Η κυβέρνηση υποσχέθηκε αλλαγή “παραγωγικού
μοντέλου” της χώρας. Εφτά χρόνια μετά, μπορεί να γίνει ο απολογισμός και πρέπει
να γίνει στην πραγματική παραγωγή, στην κατανομή των δημόσιων πόρων και στις
δυνατότητες που απέκτησε η κοινωνία.
Τι νέο παράγει τελικά η Ελλάδα και σε πόσους και ποιους δίνει τη δυνατότητα να
συμμετέχουν;
Η νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων
Μελετών) επαναφέρει ένα ερώτημα που η κυβερνητική επικοινωνία προσπάθησε να
θεωρήσει λυμένο: άλλαξε πράγματι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας; Σύμφωνα με το
δελτίο Τύπου της μελέτης, το 2025 η πραγματική παραγωγή της ελληνικής
οικονομίας παρέμενε περίπου 10% χαμηλότερη από το 2009. Οι διεθνώς εμπορεύσιμοι
κλάδοι ανέκτησαν το χαμένο βάρος τους, αλλά η μεταβολή αυτή δεν συνοδεύτηκε από
ανάλογη αύξηση του όγκου παραγωγής. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αλλαγή των
μεριδίων αντανακλά και μεταβολές των σχετικών τιμών.
Υπάρχουν, ασφαλώς, θετικές εξελίξεις. Η
μεταποίηση και ο κλάδος της πληροφορικής, των επικοινωνιών και της ενημέρωσης
ξεπερνούν σε πραγματική παραγωγή τα επίπεδα του 2009. Το γεγονός αυτό αξίζει να
αναγνωριστεί. Δεν αρκεί, όμως, για να χαρακτηριστεί επιτυχής η συνολική
παραγωγική ανασυγκρότηση, όταν η οικονομία εξακολουθεί να παράγει λιγότερο από
ό,τι πριν από δεκαέξι χρόνια.
Η έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη έθεσε υπαρκτά
ζητήματα: παραγωγικότητα, επενδύσεις, εξωστρέφεια, ψηφιακή και πράσινη
μετάβαση. Δεν είναι κατανοητή καμιά προσπάθειας απαξίωσης του καθηγητή κου
Πισσαρίδη ούτε της συμβολής πολλών εκ των μελών της Επιτροπής (όχι όλων). Οι
προτάσεις τους δεν ήταν κυβερνητικές αποφάσεις, όπως διευκρίνιζε και η επίσημη
παρουσίαση της έκθεσης. Η κυβέρνηση είχε την ευθύνη να επιλέξει πολιτικές, να
τις εφαρμόσει και να λογοδοτήσει για τα αποτελέσματά τους.
Εκεί αρχίζει η ουσιαστική πολιτική κριτική. Η
κυβέρνηση Μητσοτάκη αξιοποίησε το κύρος της έκθεσης για να οικοδομήσει το
αφήγημα ότι οι επιλογές της αλλάζουν το παραγωγικό μοντέλο. Όμως η επίκληση
μιας επιστημονικής πρότασης δεν αποδεικνύει ότι κάθε μεταγενέστερη κυβερνητική
επιλογή υπηρετούσε τον σκοπό της. Ο απολογισμός δεν μπορεί να περιορίζεται στο
πόσοι πόροι διατέθηκαν ή πόσες επενδύσεις ανακοινώθηκαν. Πρέπει να εξετάζει τι
νέο παρήχθη και τι απέμεινε στην οικονομία.
Αυτό ισχύει πρωτίστως για τη σύνθεση των
επενδύσεων. Άλλο η δημιουργία νέας παραγωγικής ικανότητας, τεχνολογίας και
εξαγωγών και άλλο η αγορά υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ή η μεταφορά τους
από ένα χαρτοφυλάκιο σε άλλο. Τη διάκριση αυτή είχαμε επισημάνει και παλαιότερα (https://www.metarithmisi.gr/content/e-oikonomia-tes-elladas-to-skhedio-pissaride-kai-oi-episemanseis-apo-ton-moodys): η αύξηση των επενδύσεων ως συνολικού μεγέθους δεν αρκεί, εάν δεν
γνωρίζουμε την κατεύθυνση και το παραγωγικό τους αποτέλεσμα.
Εξίσου κρίσιμο είναι ποιοι αποκτούν πρόσβαση στις
ευκαιρίες. Μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί να επενδύσει ουσιαστικά, να
καινοτομήσει και να εξάγει. Το μέγεθός της, όμως, δεν αποτελεί από μόνο του
εγγύηση κοινωνικής ή παραγωγικής απόδοσης. Όταν οι δημόσιες ενισχύσεις
και η χρηματοδότηση ευνοούν κυρίως όσους διαθέτουν ήδη κεφάλαια, εξασφαλίσεις
και πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, χρειάζεται ιδιαίτερα αυστηρός
έλεγχος του αποτελέσματος. Αλλιώς, η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος
μπορεί να παρουσιάζεται ως συνώνυμο της ανάπτυξης.
Αυτό θα υπονόμευε και τον θεμιτό ανταγωνισμό. Οι
μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν χρειάζονται προστασία από την αξιολόγηση·
χρειάζονται πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση, τεχνογνωσία,
συνεργατικά σχήματα και αγορές. Από το 2021 είχαμε υποστηρίξει την ανάγκη
στοχευμένων εργαλείων που φτάνουν πράγματι στις μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς
και ενός δημόσιου αναπτυξιακού σχεδίου με σαφείς προτεραιότητες. Το αίτημα
εκείνο παραμένει επίκαιρο.
Υπάρχει και μια ακόμη πλευρά της κατανομής των
πόρων που οφείλει να περιληφθεί στον απολογισμό: οι δαπάνες του κράτους, του
Υπερταμείου και των επιχειρήσεων με δημόσια συμμετοχή για εξωτερικούς
συμβούλους, επικοινωνία και διαφήμιση. Τέτοιες υπηρεσίες μπορεί να είναι
απολύτως αναγκαίες. Η ανάγκη τους, όμως, πρέπει να τεκμηριώνεται, όπως και το
αποτέλεσμα που παραδίδουν. Ποιο πρόβλημα έλυσαν; Ποια γνώση έμεινε στον δημόσιο
φορέα; Πώς συνδέθηκαν με καλύτερες υπηρεσίες ή με νέα παραγωγική δυνατότητα;
Δεν πρέπει εδώ να γίνει μια λανθασμένη στατιστική
σύνδεση. Η άνοδος της πραγματικής παραγωγής στον κλάδο της πληροφορικής, των
επικοινωνιών και της ενημέρωσης δεν αποτελεί ένδειξη ότι αυξήθηκε εξαιτίας
κρατικής διαφήμισης ή διοικητικών συμβουλευτικών αναθέσεων. Η διαφήμιση και
οι υπηρεσίες διοικητικών συμβούλων καταγράφονται σε άλλες κατηγορίες
οικονομικής δραστηριότητας. Το ερώτημα για τις δημόσιες δαπάνες παραμένει, αλλά
απαιτεί αυτοτελή στοιχεία για τις συμβάσεις, τους αποδέκτες και τα παραδοτέα
τους. Η κυβέρνηση δεν συμβάλλει στη δημοσιοποίησή τους. Είτε με πίεση
μέσω της Βουλής είτε με παρέμβαση της Δικαιοσύνης, αυτά τα στοιχεία θα είναι
διαθέσιμα, δημόσια, για μελέτη, όπου και θα επανέλθουμε.
Αυτός είναι και ο λόγος που η διαφάνεια δεν
αποτελεί δευτερεύον ζήτημα. Οι νεότερες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης της κρατικής
διαφήμισης μπορούν να βοηθήσουν στον έλεγχό της, εφόσον εφαρμοστούν με τρόπο
που επιτρέπει στους πολίτες να παρακολουθούν τη συνολική δαπάνη και την
κατανομή της. Αντίστοιχη εικόνα χρειαζόμαστε για τις συμβουλευτικές συμβάσεις
σε όλο το εύρος των φορέων που διαχειρίζονται δημόσιους πόρους. media.gov.gr. Για περιπτώσεις όπως το
ΥπερΤαμείο και άλλους αντίστοιχους οργανισμούς (με ειδική σχέση με το κράτος
προμήθειας ή σύμβασης παραχώρησης κάποιας, άξιας λόγου, διάρκειας ) που δεν συμπεριλαμβάνονται
θα υπάρξει κάποια στιγμή ειδική μελέτη έρευνα…
Η παραγωγική ανασυγκρότηση προϋποθέτει επίσης ένα
κράτος ικανό να σχεδιάζει, να υλοποιεί και να αξιολογεί. Δημόσιες υποδομές,
εκπαίδευση, υγεία και αποτελεσματική διοίκηση ενισχύουν τις δυνατότητες
ολόκληρης της οικονομίας. Σε παλαιότερα κείμενά μας είχαμε επιμείνει στην
ανάγκη μακροπρόθεσμου, συμμετοχικού σχεδιασμού, με συνέχεια και πέρα από τον
εκλογικό κύκλο. Η διαρκής ανάθεση του σχεδιασμού σε τρίτους δεν μπορεί να
υποκαθιστά τη συγκρότηση αυτής της δημόσιας ικανότητας.
Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δεν αποτελεί από μόνη της
συνολική αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής. Αναδεικνύει, όμως, την απόσταση
ανάμεσα σε μια μεταβολή της σύνθεσης της οικονομίας και στην αύξηση της
πραγματικής παραγωγής. Αυτή την απόσταση οφείλει να εξηγήσει η κυβέρνηση που
έκανε την «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου» κεντρική της υπόσχεση.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, δημόσιο απολογισμό για
ολόκληρη τη διαδρομή του χρήματος: από τις παραγωγικές επενδύσεις και τη
στήριξη των μικρότερων επιχειρήσεων έως τις αμοιβές συμβούλων και τις δαπάνες
προβολής. Πού πήγαν οι πόροι; Τι παραδόθηκε; Τι παρήχθη επιπλέον; Ποιοι
απέκτησαν τη δυνατότητα να παράγουν περισσότερο και καλύτερα;
Αν δεν απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η έκθεση
Πισσαρίδη θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό τεκμήριο για
επιλογές που πρέπει να κρίνονται αυτοτελώς. Και η χώρα θα εξακολουθήσει να
συζητά για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, ενώ θα περιμένει ακόμη το παραγωγικό του
αντίκρισμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου