Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Θλίψη και αγανάκτηση για την κατάρρευση του "κόσμου" των θεσμών συνεννόησης

Η Ελλάδα διάλεξε λάθος πλευρά της Ιστορίας στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό

Υπάρχουν στιγμές στη διεθνή πολιτική που δεν μετριούνται με ψήφους, αλλά με απουσίες.
Η πρόσφατη συνεδρίαση του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), όπου αναβλήθηκε η απόφαση για την υιοθέτηση του Net-Zero Framework, ήταν μια τέτοια στιγμή. Η αποχή της Ελλάδας από την κρίσιμη ψηφοφορία στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO) πριν από λίγες ημέρες είναι μια τέτοια στιγμή. Δεν ήταν μια απλή διαδικαστική στάση. Ήταν μια πολιτική επιλογή με βαρύ συμβολισμό — και με ακόμη βαρύτερες συνέπειες για το διεθνές κύρος της χώρας, για την ευρωπαϊκή συνοχή και για τη μάχη ενάντια στην κλιματική κρίση.

Η απαξίωση ενός θεσμού

Η συνεδρίαση του IMO, που επρόκειτο να επικυρώσει το λεγόμενο Net-Zero Framework, εξελίχθηκε σε διπλωματικό θρίλερ. Αντί για συναίνεση, επικράτησε ένα πρωτοφανές κύμα πιέσεων, παρεμβάσεων και παρασκηνιακών συνεννοήσεων που τελικά οδήγησαν σε αναβολή της απόφασης.
Η αναβολή αυτή, σύμφωνα με τις Financial Times, ήταν αποτέλεσμα μιας «οργανωμένης πίεσης» εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών και μιας συμμαχίας χωρών με ισχυρά ενεργειακά συμφέροντα, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία. Το Politico αποκάλυψε ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι έφτασαν στο σημείο να απειλήσουν αντιπροσώπους μικρών κρατών αλλά και Ευρωπαίους διπλωμάτες με αντίποινα, εάν επέμεναν στην επιβολή ενός παγκόσμιου μηχανισμού τιμολόγησης του άνθρακα στη ναυτιλία.

Οι καταγγελίες αυτές, επιβεβαιωμένες και από πηγές του Reuters, προκαλούν σοκ: ποτέ άλλοτε η διαδικασία ενός διεθνούς οργανισμού δεν είχε τόσο ωμά υποκατασταθεί από μια άσκηση γεωπολιτικής ισχύος. Ο IMO, ένας θεσμός που δημιουργήθηκε για να συνενώνει τα κράτη στη ρύθμιση της ναυτιλίας με κριτήριο την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα, μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων και στις φιλοδοξίες της πράσινης μετάβασης.

Η εικόνα της διαδικασίας ήταν αποκαρδιωτική. Οι πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών — σύμφωνα με πληθώρα διεθνών δημοσιευμάτων — ξεπέρασαν στα διπλωματικά όρια και έφτασαν σε αυτά του εκβιασμού. Διπλωμάτες μικρών κρατών αλλά ακόμη και της Ε.Ε. δέχτηκαν απειλές για κυρώσεις, περιορισμούς θεωρήσεων και εμπορικά αντίποινα, προκειμένου να μπλοκάρουν τη θέσπιση ενός παγκόσμιου μηχανισμού τιμολόγησης του άνθρακα στη ναυτιλία. Οι χώρες-παραγωγοί ορυκτών καυσίμων, με τη Σαουδική Αραβία να ηγείται, βρήκαν κατοχύρωσαν για ακόμη μια φορά τα συμφέροντά τους και τα κέρδη τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια αναβολή που μεταφράζεται σε χρόνια καθυστέρησης για την παγκόσμια δράση ενάντια στην κλιματική κρίση.

Η αποχή που μετρά σαν ψήφος

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Ελλάδα — μαζί με την Κύπρο — επέλεξε την αποχή. Στην πράξη, αυτή η αποχή λειτούργησε υπέρ της αναβολής. Κι αυτό το γνωρίζουν όλοι οι διπλωμάτες που συμμετείχαν στη διαδικασία.

Η Lloyd’s List, η πιο έγκυρη φωνή της ναυτιλιακής δημοσιογραφίας, μετέφερε την οργή αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίοι μιλούν για «διάρρηξη της ευρωπαϊκής ενότητας» και εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο νομικών κινήσεων κατά των δύο χωρών. Το άρθρο υπό τον τίτλο “Furious officials consider legal action after Greece and Cyprus break EU unity at IMO” περιγράφει με αφοπλιστική σαφήνεια την έκταση της δυσαρέσκειας.

Η αποχή, επομένως, δεν ήταν μια πράξη ουδετερότητας. Ήταν μια πράξη ευθυγράμμισης με το μπλοκ των ΗΠΑ, των πετρελαιοπαραγωγών και των χωρών που επιδιώκουν τη διατήρηση του status quo στη ναυτιλία και την αδράνεια στο κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής.

Δεν πρόκειται για μια γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή: η Ελλάδα, μέλος της Ε.Ε. και συνδιαμορφωτής του ευρωπαϊκού Green Deal, ευθυγραμμίστηκε ουσιαστικά με την Ουάσιγκτον του Τραμπ, με τη Σαουδική Αραβία και άλλους εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων, καθώς και με τα ναυτιλιακά λόμπι που βλέπουν κάθε ρύθμιση ως απειλή στα κέρδη τους.

Σε αυτό το σκηνικό, η Ελλάδα — η χώρα με μεγάλη εμπορική ναυτιλία στον κόσμο και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης — επέλεξε να απέχει. Μαζί με την Κύπρο, αποστασιοποιήθηκε από την κοινή ευρωπαϊκή θέση και ευθυγραμμίστηκε, με το μέτωπο των Ηνωμένων Πολιτειών και των πετρελαιοπαραγωγών κρατών. Ήταν μια επιλογή που σόκαρε τους ευρωπαίους εταίρους και προκάλεσε κύμα αγανάκτησης στις Βρυξέλλες, όπως αποκάλυψαν τα ρεπορτάζ των Lloyd’s List, Financial Times και Reuters.

Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς ηθικό ολίσθημα· είναι στρατηγικό λάθος.
Η Ελλάδα, χώρα που εξαρτά την ασφάλειά της από την ευρωπαϊκή συνοχή, και την επιρροή της από την ήπια ισχύ των διεθνών θεσμών, υποτάσσει σήμερα αυτά τα δύο θεμέλια — Ευρώπη και ΟΗΕ — στις πιέσεις των πλοιοκτητών και των πετρελαιοπαραγωγών.

Με το να αποδυναμώνει τα πρωτόκολλα λειτουργίας του IMO, η Ελλάδα πριονίζει το ίδιο το θεσμικό κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται: το δίκαιο της θάλασσας, την πολυμερή διακυβέρνηση, την ισορροπία ισχύος στους διεθνείς οργανισμούς.

Η στάση αυτή δεν είναι απλώς μια διπλωματική διαφοροποίηση. Είναι μια πολιτική και ηθική αποστασία.

Από τη σύμπλευση στην αποστασία

Η στάση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, αν συγκριθεί με τη θέση που είχε κρατήσει η Ελλάδα λίγους μήνες νωρίτερα, στην εαρινή συνεδρίαση του IMO. Τότε, η ελληνική αντιπροσωπεία είχε συνταχθεί με την ευρωπαϊκή γραμμή που στήριζε την πρόταση της Επιτροπής για ένα ρεαλιστικό, αλλά δεσμευτικό πλαίσιο μετάβασης της ναυτιλίας σε μηδενικές εκπομπές.

Τι άλλαξε;
Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, ο παράγοντας που έγειρε την πλάστιγγα ήταν η πίεση της ελληνικής πλοιοκτησίας. Ενώσεις και εκπρόσωποι μεγάλων ναυτιλιακών συμφερόντων υποστήριξαν ότι ο παγκόσμιος φόρος άνθρακα θα δημιουργούσε «στρεβλώσεις ανταγωνισμού» και ότι η Ε.Ε. επιχειρεί να επιβάλει κανόνες στους οποίους η ναυτιλία δεν είναι έτοιμη να ανταποκριθεί.

Το επιχείρημα αυτό, επαναλαμβανόμενο επί δεκαετίες, προσφέρει άλλοθι, όχι λύση. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η ταχύτητα της μετάβασης, αλλά η απουσία δέσμευσης. Κι όταν η χώρα που ελέγχει μεγάλο ποσοστό χωρητικότητας της παγκόσμιας χωρητικότητας δηλώνει αποχή, το μήνυμα που εκπέμπει είναι ότι η ηγεσία της ναυτιλίας επιλέγει το “το στρίβειν αντί του αρραβώνος” και την ανάληψη της απαιτούμενης ηγετικής ευθύνης.

H αναβολή αυτή δημιουργεί ένα κενό πολιτικής που αυξάνει τον κίνδυνο ρυθμιστικού κατακερματισμού. Με το Net-Zero Framework σε εκκρεμότητα, οι περιφερειακές πρωτοβουλίες επιταχύνουν ανεξάρτητα:

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εντάξει τη ναυτιλία στο σύστημα εμπορίας εκπομπών (EU ETS) από τον Ιανουάριο του 2024, το οποίο θα ολοκληρωθεί πλήρως έως το 2026. Η Ασία (Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Κίνα) επενδύει σε υποδομές εναλλακτικών καυσίμων και “πράσινους θαλάσσιους διαδρόμους”. Οι ΗΠΑ απορρίπτουν έναν εθνικό φόρο άνθρακα, αλλά χρηματοδοτούν εκτεταμένα έργα ηλεκτροδότησης λιμένων μέσω του Port Infrastructure Development Program (PIDP). Η Σαουδική Αραβία, στο πλαίσιο του Vision 2030, προωθεί την ανάπτυξη τεχνολογιών υδρογόνου και δέσμευσης άνθρακα, φιλοδοξώντας να εξελιχθεί σε προμηθευτή «χαμηλού άνθρακα» ενέργειας για τις διεθνείς αγορές.

Χωρίς έναν ενιαίο παγκόσμιο μηχανισμό τιμολόγησης άνθρακα, η ναυτιλία οδεύει προς μια πολυκεντρική ρυθμιστική πραγματικότητα, όπου οι πλοιοκτήτες θα πρέπει να συμμορφώνονται με διαφορετικά συστήματα ανάλογα με την περιοχή δραστηριότητας τους.

Έχουμε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα. Η Ευρώπη κινείται, η Κίνα επενδύει μαζικά σε πράσινη τεχνολογία, ακόμη και οι μεγάλες πετρελαϊκές αναδιαμορφώνουν το αφήγημά τους. Μόνο η Ελλάδα, η χώρα με τη μεγαλύτερη ναυτική ιστορία, δείχνει να μένει πίσω, εγκλωβισμένη στην προστασία ενός μοντέλου που φθίνει.

Η διπλωματική ζημία

Η απόφαση αυτή είχε και βαρύ διπλωματικό κόστος.
Η Ελλάδα, που τα τελευταία χρόνια προβαλλόταν ως πυλώνας ευρωπαϊκής σταθερότητας και νηφαλιότητας, εμφανίστηκε ξαφνικά ως απρόβλεπτος εταίρος. Η Ελλάδα, η οποία την άνοιξη είχε συνταχθεί με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού, αλλά δεσμευτικού πλαισίου απανθρακοποίησης της ναυτιλίας, υποχώρησε τώρα κάτω από το βάρος των εσωτερικών πιέσεων της ναυτιλιακής της ελίτ. Μιας ελίτ που, ενώ επωφελείται από την ευρωπαϊκή οικονομική και θεσμική ασφάλεια, επιμένει να αντιμετωπίζει κάθε περιβαλλοντικό κανόνα ως απειλή στα συμφέροντά της.

Στις Βρυξέλλες, η αποχή ερμηνεύτηκε ως αποστασιοποίηση από την κοινή γραμμή και ως σαφές μήνυμα ότι τα εθνικά συμφέροντα — ή μάλλον τα συμφέροντα συγκεκριμένων οικονομικών ομάδων — υπερισχύουν των συλλογικών ευρωπαϊκών δεσμεύσεων.

Η ελληνική αποχή παρουσιάστηκε ως «ρεαλισμός». Ωστόσο, ο ρεαλισμός δεν είναι συνώνυμος με τον κυνισμό. Δεν μπορεί να σημαίνει ότι, για να προστατεύσουμε τα βραχυπρόθεσμα κέρδη μιας βιομηχανίας, θα θυσιάσουμε τη συλλογική προσπάθεια του πλανήτη να επιβιώσει. Η επιλογή της Ελλάδας δεν ήταν τεχνική — ήταν βαθύτατα πολιτική. Και το πολιτικό της αποτύπωμα είναι βαρύ: αποδυναμώνει την ευρωπαϊκή συνοχή, αποξενώνει συμμάχους και ενισχύει τη ρητορική όσων βλέπουν την κλιματική μετάβαση ως «απειλή» και όχι ως ευκαιρία.

Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, το μήνυμα ήταν διαφορετικό: η Ουάσιγκτον χαιρέτισε την «πραγματιστική στάση» της Ελλάδας, αλλά κανείς δεν αγνοεί ότι το χειροκρότημα αυτό προέρχεται από μια κυβέρνηση που προετοιμάζεται για επιστροφή Τραμπικού προστατευτισμού. Το να συνταχθεί η Αθήνα με αυτό το μπλοκ, έστω και συγκυριακά, είναι λάθος στρατηγικής και ιστορικής εμβέλειας.

Στην πράξη, η Ελλάδα συντάχθηκε — έστω σιωπηρά — με το στρατόπεδο του Τραμπισμού, των πετρελαιοπαραγωγών χωρών και της διεθνούς ναυτιλιακής ολιγαρχίας που αντιστέκεται λυσσαλέα σε κάθε ρύθμιση για τη μείωση εκπομπών. Και το έκανε, εις βάρος των δικών της γεωστρατηγικών συμφερόντων, εις βάρος της ευρωπαϊκής συνοχής, εις βάρος της θεσμικής υπόστασης των ίδιων των οργάνων του ΟΗΕ.

Η ηθική διάσταση

Το τραγικότερο, ωστόσο, είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία ανέδειξε μια βαθύτερη θεσμική παρακμή. Οι διεθνείς οργανισμοί που ιδρύθηκαν για να συντονίζουν πολιτικές προς όφελος του κοινού καλού — από τον ΟΗΕ μέχρι τον IMO — φαίνεται πως χάνουν τον ρόλο τους μέσα σε ένα σύστημα που προκρίνει τη δύναμη έναντι του κανόνα. Η θλίψη δεν αφορά μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και τον τρόπο: η απουσία διαφάνειας, οι κλειστές συμμαχίες, οι πιέσεις πίσω από κλειστές πόρτες.

Στην πράξη, καταργήθηκε κάθε πρωτόκολλο θεσμικής ευπρέπειας. Κράτη απείλησαν άλλα κράτη, επιχειρηματικά λόμπι καθόρισαν γραμμές ψηφοφορίας και ο ίδιος ο θεσμός της διεθνούς συνεννόησης υπέστη πλήγμα στην αξιοπιστία του.

Υπάρχει λοιπόν κάτι βαθύτερο, πέρα από την πολιτική διάσταση: η θεσμική παρακμή που αποκαλύφθηκε στον IMO. Όταν οι διεθνείς οργανισμοί, αντί να αποτελούν πεδίο συνεννόησης, μετατρέπονται σε σκηνή ωμής γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, τότε η ίδια η έννοια της διεθνούς διακυβέρνησης υπονομεύεται. Το μήνυμα που εκπέμφθηκε είναι ότι οι κανόνες γράφονται ξανά — όχι από τη συλλογική βούληση, αλλά από εκείνον που έχει μεγαλύτερη ενεργειακή επιρροή και τελικά δύναμη.

Στον κόσμο που αναδύεται, η κλιματική πολιτική είναι ο νέος καθρέφτης της δημοκρατίας. Όποιος κλείνει τα μάτια στην ευθύνη του, δεν προστατεύει την οικονομία του· απλώς καθυστερεί το αναπόφευκτο και μεταθέτει το κόστος στις επόμενες γενιές. Η Ελλάδα όφειλε να είναι φάρος νηφαλιότητας και πρωτοβουλίας. Αντ’ αυτού, έγινε σύμβολο της αμηχανίας και του βραχυπρόθεσμου υπολογισμού.

Η Ελλάδα στη λάθος πλευρά

Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη συνιστά μια στρατηγική οπισθοχώρηση. Αντί να πρωταγωνιστήσει στη διαμόρφωση των κανόνων για τη ναυτιλία του μέλλοντος, εγκλωβίστηκε στην υπεράσπιση μιας βιομηχανίας που φοβάται να αλλάξει. Αντί να εκπέμψει το μήνυμα της πράσινης ναυτιλίας, εξέπεμψε σήμα πολιτικού φόβου και οικονομικού συντηρητισμού.

Η Ελλάδα, που ιστορικά υπερηφανευόταν ότι οικοδομεί γέφυρες ανάμεσα στην Ευρώπη και τη διεθνή ναυτιλία, σήμερα βρίσκεται εκτεθειμένη. Η επιλογή της αποχής δεν την προστάτεψε· την απομόνωσε. Την εμφάνισε ως δύναμη που διστάζει να υπερασπιστεί τις αξίες που υποτίθεται ότι μοιράζεται με την Ευρώπη: τη διαφάνεια, την ευθύνη, την πίστη στους θεσμούς. Και το χειρότερο — την εμφάνισε να συντάσσεται, έστω και άρρητα, με την επιστροφή του Τραμπικού καιροσκοπισμού στη διεθνή σκηνή.

Θλίψη, γιατί χάθηκε μια ευκαιρία να αποδειχθεί ότι η ναυτιλία μπορεί να ηγηθεί της μετάβασης και γιατί το περιστατικό αυτό δεν αφορά μόνο τη ναυτιλία. Αφορά το ίδιο το μέλλον της διεθνούς συνεννόησης. Αν οι θεσμοί που κάποτε δημιουργήθηκαν για να προστατεύουν το συλλογικό συμφέρον γίνονται πλέον εργαλεία πίεσης και αναβολής, τότε χάνουμε κάτι πιο ουσιαστικό από μια ψηφοφορία — χάνουμε την πίστη μας στη δυνατότητα του κόσμου να συνεννοηθεί.
Αγανάκτηση, γιατί οι θεσμοί που χτίστηκαν για να προστατεύουν το συλλογικό καλό μετατράπηκαν σε εργαλεία πιέσεων και φοβίας.
Και αν κάτι οφείλουμε να θυμόμαστε από αυτή τη συνεδρίαση, είναι ότι η αποχή είναι συγκεκριμένη επιλογή. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν η πιο οδυνηρή από όλες. Γιατί η Ελλάδα, χώρα με μακραίωνη ναυτική παράδοση και ευρωπαϊκή ταυτότητα, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Δεν ήταν απλώς απούσα· ήταν παρούσα στη λάθος πλευρά.
Κάποιοι μπορεί να το αποκαλέσουν ρεαλισμό.
Η Ιστορία, ωστόσο, θα το θυμάται ως δειλία.

Και το τίμημα είναι διπλό:
– Πρώτον, διπλωματικό, καθώς η χώρα απομονώνεται εντός της Ε.Ε. σε ένα ζήτημα υψηλής πολιτικής σημασίας.
– Δεύτερον, ηθικό, καθώς η Ελλάδα εμφανίζεται να εγκαταλείπει το όραμα της βιωσιμότητας, συντασσόμενη με τον Τραμπικό κυνισμό και τα πετρελαϊκά λόμπι.

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Να βάλουμε ένα τέλος στην ανεξέλεγκτη αποκλειστικότητα του ΥπερΤαμείου στην διαχείριση της δημόσιας περιουσίας.

Η δημόσια περιουσία μιας χώρας δεν είναι απλώς ένα άθροισμα υποδομών, ακινήτων ή επιχειρήσεων. Είναι ο συλλογικός πλούτος ενός λαού, το θεμέλιο της εθνικής κυριαρχίας και το υλικό υπόβαθρο της δημοκρατίας.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την επιβολή των μνημονιακών δεσμεύσεων, η Ελλάδα εξακολουθεί να ζει υπό τη σκιά θεσμών που δημιουργήθηκαν σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας και εθνικής εξάρτησης. Ένας από αυτούς, το λεγόμενο Υπερταμείο —ή αλλιώς Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ)— συγκεντρώνει σήμερα έναν τεράστιο όγκο δημόσιας περιουσίας, με εντολή διαχείρισης και αξιοποίησης σύμφωνα με τις «βέλτιστες πρακτικές» που επιβλήθηκαν από τους θεσμούς.

Από το 2012 και οριστικά το 2016 και εξής, η διαχείριση αυτού του πλούτου μεταφέρθηκε, σταδιακά, σε έναν θεσμό που λειτουργεί εκτός ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου: το Υπερταμείο.

Με τον νόμο του 2024, που κατήργησε και ενσωμάτωσε το ΤΑΙΠΕΔ στο Υπερταμείο, η χώρα βρέθηκε ενώπιον ενός θεσμού με τεράστιες αρμοδιότητες αλλά ελάχιστη δημοκρατική λογοδοσία.

Το ΤΑΙΠΕΔ, άλλωστε, είχε ιδρύθεί με μοναδικό σκοπό την εκποίηση δημόσιας περιουσίας, υπό το πρόσχημα της προσέλκυσης επενδύσεων και της μείωσης του δημόσιου χρέους. Στην πράξη, όμως, λειτούργησε ως μηχανισμός μεταβίβασης στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων του ελληνικού λαού σε ξένα συμφέροντα, συχνά σε τιμές που δεν ανταποκρίνονταν ούτε καν στην αντικειμενική αξία τους.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι η λειτουργία του Υπερταμείου παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική εκείνου του «αποικιοκρατικού» θεσμού. Οι προτεραιότητες καθορίζονται όχι από τις κοινωνικές ανάγκες ή το δημόσιο συμφέρον, αλλά από οικονομικούς δείκτες και αποδόσεις που εξυπηρετούν τις δεσμεύσεις προς τους δανειστές. Η ελληνική κυβέρνηση —όποια κι αν είναι— περιορίζεται συχνά στον ρόλο του θεατή, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση κριτήρια «αποδοτικότητας» και όχι κοινωνικής ωφέλειας.

Αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να συνεχιστεί αδιαμφισβήτητα. Η Ελλάδα του 2025 δεν είναι η Ελλάδα του 2010. Έχοντας αποδείξει δημοσιονομική σταθερότητα και θεσμική ωριμότητα, η χώρα έχει κάθε δικαίωμα —και υποχρέωση— να επανεξετάσει τη συμφωνία με τους θεσμούς ως προς τη δομή, τις αρμοδιότητες και τη στοχοθεσία του Υπερταμείου. Το αίτημα δεν είναι απλώς οικονομικό· είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και δημοκρατικής λογοδοσίας.

Ένα νέο θεσμικό πλαίσιο πρέπει να διασφαλίζει ότι:

·       Η δημόσια περιουσία θα αξιοποιείται με όρους κοινωνικού οφέλους και βιώσιμης ανάπτυξης, όχι απλώς οικονομικής εκποίησης.

·       Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με διαφάνεια και λογοδοσία απέναντι στο Κοινοβούλιο και την κοινωνία.

·       Θα υπάρχει σαφής εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός για τις υποδομές, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τους φυσικούς πόρους — και όχι αποσπασματικές κινήσεις με γνώμονα το πρόσκαιρο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

Η επανδιαπραγμάτευση με τους θεσμούς για το ρόλο του Υπερταμείου δεν είναι πράξη αμφισβήτησης της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας· είναι πράξη ωριμότητας και αυτοπροσδιορισμού. Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει τον έλεγχο των εργαλείων που καθορίζουν το αναπτυξιακό της μέλλον — και να αποτινάξει, επιτέλους, την αποικιοκρατική λογική που σφράγισε την περίοδο των μνημονίων.

Αυτή η θεσμική ασυλία, που δεν συναντάται σε κανένα άλλο όργανο διαχείρισης δημόσιας περιουσίας στην Ευρώπη, δημιουργεί ένα περιβάλλον αδιαφάνειας, ανισότητας και υπονόμευσης του δημοσίου συμφέροντος. Οι πρόσφατες αποφάσεις —όπως η παραχώρηση λιμανιών σε ιδιώτες με ασαφή οικονομικά οφέλη για το κράτος ή το κλείσιμο καταστημάτων των Ελληνικών Ταχυδρομείων στην περιφέρεια, με σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις— αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος.

Το Υπερταμείο, όπως λειτουργεί σήμερα, δεν υπηρετεί ούτε την ανάπτυξη ούτε τη διαφάνεια, αλλά ένα μοντέλο διαχείρισης που αποξενώνει το κράτος από τον δημόσιο πλούτο του και μετατρέπει την οικονομική πολιτική σε τεχνοκρατική διαχείριση «χαρτοφυλακίων». Αυτή η κατάσταση δεν είναι απλώς θεσμικά στρεβλή — είναι δημοκρατικά ανεπίτρεπτη.


Η θεσμική αντίφαση του Υπερταμείου

Το Υπερταμείο συγκεντρώνει τη διαχείριση επιχειρήσεων, υποδομών και ακινήτων του Δημοσίου, με στόχο –τυπικά– την «αξιοποίηση» και τη βελτίωση της αποδοτικότητας.

Όμως, πίσω από τη ρητορική της τεχνοκρατίας, κρύβεται μια βαθιά θεσμική αντίφαση: ενώ έχει ως μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, οι δανειστές διατηρούν αποφασιστικό ρόλο στην εποπτεία και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων μέσω του Εποπτικού Συμβουλίου.

Το Υπερταμείο λειτουργεί με εταιρική μορφή ιδιωτικού δικαίου, τα στελέχη του απολαμβάνουν ακαταδίωκτο, και οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε προληπτικό ή ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Έτσι, κρίσιμες αποφάσεις για τη δημόσια περιουσία –όπως η παραχώρηση λιμανιών, η εκχώρηση υποδομών ή ακόμη και το κλείσιμο υποκαταστημάτων των Ελληνικών Ταχυδρομείων στην περιφέρεια– λαμβάνονται χωρίς δημόσια λογοδοσία και χωρίς κοινωνική συμμετοχή.

Η μετατροπή της διαχείρισης δημόσιου πλούτου σε τεχνοκρατικό εγχείρημα “εκτός πολιτικής” οδηγεί, στην πράξη, σε αποπολιτικοποίηση θεμελιωδών επιλογών. Πρόκειται για ένα είδος «τεχνότροπης εξουσίας» εις βάρος της δημοκρατίας – όπου η αποτελεσματικότητα υποκαθιστά τη νομιμοποίηση.

Η Ελλάδα του 2025 οφείλει να διεκδικήσει την επανδιαπραγμάτευση με τους θεσμούς σχετικά με τον ρόλο και τη λειτουργία του Υπερταμείου. Όχι για να ανατρέψει μεταρρυθμίσεις, αλλά για να επαναφέρει τη δημόσια περιουσία στον πυρήνα της δημοκρατικής νομιμότητας. Το Υπερταμείο πρέπει να καταστεί εργαλείο αναπτυξιακού σχεδιασμού και κοινωνικής πολιτικής, όχι μηχανισμός διαχείρισης «αξιών» με γνώμονα τις αγορές.

Η επανεξέταση των όρων λειτουργίας του —ιδίως της θεσμικής του ανεξαρτησίας, της λογοδοσίας και του ακαταδίωκτου— δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας, διαφάνειας και πολιτικής αξιοπρέπειας.

Η χώρα δεν μπορεί να συνεχίζει να πορεύεται με μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν για την εποχή της κρίσης, όταν σήμερα χρειάζεται θεσμούς ανάπτυξης, συμμετοχής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η επαναδιαπραγμάτευση του ρόλου του Υπερταμείου είναι, επομένως, αναγκαία πράξη αυτοδιάθεσης — και ίσως το πρώτο πραγματικό βήμα προς μια μεταμνημονιακή Ελλάδα.


Η διεθνής εμπειρία: η δημοκρατική λογοδοσία ως κανόνας

Η ελληνική περίπτωση δεν είναι συγκρίσιμη με τα επιτυχημένα παραδείγματα διεθνών θεσμών διαχείρισης δημόσιας περιουσίας. Σε χώρες όπως η Νορβηγία, η Γαλλία ή η Αυστρία οι φορείς διαχείρισης δημόσιας περιουσίας διέπονται από σαφή κοινοβουλευτικό έλεγχο. Στην Ελλάδα, αντίθετα, παραμένει ένας θεσμός όπου ακόμη και σήμερα, παρά την έξοδο από τα μνημόνια, εξακολουθεί να υπερισχύει των θεσμών της Δημοκρατίας.

Ειδικότερα, η μελέτη του Public Services International Research Unit (PSIRU) και του Transnational Institute για το θέμα του δημόσιου ιδιοκτησιακού καθεστώτος – Designing Future Public Ownership (D. Hall, 2022).

Η αρχή της επικουρικότητας και τα όρια της επιτήρησης

Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η αρχή της επικουρικότητας ορίζει ότι οι υπερεθνικοί θεσμοί παρεμβαίνουν μόνο όταν οι στόχοι δεν μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικά από τα κράτη-μέλη. Η διαχείριση δημόσιας περιουσίας, όμως, είναι κατεξοχήν πράξη εθνικής κυριαρχίας. Κατά συνέπεια, η συνέχιση ενός πλαισίου εποπτείας από θεσμούς εκτός της ελληνικής δημοκρατικής νομιμότητας αποτελεί αντίφαση με τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό (βλ. Loukas Tsoukalis κ.ά.).

Η Ελλάδα, έχοντας εξέλθει από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, έχει θεσμικά το δικαίωμα να επαναδιαπραγματευθεί τη λειτουργία του Υπερταμείου. Αυτή η διαπραγμάτευση δεν θα είναι πράξη “ανυπακοής”, αλλά άσκηση δημοκρατικής αυτονομίας εντός της Ένωσης.

Στην περίπτωση του Υπερταμείου, όμως, η παρέμβαση των «θεσμών» δεν αφορούσε καν ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά διαχείριση εθνικής περιουσίας, ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας. Το γεγονός ότι αυτή η δομή επιβλήθηκε και συντηρείται με ευρωπαϊκή νομιμοποίηση αποτελεί αντίφαση με την ίδια τη φιλοσοφία της επικουρικότητας.

Η Ελλάδα έχει, επομένως, κάθε δικαίωμα —και καθήκον— να ζητήσει επανεξέταση των όρων λειτουργίας του Υπερταμείου στο πλαίσιο της Ε.Ε., επικαλούμενη την ανάγκη επαναφοράς της αρμοδιότητας στον εθνικό νομοθέτη και στην ελληνική διοίκηση.

Ποιοι δημιούργησαν το Υπερταμείο και ποιοι μπορούν να το αλλάξουν

Η ίδρυση του Υπερταμείου προήλθε από διεθνή συμφωνία (Μνημόνιο Συνεννόησης 2015) και εθνική νομοθετική πράξη (Ν. 4389/2016), με τη σύμφωνη γνώμη των θεσμών. Συνεπώς, ο νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να μεταβάλει το καθεστώς λειτουργίας του, εφόσον η χώρα δεν βρίσκεται υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας — κάτι που ισχύει από το 2022.

Η Βουλή των Ελλήνων μπορεί:

  1. Να τροποποιήσει τις διατάξεις που αφορούν τη νομική μορφή και τις αρμοδιότητες του Υπερταμείου, μετατρέποντάς το σε δημόσιο φορέα πλήρους λογοδοσίας.
  2. Να καταργήσει το ακαταδίωκτο των στελεχών, εξασφαλίζοντας καθεστώς πειθαρχικού και ποινικού ελέγχου.
  3. Να επαναφέρει τη λογοδοσία στο Κοινοβούλιο, με υποχρέωση ετήσιου απολογισμού και κοινοβουλευτικής ακρόασης.
  4. Να διαπραγματευθεί εκ νέου με τους θεσμούς την εποπτεία του Εποπτικού Συμβουλίου, επικαλούμενη την αρχή της επικουρικότητας και τη λήξη των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Οποιαδήποτε τέτοια πρωτοβουλία δεν θα συνιστούσε «ρήξη», αλλά θεσμική αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής εποπτείας.


Πρόταση: Δημόσιο Ταμείο Περιουσίας υπό κοινοβουλευτικό έλεγχο

Η απάντηση δεν είναι ένας λαϊκισμός, με φωνές για κατάργηση του Υπερταμείου, αλλά η οικοδόμηση ενός νέου θεσμού, καθαρής ελληνικής ιδιοκτησίας – ενός Δημόσιου Ταμείου Περιουσίας (ΔΤΠ) που θα λειτουργεί με δημοκρατική λογοδοσία και πλήρη διαφάνεια.

Βασικές αρχές του νέου θεσμού:

  1. Δημοκρατική νομιμοποίηση: υποχρεωτική κατάθεση ετήσιων εκθέσεων και συμβάσεων στο Κοινοβούλιο, δημόσια ακρόαση της διοίκησης, πρόσβαση πολιτών στα δεδομένα.
  2. Εθνικός χαρακτήρας: μικρότερη δυνατή επιρροή ή ρόλος εξωτερικών “θεσμών” στη λήψη αποφάσεων.
  3. Διαχωρισμός λειτουργιών: ανεξάρτητη διαχείριση, αξιοποίηση και εποπτεία – ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων.
  4. Ρήτρες επαναφοράς (clawback): το Δημόσιο να έχει το δικαίωμα αναθεώρησης ή ανάκλησης συμβάσεων αν δεν τηρούνται κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί ή εθνικοί στόχοι.
  5. Σταδιακή μετάβαση: μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε βάθος 5–7 ετών, με εποπτεία στο ρόλο του Υπερταμείου.

Ο νέος φορέας θα μπορούσε να λειτουργήσει με θεσμική κατοχύρωση υψηλής προστασίας, π.χ. με νόμο αυξημένης πλειοψηφίας, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια και η ανεξαρτησία του. Παράλληλα, θα επιδιώκει τεχνική συνδρομή από την Ε.Ε. ή διεθνείς οργανισμούς.


 

Επίλογος

Το Υπερταμείο, όπως λειτουργεί σήμερα, είναι ένας θεσμός αποκομμένος από τη δημοκρατία. Δημιουργήθηκε ως έκτακτο εργαλείο σε εποχή κρίσης, αλλά διαιωνίζεται ως θεσμός κανονικότητας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει υπό ένα πλαίσιο “τεχνοκρατικού επιτηρητισμού” όταν έχει αποδείξει τη θεσμική της ωριμότητα.

Το Υπερταμείο δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως θεσμικός αυτόνομος μηχανισμός χωρίς πολιτική λογοδοσία. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον «χώρα προγράμματος»· είναι ισότιμο μέλος της Ένωσης.
Η επαναδιαπραγμάτευση του ρόλου του Υπερταμείου, με βάση τις αρχές της επικουρικότητας, της διαφάνειας και της δημοκρατικής ευθύνης, δεν είναι αίτημα συγκυριακό — είναι προϋπόθεση θεσμικής ωρίμανσης.

Η Βουλή έχει τον πρώτο λόγο και την τελική ευθύνη να το πράξει. Η ανάκτηση του ελέγχου της δημόσιας περιουσίας δεν είναι απλώς πράξη πολιτικής αυτονομίας. Είναι πράξη εθνικής αξιοπρέπειας.

Η δημιουργία ενός Δημοσίου Ταμείου Περιουσίας με κοινοβουλευτικό έλεγχο, διαφάνεια και εθνική κυριαρχία δεν είναι απλώς θεσμική μεταρρύθμιση· είναι πολιτική πράξη δημοκρατικής αυτοδιάθεσης.

Η δημόσια περιουσία δεν είναι χρηματοοικονομικό χαρτοφυλάκιο. Είναι το μέτρο της ελευθερίας μιας κοινωνίας να αποφασίζει για το μέλλον της.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η πολυμερής διάσκεψη παράκτιων χωρών της Αν. Μεσογείου και οι εκλογές στα κατεχόμενα.


 

 

Η εκλογή του σοσιαλδημοκράτη Τ. Ερχιουρμάν, με 62,33% στα κατεχόμενα, αλλάζει ανατρεπτικά τα μέχρι προχθές δεδομένα. Με καταγεγραμμένη την απαίτηση για σεβασμό της Τουρκοκυπριακής τους ταυτότητας, μια στιβαρή πλειοψηφία μέσα στην κοινότητα αυτή της βόρειας Κύπρου, φαίνεται να διεκδικεί μια διαφορετική πορεία, τόσο για την ίδια ως κοινότητα, όσο και το σύνολο της μεγαλονήσου.

Υπό αυτές τις εξελίξεις η ιδέα μιας "πολυμερούς διάσκεψης των παράκτιων χωρών της Αν. Μεσογείου", αποκτά νέο περιεχόμενο και υπόβαθρο.

Όταν αυτή η ιδέα είχε πρωτοδιατυπωθεί από τον τότε Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 2020, η Ελλάδα με μια φοβική αντίδραση επέλεξε την αρνητική στάση.

Προχθές, ο πρωθυπουργός της χώρας, ο κος Μητσοτάκης, από τη Βουλή ανακοίνωσε, στην ουσία, ότι η χώρα πρέπει να εγκαταλείψει αυτήν την αρνητική θέση και να επιλέξει μια πλέον χρήσιμη και πιο λειτουργική αυτήν της πολυμερούς διεργασίας.

Τις όποιες σκέψεις και επιφυλάξεις, που μπορεί να υπήρξαν μέχρι το Σάββατο, στις κυβερνητικές επιλογές επί του συγκεκριμένου, τις θέτουν σε ένα διαφορετικό πλαίσιο τα αποτελέσματα της εκλογικής διαδικασίας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η όποια συζήτηση για θέματα "θαλασσίων ζωνών" στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν μπορεί να προκύψει εάν δεν επισπευσθούν οι διαπραγματεύσεις για επίλυση του Κυπριακού.

Και ο χρόνος αυτή τη στιγμή, ευνοεί αντίστοιχους σχεδιασμούς.

Δύσκολα μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι το “άλυτο” πρόβλημα στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτό του Κυπριακού, δεν ήταν τις περισσότερες φορές η αιτία που τις οδηγηθήκαν οι χώρες μας σε περιοδικές κρίσεις και σε υποχρέωση για δυσβάστακτη, από τις κοινωνίες μας, κούρσα εξοπλισμών.

Είναι λοιπόν δυνατόν, σε αυτή τη συγκυρία, η δρομολόγηση διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό να καταστήσει την ιδέα της "πολυμερούς διάσκεψης" ως ένα εργαλεία "διαλεκτικής δυναμικής" των πραγμάτων; Δηλαδή και να δρομολογηθεί διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού αλλά και να ξεκινήσει συζήτηση διευθέτησης θεμέτων θαλάσσιων διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο;

Είναι γνωστό και δεν πρέπει να αγνοηθεί, ότι επίκειται μια ανάλογη αμερικανική πρωτοβουλία η οποία θα ασκηθεί με τον «βολονταρισμό» και την έλλειψη υπομονής απέναντι στις «νομικές λεπτομέρειες», που χαρακτηρίζει τον πρόεδρο των ΗΠΑ κο Τραμπ. Με ότι έχουμε δει από τις δράσεις του, θα καταλάβει ότι το μπέρδεμα με τις θαλάσσιες ζώνες έχει προκύψει λόγω των συμφωνιών που έχουν ήδη συναφθεί, του τουρκολιβυκού μνημονίου και της συμφωνίας μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, και προφανώς, με τη "διπλωματική ευγένεια" που τον χαρακτηρίζει (!), θα πει σε αυτές τις τέσσερις χώρες «καθίστε και βρείτε τα».

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η αιφνίδια αλλαγή στάσης, του πρωθυπουργού της Ελλάδος, όσο και αν χαρακτηρίζεται από έλλειψη σχεδιασμού, αν γίνει εθνική στρατηγική, θα έχει και ως, ένα ακόμη αποτέλεσμα να εμφανιστεί η Ελλάδα ως "πρόθυμη και επισπεύδουσα" -αντί ως "συρόμενη" από τις εξελίξεις…

Έχει σημασία, σε αυτές τις νέες συνθήκες, η όποια σχτική επιλογή να είναι "αποτέλεσμα εθνικής συνεννόησης" και να συγκροτεί στρατηγική επιλογή για τη χώρα μας.

Να μην αφορά σε ένα τακτικό ελιγμό, γιατί πάντα στη διπλωματία, αλλά πολύ περισσότερο στις σημερινές συνθήκες, ο τυχοδιωκτισμός έχει κόστος…

Εφόσον αποτελέσει εθνική στρατηγική, που κατά τη γνώμη μας είναι ότι πιο σωστό ειδικά σε αυτή τη συγκυρία, είμαστε υποχρεωμένοι, ως χώρα, να εγκαταλείψουμε τις βασικές κατευθύνσεις της εφαρμοσμένης εξωτερικής πολιτικής α) το «δόγμα της ακινησίας», ότι είναι προτιμότερο να μην ασκηθεί ποτέ ένα κυριαρχικό δικαίωμα παρά να αναλάβει μια κυβέρνηση το κόστος της διαπραγμάτευσής του, και β) το δόγμα της «μίας και μόνης διαφοράς».

Πράγματι ο πρωθυπουργός, στην προχθεσινή του ομιλία στη Βουλή δεν έδωσε εξηγήσεις επί αυτών των ζητημάτων.

Η αντιπολίτευση όμως της ευθύνης, δεν μπορεί να αφήσει ανεκμετάλλευτη τη συγκυρία, με τις εκλογές στη τουρκοκυπριακή κοινότητα και να σχεδιάσει την παρέμβαση και την όποια επιρροή της.

Ο κος Μητσοτάκης έσπευσε να παρουσιάσει ως δική του την πρόταση αυτήν για τη συνάντηση των παράκτιων χωρών, παρά το δεδομένο ότι αντίστοιχες προτάσεις είχαν εκφραστεί από πολλές πλευρές πριν, ακόμη και με κάποια παραλλαγή από τον πρόεδρο της Τουρκίας κο Ερντογάν.

Δεν πρέπει η αντιπολίτευση να μείνει σε μια κριτική ότι εξαναγκάστηκε, επιδιώκοντας να προκαταλάβει κινήσεις του αμερικανικού παράγοντα ή και της Άγκυρας, αλλά να αξιοποιήσει ως χρήσιμη για τη χώρα, την ευκαιρία.

Με εθνική συνείδηση και ευθύνη.

Προφανώς η διαχείριση των σημερινών αντιθέσεων, για το ποιες χώρες θα συμμετάσχουν, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση.

Οι σκέψεις από κάποιες χώρες να ξεκινήσει η συζήτηση και εφόσον διευθετηθούν θέματα να ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες χώρες, δεν είναι μια ιδέα χωρίς αξία.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

ο Πίρι Ρέις και η προπαγάνδα των εξοπλισμών.

Η πολιτική περίοδος που διανύουμε, διεθνώς αλλά και στη χώρα μας, δεν είναι συνηθισμένη...

Μια νέα, άγνωστη ιστορική εποχή αναδύεται, στο πεδίο της διευθέτησης των διεθνών θεμάτων.

Ακούσαμε και διαβάσαμε διάφορα σχόλια τις τελευταίες μέρες, με το Πίρι Ρέϊς που ξαναβγήκε για έρευνες στο Αιγαίο.

Εντυπωσιασμός και σκοπιμοθηρία γύρω από τις NAVTEX και τις αντι NAVTEX.

Για ένα σκάφος ναυπηγημένο το 1978 στη Γερμανία, δηλαδή 47 ετών (!!!), με μήκος 36 μέτρων. Ένα γέρικο σκαρί που χρησιμοποιείται ως ερευνητικό σκάφος….

Μου είναι δύσκολο να "χωνέψω" αβασάνιστα τις εύκολες καταγγελίες για την ελληνική κυβέρνηση, για "υποχωρητικότητα" και "ενδοτισμό".

Για έλλειψη δημόσιας συζήτησης επί του θέματος και ενημέρωσης της κοινής γνώμης για την στρατηγική (αν υπάρχει) μπορούμε να κατηγορήσουμε την κυβέρνηση.

Όταν σχολιάζεις με υπόβαθρο μια "τσάμπα μαγκιά" και υψώνεις "μπαϊράκια πολέμου", χωρίς να έχεις τίποτα να χάσεις ως σχολιαστής, ενώ ταυτόχρονα κάνεις τον «πατριώτη» εκ του ασφαλούς στο πληκτρολόγιο, έχουμε αντίστοιχα αποτελέσματα…

Πολλοί/ες είναι αυτοί/ες που αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητά μας, ως χώρα που ζει δίπλα σε έναν "δύσκολο" γείτονα… Συμπαθάτε με, αλλά δεν είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο με αυτά τα χαρακτηριστικά…

Είναι καιρός να αξιοποιήσουμε την εμπειρία τους...

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ο “αντιτουρκισμός” έδινε πάντα δημοσκοπικούς πόντους…

Πρωτοστατούν συνήθως οι ακροδεξιοί και διάφορες φυλές εθνικιστών, μαζί με λαϊκιστές- δημαγωγούς πολιτευτές οριζοντίως του πολιτικού μας συστήματος.

Είναι λάθος δρόμος και πρέπει να αντιπαρατεθούμε με όσους /ες πρεσβεύουν ότι η Ελλάδα πρέπει να ακολουθήσει τον δρόμο του Ισραήλ, στο επίπεδο των εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Υπάρχουν καλύτερες πρακτικές, από αυτές που προτείνουν την ένταση των εξοπλισμών…

Οι επιλογές, της χώρας μας, θα ήταν καλύτερα να εδραζόταν σε μια προοπτική ενδυνάμωσης μιας επαρκούς αποτρεπτικής στρατιωτικής μας δύναμη, με εθνική συνεννόηση και η αναζήτηση εκείνων των διεθνών συμμαχιών, διεθνούς πολιτικής σωφροσύνης και διεθνούς δικαίου, για παγκόσμιες διευθετήσεις των επί μέρους περιφερειακών αντιθέσεων.

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει ρότα. Να επιμείνει στη προσπάθεια για προστασία του πλανήτη.


Η ηγεμονία απόψεων μιλιταριστικής οικονομίας, που έχει αγκαζάρει και επιβάλει το βιομηχανικό κεφάλαιο παραγωγής πολεμικού εξοπλισμού, είναι ανάγκη να αναδιαρθρωθεί.

Οι προτεραιότητες οικονομικού προσανατολισμού να επαναπροσδιοριστούν.

Στα τέλη Ιουνίου ο καύσωνας που χτύπησε την Ευρώπη είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν 2.500 θάνατοι σε 12 μεγάλες πόλεις. Το 2022, οι καύσωνες έχει εκτιμηθεί ότι προκάλεσαν στην Ευρώπη ζημιές ύψους 22 δισ. ευρώ.

Ο καύσωνας που ζούμε αυτές τις μέρες, δεν είναι πλέον ένα μεμονωμένο εξαιρετικό φαινόμενο.

Χτες μόνον στη χώρα μας, υπήρξαν 48 πυρκαγιές σε Πελοπόννησο, Ήπειρο και Μακεδονία. Κάηκαν δασικές και αγρολιβαδικές εκτάσεις, αγροτικές καλλιέργειες, επιχειρήσεις, αποθήκες, εκκενώθηκαν χωριά, ξενοδοχεία μέχρι και κάποιο τμήμα Πανεπιστημίου…

Η κλιματική κρίση είναι εδώ και θα μετράμε διαρκώς τα αποτελέσματά της.

Η ανάγκη για επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση υποβαθμίζονται για να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στην Ευρώπη.

Όχι μόνον δεν ενισχύονται τα προγράμματα μετάβασης σε πράσινη προοπτική αλλά οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους περικοπής των δαπανών αυτών -ακόμα περισσότερο- για να έχουν τη δυνατότητα αυτής της πρωτοφανούς, για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα, αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. 

Όχι ότι δεν πρέπει να δει η Ε.Ε., με ενιαίο τρόπο, την πολιτική αμυντικής της πολιτικής αλλά αυτό να γίνει με μια ισορροπία που δεν θα αγνοεί το πρωτεύον, όπως αυτό φαίνεται να επιχειρείται επί του παρόντος.

Είναι ή ώρα που πρέπει να μιλήσουμε με όρους οικονομίας και για εναλλακτικές ευκαιρίες στα επενδυτικά κεφάλαια, αποδοτικότερων επενδύσεων στην πράσινη ανάπτυξη παρά στη βιομηχανία όπλων. Να αναφερθούμε σε διαφυγόντα κέρδη από τις “στρατοκρατικής” αντίληψης επιλογές της Ε.Ε.

Να τεκμηριώσουμε γιατί η πράσινη μετάβαση δημιουργεί νέες επενδυτικές ευκαιρίες που αποδίδουν περισσότερα κέρδη, ενώ την ίδια στιγμή επιφέρουν οφέλη στο σύνολο των κοινωνιών και των οικονομιών τους, από την προσπάθεια και τα αποτελέσματα διαχείρισης της κλιματικής κρίσης και των επιπτώσεών της.

Ας δούμε κάποια στοιχεία που έχουμε διαθέσιμα για το 2023. Σε όλο τον κόσμο επενδύθηκαν 1,78 τρισ. δολ. για τον περιορισμό των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια, τις μεταφορές και τις πράσινες υποδομές έφτασαν στο 1 τρισ. δολ. και τα υπόλοιπα από κυβερνητικά προγράμματα.

Αυτή η πολύ σημαντική η ενίσχυση προγραμμάτων και επενδύσεων που προαναφέραμε σε μεγάλο βαθμό διοχετεύθηκε σε καινοτόμες τεχνολογίες που αφορούσαν σε “πράσινα” αυτοκινούμενα οχήματα, σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, σε συστήματα υδρογόνου, σε αποθήκευση ενέργειας, σε περιβαλλοντικά φιλικά κέντρα συλλογής δεδομένων και πολλά άλλα αντίστοιχα.

Η “άμυνα” στην κλιματική κρίση δεν μπορεί να παραμείνει σε δεύτερη προτεραιότητα από την άμυνα σε ενδεχόμενους πολέμους…

Ο “πόλεμος” της κλιματικής κρίσης είναι ήδη ενεργός. Δεν είναι κάτι που είναι απλώς πιθανόν. Οι άλλοι πόλεμοι έχουν τη δυνατότητα αντιμετώπισής τους, σε κάποιο βαθμό, με όπλο τη διπλωματία. Η κλιματική κρίση όμως, μας χτυπά καθημερινά χωρίς φυλετικές, εθνικές ή οικονομικές διακρίσεις.

Αν όχι η Ευρώπη πρωτοπόρα τότε ποια περιφερειακή δύναμη θα σφραγίσει το μέλλον της προστασία του πλανήτη μας;

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

Μεταναστευτικό: Τώρα "χάνονται" στην ενδοχώρα, τότε "λιάζονταν" στην Ομόνοια...

 


Όταν το πρόβλημα γίνεται έντονο, τότε περισσεύουν οι "τσάμπα μάγκες" και μένουν οι λαϊκιστές και οι εθνικιστές...

Η ΝΔ, σήμερα, θέλουν να πληρώσει, με το ίδιο νόμισμα, όσα καπηλεύτηκε τότε, ελεεινολογώντας για το θέμα, επί ΣΥΡΙΖΑ...

Το πρόβλημα, όμως, είναι μεγάλο, αφορά σε ανθρώπους και δικαιώματα ζωής και θα είναι διαρκές, ιδιαιτέρως από την Αφρική και ενδιαφέρει την Ευρώπη και όχι αποκλειστικά την Ελλάδα ή τις χώρες του Νότου...

Η αντιπολίτευση στη ΝΔ, επί αυτού, θα είναι αξιόπιστη μόνον αν αναφέρεται και αναδεικνύει την αδράνεια της κυβέρνησης και την ανικανότητα της Ν.Δ. να προκαλέσει και να ενεργοποιήσει ευρωπαϊκές πολιτικές και δράσεις...

Δεν είναι υπευθυνότητα ο λαϊκισμός για αυτό το θέμα, μιας και διεγείρει αισθήματα σε ευάλωτες κατηγορίες πολιτών, που έλκονται από την Α-πολιτική προπαγάνδα των άκρων...

Πάντα υπήρχε ρεύμα μετανάστευσης, από τις φτωχότερες χώρες προς τις αναπτυσσόμενες. Από τη μια η ανάγκη και ελπίδα των μεταναστών για καλύτερη ζωή και από την άλλη η ανάγκη των χωρών, που έλκυαν την μετανάστευση, για εργατικά χέρια.

Όταν οι χώρες αυτές κάλυψαν τις ανάγκες τους, η μετανάστευση έγινε ανεπιθύμητη και προβληματική, για αυτές.

Οι μεταναστευτικές ροές, όπως πάντα έτσι και σήμερα, έχουν δύο κύριες αιτίες. Οικονομικές (μετανάστες) και κινδύνου ζωής (πρόσφυγες). Έτσι βλέπουμε σήμερα αυτό το κύμα μεταναστών και προσφύγων να γιγαντώνεται.

Είναι ικανοί οι “φράχτες” και τα “τείχη” που χτίζονται ή εξαγγέλλονται να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα;

Μια χώρα σαν την Ελλάδα, με την τεράστια σε μέγεθος ακτογραμμή, μπορεί από μόνη της, με κανόνες του υπάρχοντος διεθνούς δικαίου, να αντιμετωπίσει την έξαρση αυτών των μεταναστευτικών ροών;

Πολλοί αναφέρουν, ως επιτυχή, την διαχείριση σε αντίστοιχη περίπτωση με την Τουρκία, ξεχνώντας ότι η λύση δεν ήταν τελικά τα “τείχη του Παπουτσή” αλλά η γενναία χρηματοδότηση από την ΕΕ, προς την χώρα αυτή, για να κρατήσει, στο έδαφός της, τους μετανάστες και πρόσφυγες.

Είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται να διεκδικεί η ΟΛΗ Λιβύη και όχι μόνον η Δυτική…

Διαφορετικά, φωνές όπως αυτές που ακούγονται περί “… αποτροπής υβριδικών πολέμων της Συρίας, αντίστοιχων αυτών του Ερντογάν στον Έβρο…” και κριτικής προς τον κο Μητσοτάκη ότι “… η κυβέρνηση του δεν άσκησε πολιτική στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις επιστροφές και την κατανομή μεταναστών και δέχθηκε να γίνει η χώρα φυλακή ψυχών…” θα βρίσκουν ευήκοα αυτιά σε συγκεκριμένες κοινωνικο-πολιτικές κατηγορίες πολίτων, πλην όμως θα είναι άγονης αντιπολίτευσης και ανύπαρκτης προγραμματικής συμβολής και ουσίας.

Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση επιλέγει, εξαναγκάζεται ή εκμεταλλεύεται την κατάσταση, για μια ακροδεξιά στροφή και αντιμετώπιση των σχετικών δημοσκοπικών της δυσκολιών.

Το έχει ξανακάνει εξάλλου και της βγήκε. Έχει το πλεονέκτημα να αναφέρεται και να κερδίζει, σε ένα ακροατήριο διαπαιδαγωγημένο και προετοιμασμένο για αυταρχικές λύσεις.

Είναι νωπή η μνήμη για την απάθεια, απέναντι σε Ευρωπαϊκές κατηγορίες, για τους 600 πνιγμένους στην Πύλο, όπου η Ελληνική κοινή γνώμη δεν συγκλονίστηκε να αντιδράσει για τους θανάτους αυτούς, μιας και το θεώρησε ως αποδεκτή αντίδραση απέναντι σε “εισβολείς”…

Η κυβερνητική παράταξη τελικά είναι συνεπής με τις απόψεις των ανθρώπων που βρίσκονται στις συγκεκριμένες θέσεις άσκησης εκτελεστικής εξουσίας. Αναφερόμαστε και στο προηγούμενο αλλά και στον σημερινό Υπουργό Μετανάστευσης.

Η εικόνα και η ρητορική του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου δεν έχουν καμία σχέση με τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Η προωθούμενη κυβερνητική τροπολογία πρέπει να καταγγελθεί και προφανώς θα έπρεπε να καταψηφιστεί χωρίς είναι καμιά επιφύλαξη.

Και οι δύο επίμαχες ρυθμίσεις και αυτή της αναστολής του δικαιώματος υποβολής αίτησης για άσυλο και η άλλη, για την κράτηση μεταναστών σε κλειστές δομές, ειναι κατά παρέκκλιση του ευρωπαϊκού και ελληνικού δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Οι ρυθμίσεις έχουν αρχικώς μεν τη στήριξη της Κομισιόν, επικρίνονται όμως από το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης,  την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, τον δικό μας Συνήγορο του Πολίτη, την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου,  την Ένωση Διοικητικών Δικαστών και έγκυρους συνταγματολόγους, ως επικίνδυνες για το κράτος δικαίου στη χώρα μας.

Είναι εκτός πλαισίου κράτους δικαίου. Το δικαίωμα για άσυλο είναι από τα πλέον ένα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. 

Το γεγονός ότι αυταρχικά καθεστώτα,  στην ευρύτερη περιοχή  μας, χειρίζονται ως εργαλεία πολιτικής αυτούς τους ανθρώπους, δεν μπορεί να αποτελεί ούτε δικαιολογία αλλά ούτε και άλλοθι για τέτοιες απάνθρωπες θεσμικές παρεμβάσεις. 

Η αντιπολιτευτική τακτική απαιτεί "φρονιμάδα και πειθώ", για αντιπαραθετικό "υπόδειγμα", μιας και αναφερόμαστε σε ανθρώπινες ψυχές…

"... Εμείς Χριστό και αυτοί Αλλάχ, όμως...

Από την Χίο με έγνοια για την ειρήνη και συνεργασία μεταξύ των δύο λαών και κρατών μας...".

Πριν είκοσι μέρες στη Χίο, πριν δέκα μέρες  στη Σμύρνη και πρόσφατα στο Τσεσμέ, η κοινή μοίρα από φυσικές καταστροφές, σεισμούς και επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης...

Εμείς Χριστό και αυτοί Αλλάχ, όμως, σε αυτές τις περιπτώσεις, από κοινού αχ και βαχ...

Θυμάμαι τις  σκοπίμως ψεύτικες φήμες, για συλλήψεις Τούρκων, στις πρόσφατες φωτιές της Χίου...

Σήμερα όμως πλέον, δεν αξίζει σε κανένα η σιωπή...

Πολύ δε περισσότερο στους, ασχολούμενους, με τα κοινά, Πολίτες, άνδρες και γυναίκες,

Ούτε "αναπτυξιολάγνοι" ήταν  πίσω από τις φωτιές οι αίτιοι, ούτε οι ορεγόμενοι την εξόρυξη του αντιμονίου, ούτε προφανώς σκοτεινοί κύκλοι των γειτόνων μας ή όποιες άλλες ερμηνείες συνωμοσιολογικής προσέγγισης...

Στα Λεπτόποδα ήταν αποτέλεσμα ανόητης καπνίστριας, στις δύο δεύτερες φέρεται ως αιτία ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο ημεδαπού, ενώ η βασική πρώτη εστία και η πλέον καταστροφική με την εξάπλωσή της, ακούγεται και υπάρχουν ενδείξεις με κάποια βίντεο,  να ευθύνεται ο βασικός αίτιος των περισσότερων και καταστροφικότερων πυρκαγιών στη χώρα τα τελευταία χρόνια...

Μένει, τα αρμόδια όργανα του κράτους, να ολοκληρώσουν το ανακριτικό τους έργο, να δημοσιοποιήσουν τα πορίσματα τους και να δώσουν, για ακόμα μια φορά, απάντηση σε κάθε μορφής σεναριολόγους, της όποιας συνωμοσιολογικής σχολής σκέψης, ιδιαιτέρως δε στους εθνοκάπηλους εθνικιστές αντιτουρκολάγνους, που συνεχίζουν το παραμύθι, όπως τότε με τους "γκρίζους λύκους"...

Η κοινωνία μας έχει πολλούς λόγους να αφήσει στο περιθώριο τα εγχώρια και τα απέναντι "εθνίκιστικά" στοιχεία ενός ακροδεξιού παρελθόντος εθνοκαπηλίας, να χύνουν το δηλητήριο του διχασμού μεταξύ των δύο λαών...

Ας είμαστε ενεργοί.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός.

                     

Όπως συνήθως στη χώρα μας, ιδιαιτέρως σε κύκλους που από τη φύση τους η διατύπωση των σκέψεων τους θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει το στοιχείο κάποιας διαλεκτικής, ο μανιχαϊσμός της απολυτότητας χαρακτηρίζει και αυτή τη συζήτηση, για την διαδικασία εναρμόνισης με τις ευρωπαϊκές πολιτικές στην ανώτατη εκπαίδευση.

Η συζήτηση για τα σχετικά με την συνθήκη της Μπολόνια, είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις που αντί να συζητάμε για να δούμε και να συμφωνήσουμε τις όποιες επιλογές εξέλιξης, ταμπουρωνόμαστε για να προστατέψουμε ιερά (?) μας ή να ισχυροποιήσουμε τις όποιες διαφορές μας.

Εδώ και χρόνια, στην Ελλάδα, εξελίσσεται μια ατέρμονη σχετική συζήτηση, για τις επιλογές μας που αφορούν στα ΑΕΙ. Στη παρούσα φάση, με διάφορα δημοσιεύματα, καταγράφεται ενδεχόμενη πρόθεση της κυβέρνησης να επιχειρήσει προσαρμογή της δομής σπουδών των ΑΕΙ με τη Διακήρυξη της Bologna, εφαρμόζοντας και προκρίνοντας πτυχία τριετούς διάρκειας στα δημόσια (αλλά και στα ιδιωτικά πλέον) πανεπιστήμια της χώρας, που εκκρεμεί από το 1999.

Σύμφωνα με τη συνθήκη, το σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης, προτείνεται να μετατραπεί στις χώρες της Ευρώπης σε “3+2+3”, όπου το πτυχίο θα είναι το λιγότερο 3 έτη, το μεταπτυχιακό 2 και το διδακτορικό 3 τουλάχιστον.

Θυμάμαι τη σχετική συζήτηση από την εποχή του αείμνηστου Γεράσιμου Αρσένη, υπουργός παιδείας (1996-2000) που συνυπέγραψε την εν λόγω συνθήκη (το 1999), την μετέπειτα με τον κο Πέτρο Ευθυμίου (2000-2004) ο οποίος άνοιξε οργανωμένα τη σχετική συζήτηση, πλην όμως το κλίμα της εποχής κρίθηκε ως η αιτία να μην επιλεγεί η κατάθεση στη Βουλή της σχετικής διάταξης.

Μετέπειτα, η αείμνηστη Μαριέττα Γιαννάκου, με κάποιες οριακές αλλαγές, στην ουσία, κατέθεσε το 2005 την θεσμοθέτηση της Αρχής Αξιολόγησης των πανεπιστημίων, όπως τα είχε προετοιμάσει ο κος Ευθυμίου στο πλαίσιο της εφαρμογής της Bologna.

Ακολούθησε νόμος Διαμαντοπούλου (4009), όπου υπήρχε πρόβλεψη για τη δυνατότητα τριετών σπουδών (άρθρο 30). Μια διάταξη όμως που έμεινε ανεφάρμοστη, με την ευθύνη του συνόλου των επόμενων κυβερνήσεων.

Συνέχεια στην ιστορία έχουμε με το νόμο της κας Κεραμέως, ο οποίος προέβλεπε τη σχετική αλλαγή μόνον για τμήματα εφαρμοσμένων επιστημών και τεχνολογίας. Μια διάκριση που κατοχύρωνε τη στρεβλή εντύπωση ότι τα τριετή προγράμματα είναι δεύτερης κατηγορίας, ενισχύοντας έτσι τις συντηρητικού χαρακτήρα, για το θέμα, επιφυλάξεις της κοινωνίας, των εργαζομένων στα ΑΕΙ και προφανώς των ίδιων των φοιτητών και φοιτητριών μας.

Όλα αυτά τα χρόνια, κανένα ίδρυμα δεν επέλεξε να προκρίνει την σχετική προσαρμογή στα Προγράμματα Σπουδών του.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδρυτικό μέλος της συνθήκης της Μπολόνιας και του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευση. Είναι λοιπόν δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί συμπεριφερόμαστε, για το συγκεκριμένο θέμα, ως εξαίρεση και αναδεικνύουμε την εμμονή μας σε μίαν ακατανόητη ιδιαιτερότητα, όταν μάλιστα δεν μπορείς να υποστηρίξεις ότι αποτελεί “καλή πρακτική” στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Η ανάγκη για εναρμόνιση της χώρας με άλλες μεγάλες ακαδημαϊκές δυνάμεις- Χώρες, στην Ευρώπη είναι ένα θέμα που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί.

Το κάνουν τα τελευταία χρόνια με σχετική μετρήσιμη επιτυχία και χώρες που ήταν αρχικά επιφυλακτικές όπως η Δανία και η Ολλανδία.

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και στον υπόλοιπο κόσμο η τάση είναι εδώ και χρόνια και συνεχίζεται χωρίς ταλαντεύσεις, να ολοκληρώνονται οι προπτυχιακές σπουδές στα τρία χρόνια το συντομότερο. Μοντέλο που ως επί το πλείστο έχουν επιλέξει τα πιο φημισμένα πανεπιστήμια του κόσμου.

Είναι κρίσιμη η επιλογή ή ΟΧΙ, με την κατεύθυνση εναρμόνισης των ελληνικών ΑΕΙ με τη αντίστοιχη δομή σπουδών που έχουν υιοθετήσει, αυτό που θα ονομάζαμε, “μεγάλες ακαδημαϊκές δυνάμεις” στην Ευρώπη (Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία…), εφόσον έχουμε αποφασίσει στρατηγικά, ως χώρα, να "μείνουμε Ευρώπη".

Η ωφέλεια από την αύξηση της κινητικότητας Ελλήνων φοιτητών, είτε στη διάρκεια των σπουδών τους στην Ελλάδα μέσω προγραμμάτων ανταλλαγών (ΕΡΑΣΜΟΣ κλπ) είτε μετά την αποφοίτησή τους, αν θέλουν να συνεχίσουν μεταπτυχιακές σπουδές ή να εργαστούν στο εξωτερικό, θα μεγιστοποιηθεί και θα διευκολυνθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Θα διευκολύνει επίσης, όσους Έλληνες ζουν στο εξωτερικό, να επιστρέψουν είτε για σπουδές στα ελληνικά πανεπιστήμια, είτε για να εργαστούν εδώ στην πατρίδα τους στο επιστημονικό πεδίο που εκπαιδεύτηκαν.

Αν δε αναφερθούμε στην επίδραση που θα υπήρχε στα ίδια τα ΑΕΙ της χώρας, δημόσια ή και ιδιωτικά, αυτή η προοπτική της εναρμόνισης στη δομή της Διακήρυξης της Bologna θα διευκολύνει τις συνέργειες των ελληνικών πανεπιστημίων και την ανάπτυξη κοινών προγραμμάτων με τα άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, όπως π.χ. στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας των "Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων", εφόσον πλέον οι περισσότερες χώρες έχουν ήδη υιοθετήσει, ως επί το πλείστο, τριετείς κύκλους σπουδών.

Είναι προφανές ότι ένα αποτέλεσμα με κοινά ευρωπαϊκά πτυχία, μπορεί να είναι ο ευρωπαϊκός στόχος, μιας και θα διευκολυνθεί ακόμη περισσότερο η κινητικότητα φοιτητών και διδασκόντων στο πλαίσιο των συνεργασιών αυτών, σε μια πορεία ισότιμης συμμετοχής των ελληνικών πανεπιστημίων στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Αντ’ αυτού στην Ελλάδα, όχι μόνο μέσω άρνησης, αλλά και δια της διολισθήσεως στην αντίθετη της Bologna πλευράς, μέσω λαϊκίστικων επιλογών, κυβερνήσεων και εμπλεκομένων από την ακαδημαϊκή κοινότητα, αυξάνουμε τα πενταετή προγράμματα όλο και περισσότερων Τμημάτων, με τη σχετική τεκμηρίωση περί “πολυτεχνικών σχολών”. Τα Ιntegrated Μaster, όπως τα ονομάζουμε. Τα τμήματα λοιπόν ελληνικών ΑΕΙ, ιδιαιτέρως πολυτεχνικών αλλά θετικών σχολών, επιλέγουν να δίνουν απευθείας μεταπτυχιακό τίτλο στους αποφοίτους τους. Εκατό ένα (101) είναι συνολικά τα τμήματα των ελληνικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων που στο μηχανογραφικό του 2025 θα παρέχουν στους/στις φοιτητές/τριες τους τη δυνατότητα να αποκτήσουν, με την αποφοίτησή τους, όχι απλά ένα πτυχίο, αλλά ταυτόχρονα και έναν ενιαίο και αδιάσπαστο μεταπτυχιακό τίτλο (Integrated Master, Master of Science).

Εξαιρετικής κοπής ελληνική πατέντα... Τα 101 προπτυχιακά τμήματα των 16 ΑΕΙ που σε κάνουν κατευθείαν κάτοχο Μεταπτυχιακού τίτλου. Παρακολουθώντας ένα προπτυχιακό τμήμα, 5ετούς διάρκειας, με την αποφοίτηση παίρνεις και Μεταπτυχιακό.

Δηλαδή στην Ελλάδα αντί να μειώσουμε τα προπτυχιακά έτη σπουδών σε τρία έτη και να ενισχύσουμε την αναγκαία Μεταπτυχιακή εξειδίκευση των δύο ετών, σε αντίθεση με τη διεθνή πρακτική, "αποφασίσαμε" να αυξήσουμε τα έτη σπουδών από τέσσερα σε πέντε και να δίνουμε ενιαίο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό τίτλο.

Το ελληνικό δαιμόνιο δημιουργεί ακόμη μια διεθνή πρωτοπορία. Το θέμα βεβαίως είναι ότι βρίσκει ενίσχυση από το σύνολο των κυβερνήσεων μας. Μόνον η τελευταίες κυβερνήσεις της Ν.Δ. αύξησαν τα προγράμματα αυτά από 63 σε 101. Έτσι όλες οι προηγούμενες προσπάθειες μεταρρυθμίσεων στα ΑΕΙ, στο θέμα αυτό, ήδη βρίσκονται απέναντι με ένα σημαντικό “κεκτημένο” από τους δρώντες παράγοντες. Κατάσταση που θα έχει να αντιμετωπίσει όποια πολιτική επιλέξει, κάποια στιγμή, την εναρμόνιση με βάση τη σχετική Συνθήκη.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να δομήσουμε ξανά ένα πλαίσιο συζήτησης επί του θέματος, με δεδομένη την ήδη υπάρχουσα εθνική πραγματικότητα στα πανεπιστήμια, τις εξελίξεις στις ευρωπαϊκές χώρες και την αποτίμηση της πορείας εφαρμογής της Διακήρυξης της Bologna και κάποια στοιχεία αποτίμησης αυτής της εφαρμογής.

Θέλω να επισημάνω το βασικό πλαίσιο της συζήτησής μας, ότι επιχειρούμε να επιλέξουμε κάτι το καλύτερο υπό τις υπάρχουσες συνθήκες και όχι να φρενάρουμε τα πάντα με επιχείρημα του τι θα θέλαμε να συμβεί, με βάση τις δικές μας ενοράσεις.

Ξέρω ότι η άρνηση του υποκειμενισμού σε μια συζήτηση είναι ουτοπία, αλλά στη δική μας συλλογιστική, υπό συνθήκες, και η ουτοπία έχει τη δημιουργική συμβολή της.

Το επιχείρημα ότι η προσαρμογή της χώρας στη Διακήρυξη της Bologna θα λύσει και θα διαχειριστεί κάθε νόσο, στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, νοσεί όσο νοσεί και η άποψη της παντελούς αρνήσεως της Bolognaϊκής πραγματικότητας στον ευρωπαϊκό χώρο.

Να συμφωνήσουμε λοιπόν ότι οργανωμένα, πολιτεία, πανεπιστήμια και κοινωνία, θα συζητήσουμε για την καλύτερη δυνατή εναρμόνιση με τις Ευρωπαϊκές επιλογές, δημιουργώντας τις καλύτερες δυνατές εφαρμογές, με τις απαιτούμενες ευελιξίες αλλά και αποφασιστικότητα.

Η συζήτηση αυτή για να είναι δημιουργική πρέπει αν διαθέτει δυνατότητα εύρους και χρόνου προσαρμογής των ΑΕΙ με έναν συμπεφωνημένο οδικό χάρτη, με ευελιξία στην διαχείριση διαφορετικών γνωστικών πεδίων και σπουδών, ενώ την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να θέτει εν αμφιβόλω την βασική επιλογή της χώρας για την πρόσδεσή της στην ευρωπαϊκή προοπτική ολοκλήρωσης της ΕΕ.

Προφανώς και μπορεί να διαφωνεί κάποιος/α με αυτή την προοπτική, αλλά τότε δεν έχει κανένα νόημα η συμμετοχή στη συζήτηση αυτή, έτσι όπως τη προδιαγράψαμε.

Γνωρίζω πως μια τέτοια συζήτηση δεν είναι εύκολη ούτε οι όποιες επιλογές θα είναι χωρίς κόστος. Αρκεί στο τέλος της ημέρας ο ισολογισμός για κάθε Τμήμα στα ΑΕΙ να έχει θετικό πρόσημο και για την ανταγωνιστικότητα του στο διεθνές περιβάλλον και για τη χώρα.

Λόγου χάρη τριετής κύκλος σπουδών χωρίς υποχρεωτικές παρακολουθήσεις και “σφιχτό” πρόγραμμα εξετάσεων είναι πράγματι συνταγή υποβάθμισης. Υποχρεωτικές παρακολουθήσεις σημαίνει πολλαπλάσιος προϋπολογισμός για υποδομές και ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό.

Ένα άλλο θέμα είναι το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων και της άδειας άσκησης επαγγέλματος και όλα όσα ανάγονται σε αυτό το θέμα. Ο τρόπος εισόδου στα επαγγέλματα, στις διάφορες χώρες, διαφέρει σημαντικά με αυτόν στη χώρα μας και υπό αυτή την έννοια πρέπει να υπάρξει η αναγκαία προσαρμογή και των σχετικών επιμελητηρίων και επιστημονικών συλλόγων, που το κράτος τους έχει δώσει την αρμοδιότητα πιστοποίησης της δυνατότητας άσκηση επαγγέλματος. Σήμερα βλέπουμε ότι ήδη αναγνωρίζονται πτυχία και επαγγελματικά δικαιώματα τριετών σπουδών από το εξωτερικό στην Ελλάδα χωρίς να επιβάλλονται επιπλέον μαθήματα.

Εάν δεν αντιμετωπιστεί ταυτόχρονα και αυτό, κάθε αλλαγή που γενικά θα παραπέμπει γενικά στην “ευρωπαϊκή εναρμόνιση” θα είναι μια αποτυχημένη γραφειοκρατική παρέμβαση με έωλα αποτελέσματα και υπονομευτική των στόχων αυτής καθαυτής της Συνθήκης.

Η συζήτηση λοιπόν αυτή, για τα επαγγελματικά δικαιώματα, πρέπει να γίνει ταυτόχρονα με το σχεδιασμό για την προσαρμογή και με ποιο τρόπο, στη συνθήκη της Μπολόνια. Ούτε έπεται ούτε προηγείται. Τη βάζουν μπροστά ή πίσω μόνο όσοι δεν θέλουν να γίνει επι τέλους στη χώρα μια γόνιμη και δημιουργική συζήτηση, αλλά ενδεχομένως να επιθυμούν μια τοξική αντιπαράθεση, για μικροκομματικούς λόγους, που ούτε την Ελλάδα βοηθά ούτε τα εκπαιδευτικά της πανεπιστημιακά ιδρύματα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της διεθνούς Ζήτησης και αγοράς.

Γιατί οι επιλογές ευέλικτης εναρμόνισης των ελληνικών ΑΕΙ με την δομή Bologna μόνον θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει;

Πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί προσαρμογή σε ευρωπαϊκή επιλογή, αυτή καθ’αυτή η προσαρμογή των σπουδών στη δομή Bologna μπορεί να είναι εθνικά επωφελής στρατηγική επιλογή η οποία θα αφορά στην ανάδειξη της χώρας μας σε κέντρο εκπαίδευσης και έρευνας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης σε περιβάλλον διεθνούς ανταγωνισμού.

Η προσαρμογή των ελληνικών πανεπιστημίων στη δομή Bologna μπορεί και πρέπει να αποτελέσει στοιχείο στρατηγικής επιλογής ισχυροποίησης της χώρας μας και των πανεπιστημίων της στην Ευρώπη και στον σύγχρονο κόσμο.

Προφανώς και κάποια εξειδικευμένα Τμήματα και συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία, μπορεί να κριθούν ότι υπάρχει λόγος να διαφέρουν από την κυρίαρχη αντίληψη της συνθήκης της Μπολόνια, διότι ενδεχομένως δεν απαιτείται ειδική μεταπτυχιακή εξειδίκευση, αλλά η πενταετής, που με το σύνολο των ακαδημαϊκών μονάδων τους (300 ECTS) δικαιολογούν την απονομή Integrated Master. Με τη σχετική τεκμηρίωση σε διεθνές επίπεδο και όχι με την γενίκευση περί “πολυτεχνικής σχολής”. Από αυτό όμως το σημείο, της δικαιολογημένης εξαίρεσης, μέχρι την στρέβλωση, με τα 101 Τμήματα, υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Υπό αυτή την έννοια πρέπει να γίνει και η σχετική συζήτηση που θα αφορά στην εξειδίκευση της προσαρμογής αυτής σε πεδία και γνωστικά αντικείμενα που αφορούν Τμήματα όπως αυτά των ιατρικών, οδοντιατρικών, πολυτεχνειακών, φαρμακευτικών κτηνιατρικών κλπ υπό την προϋπόθεση όμως της εναρμόνισης τους με τη διεθνή τάση και πρακτική, ιδιαιτέρως αυτή που αφορά στον ευρωπαϊκό χώρο.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ΔΕΝ είναι απλή αυτή η μετάβαση για τα ελληνικά ΑΕΙ και ότι τα προβλήματα είναι άνευ σημασίας. Υποστηρίζουμε όμως ότι οι υπαρκτές δυσκολίες, στην εφαρμογή της δομής Bologna στα ελληνικά πανεπιστήμια, όπως και οι αναγκαίες αλλαγές που αφορούν στα επαγγελματικά δικαιώματα, μπορούν και πρέπει να τεθούν σε ένα δημόσιο διάλογο, χωρίς του συνήθεις κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς, προκειμένου η χώρα να προχωρήσει οργανωμένα και με το μεγαλύτερο βαθμό κοινωνικών και πολιτικών συναινέσεων, ώστε να αντιμετωπίσει την 25ετή πρόκληση της Μη εφαρμογής και προσαρμογής μας στις απαιτήσεις της Συνθήκης της Bologna, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα των σπουδών, αλλά ως ευκαιρία αναμόρφωσης και εκσυγχρονισμού των προγραμμάτων σπουδών των Τμημάτων των ΑΕΙ και των μεθόδων διδασκαλίας και οργάνωσης της μάθησης, σύμφωνα με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές.

Πρόκειται περί μιας πολιτικής και εκπαιδευτικής επιλογής, ιδιαίτερης σημασίας και βαρύτητας που δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αντικείμενο επικοινωνιακών μεθοδεύσεων.

Αφορά το σύνολο και το μέλλον της κοινωνίας μας, αλλά ιδιαιτέρως τη θέση και προοπτική των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων, που έχουν ακόμη μια ευκαιρία να απομονώσουν τις όποιες προσπάθειες στρέβλωσης και απαξίωσης του έργου και της συμβολής τους στη κοινωνική εξέλιξη της χώρας.


Δημοκρατία χωρίς όρους, διάλογος χωρίς επιτηρητές

Τις τελευταίες ημέρες, δύο φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους περιστατικά προκάλεσαν έντονη και, κυρίως, τοξική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής...