Οι εθνικές συναινέσεις ή οι όποιες ενδεχόμενες κυβερνητικές συγκλίσεις, χρειάζονται κοινωνική συμμετοχή, σαφείς επιλογές και απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα για τι κοινωνία και τι οικονομία επιδιώκουμε.
Το τελευταίο
διάστημα πολίτες και πολιτικοί παράγοντες διατυπώνουν σκέψεις για την ανάγκη
διαύλων επικοινωνίας και δυνατοτήτων κάποιου επιπέδου συναινέσεων ανάμεσα στις
δυνάμεις του συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου. Ορισμένες προτάσεις
εστιάζουν ειδικότερα στις προγραμματικές συγκλίσεις της Κεντροαριστεράς. Και οι
δύο συζητήσεις είναι αναγκαίες. Θα έχουν όμως αξία μόνον αν καταφέρουν να
γίνονται και πέρα από τις σχέσεις των κομματικών ηγεσιών και ταυτοχρόνως
επιχειρούν να απαντήσουν σε ένα δύσκολο ερώτημα: ποιες εθνικές προτεραιότητες είναι
δυνατόν να υπηρετηθούν από κοινού σε εθνικό επίπεδο, με ποιο σχέδιο και με
ποιες δεσμεύσεις;
Στη δεκαετία
του 1990, ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας, ο ΟΠΕΚ,
επιχείρησε κάτι που διατηρεί την αξία του ως πολιτική εμπειρία. Έφερε σε έναν
κοινό χώρο συζήτησης ανθρώπους από τις εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της
φιλοευρωπαϊκής Ανανεωτικής Αριστεράς, του Προοδευτικού Κέντρου της εποχής, της
επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών. Πολλοί και πολλές από
εμάς εμπνευστήκαμε από εκείνη την προσπάθεια και ενεργοποιηθήκαμε για τους
σκοπούς της. Οι όποιες διαφορετικές μας πολιτικές αφετηρίες δεν εμπόδισαν την προσπάθεια
για κοινή επεξεργασία προτάσεων που αφορούσαν στη χώρα. Προφανώς και αντιμετωπίσαμε, τουλάχιστον στη πρώτη φάση, το λιγότερο, τα σκωπτικά σχόλια δημοσιολογούντων και "συνεπών ασυμβίβαστων " της τότε εποχής.
Ο Όμιλος
συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ιδεών και ανθρώπινων δικτύων που επηρέασαν
την πορεία της διακυβέρνησης από το 1996 και έπειτα. Ανέδειξε την ευρωπαϊκή
προοπτική, τον θεσμικό εκσυγχρονισμό και την ανάγκη τεκμηριωμένου πολιτικού
σχεδιασμού. Η αναγνώριση αυτής της συμβολής δεν σημαίνει και εξιδανίκευση των
κυβερνητικών επιλογών της περιόδου. Το χρήσιμο δίδαγμα είναι ότι η
προγραμματική προετοιμασία μπορεί να συμβάλλει όταν προηγείται της άσκησης
εξουσίας και μπορεί να υπερβαίνει τα όρια ενός κόμματος.
Σήμερα οι
προκλήσεις είναι διαφορετικές και ο χρόνος πιέζει. Η ακρίβεια, η στεγαστική
κρίση και η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες συνυπάρχουν με την κλιματική απειλή,
την παραγωγική υστέρηση και τη δυσπιστία προς τους θεσμούς. Η ασφάλεια της
χώρας, η θέση της στην Ευρώπη και η ανθεκτικότητα της οικονομίας της απαιτούν
επίσης συνέχεια πέρα από έναν εκλογικό κύκλο. Σε αυτά τα πεδία χρειάζονται
εθνικές συναινέσεις, με τη συμμετοχή των δυνάμεων που αποδέχονται τους
δημοκρατικούς θεσμούς και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.
Η συναίνεση,
ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές διαφορές παύουν να έχουν σημασία. Η
πρόσφατη συζήτηση για τη φορολογική προσέλκυση πολύ εύπορων προσώπων δείχνει
γιατί πρέπει να μιλήσουμε συγκεκριμένα. Η είσπραξη ενός κατ’ αποκοπή φόρου ή η
αγορά ενός ακινήτου μπορεί να αποφέρει έσοδα. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι
δημιουργούνται παραγωγικές επενδύσεις, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και
διαρκής προστιθέμενη αξία. Η επίδραση τέτοιων πολιτικών στη στεγαστική αγορά,
στα δημόσια έσοδα και στη φορολογική δικαιοσύνη πρέπει να αξιολογείται δημόσια,
με στοιχεία.
Πίσω από τους
ειδικούς φορολογικούς κανόνες βρίσκεται μια πολιτική επιλογή: θα επιδιώξουμε
ανάπτυξη που στηρίζεται στην παραγωγή, την έρευνα, την κατάρτιση και την
αξιοπρεπή εργασία ή θα αρκεστούμε στην προσέλκυση πλούτου και στην άνοδο των
αξιών των ακινήτων; Πώς θα κατανεμηθούν τα φορολογικά βάρη; Τι πόρους θα
διαθέσουμε στη δημόσια υγεία, την παιδεία και την κατοικία; Αυτά τα ερωτήματα
απαιτούν διάλογο και επιτρέπουν καθαρές κουβέντες. Καμία επίκληση της «εθνικής
συνεννόησης» δεν πρέπει να τα παρακάμπτει.
Ευκαιρία με ένα
παράδειγμα, με αφορμή στοιχεία από την ομιλία του πρωθυπουργού τις προηγούμενες
μέρες, είναι η δυνατότητα α ορίζουμε και να συμφωνούμε στο τι ο καθείς εννοεί
και πως μπορούμε να κάνουμε πράξη αυτά που συγκλίνουμε. Ο κος πρωθυπουργός
υποστήριξε ότι “…Η ιδέα ότι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα καταλήξουν
οικειοθελώς σε κάποια συμφωνία για αυτορρύθμιση της ανάπτυξης της τεχνητής
νοημοσύνης είναι αφελής…”. Πράγματι αυτή η ιδέα “…έρχεται σε αντίθεση με όλα
όσα γνωρίζουμε για την ιστορία του καπιταλισμού…”. Δεν είναι η πρώτη φορά όπου “…τα
οφέλη για τους νικητές είναι, απλώς, πάρα πολύ μεγάλα για να πιστέψουμε ότι η
καλοπροαίρετη μέριμνα για την ευημερία της ανθρωπότητας θα υπερισχύσει της
αστείρευτης τάσης του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς καλύτερες αποδόσεις…”.
Σε αντίστοιχες
λοιπόν αναφορές και περιπτώσεις δεν νομίζω ότι δεν θα μπορούσαν να επιχειρήσουν
τη συγκρότηση συγκεκριμένων προγραμματικών προτάσεων, ευρύτερες δυνάμεις του ενός
κόμματος στη χώρα μας. Γιατί πράγματι όλοι/ες πλέον έχουν αντιληφθεί ότι όταν
τα δυνητικά κέρδη είναι τεράστια, απαιτούνται ρυθμίσεις που διαχειρίζονται και
αντιμετωπίζουν τις εμφανείς αδυναμίες της αγοράς για αυτορρύθμιση. Και αυτό
αφορά και στην αγορά ενέργειας στη χώρα μας και στη διανομή τροφίμων και ότι
αφορά στο καλάθι του νοικοκυριού, και στις τράπεζες και στις μεταφορές
εμπορευμάτων και πολιτών… Τα σκληρά ολιγοπώλια που έθρεψε αυτή κυβέρνηση με
αποτέλεσμα την υπονόμευση του ανταγωνισμού..
Πεδίον δόξης
λαμπρό για να δούμε δυνατότητες για αποκλίσεις και συγκλίσεις...
Γι’ αυτό ίσως
να είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ενός “σύγχρονου ΟΠΕΚ”: ενός ανοιχτού και
αυτόνομου χώρου προγραμματικού διαλόγου, με συμμετοχή πολιτών, επιστημόνων,
συνδικάτων, παραγωγικών φορέων, αυτοδιοίκησης και κοινωνικών κινημάτων. Θα
μπορούσε να επεξεργαστεί προτάσεις για λίγες κρίσιμες εθνικές προτεραιότητες:
παραγωγική ανασυγκρότηση, φορολογική δικαιοσύνη, ισχυρά δημόσια αγαθά, προσιτή
κατοικία, προστασία των νησιών και των περιφερειών, δίκαιη κλιματική μετάβαση
και θεσμική λογοδοσία. Για καθεμία χρειάζονται στόχοι, τρόποι χρηματοδότησης
και δυνατότητα ελέγχου της προόδου.
Σε έναν τέτοιο
χώρο οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να αναζητήσουν τις συγκλίσεις που θα μπορούσαν
να στηρίξουν μια ενδεχόμενη εναλλακτική πλειοψηφία, εάν πρόκυπτε η ανάγκη και η
δυνατότητες. Αυτή είναι μια πολιτική προτίμηση πολλών από εμάς. Παράλληλα, οι
εθνικές προτεραιότητες πρέπει να συζητούνται με όλες τις δυνάμεις του
συνταγματικού και φιλοευρωπαϊκού τόξου, συμπεριλαμβανομένων και δυνάμεων από τη
Νέα Δημοκρατία. Μια συμφωνία για τη θεσμική συνέχεια ή για μια μακρόπνοη εθνική
πολιτική δεν ταυτίζεται με συμφωνία συγκυβέρνησης. Αποτελεί όμως μέρος της
ευθύνης που αναλογεί σε κάθε δημοκρατικό κόμμα.
Ούτε μπορεί να
αποκλειστεί ή να αποφασιστεί εκ των προτέρων ότι, υπό συγκεκριμένες
κοινοβουλευτικές συνθήκες, θα τεθεί ή δεν θα τεθεί ζήτημα κυβερνητικής
συνεργασίας με κάποιες από τις δυνάμεις του συνταγματικού τόξου όπου
συμπεριλαμβάνεται και η Νέα Δημοκρατία. Μια τέτοια επιλογή θα ήταν πολιτικά
σοβαρή και δύσκολη. Θα απαιτούσε δημόσια, συγκεκριμένη προγραμματική συμφωνία,
καθαρές εγγυήσεις για τους θεσμούς και τη λογοδοσία, καθώς και έντιμη εξήγηση
των συμβιβασμών προς τους πολίτες. Δεν θα μπορούσε να προκύψει απλώς από την
επίκληση της ανάγκης να σχηματιστεί κυβέρνηση, όπως συνέβη με διαφορετικές
κυβερνήσεις την προηγούμενη δεκαετία (κυβερνήσεις συνεργασιών και πριν και μετά
το 2015).
Δυστυχώς ο
τοξικός και πολιτικός λόγος, ακραίων πολιτικών αντιλήψεων που εκφράζονται, με την
αυταρέσκεια της “ηχούς του δωματίου” και υπάρχουν, δυστυχώς, σε όλους τους χώρους
των κομμάτων, του κατά τα λοιπά συνταγματικού τόξου, δυσκολεύει τη δυνατότητα δημιουργίας
τέτοιας ατζέντας και ιδιαιτέρως στην παρούσα προεκλογική περίοδο.
Εδώ έρχεται η
ευθύνη και μετριούνται οι δυνατότητες της δικής μας κοινωνίας των πολιτών.
Ένας «ΟΠΕΚ Νο
2» δεν θα είχε λόγο ύπαρξης ως άσκηση νοσταλγίας ή ως προθάλαμος μιας
προκαθορισμένης συνεργασίας. Θα άξιζε να υπάρξει για να βοηθήσει την κοινωνία
και τις πολιτικές δυνάμεις να ξεχωρίσουν πού είναι δυνατή μια ευρεία εθνική
συμφωνία, πού μπορεί να συγκροτηθεί μια προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης και
ποιες διαφορές παραμένουν ουσιαστικές. Μόνο πάνω σε αυτή τη γνώση μπορούν οι όποιες
ενδεχόμενες και πιθανές μελλοντικές πολιτικές συνεργασίες, σε κυβερνητικό ή
αντιπολιτευτικό επίπεδο, να αποκτήσουν περιεχόμενο και δημοκρατική
νομιμοποίηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου