Και γιατί όχι; Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θέλει
να προσελκύσει κεφάλαια, επενδυτές, διεθνείς επιχειρήσεις χρηματοοικονομικών
υπηρεσιών, στελέχη υψηλής ειδίκευσης και δραστηριότητες μεγάλης προστιθέμενης
αξίας.
Ότι όμως φημολογείται ότι ακολουθεί, φαίνεται να
είναι πιο ενδιαφέρον από την προηγούμενη είδηση.
Μετά τον Ρόκος, η Millennium Management, ένας από
τους μεγαλύτερους διεθνείς ομίλους hedge funds, με περισσότερα από 97 δισ.
δολάρια υπό διαχείριση, σχεδιάζει, επίσης, το πρώτο της γραφείο στην Ελλάδα. Οι
Financial Times περιγράφουν μάλιστα μια οργανωμένη προσπάθεια της ελληνικής
κυβέρνησης να προσελκύσει hedge funds και private equity από το Λονδίνο, την
Ελβετία και τον Κόλπο, προβάλλοντας συστηματικά τα νέα φορολογικά κίνητρα.
Άρα δεν έχουμε να κάνουμε με μία μεμονωμένη
περίπτωση. Φαντάζει να έχουμε μπροστά μας μια επιλογή οικονομικής πολιτικής.
Και γι’ αυτό χρειάζεται να συζητήσουμε όχι αν
επιθυμούμε να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα —
ασφαλώς και το επιθυμούμε — αλλά με ποιους όρους τους προσελκύουμε και τι
ακριβώς κερδίζει η χώρα από αυτή την επιλογή.
Άλλο
προσέλκυση επενδύσεων και άλλο αγορά φορολογικής κατοικίας
Το ελληνικό καθεστώς non-dom επιτρέπει σε
επιλέξιμους νέους φορολογικούς κατοίκους να καταβάλλουν κατ’ αποκοπή φόρο
100.000 ευρώ ετησίως για τα εισοδήματά τους από το εξωτερικό, για περίοδο έως
δεκαπέντε ετών.
Παράλληλα, με τις αλλαγές του 2026 θεσπίστηκε
ακόμη ευνοϊκότερη μεταχείριση συγκεκριμένων εισοδημάτων στελεχών
επενδυτικών σχημάτων: πρόσθετες αποδόσεις, bonus και carried interest
μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να φορολογούνται με συντελεστή 5%.
Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφοροποίηση που
πρέπει να αναγνωριστεί.
Το δεύτερο αυτό καθεστώς δεν περιορίζεται στην
απλή μεταφορά μιας φορολογικής διεύθυνσης. Προϋποθέτει πραγματική εγκατάσταση
δραστηριότητας και, μεταξύ άλλων, ετήσιες λειτουργικές δαπάνες τουλάχιστον
τριών εκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα.
Αυτό έχει σημασία.
Αν μαζί με έναν διεθνή διαχειριστή κεφαλαίων
μεταφέρονται γραφεία, εργαζόμενοι, φορολογητέες αμοιβές, υπηρεσίες, τεχνογνωσία
και δημιουργούνται θέσεις εργασίας για Έλληνες οικονομολόγους, αναλυτές,
πληροφορικούς, νομικούς και εξειδικευμένα στελέχη, τότε δημιουργείται
πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα.
Η πληροφορία ότι η Rokos Capital θα μπορούσε
μελλοντικά να αναπτύξει παρουσία περίπου 50 ανθρώπων στην Αθήνα, όπως και η
απόφαση της Millennium να δημιουργήσει εδώ δικό της γραφείο, δεν είναι
αμελητέες.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν χρειάζεται ιδεολογικούς
αυτοματισμούς.
Απαιτείται όμως οπωσδήποτε απάντηση σε ένα κρίσιμο
ερώτημα:
Πόσο πρόσθετο δημόσιο όφελος δημιουργείται για
κάθε φορολογικό πλεονέκτημα που παραχωρείται;
Να μετρήσουμε
όχι μόνο τις αφίξεις, αλλά και τον λογαριασμό
Ο Κρις Ρόκος είναι χαρακτηριστική περίπτωση.
Σύμφωνα με τα βρετανικά στοιχεία, κατέβαλε περίπου 330 εκατ. λίρες σε φόρους
στη Βρετανία το προηγούμενο έτος και βρισκόταν μεταξύ των μεγαλύτερων
φορολογουμένων της χώρας.
Προφανώς, αυτά τα 330 εκατομμύρια δεν τα «χάνει»
η Ελλάδα. Δεν ανήκαν ποτέ στην ελληνική φορολογική βάση.
Όμως η τεράστια απόσταση μεταξύ ενός τέτοιου
φορολογικού βάρους και ενός καθεστώτος κατ’ αποκοπή φορολόγησης 100.000 ευρώ
μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα της ανταποδοτικότητας.
- Πόσα κεφάλαια επενδύονται πραγματικά στην Ελλάδα;
- Πόσες επιχειρηματικές δραστηριότητες μεταφέρονται;
- Πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται;
- Πόσες φορολογητέες αμοιβές προκύπτουν;
- Ποιο είναι το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα και ποιο μέρος αυτής της δραστηριότητας δεν θα είχε δημιουργηθεί χωρίς το ειδικό φορολογικό καθεστώς;
Αυτό είναι το πραγματικό τεστ.
Δεν αρκεί να δημοσιοποιούμε πόσοι εκατομμυριούχοι
και δισεκατομμυριούχοι επιλέγουν την Ελλάδα. Χρειάζεται να δημοσιοποιούμε και
την αξιολόγηση του αποτελέσματος της πολιτικής.
Η κυβέρνηση ανακοινώνει τις αφίξεις. Καλό θα ήταν
να μας παρουσιάζει και τον λογαριασμό.
Ο κίνδυνος του
πλειστηριασμού
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση που η
υπεύθυνη πολιτική ελίτ δε μπορεί να αγνοήσει. Η Ελλάδα δεν κινείται σε κενό
αέρος.
Η Ιταλία προσφέρει το δικό της καθεστώς για
εύπορους νέους φορολογικούς κατοίκους. Η Ελβετία διαθέτει επί δεκαετίες
συστήματα κατ’ αποκοπήν φορολόγησης. Τα Εμιράτα ανταγωνίζονται επιθετικά για
την εγκατάσταση κεφαλαίων και διαχειριστών. Και η Βρετανία, μετά την κατάργηση
του δικού της καθεστώτος non-dom και τις αλλαγές στη φορολόγηση του carried
interest, βλέπει ήδη ορισμένους μεγάλους φορολογουμένους να εξετάζουν άλλες
δικαιοδοσίες.
Εάν, όμως, κάθε χώρα απαντά στην προηγούμενη
προσφέροντας ακόμη μικρότερο συντελεστή, έχουμε μια κλασική διαδικασία
ανταγωνισμού προς τα κάτω.
Σήμερα το 15% γίνεται 5%. Αύριο κάποια άλλη χώρα
μπορεί να προσφέρει 3%. Και μεθαύριο μηδέν.
Κάπου εκεί ο θεμιτός διεθνής ανταγωνισμός για
επενδύσεις μετατρέπεται σε πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.
Και όμως, η
διεθνής κατεύθυνση είναι διαφορετική
Η αντίφαση γίνεται μεγαλύτερη εάν δούμε τι
συμβαίνει την ίδια στιγμή διεθνώς.
Η συμφωνία OECD–G20 για ελάχιστο εταιρικό φόρο
15% στις μεγάλες πολυεθνικές δημιουργήθηκε ακριβώς για να περιορίσει έναν
αντίστοιχο φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ κρατών.
Τώρα η ίδια συζήτηση επεκτείνεται στους
υπερπλούσιους.
Η πρόταση που εκπόνησε ο Gabriel Zucman για τη
βραζιλιάνικη προεδρία του G20 προβλέπει μια διεθνώς συντονισμένη ελάχιστη
αποτελεσματική επιβάρυνση για τους δισεκατομμυριούχους, περίπου ίση με το 2%
της περιουσίας τους ετησίως.
Το σημαντικότερο είναι ότι η συζήτηση αυτή δεν
παρέμεινε σε επίπεδο ακαδημαϊκής πρότασης.
Στη Διακήρυξη του Ρίο, το G20 δεσμεύθηκε να
συνεργαστεί ώστε οι άνθρωποι εξαιρετικά υψηλού πλούτου να φορολογούνται
αποτελεσματικά και αναφέρθηκε ρητά στην ανάγκη αντιμετώπισης «δυνητικά
επιζήμιων φορολογικών πρακτικών».
Ακριβώς δηλαδή των πρακτικών που μπορούν να
προκύψουν όταν οι χώρες αρχίσουν να ανταγωνίζονται όχι για το ποια προσφέρει
καλύτερες συνθήκες επένδυσης, αλλά για το ποια προσφέρει μικρότερη φορολογική
υποχρέωση.
«Φορολογήστε
μας περισσότερο»
Υπάρχει και μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα συγκυρία.
Δεν ζητούν πλέον μόνο οικονομολόγοι ή πολιτικές
δυνάμεις μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη.
Το ζητούν και ορισμένοι από εκείνους που θα
κληθούν να πληρώσουν.
Στην πρωτοβουλία «Proud to Pay More», 260
εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι από 17 χώρες απηύθυναν στους ηγέτες που
συγκεντρώθηκαν στο Νταβός μια ασυνήθιστα καθαρή έκκληση: φορολογήστε
περισσότερο τον ακραίο πλούτο.
Στη Νέα Υόρκη, εύποροι πολίτες και μέλη της
κίνησης Patriotic Millionaires εμφανίζονται δημοσίως υποστηρίζοντας υψηλότερη
φορολόγηση των εκατομμυριούχων — ακόμη και της δικής τους κοινωνικής
κατηγορίας.
Το επιχείρημά τους έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή
δεν στηρίζεται στη φιλανθρωπία.
Η φορολογία δεν μπορεί να αντικαθίσταται από την
αγαθοεργία ούτε να εξαρτάται από την καλή διάθεση του πλουσίου. Χρειάζεται
κανόνες που ισχύουν για όλους.
Η Ελλάδα δεν
χρειάζεται να γίνει απλώς φθηνότερη. Χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι καλύτερη
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η επιλογή
που έχουμε μπροστά μας.
- Ναι, να δημιουργήσουμε στην Αθήνα ένα πραγματικό οικοσύστημα asset management.
- Ναι, να διευκολύνουμε την εγκατάσταση σοβαρών διεθνών επιχειρήσεων.
- Ναι, να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική θέση, την ποιότητα ζωής, το ανθρώπινο δυναμικό και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Και ασφαλώς να προσφέρουμε ένα σταθερό, προβλέψιμο και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον.
Αυτό άλλωστε είναι από τα σοβαρότερα αιτήματα
κάθε πραγματικού επενδυτή.
Άλλο όμως φορολογική σταθερότητα και άλλο
φορολογικό dumping.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το Λονδίνο,
τη Νέα Υόρκη ή την Ελβετία απλώς μειώνοντας περισσότερο τους φορολογικούς
συντελεστές.
Μπορεί, όμως, να τους ανταγωνιστεί προσφέροντας
πολιτική σταθερότητα, ποιότητα ζωής, ταχύτητα διοίκησης, καλύτερη Δικαιοσύνη,
σύγχρονες ψηφιακές υποδομές, πανεπιστήμια, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και
σταθερούς κανόνες παιχνιδιού.
Αυτό είναι θεμιτός ανταγωνισμός.
Και υπάρχει επιπλέον μια διάσταση που για την
Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία.
Μια μικρή χώρα, η οποία για την προστασία των
εθνικών της συμφερόντων επικαλείται διαρκώς το Διεθνές Δίκαιο και τη διεθνή
νομιμότητα, έχει στρατηγικό συμφέρον να βρίσκεται στην προμετωπίδα της
διεθνούς νομιμότητας και στην οικονομία.
Να είναι μεταξύ εκείνων που διαμορφώνουν τους
κανόνες και όχι μεταξύ εκείνων που αναζητούν τρόπους να τους παρακάμπτουν.
Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα φορολογικής πολιτικής.
Είναι και διπλωματικό κεφάλαιο.
Ναι στον
πλούτο. Αλλά με κανόνες
Ο Κρις Ρόκος, η Millennium και οποιαδήποτε άλλη
διεθνής επιχείρηση επιθυμεί πραγματικά να εγκατασταθεί στην Ελλάδα είναι
ευπρόσδεκτοι.
Και μακάρι να ακολουθήσουν πολλοί ακόμη.
Το ζητούμενο όμως πρέπει να είναι να έρθουν
επειδή η Ελλάδα είναι καλύτερο μέρος για να επενδύσουν, να εργαστούν και να
δημιουργήσουν, όχι απλώς επειδή είναι φθηνότερο μέρος για να φορολογηθούν.
- Να διευκολύνουμε την επένδυση.
- Να εγγυηθούμε τη φορολογική σταθερότητα.
- Να δημιουργήσουμε ένα ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
- Να αξιολογούμε όμως ταυτόχρονα με διαφάνεια κάθε ειδικό φορολογικό καθεστώς ως προς τις επενδύσεις, τις θέσεις εργασίας και τα πραγματικά δημόσια έσοδα που δημιουργεί.
Και κυρίως να μη δεχθούμε ότι ο διεθνής
ανταγωνισμός για επενδύσεις πρέπει να εξελιχθεί σε διαγωνισμό για το ποιος
φορολογεί λιγότερο τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου.
Ναι, λοιπόν! Να προσελκύσουμε τον πλούτο.
Όχι όμως με πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου