Η πρόσφατη ανάληψη καθηκόντων ανώτατης διοίκησης στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ) — μέσω διαδικασιών που κατευθύνει και εποπτεύει το Υπερταμείο — επαναφέρει στο επίκεντρο την ανάγκη για μια θεσμική συζήτηση:
ποιος αποφασίζει για τη διοίκηση οργανισμών δημόσιου ενδιαφέροντος, που
χρηματοδοτούνται άμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και παράγουν μεικτό
αγαθό; Πώς αυτή η επιλογή τεκμηριώνεται και ποιος ελέγχει την ποιότητα
και συνέπειά της;
Οι αστικές συγκοινωνίες έχουν ευρύτατο
αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα μιας πόλης, σε σύγκριση με τις αντίστοιχές
της, την πρόσβαση των πολιτών της στην εργασία τους, των επισκεπτών της στα
μέρη ενδιαφέροντος τους, τις περιβαλλοντικές εκπομπές, την ποιότητα ζωής και τη
συνολική λειτουργία της μητροπολιτικής οικονομίας. Αυτό που παράγουν δεν είναι
“απλά υπηρεσίες μετακίνησης”: είναι ένα αναπτυξιακό και κοινωνικό αγαθό
με μετρήσιμες επιδράσεις στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών, δεν
αποτελούν δηλ. ούτε «καθαρό» “δημόσιο” αγαθό ούτε απλή “επιχειρηματική”
δραστηριότητα. Πρόκειται για “μεικτό αγαθό” με ισχυρές θετικές και
αρνητικές εξωτερικότητες, για αυτό και λειτουργούν σε καθεστώς μερικής
ανταποδοτικότητας, με έσοδα από κόμιστρα αλλά και συστηματική επιδότηση από
τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παρά την κεντρική σημασία αυτών των υπηρεσιών, η
επιλογή των ανώτατων μάνατζερς — με καθοριστικό ρόλο στη στρατηγική και
λειτουργική τους απόδοση — δεν τελεί υπό άμεσο δημοκρατικό έλεγχο. Το
Υπερταμείο, ως φορέας που διαχειρίζεται ένα μεγάλο χαρτοφυλάκιο θυγατρικών και
συμμετοχών του ελληνικού Δημοσίου, επιλέγει στελέχη για τις θυγατρικές του.
Ωστόσο, αυτή η διαδικασία δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτική ακρόαση ή έγκριση,
ούτε στην ίδια μορφή λογοδοσίας που απαιτείται για ανεξάρτητες αρχές ή κρίσιμα
Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
Το Υπερταμείο ιδρύθηκε σε συνθήκες ακραίας
δημοσιονομικής κρίσης, με σκοπό τη συγκέντρωση και ορθολογική διαχείριση
δημόσιων συμμετοχών. Η μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων εκτός της άμεσης
κυβερνητικής και κοινοβουλευτικής σφαίρας, τότε, θεωρήθηκε αναγκαία. Όμως,
δεκαπέντε χρόνια μετά, η παράταση αυτής της αρχιτεκτονικής χωρίς
επαναξιολόγηση δημιουργεί σοβαρό θεσμικό ερώτημα:
είναι συμβατό ένα τέτοιο μοντέλο με μια χώρα που δηλώνει ότι έχει εξέλθει από
το καθεστώς έκτακτης ανάγκης;
Ακόμα και αν το Υπερταμείο περιγράφει το έργο του
ως «λειτουργία στο δημόσιο ενδιαφέρον» και επιδιώκει τη συμμόρφωση με “καλές
πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης”, η πραγματικότητα των επιλογών μάνατζερς
δείχνει ένα θεσμικό κενό που μεγαλώνει στα μάτια των πολιτών και των ειδικών.
Η κουλτούρα
επιλογής και η «ίδια λίστα» στελεχών
Η κριτική προς το Υπερταμείο δεν αφορά μόνο την
καταγωγή του. Αφορά και τον τρόπο άσκησης των αρμοδιοτήτων του. Η επιλογή
ανώτατων στελεχών για θυγατρικούς οργανισμούς –όπως ο ΟΑΣΑ– γίνεται χωρίς
κοινοβουλευτική ακρόαση, χωρίς δημόσια σύγκριση εναλλακτικών υποψηφιοτήτων και
χωρίς θεσμική έγκριση από αιρετό όργανο. Δημιουργείται έτσι ένα κενό
λογοδοσίας: τα διοικητικά στελέχη διαχειρίζονται δημόσιους πόρους και
κοινωνικά κρίσιμες υπηρεσίες, αλλά δεν λογοδοτούν απευθείας σε δημοκρατικά
νομιμοποιημένο θεσμό.
Ένα από τα επαναλαμβανόμενα σημεία κριτικής είναι
ότι το Υπερταμείο εμφανίζει εμμονή σε συγκεκριμένο «cluster» συνεργασιών με
συμβουλευτικές εταιρείες και παρόχους επιλογής στελεχών, με αποτέλεσμα να
επανέρχονται τα ίδια βιογραφικά σε θέσεις υψηλού διοικητικού επιπέδου —
ανεξάρτητα από τη σχέση αυτών των στελεχών με το αντικείμενο της εταιρείας που
καλούνται να διοικήσουν.
Το ζήτημα οξύνεται όταν συνυπολογιστούν τα αποτελέσματα. Παρά τις
αλλεπάλληλες αλλαγές διοικήσεων και τις «βαριές» τεχνοκρατικές αναφορές στα
βιογραφικά τους, η ικανοποίηση των χρηστών των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας
παραμένει χαμηλή. Πλήθος δημοσιευμάτων και ερευνών κοινής γνώμης αναδεικνύουν
προβλήματα αξιοπιστίας, συχνότητας, καθαριότητας, προσβασιμότητας και
πληροφόρησης. Η υστέρηση αυτή διαρκεί και προφανώς μπορεί να αποδίδεται
αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς περιορισμούς, αλλά θέτει ευρύτερο θέμα
ικανότητας των επιλογών του management, δηλαδή θέτει ζήτημα ποιότητας διακυβέρνησης του
Οργανισμού.
Στην Ελλάδα, τα ερωτήματα γύρω από τη διαφάνεια
των επιλογών στελεχών από τον δημόσιο τομέα έχουν “σκανδαλίσει”, ιδιαιτέρως
λόγω πελατειακών και κομματικών σχέσεων. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση υποδαυλίζονται
όταν αυτές οι διαδικασίες μοιάζουν να στηρίζονται σε λίστες και φορείς εκτός
του “Συστήματος Διαφάνειας” που ισχύει για άλλες διαδικασίες επιλογής στελεχών,
αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πρόσβαση σε υψηλές θέσεις περνά μέσα από πολύ
συγκεκριμένα “κανάλια” συνδέσεων και επιχειρηματικών συμφερόντων — και όχι
μέσα από έναν ανοικτό, διαφανή και ανταγωνιστικό θεσμό επιλογής.
Έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι εξυπηρετούνται
ιδιαίτερα συμφέροντα ή έχουν μονοπωλιακή θέση από επανειλημμένες επιλογές με
παρόμοια μοτίβα και από την απουσία δημοσίων, συγκρίσιμων διαδικασιών επιλογής
— ειδικά σε οργανισμούς που παράγουν κρίσιμα κοινωνικά αγαθά. Αυτό το παράδοξο
επιτείνει τη δυσπιστία, ακόμα και όταν τα στελέχη διαθέτουν “βαριά βιογραφικά”.
ESG και
σύγχρονες απαιτήσεις διοίκησης
Στο στρατηγικό του σχέδιο, το Υπερταμείο
διακηρύσσει την πρόθεσή του να ευθυγραμμιστεί με αρχές ESG
(Περιβάλλον–Κοινωνία–Διακυβέρνηση) και να ενσωματώσει δείκτες απόδοσης που
σχετίζονται με αυτούς τους άξονες. Ωστόσο, η ίδια η διαδικασία επιλογής
διοικητικών στελεχών δεν αποτυπώνει πάντα πρακτική ενσωμάτωση των αξόνων ESG,
δηλαδή την ικανότητα των υποψηφίων να ενσωματώνουν κοινωνική και περιβαλλοντική
διάσταση στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων — παρά μόνο χρηματοοικονομική και
διαχειριστική επάρκεια. Αυτό αποτελεί θεσμική αντίφαση: οργανισμοί που
καλούνται να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον πρέπει να έχουν διοικήσεις με παραδοτέα
στοιχεία κοινωνικής ευαισθησίας, βιώσιμης στρατηγικής και διαφάνειας, όχι
μόνο οικονομικής διαχειριστικής επάρκειας.
Η διαφάνεια
και η «κουλτούρα» της δημόσιας λογοδοσίας
Σε σχέση με τον υπόλοιπο δημόσιο τομέα στην
Ελλάδα, όπου οι διαδικασίες πρόσβασης, προκηρύξεων και επιλογών εμφανίζονται
δημόσια μέσω υποχρεωτικής ανάρτησης δημόσιας διακήρυξης και άλλων πλαισίων
διαφάνειας, η λειτουργία του Υπερταμείου υστερεί στη μορφή δημόσιας
λογοδοσίας.
Το επίπεδο διαφάνειας που απαιτεί ένας δημόσιος οργανισμός που επηρεάζει το
κοινωνικό σύνολο δεν μπορεί να ταυτίζεται με εκείνο μιας κλειστής ιδιωτικής
διαδικασίας επιλογής μάνατζερ, ακόμα και αν αυτή συνοδεύεται από νομικές
υποχρεώσεις δημοσιοποίησης. Η αίσθηση ότι κρίσιμες επιλογές περνούν “από μέσα”
και όχι μέσα από ορθολογικό, δημοσίως ελεγχόμενο ανταγωνισμό, ενισχύει
την πολιτική δυσπιστία απέναντι στο ίδιο το μοντέλο.
Ευρωπαϊκά
πρότυπα: κοινοβουλευτική λογοδοσία και διαφάνεια
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι ο συνδυασμός
τεχνοκρατίας και δημοκρατικής λογοδοσίας μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα:
- Στη Γαλλία, οι διοικητικές επιλογές σε οργανισμούς όπως η RATP
υπόκεινται σε κοινοβουλευτική και πολιτική εποπτεία και όχι μόνο σε
μηχανισμούς εκτελεστικής επιλογής.
- Στη Γερμανία, επιχειρήσεις όπως η Deutsche Bahn έχουν σαφή θεσμική
επίβλεψη και έλεγχο από κοινοβουλευτικές επιτροπές, ενώ η επιλογή της
διοίκησης έχει περισσότερα στάδια δημόσιας λογοδοσίας.
- Σκανδιναβικές χώρες εφαρμόζουν αυστηρές διαδικασίες επιλογής, όπου οι
θεσμοί διοίκησης δημοσίων αγαθών πρέπει να αναδεικνύονται με δημόσια
κριτήρια, αξιολογήσεις απόδοσης και κοινωνικούς δείκτες, όχι μόνο
χρηματοοικονομικούς.
Σε αυτές τις χώρες, η δημοκρατική νομιμοποίηση
και η διαφάνεια δεν είναι απλώς «διακοσμητικές» — είναι μέρος της στρατηγικής
ποιότητας και κοινωνικής αποδοχής των οργανισμών δημόσιου ενδιαφέροντος.
Προτάσεις για
θεσμική αναβάθμιση
Ζητείται επομένως:
- Κοινοβουλευτική ακρόαση και έγκριση των ανώτατων διοικήσεων οργανισμών που παράγουν κοινωνικά και οικονομικά κρίσιμα αγαθά, με
αυξημένη πλειοψηφία. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως “Πόντιος Πιλάτος”
- Ανοικτές, ανταγωνιστικές διαδικασίες επιλογής, με σαφή κριτήρια ESG και κοινωνικής αξιολόγησης, όχι μονοδιάστατη
χρηματοοικονομική επάρκεια.
- Δημόσια δημοσιευμένα κριτήρια επιλογής, αιτιολόγηση των αποφάσεων και
σύγκριση υποψηφιοτήτων, ώστε να
αποφευχθούν αίσθηση “κλειστών λιστών” και “επαναλαμβανόμενων φακέλων”.
- Δημόσια και ανεξάρτητη αξιολόγηση αποτελεσμάτων τόσο των διοικήσεων όσο και των στρατηγικών επιλογών, με κοινωνικούς
δείκτες απόδοσης — όχι μόνο οικονομικούς.
Η Δημοκρατία δεν απειλείται από τον έλεγχο. Η
έλλειψη θεσμικών ελέγχων και η υπερβολική συγκέντρωση καθοριστικών επιλογών σε
ένα “ιδιωτικο-δημόσιο” σώμα, χωρίς άμεση λογοδοσία στη Βουλή και την
κοινωνία, απειλεί ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι υπηρετεί: την εμπιστοσύνη
και τη δημόσια αξία.
