Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Για όσους/ες είχαν “αγαπήσει να μισούν” το δημόσιο Πανεπιστήμιο

 

Όταν τα δεδομένα χαλούν το αφήγημα της απαξίωσης και η «αριστεία» πρέπει επιτέλους να μετριέται με το ίδιο μέτρο για όλους.

Για αρκετά χρόνια στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη πολιτική και σαφούς προσανατολισμού και σκόπευσης, δημοσιολογική μόδα.

Ήταν περίπου ένδειξη “εκσυγχρονισμού” το να απαξιώνεις και να κατακεραυνώνεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Να μιλάς για τα ελληνικά ΑΕΙ σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τις παθογένειές τους. Για καταλήψεις, «αιώνιους» φοιτητές, γραφειοκρατία, συντεχνίες, εσωστρέφεια, χαμηλές επιδόσεις. Να παρουσιάζεις ένα ολόκληρο πανεπιστημιακό σύστημα περίπου ως αποτυχημένο κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, το οποίο αδυνατεί να παρακολουθήσει τον διεθνή ανταγωνισμό.

Και ήταν πολλοί/ες, από αξιόλογους ανθρώπους, που θα έλεγε κανείς, “αγάπησαν” να μισούν το δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οικοδομήθηκε, σταδιακά αλλά σταθερά, ένα πολιτικό συμπέρασμα: αφού το δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν μπορεί, ας έρθει ο ιδιωτικός ανταγωνιστής να μας δείξει πώς γίνεται.

Τη λογική αυτή την είχαμε αμφισβητήσει πολύ πριν φτάσουμε στη σημερινή συζήτηση. Ήδη γράφαμε ότι η πραγματική πρόκληση δεν ήταν η κατασκευή νέων «εχθρών» μέσα στα ΑΕΙ αλλά η χρηματοδότηση, η αξιολόγηση και ο ουσιαστικός εκσυγχρονισμός τους (Κώστας Χλωμούδης, «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», 22.12.2023, Μεταρρύθμιση).

Και σήμερα πλέον γνωρίζουμε ότι φτιάχνοντας δείκτες αξιολόγησης και συγκροτώντας βάσεις δεδομένων έχουμε την πολυτέλεια να αμφισβητούμε ευθέως τους μύθους. Οι μετρήσιμοι δείκτες ενίοτε καταρρίπτουν τα άκριτα και αυθαίρετα αφηγήματα.

Οι αριθμοί που δεν χωρούν στην καρικατούρα των εμμονών.

Τα νέα στοιχεία της ειδικής Transparent Ranking of Universities του Cybermetrics Lab του ισπανικού CSIC χρησιμοποιούν τη βάση OpenAlex και αξιολογούν τα ιδρύματα με βάση τον αριθμό των εργασιών τους που ανήκουν στο παγκόσμιο Top 1% των περισσότερο αναφερόμενων επιστημονικών δημοσιεύσεων την περίοδο 2021–2025, με δευτερεύον κριτήριο το Top 10%. Η αλλαγή αυτή είναι ουσιώδης σε σχέση με την αντίστοιχη αποτύπωση του 2025 που στηριζόταν κυρίως στον συνολικό αριθμό ετεροαναφορών των κορυφαίων ερευνητών (Ιωάννης Δ. Παππάς, «Webometrics: Παγκόσμια ανακατάταξη των ελληνικών ΑΕΙ όσον αφορά στην ακαδημαϊκή έρευνα», 10.9.2026, Alfavita).

Πρέπει να είμαστε ακριβείς. Δεν πρόκειται για συνολική αξιολόγηση της ποιότητας ενός Πανεπιστημίου. Δεν μετρά το σύνολο της διδασκαλίας, τη φοιτητική μέριμνα, τη διοίκηση ή την κοινωνική του συνεισφορά. Μετρά όμως κάτι κάθε άλλο παρά δευτερεύον για ένα Πανεπιστήμιο: την ερευνητική του ισχύ και τη διεθνή απήχηση του επιστημονικού του έργου.

Τα αποτελέσματα αυτής της μέτρησης λοιπόν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Επτά ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια βρίσκονται μεταξύ των πρώτων 1.000 παγκοσμίως στη συγκεκριμένη ερευνητική κατάταξη: το ΕΚΠΑ στην 152η θέση, το ΑΠΘ στην 336η, το Πανεπιστήμιο Πατρών στην 646η, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στην 666η, το ΕΜΠ στην 722η, το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην 787η και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στην 831η. Άλλα εννέα ελληνικά ΑΕΙ βρίσκονται στη δεύτερη χιλιάδα και άλλα πέντε στην τρίτη.

Κάτι, λοιπόν, δεν ταιριάζει με την εικόνα ενός περίπου επιστημονικά χρεοκοπημένου δημόσιου πανεπιστημιακού συστήματος.

Και προφανώς υπάρχουν προβλήματα και παθογένειες.

Μην παρασυρθούμε και κάνουμε ένα αντίστροφο λάθος. Ο πίνακας δεν αποτελεί πιστοποιητικό αριστείας για κάθε ΑΕΙ της χώρας. Τα πανεπιστήμια έχουν να κάνουν δουλειά. Η διαρκής διεθνής αξιολόγηση ήρθε επιτέλους ως κουλτούρα και στη χώρα μας. Και αυτό επιβάλλει κανόνες εξέλιξης σε κάθε δομή ΑΕΙ και στο σύνολό τους.

Υπάρχουν δημόσια ΑΕΙ με αισθητά χαμηλότερες επιδόσεις. Το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, για παράδειγμα (δεν θέλω να ασχοληθώ με τις προβεβλημένες προσωπικότητες από τις διορισμένες Διοικήσεις του από την έναρξη λειτουργίας του και τις ευθύνες τους) εμφανίζεται στη θέση 9.179, με μόλις τρεις εργασίες στο Top 1%, ενώ το Πάντειο βρίσκεται στη θέση 3.879 με 37.

Αντίστοιχα στοιχεία και ευρήματα δεν πρέπει ούτε μπορούν να κρυφτούν ή να αποσιωπηθούν. Κάθε άλλο. Και είναι ακριβώς αυτό που σημαίνει αξιολόγηση.

Να γνωρίζουμε πού ένα ίδρυμα αποδίδει εξαιρετικά, πού υπολείπεται, γιατί υπολείπεται και με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο δεσμεύεται να καλύψει την απόσταση.

Όχι να χρησιμοποιούμε επιλεκτικά την αξιολόγηση ως πολιτικό ρόπαλο εναντίον του δημόσιου Πανεπιστημίου και να την ξεχνάμε όταν έρχεται η ώρα να αξιολογηθούν οι επίδοξοι ιδιωτικοί ανταγωνιστές του.

Αυτή ακριβώς ήταν άλλωστε η θέση μας όταν υποστηρίζαμε ότι, μετά το τέλος των «Σορβόνων» της επικοινωνιακής υπερβολής, έπρεπε να στραφούμε επιτέλους στα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ και στις πραγματικές τους αδυναμίες (Κώστας Χλωμούδης, «Το τέλος των ψευδαισθήσεων και τα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ», 2025, Μεταρρύθμιση).

Η πραγματική εξαίρεση: έρευνα στην Ελλάδα, με πολύ λιγότερους πόρους

Αυτό το στοιχείο πολύ πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Ιδιαιτέρως όταν έχει στηθεί ολόκληρος μηχανισμός επικοινωνίας για να υποστηρίξει ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν έχουν πρόβλημα χρηματοδότησης, αλλά είναι ένα συντεχνιακό αίτημα των πανεπιστημιακών.

Τα ελληνικά Πανεπιστήμια, λοιπόν, δεν παράγουν αυτό το ερευνητικό έργο σε συνθήκες χρηματοδοτικής, έστω και σχετικής, επάρκειας. Το παράγουν υπό καθεστώς χρόνιας χρηματοδοτικής υστέρησης.

Σύμφωνα με το Education at a Glance 2025, η δημόσια δαπάνη στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε μόλις 4.497 δολάρια ανά φοιτητή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP), όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 15.102 δολάρια. Δηλαδή λιγότερο από το ένα τρίτο.

Μάλιστα, ο ΟΟΣΑ παρατηρεί ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, στην Ελλάδα η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή είναι χαμηλότερη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση —όπου περιλαμβάνεται και η έρευνα και ανάπτυξη— από ό,τι στις χαμηλότερες βαθμίδες!

Η συνολική επένδυση στην εκπαίδευση αντιστοιχεί στο 3,9% του ΑΕΠ έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ (ΟΟΣΑ, Education at a Glance 2025: Greece, 9.9.2025).

Αυτό είναι ίσως και η μεγαλύτερη ευθύνη και ανάγκη αυτοκριτικής, για όσους επί χρόνια αναζητούσαν το πρόβλημα αποκλειστικά στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων και ιδιαιτέρως στους πανεπιστημιακούς-ερευνητές: Τι θα μπορούσαν να κάνουν αυτά τα ιδρύματα εάν χρηματοδοτούνταν, έστω πλησιέστερα, στα επίπεδα των χωρών με τις οποίες απαιτούμε να τα συγκρίνουμε;

Διότι είναι κάπως παράδοξο να απαιτούμε από τα ελληνικά ΑΕΙ επιδόσεις μεγάλων ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, διατηρώντας ταυτοχρόνως τη χρηματοδότησή τους σε χαμηλό κλάσμα του διεθνούς μέσου όρου.

Και το χειρότερο δε είναι ότι, στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε ορισμένες από τις συνέπειες αυτής της υποχρηματοδότησης ως επιχείρημα εναντίον του ίδιου του δημόσιου χαρακτήρα τους.

Αυτό δεν είναι αξιολόγηση. Είναι πολιτική μεροληψία.

Τα ιδιωτικά ΑΕΙ και η πρώτη συνάντηση τους με το κριτήριο της έρευνας

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τα κολέγια, που λειτούργησαν επί χρόνια στην Ελλάδα και ορισμένα από τα οποία βρίσκονται, άμεσα ή έμμεσα, στον δρόμο της “πανεπιστημιοποίησής” τους μέσω των ΝΠΠΕ.

Το Deree εμφανίζεται στην 23η θέση της ελληνικής κατάταξης, στην παγκόσμια θέση 3.546, με 45 δημοσιεύσεις στο Top 1%.

Το Metropolitan College βρίσκεται στην 26η ελληνική θέση και στην 8.163η παγκοσμίως, με μόλις πέντε δημοσιεύσεις στο Top 1%.

Το Aegean College καταγράφει δύο εργασίες στο Top 1% και έξι στο Top 10%.

Και αρκετοί άλλοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί φορείς έχουν ουσιαστικά μηδενική παρουσία στη συγκεκριμένη μέτρηση (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να εξελιχθούν. Μακάρι να εξελιχθούν.

Ούτε σημαίνει ότι πρέπει να εμποδιστεί η λειτουργία πραγματικά αξιόπιστων, διεθνώς αναγνωρισμένων και πράγματι πανεπιστημιακών μη κρατικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα.

Άλλο όμως αυτό και άλλο να αναγορεύεται σε «Πανεπιστήμιο» μια υφιστάμενη εκπαιδευτική επιχειρηματική δομή επειδή συνδέθηκε συμβατικά με ένα ξένο ίδρυμα.

Γιατί η “πανεπιστημιακότητα” δεν είναι ταμπέλα.

Είναι διδασκαλία και έρευνα.

Είναι οργανικά ενταγμένο και συμβεβλημένο ακαδημαϊκό προσωπικό, με τα απαιτούμενα προσόντα και αξιολόγηση από τους “ομότεχνούς” συναδέλφους τους.

Είναι εργαστήρια, ερευνητικές ομάδες, διδακτορικές σπουδές, διεθνείς δημοσιεύσεις, ακαδημαϊκή ελευθερία και θεσμική συνέχεια.

Και όλα αυτά πρέπει να μετρώνται.

Η “ποιότητα” και η σειρά αξιολόγησης δεν μεταβιβάζεται με franchise

Πριν λίγες ημέρες επισημαίναμε κάτι εξαιρετικά απλό. Η διεθνής κατάταξη ενός ξένου μητρικού Πανεπιστημίου δεν μεταβιβάζεται αυτομάτως στο ελληνικό παράρτημά του.

Άλλο το μητρικό Πανεπιστήμιο, άλλο το παράρτημα στην Ελλάδα, άλλο το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και άλλο το ακαδημαϊκό προσωπικό που πραγματικά θα το υπηρετεί και με τα βιογραφικά τους, σε πραγματικό χρόνο επικαιροποιημένα, θα διαμορφώνουν τη βάση αξιολόγησής τους.

Η διεθνής φήμη του μητρικού ιδρύματος δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα του παραρτήματος (Κώστας Χλωμούδης, «Πολλοί ή λίγοι οι πτυχιούχοι στη Χώρα; Η κυβερνητική αντίφαση και η “αριστεία” των ΝΠΠΕ», 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Και οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έκαναν ακόμη επιτακτικότερη την ανάγκη συγκεκριμένων, διαφανών και μετρήσιμων κριτηρίων.

Το ζήτημα δεν είναι να ακυρωθεί ιδεολογικά και πολιτικά ο θεσμός αυτός.

Το ζήτημα είναι πολύ πιο απλό: Ποια ακριβώς ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά μετατρέπουν έναν πάροχο σχετικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε Πανεπιστήμιο;

Τις αδυναμίες της κυβερνητικής εφαρμογής του νόμου είχαμε επισημάνει και αμέσως μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ, όταν θέταμε ζητήματα υποδομών, προγραμμάτων σπουδών, πιστοποίησης και πραγματικής ακαδημαϊκής επάρκειας (Κώστας Χλωμούδης, «Περί των αποφάσεων του ΣτΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια», 16.8.2026, Μεταρρύθμιση). Η ηχηρή παραίτηση του πρύτανη του ιδιωτικού πανεπιστημίου Keele Greece καθηγητή κου Οδυσσέα Ζώρα, με αναφορά sτις ευθύνες του υπουργείου και την υπονόμευση του έργου τους, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, είναι ενδεικτική και επιβεβαιώνει της παρατηρήσεις μας.

Είναι, πράγματι, καλή η ιδέα να βάλουμε στις προϋποθέσεις και κατώφλι ερευνητικών δυνατοτήτων.

Η πρόταση του κου Ιωάννη Παππά αξίζει σοβαρής συζήτησης.

Γιατί να μην υπάρχει στην αξιολόγηση ενός ΝΠΠΕ και ένα αντικειμενικό ελάχιστο κριτήριο ερευνητικής παρουσίας;

Η συγκεκριμένη πρόταση είναι να συνδέεται το κατώφλι με τις επιδόσεις των χαμηλότερα κατατασσόμενων δημόσιων ΑΕΙ και, ενδεικτικά, να απαιτούνται τουλάχιστον περίπου 15 δημοσιεύσεις στο παγκόσμιο Top 1% (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).

Δεν είμαι βέβαιος ούτε και απόλυτος ότι πρέπει να υιοθετήσουμε μηχανιστικά ακριβώς τον αριθμό «15».

Είμαι όμως βέβαιος ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα προϋποτιθέμενου δείκτη.

Και όχι ένας μόνο δείκτης. Ερευνητικές δημοσιεύσεις. Διεθνής απήχηση. Ποιότητα και αριθμός μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού. Ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα. Διδακτορική δραστηριότητα. Εργαστηριακές υποδομές. Σταθερότητα των μελών ΔΕΠ. Αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες.

Γιατί το κρίσιμο δεν είναι αν ένα Πανεπιστήμιο είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, κερδοσκοπικό ή όχι. Το κρίσιμο είναι: αν η λέξη «Πανεπιστήμιο» σημαίνει κάτι, πρέπει να σημαίνει το ίδιο για όλους.

Για το ΕΚΠΑ και το ΑΠΘ. Για το Πάντειο και το ΔΙΠΑΕ. Για το Deree και το Metropolitan. Και για κάθε ΝΠΠΕ που ζητά άδεια λειτουργίας.

Μεταρρύθμιση δεν είναι η πολιτική απαξίωσης του δημόσιου Πανεπιστημίου

Ήρθε η ώρα του εξορθολογισμού του δημόσιου λόγου μας και της αποκατάστασης του νοήματος των εννοιών.

Η υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου δεν σημαίνει άρνηση των μεταρρυθμίσεων.

Όποιος/α επιθυμεί να στηρίξει πραγματικά το δημόσιο πανεπιστήμιο και τελικά το σύνολο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα, δεν μπορεί παρά να επιμένει σε διαρκείς μεταρρυθμίσεις των όρων και των κανόνων λειτουργίας των σχετικών δομών της, ανεξαρτήτως συγκυρίας και χρώματος της εκτελεστικής εξουσίας.

Έχουμε υποστηρίξει την αξιολόγηση, τη διεθνοποίηση, την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, ακόμη και αλλαγές που μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας αντιμετώπιζε και ίσως ακόμη αντιμετωπίζει, με επιφύλαξη.

Στη συζήτηση για την Bologna, για παράδειγμα, υποστηρίξαμε ρητά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργεί ως ακαδημαϊκή εξαίρεση από τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και ότι χρειάζεται οργανωμένος οδικός χάρτης μεταρρυθμίσεων, με διάλογο και χωρίς κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς (Κώστας Χλωμούδης, «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», 10.6.2025, Μεταρρύθμιση).

Επομένως η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν μπορεί να είναι ο παραλογισμός: μεταρρυθμιστές εναντίον υπερασπιστών του δημόσιου Πανεπιστημίου. Η αντιπαράθεση πρέπει να είναι: μεταρρύθμιση του δημόσιου Πανεπιστημίου για να ανταγωνισθεί διεθνώς στις σύγχρονες συνθήκες ή απαξίωσή του προκειμένου να νομιμοποιηθεί πολιτικά η υποκατάστασή του.

Αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Επτά χρόνια αργότερα, η συζήτηση αντιστρέφεται

Υπό αυτή την έννοια η πολιτική ευθύνη μιας ετερόκλιτης πολιτικής συμμαχίας απαξίωσης των ελληνικών ΑΕΙ, δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, δύσκολα μπορεί πλέον κανείς να αποδίδει τις αδυναμίες των δημόσιων Πανεπιστημίων αποκλειστικά σε κάποια απρόσωπη ιστορική κακοδαιμονία.

Η κυβέρνηση επέλεξε τις προτεραιότητές της. Επένδυσε τεράστιο πολιτικό και επικοινωνιακό κεφάλαιο στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία, για να αναγνωρίσει τελικά ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ότι ήταν «αχρείαστη».

Επέλεξε την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, αφήνοντας επί σειρά ετών χιλιάδες θέσεις κενές, ιδιαίτερα στα περιφερειακά Πανεπιστήμια.

Και ταυτόχρονα οικοδόμησε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο το δημόσιο ΑΕΙ εμφανιζόταν, ως επί το πλείστο, ως το πρόβλημα και το ιδιωτικό ως περίπου αυτονόητη μεταρρυθμιστική απάντηση.

Για την Πανεπιστημιακή Αστυνομία θυμίσαμε μόλις πριν από λίγες ημέρες ότι οι πολιτικές δεν αξιολογούνται από την ένταση με την οποία χειροκροτούνται όταν εξαγγέλλονται αλλά από την εφαρμογή και το αποτέλεσμά τους (Κώστας Χλωμούδης, «Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας», 7.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνουμε τώρα και με την πολιτική για την Ανώτατη Εκπαίδευση συνολικά.

Τα δημόσια ΑΕΙ δεν χρειάζονται αγιογραφία

Δεν χρειάζεται να ωραιοποιήσουμε τίποτε στα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ.

Υπάρχουν ελληνικά Πανεπιστήμια και Τμήματα που πρέπει να αλλάξουν δραστικά.

Υπάρχει εσωστρέφεια.

Υπάρχουν αναχρονιστικές δομές, αδύναμο management, μεγάλες διαφορές απόδοσης μεταξύ Ιδρυμάτων, ακαδημαϊκός κορπορατισμός, ανεπαρκής διεθνοποίηση, περιορισμένη αξιοποίηση των δεικτών ικανοποίησης χρηστών...

Και τα νέα στοιχεία είναι χρήσιμα ακριβώς επειδή επιτρέπουν να εντοπίζουμε καλύτερα τις αποκλίσεις.

Αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν με σχέδιο, χρονοδιάγραμμα, μετρήσιμους στόχους και λογοδοσία.

Αλλά άλλο να θέλεις να μεταρρυθμίσεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο και άλλο να θέλεις πρώτα να το απαξιώσεις, ώστε να καταστήσεις πολιτικά ευκολότερη την υποκατάστασή του.

Το πρώτο είναι μεταρρυθμιστική πολιτική. Το δεύτερο είναι ιδεολογική μηχανική.

Και μια πρόβλεψη που αρχίζει ήδη να επιβεβαιώνεται στην πράξη

Μόλις πριν από λίγες ημέρες επαναλαμβάναμε την διατυπωμένη εκτίμησή μας ότι, παρά τα προβλήματα, τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότησή τους, τα περισσότερα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να βλέπουν τα νέα ιδιωτικά Πανεπιστήμια όχι μπροστά τους αλλά στον καθρέφτη τους (Κώστας Χλωμούδης, 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Τα νέα στοιχεία δεν αποδεικνύουν βεβαίως ότι αυτό θα ισχύει για πάντα. Και δεν θα έπρεπε να ευχόμαστε να ισχύει για πάντα.

Ο πραγματικός ανταγωνισμός υψηλής ποιότητας μόνο καλό μπορεί να κάνει.

Δείχνουν όμως πόσο διαφορετικό είναι σήμερα το σημείο εκκίνησης από αυτό που επί χρόνια μας περιέγραφαν. Και γεννούν μια, μάλλον άβολη, ερώτηση προς όσους/ες επένδυσαν πολιτικά και δημοσιολογικά στη συστηματική απαξίωση των δημόσιων ΑΕΙ: Αν αυτά τα Πανεπιστήμια, με αυτή την υποχρηματοδότηση, παράγουν ήδη τέτοιο ερευνητικό έργο, μήπως το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ότι είχαμε “πολύ δημόσιο Πανεπιστήμιο”;

Μήπως ήταν ότι είχαμε πολύ λίγο ενδιαφέρον να το κάνουμε καλύτερο;

Τώρα λοιπόν που διαθέτουμε περισσότερα δεδομένα, μπορούμε να κάνουμε κάτι πράγματι μεταρρυθμιστικό. Να πάψουμε να αξιολογούμε θεσμούς ανάλογα με το αν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί.

Να αξιολογούμε όλους με τα ίδια απαιτητικά κριτήρια και προφανώς τις ίδιες προϋποθέσεις.

Και ας αφήσουμε τους δείκτες και τους αριθμούς να μιλήσουν.

Γιατί, όπως φαίνεται, έχουν ήδη αρχίσει να λένε ορισμένα πράγματα που εκείνοι/ες που “αγάπησαν να μισούν” το δημόσιο Πανεπιστήμιο θα χρειαστεί να κάνουν την αυτοκριτική τους για ότι δημιούργησαν συνειδητά ή ασυνείδητα. Ένας απολογισμός δημόσιος ή στη συνείδησή τους.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Να προσελκύσουμε τον πλούτο, όχι όμως με πλειστηριασμούς φορολογικής ασυλίας.

Η είδηση ότι ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής κεφαλαίων Κρις Ρόκος, ιδρυτής της Rokos Capital Management, επιλέγει την Ελλάδα ως νέα φορολογική κατοικία του παρουσιάστηκε, δικαιολογημένα ως έναν βαθμό, ως ψήφος εμπιστοσύνης προς τη χώρα.

Και γιατί όχι; Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θέλει να προσελκύσει κεφάλαια, επενδυτές, διεθνείς επιχειρήσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στελέχη υψηλής ειδίκευσης και δραστηριότητες μεγάλης προστιθέμενης αξίας.

Ότι όμως φημολογείται ότι ακολουθεί, φαίνεται να είναι πιο ενδιαφέρον από την προηγούμενη είδηση.

Μετά τον Ρόκος, η Millennium Management, ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς ομίλους hedge funds, με περισσότερα από 97 δισ. δολάρια υπό διαχείριση, σχεδιάζει, επίσης, το πρώτο της γραφείο στην Ελλάδα. Οι Financial Times περιγράφουν μάλιστα μια οργανωμένη προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να προσελκύσει hedge funds και private equity από το Λονδίνο, την Ελβετία και τον Κόλπο, προβάλλοντας συστηματικά τα νέα φορολογικά κίνητρα.

Άρα δεν έχουμε να κάνουμε με μία μεμονωμένη περίπτωση. Φαντάζει να έχουμε μπροστά μας μια επιλογή οικονομικής πολιτικής.

Και γι’ αυτό χρειάζεται να συζητήσουμε όχι αν επιθυμούμε να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα — ασφαλώς και το επιθυμούμε — αλλά με ποιους όρους τους προσελκύουμε και τι ακριβώς κερδίζει η χώρα από αυτή την επιλογή.

Άλλο προσέλκυση επενδύσεων και άλλο αγορά φορολογικής κατοικίας

Το ελληνικό καθεστώς non-dom επιτρέπει σε επιλέξιμους νέους φορολογικούς κατοίκους να καταβάλλουν κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ ετησίως για τα εισοδήματά τους από το εξωτερικό, για περίοδο έως δεκαπέντε ετών.

Παράλληλα, με τις αλλαγές του 2026 θεσπίστηκε ακόμη ευνοϊκότερη μεταχείριση συγκεκριμένων εισοδημάτων στελεχών επενδυτικών σχημάτων: πρόσθετες αποδόσεις, bonus και carried interest μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να φορολογούνται με συντελεστή 5%.

Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφοροποίηση που πρέπει να αναγνωριστεί.

Το δεύτερο αυτό καθεστώς δεν περιορίζεται στην απλή μεταφορά μιας φορολογικής διεύθυνσης. Προϋποθέτει πραγματική εγκατάσταση δραστηριότητας και, μεταξύ άλλων, ετήσιες λειτουργικές δαπάνες τουλάχιστον τριών εκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα.

Αυτό έχει σημασία.

Αν μαζί με έναν διεθνή διαχειριστή κεφαλαίων μεταφέρονται γραφεία, εργαζόμενοι, φορολογητέες αμοιβές, υπηρεσίες, τεχνογνωσία και δημιουργούνται θέσεις εργασίας για Έλληνες οικονομολόγους, αναλυτές, πληροφορικούς, νομικούς και εξειδικευμένα στελέχη, τότε δημιουργείται πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα.

Η πληροφορία ότι η Rokos Capital θα μπορούσε μελλοντικά να αναπτύξει παρουσία περίπου 50 ανθρώπων στην Αθήνα, όπως και η απόφαση της Millennium να δημιουργήσει εδώ δικό της γραφείο, δεν είναι αμελητέες.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν χρειάζεται ιδεολογικούς αυτοματισμούς.

Απαιτείται όμως οπωσδήποτε απάντηση σε ένα κρίσιμο ερώτημα:

Πόσο πρόσθετο δημόσιο όφελος δημιουργείται για κάθε φορολογικό πλεονέκτημα που παραχωρείται;

Να μετρήσουμε όχι μόνο τις αφίξεις, αλλά και τον λογαριασμό

Ο Κρις Ρόκος είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Σύμφωνα με τα βρετανικά στοιχεία, κατέβαλε περίπου 330 εκατ. λίρες σε φόρους στη Βρετανία το προηγούμενο έτος και βρισκόταν μεταξύ των μεγαλύτερων φορολογουμένων της χώρας.

Προφανώς, αυτά τα 330 εκατομμύρια δεν τα «χάνει» η Ελλάδα. Δεν ανήκαν ποτέ στην ελληνική φορολογική βάση.

Όμως η τεράστια απόσταση μεταξύ ενός τέτοιου φορολογικού βάρους και ενός καθεστώτος κατ’ αποκοπή φορολόγησης 100.000 ευρώ μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα της ανταποδοτικότητας.

  • Πόσα κεφάλαια επενδύονται πραγματικά στην Ελλάδα;
  • Πόσες επιχειρηματικές δραστηριότητες μεταφέρονται;
  • Πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται;
  • Πόσες φορολογητέες αμοιβές προκύπτουν;
  • Ποιο είναι το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα και ποιο μέρος αυτής της δραστηριότητας δεν θα είχε δημιουργηθεί χωρίς το ειδικό φορολογικό καθεστώς;

Αυτό είναι το πραγματικό τεστ.

Δεν αρκεί να δημοσιοποιούμε πόσοι εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι επιλέγουν την Ελλάδα. Χρειάζεται να δημοσιοποιούμε και την αξιολόγηση του αποτελέσματος της πολιτικής.

Η κυβέρνηση ανακοινώνει τις αφίξεις. Καλό θα ήταν να μας παρουσιάζει και τον λογαριασμό.

Ο κίνδυνος του πλειστηριασμού

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση που η υπεύθυνη πολιτική ελίτ δε μπορεί να αγνοήσει. Η Ελλάδα δεν κινείται σε κενό αέρος.

Η Ιταλία προσφέρει το δικό της καθεστώς για εύπορους νέους φορολογικούς κατοίκους. Η Ελβετία διαθέτει επί δεκαετίες συστήματα κατ’ αποκοπήν φορολόγησης. Τα Εμιράτα ανταγωνίζονται επιθετικά για την εγκατάσταση κεφαλαίων και διαχειριστών. Και η Βρετανία, μετά την κατάργηση του δικού της καθεστώτος non-dom και τις αλλαγές στη φορολόγηση του carried interest, βλέπει ήδη ορισμένους μεγάλους φορολογουμένους να εξετάζουν άλλες δικαιοδοσίες.

Εάν, όμως, κάθε χώρα απαντά στην προηγούμενη προσφέροντας ακόμη μικρότερο συντελεστή, έχουμε μια κλασική διαδικασία ανταγωνισμού προς τα κάτω.

Σήμερα το 15% γίνεται 5%. Αύριο κάποια άλλη χώρα μπορεί να προσφέρει 3%. Και μεθαύριο μηδέν.

Κάπου εκεί ο θεμιτός διεθνής ανταγωνισμός για επενδύσεις μετατρέπεται σε πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.

Και όμως, η διεθνής κατεύθυνση είναι διαφορετική

Η αντίφαση γίνεται μεγαλύτερη εάν δούμε τι συμβαίνει την ίδια στιγμή διεθνώς.

Η συμφωνία OECD–G20 για ελάχιστο εταιρικό φόρο 15% στις μεγάλες πολυεθνικές δημιουργήθηκε ακριβώς για να περιορίσει έναν αντίστοιχο φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ κρατών.

Τώρα η ίδια συζήτηση επεκτείνεται στους υπερπλούσιους.

Η πρόταση που εκπόνησε ο Gabriel Zucman για τη βραζιλιάνικη προεδρία του G20 προβλέπει μια διεθνώς συντονισμένη ελάχιστη αποτελεσματική επιβάρυνση για τους δισεκατομμυριούχους, περίπου ίση με το 2% της περιουσίας τους ετησίως.

Το σημαντικότερο είναι ότι η συζήτηση αυτή δεν παρέμεινε σε επίπεδο ακαδημαϊκής πρότασης.

Στη Διακήρυξη του Ρίο, το G20 δεσμεύθηκε να συνεργαστεί ώστε οι άνθρωποι εξαιρετικά υψηλού πλούτου να φορολογούνται αποτελεσματικά και αναφέρθηκε ρητά στην ανάγκη αντιμετώπισης «δυνητικά επιζήμιων φορολογικών πρακτικών».

Ακριβώς δηλαδή των πρακτικών που μπορούν να προκύψουν όταν οι χώρες αρχίσουν να ανταγωνίζονται όχι για το ποια προσφέρει καλύτερες συνθήκες επένδυσης, αλλά για το ποια προσφέρει μικρότερη φορολογική υποχρέωση.

«Φορολογήστε μας περισσότερο»

Υπάρχει και μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα συγκυρία.

Δεν ζητούν πλέον μόνο οικονομολόγοι ή πολιτικές δυνάμεις μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη.

Το ζητούν και ορισμένοι από εκείνους που θα κληθούν να πληρώσουν.

Στην πρωτοβουλία «Proud to Pay More», 260 εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι από 17 χώρες απηύθυναν στους ηγέτες που συγκεντρώθηκαν στο Νταβός μια ασυνήθιστα καθαρή έκκληση: φορολογήστε περισσότερο τον ακραίο πλούτο.

Στη Νέα Υόρκη, εύποροι πολίτες και μέλη της κίνησης Patriotic Millionaires εμφανίζονται δημοσίως υποστηρίζοντας υψηλότερη φορολόγηση των εκατομμυριούχων — ακόμη και της δικής τους κοινωνικής κατηγορίας.

Το επιχείρημά τους έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν στηρίζεται στη φιλανθρωπία.

Η φορολογία δεν μπορεί να αντικαθίσταται από την αγαθοεργία ούτε να εξαρτάται από την καλή διάθεση του πλουσίου. Χρειάζεται κανόνες που ισχύουν για όλους.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει απλώς φθηνότερη. Χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι καλύτερη

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η επιλογή που έχουμε μπροστά μας.

  • Ναι, να δημιουργήσουμε στην Αθήνα ένα πραγματικό οικοσύστημα asset management.
  • Ναι, να διευκολύνουμε την εγκατάσταση σοβαρών διεθνών επιχειρήσεων.
  • Ναι, να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική θέση, την ποιότητα ζωής, το ανθρώπινο δυναμικό και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Και ασφαλώς να προσφέρουμε ένα σταθερό, προβλέψιμο και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον.

Αυτό άλλωστε είναι από τα σοβαρότερα αιτήματα κάθε πραγματικού επενδυτή.

Άλλο όμως φορολογική σταθερότητα και άλλο φορολογικό dumping.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη ή την Ελβετία απλώς μειώνοντας περισσότερο τους φορολογικούς συντελεστές.

Μπορεί, όμως, να τους ανταγωνιστεί προσφέροντας πολιτική σταθερότητα, ποιότητα ζωής, ταχύτητα διοίκησης, καλύτερη Δικαιοσύνη, σύγχρονες ψηφιακές υποδομές, πανεπιστήμια, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και σταθερούς κανόνες παιχνιδιού.

Αυτό είναι θεμιτός ανταγωνισμός.

Και υπάρχει επιπλέον μια διάσταση που για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Μια μικρή χώρα, η οποία για την προστασία των εθνικών της συμφερόντων επικαλείται διαρκώς το Διεθνές Δίκαιο και τη διεθνή νομιμότητα, έχει στρατηγικό συμφέρον να βρίσκεται στην προμετωπίδα της διεθνούς νομιμότητας και στην οικονομία.

Να είναι μεταξύ εκείνων που διαμορφώνουν τους κανόνες και όχι μεταξύ εκείνων που αναζητούν τρόπους να τους παρακάμπτουν.

Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα φορολογικής πολιτικής. Είναι και διπλωματικό κεφάλαιο.

Ναι στον πλούτο. Αλλά με κανόνες

Ο Κρις Ρόκος, η Millennium και οποιαδήποτε άλλη διεθνής επιχείρηση επιθυμεί πραγματικά να εγκατασταθεί στην Ελλάδα είναι ευπρόσδεκτοι.

Και μακάρι να ακολουθήσουν πολλοί ακόμη.

Το ζητούμενο όμως πρέπει να είναι να έρθουν επειδή η Ελλάδα είναι καλύτερο μέρος για να επενδύσουν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν, όχι απλώς επειδή είναι φθηνότερο μέρος για να φορολογηθούν.

  • Να διευκολύνουμε την επένδυση.
  • Να εγγυηθούμε τη φορολογική σταθερότητα.
  • Να δημιουργήσουμε ένα ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
  • Να αξιολογούμε όμως ταυτόχρονα με διαφάνεια κάθε ειδικό φορολογικό καθεστώς ως προς τις επενδύσεις, τις θέσεις εργασίας και τα πραγματικά δημόσια έσοδα που δημιουργεί.

Και κυρίως να μη δεχθούμε ότι ο διεθνής ανταγωνισμός για επενδύσεις πρέπει να εξελιχθεί σε διαγωνισμό για το ποιος φορολογεί λιγότερο τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου.

Ναι, λοιπόν! Να προσελκύσουμε τον πλούτο.

Όχι όμως με πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας


“… Η πανεπιστημιακή αστυνομία απέδειξε ότι ήταν μια προσπάθεια η οποία ήταν αχρείαστη. Αναλώσαμε πολύ κεφάλαιο σε μία προσπάθεια η οποία τελικά δεν ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε ένα υπαρκτό πρόβλημα…”. Κυριάκος Μητσοτάκης, 6 Σεπτεμβρίου 2026, συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ.

Καλώς ήλθατε, λοιπόν, έστω και με κάποια χρόνια μετά, στο τραπέζι της συζήτησης με την απαιτούμενη, όμως, αυτοκριτική….

Γιατί το πρόβλημα της βίας, της παραβατικότητας και της ασφάλειας στα Πανεπιστήμια ήταν και παραμένει, υπαρκτό. Αυτό που αμφισβητήσαμε ήταν ΑΝ (;) η ίδρυση ενός ειδικού σώματος Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, αποτελούσε σοβαρή, αναγκαία και αποτελεσματική απάντηση στο πρόβλημα.

Και καλό είναι σήμερα να θυμηθούμε τον δημόσιο διάλογο όλης εκείνης της περιόδου.

Στη «Μεταρρύθμιση» (αναφέρομαι σε προσωπικό επίπεδο για το bullying που είχα υποστεί στοπ διαδίκτυο), ήδη στην προεκλογική περίοδο του 2023, στο άρθρο μου «Η τέχνη της στρεψοδικίας και ο κυρίαρχος προεκλογικός λόγος», αναφερόμουν ευθέως στην «(ανενεργό) πανεπιστημιακή αστυνομία» και στην προσπάθεια να παρουσιάζεται αυτή ως κεντρική απάντηση στις ανάγκες των ΑΕΙ.

Λίγους μήνες αργότερα, πάλι στη «Μεταρρύθμιση» της 22ας Δεκεμβρίου 2023, στο άρθρο «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», έγραφα: «Να θυμηθούμε προσδοκίες που έσπειραν και τι έχουμε θερίσει μέχρι στιγμής». Και πρώτη στον σχετικό κατάλογο βρισκόταν η Πανεπιστημιακή Αστυνομία.

Η αποτίμηση αυτών των πολιτικών, έγραφα τότε, παρήγε στην καλύτερη περίπτωση «μηδενική προστιθέμενη αξία».

Ταυτόχρονα υποστηρίζαμε κάτι που δυστυχώς χάθηκε μέσα στον θόρυβο: την ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης των δημόσιων πανεπιστημίων και χρηματοδότησής τους σε επίπεδο που να μη βρίσκεται τόσο πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Και τον Ιούνιο του 2025, ξανά στη «Μεταρρύθμιση», στο «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», υποστήριζα ανοιχτά πραγματικές μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκή εναρμόνιση και αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση — αλλά με διάλογο, τεκμηρίωση, κοινωνικές συναινέσεις και χωρίς τους συνήθεις κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς και τις επικοινωνιακές μεθοδεύσεις.

Προφανώς και αυτή είναι μια ελάχιστη αναφορά στη πλούσια αρθρογραφία από πολλούς/ες άλλους συναδέλφους, σχολιαστές και πολιτικούς εκπροσώπους.

Αξίζει να τα θυμόμαστε όλα αυτά σήμερα.

Γιατί, εκείνη την εποχή, η διαφωνίες μας δεν αντιμετωπιζόταν ως κάποιες διαφορετικές πρότασεις δημόσιας πολιτικής.

Για ένα τμήμα, εκ των θερμότερων υποστηρικτών της κυβερνητικής επιλογής, αποτελούσε σχεδόν τεκμήριο "ανοχής στην ανομία"...

Δυστυχώς ένα μεγάλο κομμάτι από υψηλής εκπαίδευσης φίλους/ες μας (που δειλιάζουν να το πουν αλλά εν τοις πράγμασι είναι πλέον «δεξιοποιημένοι μεταμεληθέντες»), μαζί με αρκετούς γνωστούς/ες εκ των «ακραιοκεντρώων της φρουράς», είχαν ανακαλύψει τότε, ξαφνικά, ότι το μέτρο της μεταρρυθμιστικής αξιοπιστίας ήταν το "πόσο αποφασιστικά χειροκροτούσε κανείς την ίδρυση και λειτουργία της Πανεπιστημιακή Αστυνομία"...

Με δογματισμό και αξιοσημείωτη τοξικότητα, επιχείρησαν να μετατρέψουν μια συζήτηση αποτελεσματικότητας δημόσιας πολιτικής σε ιδεολογικό πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης:

  • Με την Πανεπιστημιακή Αστυνομία ή με το «μπάχαλο»;
  • Με τη μεταρρύθμιση ή με τη συντήρηση;
  • Με την «τάξη» ή με την ανομία;

Μόνο που αυτή ακριβώς η αντίληψη αποδείχθηκε, τελικά, βαθύτατα αντιμεταρρυθμιστική.

  • Γιατί μεταρρύθμιση δεν είναι κάθε νόμος που βαφτίζεται μεταρρύθμιση.
  • Δεν είναι η αστυνομική ή ιδεολογική επίδειξη πυγμής.
  • Δεν είναι η κατασκευή ενός εχθρού ώστε να συσπειρωθεί ένα ακροατήριο.
  • Και πολύ περισσότερο δεν είναι η συστηματική απαξίωση των δημόσιων πανεπιστημίων, τα οποία, μέσα στις πραγματικές παθογένειες και τις αδυναμίες τους, προσπαθούσαν να σταθούν όρθια σε συνθήκες ανεπαρκούς χρηματοδότησης, αλλεπάλληλων θεσμικών αιφνιδιασμών και μιας διαρκούς δημόσιας αφήγησης ότι περίπου αποτελούν εστίες ανομίας και παρακμής.

Αυτή η ρητορική δεν βοήθησε τα Πανεπιστήμια να μεταρρυθμιστούν.

Τα υπονόμευσε.

Και υπονόμευσε τελικά και την ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης.

Τώρα που ο «τελικός» υπεύθυνος της κυβερνητικής της πολιτικής λέει ότι ήταν «αχρείαστη», θα είχε κάποιο ενδιαφέρον να ακούσουμε και τη δική τους αποτίμηση.

Ο κ. Μητσοτάκης κάνει σήμερα λάθος;

Ή είχαν τότε άδικο εκείνοι που χαρακτήριζαν σχεδόν «αντιμεταρρυθμιστή» όποιον αμφισβητούσε την Πανεπιστημιακή Αστυνομία;

Και εάν ίσχυε το δεύτερο, μια μικρή δημόσια αυτοκριτική δεν θα έβλαπτε.

Όχι για να απολαύσουμε κάποια εκ των υστέρων «δικαίωση» ως “σασταλεγάκηδες”.

Αλλά γιατί χωρίς αποτίμηση των αποτυχημένων πολιτικών δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή μεταρρυθμιστική κουλτούρα.

Γιατί οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από το πόσο δυνατά τις χειροκροτούμε όταν εξαγγέλλονται.

Κρίνονται από το αν εφαρμόζονται και από το αποτέλεσμά τους.

Και με αυτό το κριτήριο, η σημερινή παραδοχή του πρωθυπουργού δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας.

Χαρακτηρίζει μια επιθετική επικοινωνιακή πολιτική των τεχνικών της εξουσίας να επιβάλλουν την όποια άποψή τους χωρίς την αναζήτηση των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών ως αποτέλεσμα του αναγκαίου γόνιμου δημόσιου διαλόγου.

Και αυτή η πραγματικότητα δεν σταματά στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία. Χαρακτήρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του κου Μητσοτάκη,.

Και ίσως των να σηματοδοτεί και το λυκόφως μιας ολόκληρης περιόδου ηγεμονίας της μεταρρυθμιστικής ρητορείας, χωρίς μεταρρυθμιστική πολιτική.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Πολλοί ή λίγοι οι πτυχιούχοι στη Χώρα; Η κυβερνητική αντίφαση και η “αριστεία” των ΝΠΠΕ.


Για χρόνια καλλιεργήθηκε στην Ελλάδα, ως μια περίπου αυτονόητη «αλήθεια», ο μύθος: έχουμε πολλούς φοιτητές, πολλά πανεπιστήμια, πολλά Τμήματα και τελικά περισσότερους πτυχιούχους από όσους χρειαζόμαστε.

Ομολογώ ότι κάποια στιγμή είχα φτάσει κι εγώ να προβληματίζομαι μήπως πράγματι το ελληνικό Πανεπιστήμιο είχε υπερδιογκωθεί. Μήπως το «μαζικό Πανεπιστήμιο» είχε εξαντλήσει τα όριά του;

Μόνο που τα δεδομένα έχουν την κακή συνήθεια να χαλούν τα ωραία αφηγήματα.

Η Ευρώπη θέλει περισσότερους πτυχιούχους

Στις 3 Σεπτεμβρίου η Eurostat ανακοίνωσε ότι το ποσοστό των νέων 25–34 ετών με τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ΕΕ έφθασε το 44,8%, από μόλις 27,2% το 2005. Και ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2030 είναι τουλάχιστον 45%. Δηλαδή η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν λέει «λιγότεροι πτυχιούχοι». Λέει ακριβώς το αντίθετο: περισσότερη τριτοβάθμια εκπαίδευση, περισσότερες δεξιότητες, μεγαλύτερη συμμετοχή.

Η Ελλάδα, την ίδια ώρα, εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική αντίφαση.

Διότι επί χρόνια η κυβέρνηση της Ν.Δ. αντιμετώπισε την πρόσβαση στο δημόσιο Πανεπιστήμιο περισσότερο ως πρόβλημα προς περιορισμό παρά ως δυνατότητα προς διεύρυνση. Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής άφησε χιλιάδες θέσεις κενές, ιδιαίτερα σε περιφερειακά Ιδρύματα. Τμήματα βρέθηκαν υπό πίεση όχι επειδή προηγουμένως αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ακαδημαϊκά ανεπαρκή, αλλά επειδή περιορίστηκε διοικητικά η δεξαμενή των εισακτέων τους.

Και σχεδόν ταυτόχρονα ανακαλύψαμε ότι η χώρα χρειάζεται… περισσότερες πανεπιστημιακές θέσεις. Απλώς αυτή τη φορά θα προσφέρονται μόνον επί πληρωμή...

Και ξαφνικά ανακαλύψαμε τις διεθνείς κατατάξεις

Υπάρχει και μια δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα μεταστροφή.

Επί χρόνια ακούγαμε για την υστέρηση των ελληνικών δημόσιων Πανεπιστημίων. Τώρα που οι διεθνείς βάσεις δεδομένων γίνονται πληρέστερες και η συστηματική αποτύπωση της ερευνητικής παραγωγής καλύτερη, η εικόνα αποδεικνύεται αρκετά διαφορετική.

Στην τελευταία κατάταξη QS, το ΕΜΠ βρίσκεται στην 378η θέση παγκοσμίως, το ΕΚΠΑ στην 402η, το ΑΠΘ στην 502η και το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην 649η.

Όχι, λοιπόν, τα δημόσια ελληνικά Πανεπιστήμια δεν είναι τέλεια. Έχουν παθογένειες, φαινόμενα εσωστρέφειας και κορπορατισμού, προβλήματα αποτελεσματικού management, σοβαρές ελλείψεις υποδομών και, κυρίως, χρόνια προβλήματα χρηματοδότησης και στελέχωσης. Αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Αλλά άλλο αυτό και άλλο η συστηματική κατασκευή της εικόνας ενός περίπου αποτυχημένου δημόσιου Πανεπιστημίου που θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον ιδιωτικό ανταγωνιστή γιατί δεν μπορεί να «ξυπνήσει».

Η ποιότητα δεν μεταβιβάζεται με… franchise

Το νέο "παραμύθι" ως το νέο εύρημα, των πονηρών...

Για να τεκμηριωθεί η ποιότητα των νέων παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων, ΝΠΠΕ (Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης), προβάλλεται η διεθνής κατάταξη των μητρικών Ιδρυμάτων.

Μόνο που δεν λειτουργεί έτσι η ακαδημαϊκή αξιολόγηση.

Άλλο η κατάταξη ενός Πανεπιστημίου συνολικά, άλλο η κατάταξη ανά επιστημονικό πεδίο, άλλο η πιστοποίηση ενός συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών και, βεβαίως, άλλο η αξιολόγηση ενός νεοσύστατου παραρτήματος σε άλλη χώρα, με διαφορετικό προσωπικό, φοιτητές, υποδομές και ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Η διεθνής φήμη του μητρικού ιδρύματος δεν κληρονομείται αυτομάτως από το παράρτημα.

Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις τελευταίες εξελίξεις. Το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε στις 28 Αυγούστου ότι χορήγησε εκ νέου άδεια στα παραρτήματα των Keele και York, μετά τις ακυρωτικές αποφάσεις 1167/2026 και 1169/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Εύλογα λοιπόν ζητήθηκε από κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς και εκπροσώπους τους, να δημοσιοποιηθούν το πλήρες σκεπτικό και τα πρακτικά της επαναδειοδότησης: να μάθουμε δηλαδή με ποιον ακριβώς τρόπο θεραπεύτηκαν, μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα, οι πλημμέλειες που είχε διαπιστώσει το ΣτΕ.

Δεν είναι ιδεολογική εμμονή. Είναι στοιχειώδης απαίτηση διαφάνειας.

Τελικά ποιο πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε;

Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση.

Αν η Ελλάδα είχε «πάρα πολλούς φοιτητές», γιατί χρειαζόμασταν νέα ιδιωτικά Πανεπιστήμια;

Αν χρειαζόμαστε περισσότερους πτυχιούχους —όπως δείχνει η ευρωπαϊκή στρατηγική— γιατί περιορίσαμε την πρόσβαση στα δημόσια ΑΕΙ και αφήσαμε κενές θέσεις;

Και αν το ζητούμενο είναι πράγματι η ποιότητα, γιατί δεν εφαρμόζουμε ακριβώς το ίδιο μέτρο αξιολόγησης σε όλους: δημόσια Πανεπιστήμια, μητρικά ξένα Ιδρύματα και, κυρίως, τα συγκεκριμένα παραρτήματά τους στην Ελλάδα και τα συγκεκριμένα προγράμματα που αυτά προσφέρουν;

Εκεί θα φανεί τελικά η πραγματική εικόνα.

Και επιτρέψτε μου από τώρα μια πρόβλεψη.

Παρά τα προβλήματά τους, τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότηση, τα περισσότερα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να βλέπουν αυτά τα «νέα Πανεπιστήμια» όχι μπροστά τους αλλά στον καθρέφτη τους.

Η “αυτορρύθμιση” των ισχυρών και το κόστος των κρίσεων

  Από την Εφημερίδα των Συντακτών της 30ης Σεπτεμβρίου 2026 Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς Απ...