Αυτό που, κατά
τη γνώμη μας, πρέπει να τεθεί στη δημόσια συζήτηση είναι: τι μας λένε αυτές
οι διαδοχικές επανεξετάσεις, με αναφορά στους Patriot, για την εξωτερική
πολιτική που ακολούθησε η χώρα στον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν και,
κυρίως, τι πρέπει να διδαχθούμε για το μέλλον;
Γιατί δεν
μπορεί να ήταν αυτονόητα σωστή η συμφωνία για τους Patriot με τη Σαουδική
Αραβία, σωστή η παραμονή και η ενεργοποίησή τους όταν εξελισσόταν ο πόλεμος,
σωστή η μετακίνηση άλλης πυροβολαρχίας στην Κάρπαθο, σωστή η ανάπτυξη
συστοιχίας στη Βόρεια Ελλάδα για την κάλυψη της Βουλγαρίας και τώρα
εξίσου αυτονόητα σωστή η μεταφορά από την Κάρπαθο στη Σούδα και η
συζήτηση για επαναπατρισμό της πυροβολαρχίας από τη Σαουδική Αραβία.
Προφανώς
μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι συνθήκες άλλαξαν. Αυτό συμβαίνει στην εξωτερική
πολιτική.
Τότε όμως
πρέπει να εξηγηθεί τι άλλαξε, τι αξιολογήθηκε διαφορετικά και, κυρίως, τι
μάθαμε.
Δεν επιχειρούμε μια εκ των υστέρων κριτική
Δεν
ανακαλύπτουμε σήμερα αυτά τα ερωτήματα.
Από τους
πρώτους μήνες του πολέμου είχαμε επισημάνει τους κινδύνους μιας ελληνικής
πολιτικής που έμοιαζε να μετακινείται από τη στρατηγική συνεργασία προς τη
μονομερή ευθυγράμμιση.
Είχαμε μιλήσει
για τον κίνδυνο μιας «εμπλοκής χωρίς όνομα» και επισημαίναμε ότι η Ελλάδα
είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτή από την Τεχεράνη ως «μη ουδέτερη» (1
Απριλίου 2026, «Εξωτερική πολιτική χωρίς ευρωπαϊκή πυξίδα: ρίσκα για τη
ναυτιλία, την οικονομία και μια σχέση δεκαετιών με το Ιράν», Μεταρρύθμιση).
Δεν επρόκειτο
για μια θεωρητική διπλωματική παρατήρηση.
Για μια χώρα
με μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές ναυτιλίες στον κόσμο, με δεκάδες πλοία
ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή, εκατοντάδες πλοία ελληνικού επιχειρησιακού
ενδιαφέροντος να επηρεάζονται από την κρίση και μια οικονομία ευάλωτη στις
τιμές ενέργειας και μεταφορών, η εξωτερική πολιτική αποκτά πολύ συγκεκριμένο
οικονομικό κόστος όταν αυξάνει το γεωπολιτικό ρίσκο.
Λίγες ημέρες
αργότερα θέταμε ένα ακόμη ερώτημα: άλλο πράγμα η παρουσία και άλλο η επιρροή
(7 Απριλίου 2026, «Στενά του Ορμούζ: η Ελλάδα φαίνεται παρούσα – αλλά με
ποια επιρροή;», Εφημερίδα των Συντακτών).
Η συμμετοχή σε
πρωτοβουλίες που αποφασίζουν άλλοι, η διαρκής επίδειξη προθυμίας και η
προβλεψιμότητα ενός συμμάχου δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι η χώρα συμμετέχει και
στη διαμόρφωση των αποφάσεων.
Αυτό είναι
ίσως ένα από τα βασικά προβλήματα της κυβερνητικής αντίληψης των τελευταίων
χρόνων: η προθυμία βαφτίστηκε επιρροή και η προβλεψιμότητα αξιοπιστία.
Και όταν
αργότερα ΗΠΑ και Ιράν οδηγήθηκαν στο μνημόνιο κατανόησης, επανήλθαμε ακριβώς
στο ίδιο πρόβλημα (21 Ιουνίου 2026, «Μετά το μνημόνιο ΗΠΑ–Ιράν: η Ελλάδα και
η ναυτιλία της», Μεταρρύθμιση): τι είχε κερδίσει τελικά η Ελλάδα από την
τόσο μονομερή προβλεψιμότητά της και ποιος ήταν ο απολογισμός για τη χώρα, την
οικονομία και τη ναυτιλία της;
Οι σύμμαχοι αλλάζουν. Τα εθνικά συμφέροντα μένουν
Είχαμε επίσης
επισημάνει εγκαίρως κάτι που οι σημερινές εξελίξεις κάνουν ακόμη πιο επίκαιρο: οι
συμμαχίες πρέπει να έχουν βάθος και συνέπεια, αλλά δεν είναι και δεν μπορεί να
είναι άνευ όρων (19 Απριλίου 2026, «Ελλάδα: Στρατηγική διεθνών συμμαχιών
χωρίς προβολή στο μέλλον», https://chlomoudisopinion.blogspot.com/2026/04/blog-post_19.html).
Οι ΗΠΑ μπορούν
να αλλάζουν στρατηγική απέναντι στο Ιράν. Οι χώρες του Κόλπου μπορούν να
αναδιατάσσουν τις συμμαχίες τους. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να αναζητεί νέες
περιφερειακές ισορροπίες. Το Ισραήλ προσαρμόζει τη στρατηγική του στις δικές
του ανάγκες.
Ακριβώς γι’
αυτό η Ελλάδα οφείλει να επιμένει περισσότερο σε επιλογές αρχών, στην
ισχυροποίηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και στην αξιοποίηση της
αρχιτεκτονικής των διεθνών οργανισμών που χτίστηκαν μεταπολεμικά για να
στηρίξουν την ειρήνη και να δημιουργήσουν θεσμικούς μηχανισμούς διευθέτησης των
αντιθέσεων μεταξύ κρατών.
Προφανώς η
συνέπεια και η συμμαχική αξιοπιστία αποτελούν κεφάλαιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει
ούτε δουλικότητα ούτε υποταγή.
Οι Patriot είναι σύμπτωμα, όχι το πρόβλημα
Η κυβέρνηση
εξετάζει τώρα τον επαναπατρισμό της πυροβολαρχίας από τη Σαουδική Αραβία.
Ταυτόχρονα, η πυροβολαρχία που είχε αναπτυχθεί στην Κάρπαθο μετακινείται στη
Σούδα, ενώ έχει προηγηθεί η ανάπτυξη άλλης πυροβολαρχίας στη Βόρεια Ελλάδα για
την αντιβαλλιστική κάλυψη μεγάλου τμήματος της Βουλγαρίας.
Δεν έχουμε
κανέναν λόγο —ούτε την επιχειρησιακή αρμοδιότητα— να αμφισβητήσουμε ότι καθεμία
από αυτές τις αποφάσεις μπορεί, στις συγκεκριμένες συνθήκες, να ήταν ορθή.
Έχει όμως
σημασία να επισημάνουμε ότι η ίδια κυβέρνηση που πριν από λίγους μήνες
αντιμετώπιζε την παρουσία και την επιχειρησιακή δράση των Patriot ως απόδειξη
της στρατηγικής αξιοπιστίας της Ελλάδας, σήμερα θεωρεί αναγκαίο να
επαναξιολογεί ακόμη και κάθε μήνα τους λόγους παραμονής της πυροβολαρχίας στη
Σαουδική Αραβία.
Αυτό δεν είναι
κατ’ ανάγκην αποτυχία. Γίνεται όμως δείγμα πολιτικής αποτυχίας όταν αλλάζεις
επιλογές χωρίς να αξιολογείς δημόσια τις προηγούμενες.
Δεν μπορεί να
γίνεται αποδεκτή μια παράδοξη κυβερνητική θεωρία εξωτερικής πολιτικής σύμφωνα
με την οποία: είχαμε δίκιο όταν τους στείλαμε, είχαμε δίκιο όταν τους
χρησιμοποιήσαμε, είχαμε δίκιο όταν τους μετακινήσαμε, είχαμε δίκιο όταν
αποφασίσαμε να τους αποσύρουμε και θα έχουμε πάλι δίκιο όπου αποφασίσουμε αύριο
να τους εγκαταστήσουμε.
Αυτό δεν
διαμορφώνει όρους εθνικής στρατηγικής. Δημιουργεί όρους κομματικής διαχείρισης
της συγκυρίας σε βάρος μακροπρόθεσμων εθνικών επιλογών.
Ο λογαριασμός αφορά και την οικονομία
Η εξωτερική
πολιτική δεν είναι ένας απομονωμένος χώρος υψηλής διπλωματίας, με
αποκλειστικούς παίκτες τον πρωθυπουργό, την κυβέρνηση και τους αρμόδιους
υπουργούς.
Οι επιλογές
στη Μέση Ανατολή μεταφέρονται πολύ γρήγορα στο πρατήριο καυσίμων, στον
πληθωρισμό, στα ασφάλιστρα πολέμου, στους ναύλους, στις εφοδιαστικές αλυσίδες
και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ακόμη περισσότερο, επηρεάζουν τις
σχέσεις μεταξύ κρατών και, για την Ελλάδα, την υποστήριξη μιας κοινής
ευρωπαϊκής προοπτικής.
Για τη χώρα
μας αυτή η σχέση είναι ακόμη ισχυρότερη.
Η ελληνική
ναυτιλία δραστηριοποιείται παγκοσμίως. Δεν κινείται μόνο μεταξύ φίλων και
συμμάχων. Περνά από θαλάσσιες ζώνες όπου συναντώνται και συγκρούονται
αμερικανικά, ευρωπαϊκά, κινεζικά, ρωσικά, αραβικά και ιρανικά συμφέροντα.
Γι’ αυτό μια
παγκόσμια ναυτιλιακή δύναμη χρειάζεται και διπλωματική πολυμέρεια.
Όχι ίσες
αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Ούτε ουδετερότητα απέναντι στις παραβιάσεις
του διεθνούς δικαίου. Αλλά ανοικτούς διαύλους, δυνατότητα συνομιλίας και
διπλωματικό κεφάλαιο που δεν εξαντλείται σε έναν μόνο γεωπολιτικό άξονα.
Και η Ευρώπη;
Η Ελλάδα δεν
είναι μια μικρή περιφερειακή δύναμη που πρέπει κάθε φορά να αναζητεί τον
ισχυρότερο προστάτη. Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και για μια
χώρα του δικού μας μεγέθους η Ευρώπη δεν αποτελεί ιδεολογική πολυτέλεια.
Αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος.
Η στρατηγική
σχέση με τις ΗΠΑ είναι απαραίτητη. Η συνεργασία με το Ισραήλ έχει ιδιαίτερη
γεωπολιτική αξία. Οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, τις χώρες του Κόλπου και
ευρύτερα τον αραβικό κόσμο πρέπει να αναπτύσσονται.
Αλλά όλα αυτά
πρέπει να εντάσσονται σε μια ελληνική εξωτερική πολιτική με σαφή ευρωπαϊκή
αγκύρωση — όχι να την υποκαθιστούν.
Είχαμε
προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα κινδύνευε να «κλειδώσει» σε ένα συγκεκριμένο
γεωπολιτικό αφήγημα, χωρίς επαρκή πρόβλεψη για την περίπτωση που η απόλυτη
επικράτηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν θα ήταν δεδομένη.
Η
πραγματικότητα δεν επιτρέπει πλέον να παραγνωρίζουμε αυτές τις επιφυλάξεις.
Από τη «σωστή πλευρά» στη σωστή στρατηγική
Το δίδαγμα
επομένως από τις επιλογές για τους Patriot δεν αφορά τους Patriot και την
επιχειρησιακή διαχείρισή τους. Για αυτήν, άλλωστε, είμαστε οι λιγότερο αρμόδιοι
να υποδείξουμε στους στρατιωτικούς πού και πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Αφορά κάτι
πολύ σημαντικότερο: την ανάγκη μετάβασης από μια εξωτερική πολιτική της ευθυγράμμισης
και της άκριτης επίδειξης υπακοής σε μια πολύμορφη και περισσότερο αυτόνομη
εξωτερική πολιτική, με σταθερή επιδίωξη της στρατηγικής αυτονομίας και πάντα
εναρμονισμένοι με την Ευρώπη.
Μια πολιτική
που θα αξιολογεί κάθε συμμαχία με βάση το εθνικό συμφέρον, το διεθνές δίκαιο
και την ευρωπαϊκή μας θέση. Που θα προστατεύει τη δυνατότητα της χώρας να
συνομιλεί. Που θα συνυπολογίζει, πριν από κάθε επιλογή, τις συνέπειες για την
οικονομία και τη ναυτιλία. Και που θα αφήνει πάντοτε ανοικτές εναλλακτικές
διαδρομές.
Γιατί στην
εξωτερική πολιτική το πλέον επικίνδυνο για μια χώρα είναι να έχει επενδύσει
τόσο μονομερώς σε επιλογές έξω από ένα σταθερό πλαίσιο αρχών και διεθνούς
δικαίου, ώστε να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί όταν ο κόσμος γύρω της αλλάζει.
Οι Patriot
μπορεί να επιστρέψουν, να επανεγκατασταθούν ή να μετακινηθούν και πάλι αλλού.
Αυτό θα το αποφασίσουν οι αρμόδιοι με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες.
Εκείνο όμως
που η κοινωνία των πολιτών οφείλει να απαιτήσει και τα κόμματα εθνικής ευθύνης
να διεκδικήσουν, είναι κάτι δυσκολότερο:
να αποκτήσει
επιτέλους η χώρα την ικανότητα να σχεδιάζει την εξωτερική πολιτική της όχι
συρόμενη κάθε φορά από τη συγκυρία και τις επιλογές των ισχυρότερων συμμάχων
της, αλλά με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα, μέσα από εθνικό διάλογο, ευρωπαϊκή
αναφορά και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου