Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Παρουσιάζοντας το βιβλίο «Η Προοδευτική Φωνή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης».

 


Πέμπτη 22/10/2026
αίθουσα ΕΣΗΕΑ

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,

θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω τον Γιώργο Εμμανουήλ και τις εκδόσεις «Παπαζήση», για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του.

Για μένα υπάρχει και μια προσωπική διάσταση. Με τον Γιώργο υπήρξαμε συμφοιτητές. Και αυτό μου δίνει σήμερα τη δυνατότητα —ίσως και το προνόμιο— να μην κοιτάζω μόνο το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας, αλλά και κάτι από τη διαδρομή του συγγραφέα, που οδήγησε σε αυτό.

Γιατί νομίζω ότι «Η Προοδευτική Φωνή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» δεν είναι απλώς ένα ακόμη βιβλίο για τις ευρωπαϊκές πολιτικές, τα προγράμματα ή την περιφερειακή ανάπτυξη.

Είναι, σε σημαντικό βαθμό, η συμπύκνωση μιας διαδρομής τριών και πλέον δεκαετιών: από τις ελληνικές περιφέρειες, στη διασυνοριακή συνεργασία, στα Βαλκάνια και τελικά στις Βρυξέλλες.

Αυτή είναι για μένα μία από τις σημαντικότερες αρετές του.

Ο Γιώργος δεν ξεκίνησε από μια δομημένη θεωρία για να αναζητήσει στη συνέχεια παραδείγματα εφαρμογής της.

Έζησε επί δεκαετίες την εφαρμογή αυτών των πολιτικών —τις δυνατότητες, τις δυσλειτουργίες, τις επιτυχίες και τις χαμένες ευκαιρίες τους— και επιχειρεί τώρα να μετατρέψει αυτή τη συσσωρευμένη θεσμική εμπειρία σε πολιτικό προβληματισμό.

Γι' αυτό και ο υπότιτλος «Από τις ελληνικές περιφέρειες στα Βαλκάνια και στις Βρυξέλλες» δεν είναι απλώς ένας ευρηματικός τίτλος.

Περιγράφει μια πορεία. Θα έλεγα όμως ότι περιγράφει και μια πολιτική μέθοδο: Περιφέρεια – Βαλκάνια – Ευρώπη.

Τρία επίπεδα που δεν πρέπει να λειτουργούν απομονωμένα αλλά να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Επιτρέψτε μου εδώ να μεταφέρω αυτή τη συζήτηση στη συγκυρία των ημερών μας.

Γιατί ίσως να είναι αυτό που κάνει σήμερα το βιβλίο ακόμη πιο επίκαιρο.

Ζούμε σε μια Ευρώπη που βρίσκεται δίπλα σε δύο μεγάλες πολεμικές εστίες, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.

Σε μια Ευρώπη στην οποία εξελίσσονται με οξύτητα το ενεργειακό πρόβλημα, ο πληθωρισμός, το κόστος ζωής και η ανασφάλεια.

Και βλέπουμε ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες κοινωνικές αντιδράσεις που δεν πρέπει να αντιμετωπίσουμε μόνο ως πρόβλημα δημόσιας τάξης.

Υποστηρίζω και εγώ μαζί με άλλους ότι μεταξύ άλλων είναι και πολιτικό μήνυμα προς τις εξουσίες μας.

Ότι μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών αισθάνονται πως το κόστος των αλλεπάλληλων κρίσεων κατανέμεται άνισα.

Και όταν η κοινωνική ανασφάλεια μεγαλώνει, μαζί της μεγαλώνουν ο εθνικισμός, ο αυταρχισμός, η ξενοφοβία και η δυσπιστία προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Την ίδια στιγμή που βλέπουμε την Ευρώπη υπό πολιορκία, με την γεωπολιτική πίεση να ασκείται τόσο από τα δυτικά όσο και από τα ανατολικά της καταγράφουμε και τα ακόλουθα:

·      Μια Ευρώπη τεράστιας οικονομικής δύναμης να δυσκολεύεται, συχνά, να μετατρέψει αυτή τη δύναμη σε αντίστοιχη πολιτική και γεωπολιτική επιρροή. Κατά τη γνώμη μου περισσότερο ως έλλειμα ηγεσίας.

·      Στην Ουκρανία, παρότι ο πόλεμος διεξάγεται στο ευρωπαϊκό έδαφος και αφορά ευθέως την ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι αποφασιστικές διπλωματικές κινήσεις εξακολουθούν σε σημαντικό βαθμό να εξαρτώνται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον.

·      Στη Μέση Ανατολή, πάλι, η Ευρώπη εμφανίζεται συχνότερα να αντιδρά στις εξελίξεις παρά να συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.

·      Και παράλληλα καλείται να αντιμετωπίσει μια Κίνα που μετατρέπει συστηματικά την οικονομική και τεχνολογική της ισχύ σε γεωπολιτική επιρροή και μια Ρωσία που, παρά τους πολύ μικρότερους οικονομικούς της πόρους, εξακολουθεί να επηρεάζει αποφασιστικά το διεθνές περιβάλλον.

Ζούμε την εποχή που το φαινόμενο που, συμβατικά, ονομάζουμε «Τραμπισμό», είναι προφανές ότι βάζει τη σφραγίδα του και διαμορφώνει συνθήκες χάους για την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Δεν είναι ένα το αποτέλεσμα κάποιων εκλογών στην Αμερική που αφορά, εσωτερικά στις ΗΠΑ.

Είναι η επιβολή μιας διαφορετικής αντίληψης διεθνούς πολιτικής, πέραν αυτής που χτίστηκε ο μεταπολεμικός κόσμος μας:

·      λιγότερο πολυμερής και περισσότερο συναλλακτική,

·      περισσότερο βασισμένη στους συσχετισμούς ισχύος και στις διμερείς συμφωνίες,

·      με δασμούς, πιέσεις προς συμμάχους και μια πολύ διαφορετική σχέση με τους διεθνείς θεσμούς που οικοδομήθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο.

Δεν υποστηρίζω ότι η Ευρώπη “μας εξέλιπε” και ότι δεν έχει πλέον δύναμη και δυνατότητες παρέμβασης, όπως ακούμε από πολλές πλευρές, τελευταία.

Αλλά το ερώτημα, κατ’ εμέ, που δεν θα αποφύγουμε, είναι γιατί δεν κατορθώνει να μετατρέπει το οικονομικό, κοινωνικό, επιστημονικό και πολιτισμικό της μέγεθος σε ανάλογη ενιαία πολιτική δύναμη.

Και εδώ, πιστεύω, αρχίζει, με το βιβλίο του Γιώργου, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία.

Εδώ έρχεται η συνήθης ατάκα, από τα πηγαδάκια του φουαγιέ της ΑΒΣΘ της δεκαετίας του 70… Αν και πόσο η ευρωπαϊκή ισχύς οικοδομείται μόνο από τα πάνω ή από τα κάτω. Το γνωστό μανιχαϊστικό δίλλημα εκείνης της εποχής, που όμως ήδη η διαλεκτική το έχει απαντήσει. Και ο Γιώργος το αντιμετωπίζει διαλεκτικά. Και από τα “πάνω” και από τα “κάτω” που εκεί αντιμετωπίζει δυσκολίες ισορροπίας το σύστημα και για τούτο προκρίνει την διαρκή ενδυνάμωση της από τα “κάτω” ενίσχυσης και λειτουργικής ενδυνάμωσης της συμμετοχής.

Η εμπειρία μας πλέον, όσων εκτιμούν ως θετική ιστορική σύλληψη την Ε.Ε., είναι ότι η ευρωπαϊκή ισχύς δεν οικοδομείται μόνο με περισσότερες αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες, με νέες αμυντικές δαπάνες ή με αποφάσεις των αρχηγών κρατών στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια.

Οικοδομείται και από κάτω.

·      Από κοινωνίες που αισθάνονται ότι συμμετέχουν.

·      Από περιφέρειες που αναπτύσσονται αντί να εγκαταλείπονται.

·      Από παραγωγικά συστήματα που δημιουργούν αξιοπρεπή εργασία.

·      Από μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν συνθλίβονται από τη συγκέντρωση.

·      Από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που συνδέονται με τις ανάγκες του τόπου τους.

·      Από διασυνοριακές συνεργασίες που μετατρέπουν τα σύνορα από γραμμές αντιπαράθεσης σε χώρους κοινών συμφερόντων.

Με άλλα λόγια, η κοινωνική και εδαφική συνοχή δεν είναι το “κοινωνικό συμπλήρωμα” της ευρωπαϊκής ισχύος. Είναι μία από τις προϋποθέσεις της.

Αυτή, νομίζω, είναι η «πολιτική» πρόταση του βιβλίου.

Δεν θα ισχυριστώ ότι ο συγγραφέας μας λέει ότι η ενδυνάμωση των περιφερειών αρκεί για να αποκτήσει η Ευρώπη κοινή εξωτερική πολιτική ή στρατηγική αυτονομία.

Αλλά θα ισχυριστώ ότι με σαφήνεια μας λέει, κάτι στο οποίο είμαστε ώριμοι να διεκδικήσουμε ως κοινωνίες, ότι χωρίς ισχυρές κοινωνίες, χωρίς παραγωγική βάση και χωρίς πολίτες που αισθάνονται ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βελτιώνει πραγματικά τη ζωή τους, οποιαδήποτε στρατηγική αυτονομία θα παραμένει εύθραυστη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς αυτές τις ημέρες, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες διαπραγματεύονται τον προϋπολογισμό (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμός για την επταετή περίοδο 2028–2034), οι ευρωπαϊκές περιφέρειες προειδοποιούν για τον κίνδυνο μεγαλύτερου συγκεντρωτισμού.

Υπερασπίζονται τρεις αρχές:

·      την εταιρική σχέση, αρχή της επικουρικότητας,

·      την τοπικά προσαρμοσμένη —place-based— πολιτική,

·      και την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση.

Άρα η συζήτηση που ανοίγει το βιβλίο δεν είναι “περιφερειακής αναφοράς”, με τη στενή έννοια.

Αφορά το ίδιο το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Μια ολοκλήρωση που μπορεί να αποτελέσει και μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα, όπως υπονοείται στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Όχι απλώς να περιμένουμε ποιο ποσό θα μας αναλογήσει, από τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, που πρέπει να μας απασχολήσει.

Αλλά να επιχειρήσουμε να συν διαμορφώσουμε το ίδιο το περιεχόμενό του Προϋπολογισμού αυτού.

Γιατί στον νέο αυτό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, δεν θα κριθεί μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν.

Θα κριθεί για ποια Ευρώπη θα διατεθούν.

Για μια Ευρώπη στην οποία η έννοια της ασφάλειας θα ταυτιστεί σχεδόν αποκλειστικά με στρατιωτικούς εξοπλισμούς;

Ή για μια Ευρώπη που θα αντιληφθεί την ασφάλεια ευρύτερα:

·      ως ενεργειακή ασφάλεια,

·      ως επισιτιστική ασφάλεια,

·      ως κοινωνική συνοχή,

·      ως παραγωγική ανθεκτικότητα,

·      ως προστασία απέναντι στην κλιματική κρίση,

·      ως εργασία και αξιοπρεπές εισόδημα,

·      και τελικά ως ειρηνική συνεργασία μεταξύ των λαών;

Η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα που γνωρίζουμε:

·      τη γεωγραφική της θέση μεταξύ Βαλκανίων, Μαύρης Θάλασσας και Ανατολικής Μεσογείου,

·      τα λιμάνια και τη ναυτιλία,

·      τον τουρισμό και τον πολιτισμό,

·      τον αγροδιατροφικό τομέα,

·      τις ενεργειακές δυνατότητες,

·      τα πανεπιστήμια και το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό της.

Έχει όμως και κάτι ακόμη:

την εμπειρία δεκαετιών διασυνοριακής συνεργασίας.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται ένας διαφορετικός ρόλος που θα μπορούσε να διεκδικήσει στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η χώρα μας.

Όχι ο ρόλος του περιφερειακού τοποτηρητή οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης.

Αλλά ο ρόλος ενός κόμβου συνεργασίας.

·      Στην ενέργεια.

·      Στις μεταφορές.

·      Στη ναυτιλία και στα λιμάνια.

·      Στην προστασία των υδάτων και των κοινών οικοσυστημάτων.

·      Στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.

·      Στην αγροδιατροφή.

·      Στην έρευνα και την εκπαίδευση.

·      Στον βιώσιμο τουρισμό.

·      Στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Αυτή είναι ίσως και η ουσία της εμπειρίας του Balkan Forum και των διασυνοριακών πολιτικών που αναδεικνύει ο Γιώργος.

Όταν περιφέρειες, πανεπιστήμια, δήμοι, επιχειρήσεις, κοινωνικοί φορείς και πολίτες από διαφορετικές χώρες δημιουργούν σταθερούς δεσμούς συνεργασίας, δεν παράγουν μόνο οικονομικό αποτέλεσμα.

Παράγουν και ειρήνη. Δημιουργούν κοινά συμφέροντα.

Και τα κοινά συμφέροντα είναι συχνά ισχυρότερο ανάχωμα στον εθνικισμό από οποιαδήποτε διακήρυξη καλών προθέσεων.

Γι' αυτό και θεωρώ ότι η λέξη «προοδευτική» στον τίτλο του βιβλίου αποκτά ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο.

·      Προοδευτική πολιτική σήμερα σημαίνει ανάπτυξη που μειώνει τις ανισότητες.

·      Πράσινη μετάβαση που δεν αφήνει περιοχές και κοινωνικές ομάδες πίσω.

·      Ανταγωνιστικότητα που δεν στηρίζεται στη φθηνή εργασία.

·      Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που δεν μετατρέπει τις περιφέρειες σε απλούς αποδέκτες αποφάσεων.

·      Και ασφάλεια που δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τους εξοπλισμούς.

Υπό αυτή την έννοια θα τολμούσα να δω το βιβλίο του Γιώργου και ως μια ενδιαφέρουσα μελέτη περίπτωσης.

Όχι ως απόδειξη ότι βρέθηκε κάποια έτοιμη συνταγή για την Ευρώπη.

Αλλά ως ένδειξη μιας διαδρομής που αξίζει να εξεταστεί πολύ σοβαρότερα:

από τον τόπο στην περιφέρεια,
από την περιφέρεια στη διασυνοριακή συνεργασία,
από τη συνεργασία αυτή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ίσως, τελικά, για να γίνει η Ευρώπη ισχυρότερη προς τα έξω, πρέπει πρώτα να γίνει πιο συνεκτική προς τα μέσα.

·      Κοινωνικά.

·      Οικονομικά.

·      Παραγωγικά.

·      Εδαφικά.

·      Και δημοκρατικά.

Το τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μάς θύμισε πόσα μεγάλα προβλήματα καλείται ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει η Ευρώπη.

Ουκρανία, Μέση Ανατολή, ενέργεια, ανταγωνιστικότητα, άμυνα, μετανάστευση, ο νέος προϋπολογισμός.

Το γεγονός όμως ότι δυσκολεύεται να δώσει ενιαίες και αποφασιστικές απαντήσεις δεν πρέπει να οδηγεί σε αντιλήψεις για λιγότερη Ευρώπη και ενίσχυση του ρόλου των κρατών.

Πρέπει να μας οδηγήσει στη συζήτηση για μια διαφορετικά ισχυρότερη Ευρώπη.

Μια Ευρώπη που δεν θα στηρίζεται μόνο στην αγορά της ή στη στρατιωτική της ισχύ.

Αλλά στην εμπιστοσύνη των κοινωνιών της, στην παραγωγική της δυνατότητα, στη μείωση των ανισοτήτων και στη συμμετοχή των πολιτών της.

Αγαπητοί μου και αγαπητές μου, εδώ βρίσκεται ίσως για μένα η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου που αποτέλεσε την αφορμή να βρεθούμε εδώ όλοι μαζί και παρουσιάζουμε σήμερα.

Δεν μας προσφέρει απλώς έναν απολογισμό μιας ενδιαφέρουσας επαγγελματικής διαδρομής.

Μας δίνει την αφορμή να θέσουμε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:

Τι Ευρώπη θέλουμε και ποιος μπορεί να είναι μέσα σε αυτήν ο ρόλος της Ελλάδας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης;

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη χρησιμότητα ενός βιβλίου.

Όχι να κλείνει μια συζήτηση. Αλλά να μας υποχρεώνει να ανοίξουμε μια καινούργια.

Γιώργο, σε ευχαριστούμε γι' αυτή την αφορμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η συμβουλοκρατία ως ανώτατο στάδιο του επιτελικού κράτους!

Consulting Consultants on Consultations Στην Εφημερίδα των Συντακτών της 29ης Οκτωβρίου 2026. Ή αλλιώς: Η τέχνη τού να συμβουλεύονται, ...