αλλά μακροχρόνια υπονόμευση της χώρας.


Επίλογος

Η κυβέρνηση οφείλει να θυμηθεί ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι παιχνίδι εντυπώσεων.
Είναι παιχνίδι ισχύος — και η πραγματική ισχύς της Ελλάδας απορρέει από:

  • τη θεσμική της ένταξη,
  • τη συμμετοχή της στη λήψη αποφάσεων,
  • τον ρόλο της εντός της ΕΕ,
    όχι από την εύνοια μιας υπερδύναμης που αλλάζει προτεραιότητες ανά τετραετία.

Η Ελλάδα χρειάζεται εξωτερική πολιτική που να βλέπει πενταετίες και δεκαετίες μπροστά — όχι εβδομάδες.
Και αυτή η πολιτική δεν μπορεί παρά να έχει ως πυξίδα την Ευρώπη.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Η Ελλάδα στο άρμα του “drill, baby, drill”: Ενεργειακή στρατηγική ή γεωπολιτικός ετεροκαθορισμός;

 

Οι επιφυλάξεις για την πρόσδεση της χώρας στην πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και η ανάγκη διαμόρφωσης μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής

Η πρόσφατη επιλογή της Ελλάδας να καταστεί πύλη εισόδου του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την Κεντρική Ευρώπη, μέσω του λεγόμενου «Κάθετου Διαδρόμου», παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως στρατηγική επιτυχία. Παράλληλα, η επανενεργοποίηση των σχεδίων για εξορύξεις υδρογονανθράκων στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης, σε συνεργασία με ενεργειακούς κολοσσούς όπως η Chevron και η ExxonMobil, βαφτίστηκε «ιστορική στιγμή».

Ωστόσο, πίσω από την πολιτική ρητορική περί «ενεργειακού κόμβου» και «γεωπολιτικής αναβάθμισης» διαγράφεται μια πραγματικότητα πιο σύνθετη — και δυνητικά επικίνδυνη. Η Ελλάδα δείχνει να μετατοπίζεται, σχεδόν άκριτα, από τον στόχο για μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική πράσινης μετάβασης προς έναν δρόμο ενεργειακής εξάρτησης από τα αμερικανικά συμφέροντα.

Η ανάπτυξη νέων υποδομών LNG στην Ευρώπη, αν και προσφέρει βραχυπρόθεσμη ασφάλεια εφοδιασμού, κινδυνεύει να εγκλωβίσει χώρες όπως η Ελλάδα σε μια «παγίδα άνθρακα» με υψηλό κόστος και χαμηλή προσαρμοστικότητα. Παρόμοιες προειδοποιήσεις εντοπίζουμε στο διεθνή τύπο, που επισημαίνουν ότι πρόκειται πρωτίστως για ένα αμερικανικό σχέδιο εξαγωγής σχιστολιθικού αερίου και όχι ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ενεργειακής ασφάλειας.

Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον πιέζει για πλήρη αποκλεισμό όχι μόνο του ρωσικού φυσικού αερίου αλλά και προμηθειών από άλλες χώρες, υποκαθιστώντας τα με το δικό της ακριβότερο και περιβαλλοντικά επιβαρυντικό LNG, δεν είναι ζήτημα ηθικής αλλά υποτέλειας. Η Αθήνα, σε αυτή την εξίσωση, μοιάζει περισσότερο με σταθμό εξάρτησης παρά με αυτόνομο διαμορφωτή πολιτικής.


Η γεωπολιτική ψευδαίσθηση της “αναβάθμισης”

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία εστιάζει στα πιθανά οικονομικά και γεωστρατηγικά οφέλη: επενδύσεις, νέες υποδομές, θέσεις εργασίας, «αναβάθμιση» της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας. Οι χώρες όμως που θεμελιώνουν την ενεργειακή τους πολιτική σε τρίτες δυνάμεις υπονομεύουν τη διαπραγματευτική τους αυτονομία.

Η Ελλάδα, προσδένοντας τη στρατηγική της στο αμερικανικό LNG και στις εξορύξεις που προωθούν πολυεθνικοί κολοσσοί, κινδυνεύει να εξαρτηθεί ολοσχερώς από τις διακυμάνσεις μιας εξωτερικής πολιτικής που καθοδηγείται —και πάλι— από τη λογική του “drill, baby, drill”.

Επί δεύτερης θητείας Τραμπ, αναπτύσσεται μια επιθετική οικονομική διπλωματία που χωρίς δισταγμό έχει αντικαταστήσει κάθε παραδοσιακή πρακτική του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Η ιστορία όντως έχει καταγράψει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο, χρησιμοποιούσαν τις αναπτυξιακές προοπτικές ως μοχλό διαμόρφωσης των γεωστρατηγικών ισορροπιών όπως αυτές επιθυμούσαν.

Αυτή τη περίοδο όμως ακόμη περισσότερο η “διπλωματία Τραμπ” εφαρμόζει ένα ακόμα πιο σκληρό δόγμα: η πρόσοδος για τις αμερικανικές επιχειρήσεις να δημιουργεί συνολικά οφέλη για την αμερικανική οικονομία και να λειτουργεί ως πυξίδα για τη χάραξη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στο Λευκό Οίκο, ενίσχυσε αυτό το χρόνο τον συγκεκριμένο κίνδυνο. Ο κος Τραμπ ουδέποτε έκρυψε την πρόθεσή του να υπονομεύσει τις ευρωπαϊκές κλιματικές δεσμεύσεις και να προωθήσει τη βιομηχανία σχιστολιθικού αερίου. Έχει δηλώσει απερίφραστα ότι προτεραιότητά του είναι η αναζωπύρωση της αμερικανικής βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων και η αποδόμηση των δεσμεύσεων της Συμφωνίας των Παρισίων.

Η πρόσδεση της Ελλάδας σε αυτή την ατζέντα, τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση επανεπιβεβαιώνει το European Green Deal και τους στόχους μείωσης εκπομπών κατά 55% έως το 2030, φαίνεται πολιτικά κοντόφθαλμη και στρατηγικά επικίνδυνη.


Η περιβαλλοντική και οικονομική διάσταση

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις WWF Greece και The Green Tank έχουν εκφράσει σοβαρές ενστάσεις. Η μέθοδος εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου (fracking), στην οποία στηρίζεται το αμερικανικό LNG, προκαλεί σημαντική επιβάρυνση στο περιβάλλον και υψηλές εκπομπές μεθανίου. Είναι πολλοί οι ειδικοί που υποστηρίζουν ότι το LNG που φτάνει στην Ευρώπη μέσω Αλεξανδρούπολης και Ρεβυθούσας είναι το πιο «βρώμικο» ενεργειακό προϊόν της αγοράς.

Η Ελλάδα, που πριν λίγα χρόνια πρωτοστατούσε στην πράσινη μετάβαση, εμφανίζεται τώρα να ηγείται μιας επιστροφής στα ορυκτά καύσιμα. Η ανατροπή στις επιλογές επί αυτού, του κου Μητσοτάκη, χωρίς μάλιστα κάποια τεκμηρίωση που να δικαιολογεί την αλλαγή αυτή, απαξιώνει ακόμη περισσότερο την Πολιτική τάξη, ηθική συνέπεια και αξιοπιστία. Από το βήμα του ΟΗΕ για το κλίμα το 2019 στη σημερινή του πολιτική υπάρχει άβυσσος. Μένει η εικόνα μιας άνευ ορίων προσπάθειας του ν'ανοίξει "παράθυρο επικοινωνίας" με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Από οικονομικής πλευράς, η εικόνα δεν είναι πιο αισιόδοξη: σύμφωνα με αξιόπιστες προσεγγίσεις, το κόστος εισαγωγής και οι επενδύσεις σε νέες υποδομές θα επιβαρύνουν υπέρμετρα τελικά τον εθνικό προϋπολογισμό και τελικά τους πολίτες. Η αναγκαία ευρωπαϊκή επιλογή για «απεξάρτηση» από τη Ρωσία μετατρέπεται για την Ελλάδα με τις σχετικές επιλογές σε υψηλού επιπέδου οικονομική εξάρτηση από τις ΗΠΑ.

Αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα: Γιατί το φυσικό αέριο να έρχεται αποκλειστικά από την άλλη άκρη του κόσμου, όταν υπάρχουν διαθέσιμες και πιο κοντινές πηγές στην Ανατολική Μεσόγειο, το Αζερμπαϊτζάν ή τη Βόρεια Αφρική; Η απάντηση είναι απλή – επειδή το θέμα δεν είναι ενεργειακό, αλλά γεωπολιτικό.


Μια πορεία απόκλισης από τις ευρωπαϊκές επιλογές

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χαράξει ήδη μια σαφή πορεία: απολιγνιτοποίηση, ενεργειακή αποδοτικότητα, ενίσχυση των ΑΠΕ και κοινή ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.

Η επιλογή της Ελλάδας να καταστεί δίαυλος του αμερικανικού LNG και να επαναφέρει τις εξορύξεις υδρογονανθράκων ή θα γίνει ευρωπαϊκή επιλογή ή διαφορετικά θα είναι πολιτική ενός κράτους μέλους που όμως θα το απομακρύνεται από τη συλλογική στρατηγική της Ένωσης.

Είναι προφανές και δεν είναι λίγοι πλέον επιστήμονες που υπενθυμίζουν ότι κάθε νέα επένδυση σε ορυκτά καύσιμα καθιστά δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας των Παρισίων.

Ενώ η Ευρώπη φαίνεται να συνεχίζει να κινείται προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών, η Ελλάδα αλλάζει ρότα και επανακάμπτει σε ένα βιομηχανικό μοντέλο του 20ού αιώνα.

Η αμήχανη σιωπή σε αυτή τη φάση των ευρωπαϊκών θεσμών για τη θέση της Ελλάδος και την αμερικανική ενεργειακή διείσδυση δεν αναιρεί το γεγονός ότι η στρατηγική αυτή αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές του Green Deal.


Το πολιτικό διακύβευμα: ΠΑΣΟΚ, Κεντροαριστερά και Ευρώπη

Η συζήτηση για το ενεργειακό δεν είναι μόνο τεχνική ή οικονομική.·Είναι βαθύτατα πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ, που τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει δώσει σημαντικά δείγματα περιβαλλοντικής ευαισθησίας και σημασία στη συμμετοχή της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, οφείλει να συζητήσει συλλογικά για τη θέση του.

Υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα του, που με συνέπεια προωθεί την ιδέα για ρεαλιστική αξιοποίηση των υδρογονανθράκων, με εξορύξεις στη χώρα και την ενεργητική συμμετοχή στον Κάθετο Διάδρομο όπως αυτός διαμορφώνεται. Αντανακλούν μια σχολή σκέψης που ΔΕΝ θεωρεί απλώς το αέριο ως «γέφυρα» μετάβασης σε μηδενική εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου και περιβαλλοντικά φιλική ενέργεια, όπως είναι η σκέψη στην Ε.Ε. αλλά κάτι περισσότερο...

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η θέση ή θα γίνει θέση της Ευρώπης ή θα χρειαστεί στην Ελλάδα να την επανεξετάσουμε ενταγμένη στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Να διαμορφωθεί δηλαδή μια προγραμματική βάση η οποία θα ξεκαθαρίζει και θα εδράζεται στο διεθνές πλαίσιο των επιλογών του ΟΗΕ και της Ε.Ε. στο οποίο έχει επιλέξει να είναι ενταγμένη η Ελλάδα.

Η κεντροαριστερά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, καλείται να διαμορφώσει ενιαία και συνεπή ενεργειακή πολιτική, συμβατή με τη Νέα Πράσινη Συμφωνία (New Green Deal). Η ενότητα αυτή δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια — είναι προϋπόθεση πολιτικής αξιοπιστίας και κοινωνικής νομιμοποίησης.

Η απομάκρυνση από την ευρωπαϊκή στρατηγική εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες, όχι το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον.


Επίλογος: Πατριωτισμός ή πατρηδοκαπηλία;

Η επιλογή της Ελλάδας να υπηρετήσει την αμερικανική στρατηγική του “drill, baby, drill” δεν είναι απλώς ενεργειακή. Είναι βαθιά πολιτική.

Στην πράξη, η χώρα εγκαταλείπει την ευρωπαϊκή πράσινη πρωτοπορία και προσδένεται σε μια λογική εκμετάλλευσης που εξυπηρετεί πρωτίστως ξένα γεωοικονομικά συμφέροντα.

Αργά ή γρήγορα, όπως δείχνουν και τα τελευταία αποτελέσματα των εκλογών σε πολιτείες των ΗΠΑ αλλά και στη πόλη της Νέας Υόρκης, η αδράνεια απέναντι στην κλιματική κρίση κάποια στιγμή, ελπίζουμε σύντομα, θα πάψει να είναι η κυρίαρχη. Όταν αυτό συμβεί, ποια θα είναι η θέση της Ελλάδας; Θα έχει επενδύσει σε μια πολιτική βιωσιμότητας εντός της Ε.Ε. ή θα βρεθεί δεμένη σε ένα παρωχημένο ενεργειακό αφήγημα;

Η Ελλάδα χρειάζεται μια νηφάλια επαναξιολόγηση της ενεργειακής της πορείας: με όρους βιωσιμότητας, αυτονομίας και ευρωπαϊκής συνοχής. Η πρόσδεση στο άρμα του Τραμπ μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρα χειροκροτήματα και επενδυτικές φωτογραφίες. Αλλά το τίμημα –οικονομικό, περιβαλλοντικό και πολιτικό– θα το πληρώσει η χώρα για δεκαετίες.

Η χώρα χρειάζεται μια σταθερή, συνεπή και μακροπρόθεσμη στρατηγική, σε απόλυτη σύμπνοια με την ευρωπαϊκή κατεύθυνση. Η πραγματική ενεργειακή ανεξαρτησία δεν επιτυγχάνεται με νέες εξαρτήσεις, αλλά με τη βούληση να καθορίζουμε εμείς, μέσα στην Ευρώπη, τη στρατηγική μας πορεία — με όρους καινοτομίας, πράσινης ανάπτυξης και υπευθυνότητας απέναντι στις επόμενες γενιές.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Με αφορμή τη συζήτηση για τα ΕΛΤΑ.

 

Υπάρχουν υπηρεσίες που είναι "κρίσιμες" για την λειτουργία της κοινωνίας κάθε χώρας, που ζει σε ανταγωνιστικές συνθήκες για την οικονομία, για την ποιότητα ζωής, για την ασφάλεια, για την επιλογή της για να οργανώσει κάποιος/α τη ζωή και το μέλλον του/της εκεί...

Αυτές οι "κρίσιμες υπηρεσίες", σε κάποιες περιπτώσεις συμπεριλαμβάνουν σημαντικό ποσοστό "δημόσιου" αγαθού (Musgrave 1957) και η ίδια υπηρεσία, σε άλλες περιπτώσεις συμπεριλαμβάνει περισσότερο ποσοστό "ιδιωτικού" αγαθού.

Είναι αυτό που στην οικονομική ανάλυση καταγράφεται ως "merit goods" και για τη δική μας χρήση τα αναφέρουμε ως "ιδιότυπα" αγαθά.

Με πιο απλά λόγια ανήκουν σε αυτά που θα ονομάζαμε μεικτά αγαθά, που η ίδια υπηρεσία π.χ. στο Καστελόριζο μπορεί να έχει περισσότερο χαρακτηριστικά "δημόσιου" αγαθού ενώ στο λεκανοπέδιο περισσότερο "ιδιωτικού" αγαθού.

Είτε πρόκειται για τα ΕΛΤΑ, είτε για τα λιμάνια, είτε για τις αστικές και υπεραστικές συγκοινωνίες, είτε για τα δίκτυα υπηρεσιών κοινωνικής ωφέλειας... είτε ακόμη και για τις σημαντικές όπως αυτές για την υγεία, την παιδεία, την ασφάλεια...

Με άλλα κριτήρια κλείνεις ή θέτεις σε λειτουργία και χρηματοδοτείς μια συγκοινωνία (ΚΤΕΛ) για τα χωριά της Β. Χίου και άλλα για τα "Αστυνομικά" της Ηλιούπολης...

Σε καμιά όμως από τις περιπτώσεις τα χρηματο-οικονομικά στοιχεία δεν μπορεί να αγνοούνται.

Αρκεί να ενσωματώνουμε "κοινωνικά προτάγματα" και εθνικές επιλογές, ποσοτικοποιώντας ποιοτικές παραμέτρους.

Κάτι που το ΥπερΤαμείο δεν θέλησε να το κάνει και πρέπει να του επιβληθεί με κοινοβουλευτική θεσμική διαδικασία επόπτευσης της ασυδοσίας του.

Η ανακατανομή των δαπανών ώστε να μπορούν να ενισχυθούν, όχι "κάθετα" σε όλη τη χώρα, αλλά σε όποια μέρη κρίνεται αναγκαία, οι υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, μπορεί και πρέπει να γίνει με επιχειρησιακό σχέδιο "κόστους & κοινωνικού οφέλους". Με ορθολογικό management της σύγχρονης εποχής για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Αυτή η αντίληψη θα συμβάλει ώστε αυτές οι υπηρεσίες να είναι εργαλείο ανάπτυξης και όχι σπατάλης για συντεχνίες και πελατειακές σχέσεις.

Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον ηλεκτρισμό.

Και γνώση υπάρχει και καλές πρακτικές, όχι μόνον από το εξωτερικό αλλά και εντός Ελλάδας.

Μη διολισθαίνουμε στο αποπροσανατολιστικό δίλλημα «κρατισμός ή ιδιωτικοποίηση»...

Στη περίπτωσή μας και τα δύο μπορούν να βλάψουν σοβαρά την υγεία της χώρας.

Και στο τέλος να παρασυρόμαστε από ιδεοληπτικές καρικατούρες της μανιχαϊστικής υποκουλτούρας και τοξικότητας.

Ακόμη και ο Δημόσιος τομέας μπορεί να αποδώσει καλύτερα αν λειτουργήσει σε ανταγωνιστικές συνθήκες. Αξιολόγησης και μέτρησης της ικανοποίησης των χρηστών του. Με την αξιοποίηση και ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων στους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς του.

Η Ελλάδα σε "Εμπλοκή" χωρίς όνομα: Ανάμεσα σε Συμφωνίες, Συμμαχίες και Σιωπές.

Υπάρχουν στιγμές που μια χώρα φαίνεται να εισέρχεται σε έναν πόλεμο όχι με τυμπανοκρουσίες, αλλά σχεδόν αθόρυβα — μέσα από τεχνικές αποφάσει...