Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Οι «Ράμπο της Υγείας», το επιτελικό κράτος και οι γκρίζες ζώνες.

Το 2001 είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον τότε υπουργό Υγείας, Αλέκο Παπαδόπουλο. Ήταν μια συνεργασία που, μεταξύ άλλων, με έμαθε να είμαι επιφυλακτικός απέναντι στις απολυτότητες και στις εύκολες βεβαιότητες, όταν μάλιστα πρόκειται για την πολιτική.

Θυμάμαι σήμερα, με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις, μία από τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου: τη δημιουργία του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, του γνωστού ΣΕΥΥΠ.

Με τον ν. 2920/2001 συγκροτήθηκε για πρώτη φορά ένας αυτοτελής, εξειδικευμένος μηχανισμός ελέγχου στον χώρο της Υγείας και της Πρόνοιας. Ο νόμος προέβλεπε 100 Επιθεωρητές και 30 Βοηθούς Επιθεωρητές, με δημόσια διαδικασία επιλογής, διαφορετικές ειδικότητες και ουσιαστικές ελεγκτικές εξουσίες. Μπορούσαν να πραγματοποιούν ακόμη και αιφνιδιαστικούς ελέγχους, είχαν πρόσβαση στους φακέλους των ελεγχόμενων υπηρεσιών και δικαιώματα ανακριτικού υπαλλήλου.

Έμειναν γνωστοί ως οι «Ράμπο στην Υγεία».

Δεν εξαφάνισαν, φυσικά, την παρανομία. Ούτε υπήρξε ποτέ ελεγκτικός μηχανισμός χωρίς προβλήματα. Υπήρχε όμως κάτι πολύ σημαντικό: ένας θεσμός αποκλειστικά προσανατολισμένος στην Υγεία, με συσσωρευμένη τεχνογνωσία, θεσμική μνήμη και σαφές αντικείμενο.

Και άντεξε επί δεκαοκτώ χρόνια, μέσα από κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων.

Μέχρι το 2019.

Μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του κου Μητσοτάκη, στον περιβόητο νόμο για το «επιτελικό κράτος», ήταν να καταργήσει το ΣΕΥΥΠ ως αυτοτελές Σώμα και να το ενσωματώσει στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας μαζί με τέσσερις ακόμη μεγάλους ελεγκτικούς μηχανισμούς του Δημοσίου. Οι αρμοδιότητες δεν εξαφανίστηκαν μιας και στα χαρτιά “μεταφέρθηκαν”. Εξαφανίστηκε όμως η αυτοτέλεια ενός εξειδικευμένου μηχανισμού που είχε ως μοναδικό του πεδίο την Υγεία και την Πρόνοια.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν σήμερα. Ήταν πράγματι «μεταρρύθμιση» η απορρόφηση των εξειδικευμένων ελεγκτών Υγείας μέσα σε μία τεράστια οριζόντια Αρχή;

Ή ήταν ακόμη ένα παράδειγμα εκείνης της ιδιότυπης λογικής του επιτελικού κράτους, που συγκεντρώνει δομές, αρμοδιότητες και εξουσίες στο όνομα του συντονισμού, αλλά τελικά αποδυναμώνει την εξειδίκευση και θολώνει την ευθύνη;

Τα ίδια τα γεγονότα στην συνέχεια του νόμου αυτού της κατάργησης του ΣΕΥΥΠ, κάνουν το ερώτημα πολύ λιγότερο θεωρητικό.

Ήδη από το 2023 ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών κατήγγελλε ότι μη γιατροί πραγματοποιούν σε μη αδειοδοτημένους χώρους botox, εμφυτεύματα, νήματα και άλλες επεμβατικές πράξεις, με περιστατικά δυσμορφιών, νεκρώσεων, λοιμώξεων και αλλεργικών αντιδράσεων. Το 2025 ο ίδιος Σύλλογος αναγκάστηκε να ζητήσει ακόμη και εισαγγελική παρέμβαση για καταγγελίες αντιποίησης του ιατρικού επαγγέλματος.

Και τις τελευταίες ημέρες, μετά τη δραματική υπόθεση του δημοφιλούς καλλιτέχνη, ανακαλύπτουμε ξανά την ύπαρξη μιας ολόκληρης γκρίζας ζώνης υπηρεσιών «ευεξίας», «αντιγήρανσης», «αναζωογόνησης» και δήθεν καινοτόμων θεραπειών. Στο συγκεκριμένο ιατρείο ο ΙΣΑ ανακοίνωσε ότι εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης τα οποία δεν επιτρεπόταν να βρίσκονται σε ιατρείο πρωτοβάθμιας φροντίδας.

Και τώρα τι μας ανακοινώνει το Υπουργείο Υγείας; «Σαρωτικές αλλαγές» για να κλείσουν οι γκρίζες ζώνες.

Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα μας. Ποιοι και γιατί άφησαν επί επτά χρόνια να υπάρχουν αυτές οι γκρίζες ζώνες;

Ποιος τις έλεγχε; Πόσοι έλεγχοι έγιναν; Πόσες παράνομες δομές εντοπίστηκαν; Πόσες κυρώσεις επιβλήθηκαν; Και κυρίως: γιατί με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, όλο και πιο συχνά η κοινωνία πληροφορείται κάθε φορά ότι χρειάζεται «αυστηρότερο πλαίσιο» μόνο αφού συμβεί το κακό;

Δεν ισχυρίζομαι ότι η κατάργηση του ΣΕΥΥΠ προκάλεσε κάθε μεταγενέστερο περιστατικό παρανομίας. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο.

Ισχυρίζομαι όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2019 πήρε την πολιτική απόφαση να καταργήσει έναν αυτοτελή, εξειδικευμένο και δοκιμασμένο επί δεκαοκτώ χρόνια μηχανισμό ελέγχου της Υγείας. Και σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, το ίδιο το κράτος παραδέχεται ότι στον χώρο της παραϊατρικής, της αντιγήρανσης και της αισθητικής ιατρικής υπάρχουν επικίνδυνες «γκρίζες ζώνες».

Γι’ αυτό δεν αρκούν άλλες εγκύκλιοι μετά από κάθε τραγωδία.

Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος είναι σήμερα ο «Ράμπο της Υγείας» που μπαίνει απροειδοποίητα από την πόρτα πριν μπει ο εισαγγελέας — ή, ακόμη χειρότερα, πριν φτάσει το ΕΚΑΒ;

Γιατί η προστασία της δημόσιας υγείας δεν είναι επικοινωνιακή διαχείριση μετά το γεγονός. Είναι έλεγχος πριν από αυτό.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Για όσους/ες είχαν “αγαπήσει να μισούν” το δημόσιο Πανεπιστήμιο

 

Όταν τα δεδομένα χαλούν το αφήγημα της απαξίωσης και η «αριστεία» πρέπει επιτέλους να μετριέται με το ίδιο μέτρο για όλους.

Για αρκετά χρόνια στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη πολιτική και σαφούς προσανατολισμού και σκόπευσης, δημοσιολογική μόδα.

Ήταν περίπου ένδειξη “εκσυγχρονισμού” το να απαξιώνεις και να κατακεραυνώνεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Να μιλάς για τα ελληνικά ΑΕΙ σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τις παθογένειές τους. Για καταλήψεις, «αιώνιους» φοιτητές, γραφειοκρατία, συντεχνίες, εσωστρέφεια, χαμηλές επιδόσεις. Να παρουσιάζεις ένα ολόκληρο πανεπιστημιακό σύστημα περίπου ως αποτυχημένο κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, το οποίο αδυνατεί να παρακολουθήσει τον διεθνή ανταγωνισμό.

Και ήταν πολλοί/ες, από αξιόλογους ανθρώπους, που θα έλεγε κανείς, “αγάπησαν” να μισούν το δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οικοδομήθηκε, σταδιακά αλλά σταθερά, ένα πολιτικό συμπέρασμα: αφού το δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν μπορεί, ας έρθει ο ιδιωτικός ανταγωνιστής να μας δείξει πώς γίνεται.

Τη λογική αυτή την είχαμε αμφισβητήσει πολύ πριν φτάσουμε στη σημερινή συζήτηση. Ήδη γράφαμε ότι η πραγματική πρόκληση δεν ήταν η κατασκευή νέων «εχθρών» μέσα στα ΑΕΙ αλλά η χρηματοδότηση, η αξιολόγηση και ο ουσιαστικός εκσυγχρονισμός τους (Κώστας Χλωμούδης, «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», 22.12.2023, Μεταρρύθμιση).

Και σήμερα πλέον γνωρίζουμε ότι φτιάχνοντας δείκτες αξιολόγησης και συγκροτώντας βάσεις δεδομένων έχουμε την πολυτέλεια να αμφισβητούμε ευθέως τους μύθους. Οι μετρήσιμοι δείκτες ενίοτε καταρρίπτουν τα άκριτα και αυθαίρετα αφηγήματα.

Οι αριθμοί που δεν χωρούν στην καρικατούρα των εμμονών.

Τα νέα στοιχεία της ειδικής Transparent Ranking of Universities του Cybermetrics Lab του ισπανικού CSIC χρησιμοποιούν τη βάση OpenAlex και αξιολογούν τα ιδρύματα με βάση τον αριθμό των εργασιών τους που ανήκουν στο παγκόσμιο Top 1% των περισσότερο αναφερόμενων επιστημονικών δημοσιεύσεων την περίοδο 2021–2025, με δευτερεύον κριτήριο το Top 10%. Η αλλαγή αυτή είναι ουσιώδης σε σχέση με την αντίστοιχη αποτύπωση του 2025 που στηριζόταν κυρίως στον συνολικό αριθμό ετεροαναφορών των κορυφαίων ερευνητών (Ιωάννης Δ. Παππάς, «Webometrics: Παγκόσμια ανακατάταξη των ελληνικών ΑΕΙ όσον αφορά στην ακαδημαϊκή έρευνα», 10.9.2026, Alfavita).

Πρέπει να είμαστε ακριβείς. Δεν πρόκειται για συνολική αξιολόγηση της ποιότητας ενός Πανεπιστημίου. Δεν μετρά το σύνολο της διδασκαλίας, τη φοιτητική μέριμνα, τη διοίκηση ή την κοινωνική του συνεισφορά. Μετρά όμως κάτι κάθε άλλο παρά δευτερεύον για ένα Πανεπιστήμιο: την ερευνητική του ισχύ και τη διεθνή απήχηση του επιστημονικού του έργου.

Τα αποτελέσματα αυτής της μέτρησης λοιπόν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Επτά ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια βρίσκονται μεταξύ των πρώτων 1.000 παγκοσμίως στη συγκεκριμένη ερευνητική κατάταξη: το ΕΚΠΑ στην 152η θέση, το ΑΠΘ στην 336η, το Πανεπιστήμιο Πατρών στην 646η, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στην 666η, το ΕΜΠ στην 722η, το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην 787η και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στην 831η. Άλλα εννέα ελληνικά ΑΕΙ βρίσκονται στη δεύτερη χιλιάδα και άλλα πέντε στην τρίτη.

Κάτι, λοιπόν, δεν ταιριάζει με την εικόνα ενός περίπου επιστημονικά χρεοκοπημένου δημόσιου πανεπιστημιακού συστήματος.

Και προφανώς υπάρχουν προβλήματα και παθογένειες.

Μην παρασυρθούμε και κάνουμε ένα αντίστροφο λάθος. Ο πίνακας δεν αποτελεί πιστοποιητικό αριστείας για κάθε ΑΕΙ της χώρας. Τα πανεπιστήμια έχουν να κάνουν δουλειά. Η διαρκής διεθνής αξιολόγηση ήρθε επιτέλους ως κουλτούρα και στη χώρα μας. Και αυτό επιβάλλει κανόνες εξέλιξης σε κάθε δομή ΑΕΙ και στο σύνολό τους.

Υπάρχουν δημόσια ΑΕΙ με αισθητά χαμηλότερες επιδόσεις. Το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, για παράδειγμα (δεν θέλω να ασχοληθώ με τις προβεβλημένες προσωπικότητες από τις διορισμένες Διοικήσεις του από την έναρξη λειτουργίας του και τις ευθύνες τους) εμφανίζεται στη θέση 9.179, με μόλις τρεις εργασίες στο Top 1%, ενώ το Πάντειο βρίσκεται στη θέση 3.879 με 37.

Αντίστοιχα στοιχεία και ευρήματα δεν πρέπει ούτε μπορούν να κρυφτούν ή να αποσιωπηθούν. Κάθε άλλο. Και είναι ακριβώς αυτό που σημαίνει αξιολόγηση.

Να γνωρίζουμε πού ένα ίδρυμα αποδίδει εξαιρετικά, πού υπολείπεται, γιατί υπολείπεται και με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο δεσμεύεται να καλύψει την απόσταση.

Όχι να χρησιμοποιούμε επιλεκτικά την αξιολόγηση ως πολιτικό ρόπαλο εναντίον του δημόσιου Πανεπιστημίου και να την ξεχνάμε όταν έρχεται η ώρα να αξιολογηθούν οι επίδοξοι ιδιωτικοί ανταγωνιστές του.

Αυτή ακριβώς ήταν άλλωστε η θέση μας όταν υποστηρίζαμε ότι, μετά το τέλος των «Σορβόνων» της επικοινωνιακής υπερβολής, έπρεπε να στραφούμε επιτέλους στα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ και στις πραγματικές τους αδυναμίες (Κώστας Χλωμούδης, «Το τέλος των ψευδαισθήσεων και τα υπαρκτά προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ», 2025, Μεταρρύθμιση).

Η πραγματική εξαίρεση: έρευνα στην Ελλάδα, με πολύ λιγότερους πόρους

Αυτό το στοιχείο πολύ πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Ιδιαιτέρως όταν έχει στηθεί ολόκληρος μηχανισμός επικοινωνίας για να υποστηρίξει ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν έχουν πρόβλημα χρηματοδότησης, αλλά είναι ένα συντεχνιακό αίτημα των πανεπιστημιακών.

Τα ελληνικά Πανεπιστήμια, λοιπόν, δεν παράγουν αυτό το ερευνητικό έργο σε συνθήκες χρηματοδοτικής, έστω και σχετικής, επάρκειας. Το παράγουν υπό καθεστώς χρόνιας χρηματοδοτικής υστέρησης.

Σύμφωνα με το Education at a Glance 2025, η δημόσια δαπάνη στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε μόλις 4.497 δολάρια ανά φοιτητή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP), όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 15.102 δολάρια. Δηλαδή λιγότερο από το ένα τρίτο.

Μάλιστα, ο ΟΟΣΑ παρατηρεί ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, στην Ελλάδα η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή είναι χαμηλότερη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση —όπου περιλαμβάνεται και η έρευνα και ανάπτυξη— από ό,τι στις χαμηλότερες βαθμίδες!

Η συνολική επένδυση στην εκπαίδευση αντιστοιχεί στο 3,9% του ΑΕΠ έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ (ΟΟΣΑ, Education at a Glance 2025: Greece, 9.9.2025).

Αυτό είναι ίσως και η μεγαλύτερη ευθύνη και ανάγκη αυτοκριτικής, για όσους επί χρόνια αναζητούσαν το πρόβλημα αποκλειστικά στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων και ιδιαιτέρως στους πανεπιστημιακούς-ερευνητές: Τι θα μπορούσαν να κάνουν αυτά τα ιδρύματα εάν χρηματοδοτούνταν, έστω πλησιέστερα, στα επίπεδα των χωρών με τις οποίες απαιτούμε να τα συγκρίνουμε;

Διότι είναι κάπως παράδοξο να απαιτούμε από τα ελληνικά ΑΕΙ επιδόσεις μεγάλων ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, διατηρώντας ταυτοχρόνως τη χρηματοδότησή τους σε χαμηλό κλάσμα του διεθνούς μέσου όρου.

Και το χειρότερο δε είναι ότι, στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε ορισμένες από τις συνέπειες αυτής της υποχρηματοδότησης ως επιχείρημα εναντίον του ίδιου του δημόσιου χαρακτήρα τους.

Αυτό δεν είναι αξιολόγηση. Είναι πολιτική μεροληψία.

Τα ιδιωτικά ΑΕΙ και η πρώτη συνάντηση τους με το κριτήριο της έρευνας

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τα κολέγια, που λειτούργησαν επί χρόνια στην Ελλάδα και ορισμένα από τα οποία βρίσκονται, άμεσα ή έμμεσα, στον δρόμο της “πανεπιστημιοποίησής” τους μέσω των ΝΠΠΕ.

Το Deree εμφανίζεται στην 23η θέση της ελληνικής κατάταξης, στην παγκόσμια θέση 3.546, με 45 δημοσιεύσεις στο Top 1%.

Το Metropolitan College βρίσκεται στην 26η ελληνική θέση και στην 8.163η παγκοσμίως, με μόλις πέντε δημοσιεύσεις στο Top 1%.

Το Aegean College καταγράφει δύο εργασίες στο Top 1% και έξι στο Top 10%.

Και αρκετοί άλλοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί φορείς έχουν ουσιαστικά μηδενική παρουσία στη συγκεκριμένη μέτρηση (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να εξελιχθούν. Μακάρι να εξελιχθούν.

Ούτε σημαίνει ότι πρέπει να εμποδιστεί η λειτουργία πραγματικά αξιόπιστων, διεθνώς αναγνωρισμένων και πράγματι πανεπιστημιακών μη κρατικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα.

Άλλο όμως αυτό και άλλο να αναγορεύεται σε «Πανεπιστήμιο» μια υφιστάμενη εκπαιδευτική επιχειρηματική δομή επειδή συνδέθηκε συμβατικά με ένα ξένο ίδρυμα.

Γιατί η “πανεπιστημιακότητα” δεν είναι ταμπέλα.

Είναι διδασκαλία και έρευνα.

Είναι οργανικά ενταγμένο και συμβεβλημένο ακαδημαϊκό προσωπικό, με τα απαιτούμενα προσόντα και αξιολόγηση από τους “ομότεχνούς” συναδέλφους τους.

Είναι εργαστήρια, ερευνητικές ομάδες, διδακτορικές σπουδές, διεθνείς δημοσιεύσεις, ακαδημαϊκή ελευθερία και θεσμική συνέχεια.

Και όλα αυτά πρέπει να μετρώνται.

Η “ποιότητα” και η σειρά αξιολόγησης δεν μεταβιβάζεται με franchise

Πριν λίγες ημέρες επισημαίναμε κάτι εξαιρετικά απλό. Η διεθνής κατάταξη ενός ξένου μητρικού Πανεπιστημίου δεν μεταβιβάζεται αυτομάτως στο ελληνικό παράρτημά του.

Άλλο το μητρικό Πανεπιστήμιο, άλλο το παράρτημα στην Ελλάδα, άλλο το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και άλλο το ακαδημαϊκό προσωπικό που πραγματικά θα το υπηρετεί και με τα βιογραφικά τους, σε πραγματικό χρόνο επικαιροποιημένα, θα διαμορφώνουν τη βάση αξιολόγησής τους.

Η διεθνής φήμη του μητρικού ιδρύματος δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα του παραρτήματος (Κώστας Χλωμούδης, «Πολλοί ή λίγοι οι πτυχιούχοι στη Χώρα; Η κυβερνητική αντίφαση και η “αριστεία” των ΝΠΠΕ», 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Και οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έκαναν ακόμη επιτακτικότερη την ανάγκη συγκεκριμένων, διαφανών και μετρήσιμων κριτηρίων.

Το ζήτημα δεν είναι να ακυρωθεί ιδεολογικά και πολιτικά ο θεσμός αυτός.

Το ζήτημα είναι πολύ πιο απλό: Ποια ακριβώς ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά μετατρέπουν έναν πάροχο σχετικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε Πανεπιστήμιο;

Τις αδυναμίες της κυβερνητικής εφαρμογής του νόμου είχαμε επισημάνει και αμέσως μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ, όταν θέταμε ζητήματα υποδομών, προγραμμάτων σπουδών, πιστοποίησης και πραγματικής ακαδημαϊκής επάρκειας (Κώστας Χλωμούδης, «Περί των αποφάσεων του ΣτΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια», 16.8.2026, Μεταρρύθμιση). Η ηχηρή παραίτηση του πρύτανη του ιδιωτικού πανεπιστημίου Keele Greece καθηγητή κου Οδυσσέα Ζώρα, με αναφορά sτις ευθύνες του υπουργείου και την υπονόμευση του έργου τους, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, είναι ενδεικτική και επιβεβαιώνει της παρατηρήσεις μας.

Είναι, πράγματι, καλή η ιδέα να βάλουμε στις προϋποθέσεις και κατώφλι ερευνητικών δυνατοτήτων.

Η πρόταση του κου Ιωάννη Παππά αξίζει σοβαρής συζήτησης.

Γιατί να μην υπάρχει στην αξιολόγηση ενός ΝΠΠΕ και ένα αντικειμενικό ελάχιστο κριτήριο ερευνητικής παρουσίας;

Η συγκεκριμένη πρόταση είναι να συνδέεται το κατώφλι με τις επιδόσεις των χαμηλότερα κατατασσόμενων δημόσιων ΑΕΙ και, ενδεικτικά, να απαιτούνται τουλάχιστον περίπου 15 δημοσιεύσεις στο παγκόσμιο Top 1% (Ιωάννης Δ. Παππάς, 10.9.2026, Alfavita).

Δεν είμαι βέβαιος ούτε και απόλυτος ότι πρέπει να υιοθετήσουμε μηχανιστικά ακριβώς τον αριθμό «15».

Είμαι όμως βέβαιος ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα προϋποτιθέμενου δείκτη.

Και όχι ένας μόνο δείκτης. Ερευνητικές δημοσιεύσεις. Διεθνής απήχηση. Ποιότητα και αριθμός μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού. Ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα. Διδακτορική δραστηριότητα. Εργαστηριακές υποδομές. Σταθερότητα των μελών ΔΕΠ. Αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες.

Γιατί το κρίσιμο δεν είναι αν ένα Πανεπιστήμιο είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, κερδοσκοπικό ή όχι. Το κρίσιμο είναι: αν η λέξη «Πανεπιστήμιο» σημαίνει κάτι, πρέπει να σημαίνει το ίδιο για όλους.

Για το ΕΚΠΑ και το ΑΠΘ. Για το Πάντειο και το ΔΙΠΑΕ. Για το Deree και το Metropolitan. Και για κάθε ΝΠΠΕ που ζητά άδεια λειτουργίας.

Μεταρρύθμιση δεν είναι η πολιτική απαξίωσης του δημόσιου Πανεπιστημίου

Ήρθε η ώρα του εξορθολογισμού του δημόσιου λόγου μας και της αποκατάστασης του νοήματος των εννοιών.

Η υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου δεν σημαίνει άρνηση των μεταρρυθμίσεων.

Όποιος/α επιθυμεί να στηρίξει πραγματικά το δημόσιο πανεπιστήμιο και τελικά το σύνολο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα, δεν μπορεί παρά να επιμένει σε διαρκείς μεταρρυθμίσεις των όρων και των κανόνων λειτουργίας των σχετικών δομών της, ανεξαρτήτως συγκυρίας και χρώματος της εκτελεστικής εξουσίας.

Έχουμε υποστηρίξει την αξιολόγηση, τη διεθνοποίηση, την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, ακόμη και αλλαγές που μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας αντιμετώπιζε και ίσως ακόμη αντιμετωπίζει, με επιφύλαξη.

Στη συζήτηση για την Bologna, για παράδειγμα, υποστηρίξαμε ρητά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργεί ως ακαδημαϊκή εξαίρεση από τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και ότι χρειάζεται οργανωμένος οδικός χάρτης μεταρρυθμίσεων, με διάλογο και χωρίς κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς (Κώστας Χλωμούδης, «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», 10.6.2025, Μεταρρύθμιση).

Επομένως η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν μπορεί να είναι ο παραλογισμός: μεταρρυθμιστές εναντίον υπερασπιστών του δημόσιου Πανεπιστημίου. Η αντιπαράθεση πρέπει να είναι: μεταρρύθμιση του δημόσιου Πανεπιστημίου για να ανταγωνισθεί διεθνώς στις σύγχρονες συνθήκες ή απαξίωσή του προκειμένου να νομιμοποιηθεί πολιτικά η υποκατάστασή του.

Αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Επτά χρόνια αργότερα, η συζήτηση αντιστρέφεται

Υπό αυτή την έννοια η πολιτική ευθύνη μιας ετερόκλιτης πολιτικής συμμαχίας απαξίωσης των ελληνικών ΑΕΙ, δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, δύσκολα μπορεί πλέον κανείς να αποδίδει τις αδυναμίες των δημόσιων Πανεπιστημίων αποκλειστικά σε κάποια απρόσωπη ιστορική κακοδαιμονία.

Η κυβέρνηση επέλεξε τις προτεραιότητές της. Επένδυσε τεράστιο πολιτικό και επικοινωνιακό κεφάλαιο στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία, για να αναγνωρίσει τελικά ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ότι ήταν «αχρείαστη».

Επέλεξε την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, αφήνοντας επί σειρά ετών χιλιάδες θέσεις κενές, ιδιαίτερα στα περιφερειακά Πανεπιστήμια.

Και ταυτόχρονα οικοδόμησε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο το δημόσιο ΑΕΙ εμφανιζόταν, ως επί το πλείστο, ως το πρόβλημα και το ιδιωτικό ως περίπου αυτονόητη μεταρρυθμιστική απάντηση.

Για την Πανεπιστημιακή Αστυνομία θυμίσαμε μόλις πριν από λίγες ημέρες ότι οι πολιτικές δεν αξιολογούνται από την ένταση με την οποία χειροκροτούνται όταν εξαγγέλλονται αλλά από την εφαρμογή και το αποτέλεσμά τους (Κώστας Χλωμούδης, «Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας», 7.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνουμε τώρα και με την πολιτική για την Ανώτατη Εκπαίδευση συνολικά.

Τα δημόσια ΑΕΙ δεν χρειάζονται αγιογραφία

Δεν χρειάζεται να ωραιοποιήσουμε τίποτε στα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ.

Υπάρχουν ελληνικά Πανεπιστήμια και Τμήματα που πρέπει να αλλάξουν δραστικά.

Υπάρχει εσωστρέφεια.

Υπάρχουν αναχρονιστικές δομές, αδύναμο management, μεγάλες διαφορές απόδοσης μεταξύ Ιδρυμάτων, ακαδημαϊκός κορπορατισμός, ανεπαρκής διεθνοποίηση, περιορισμένη αξιοποίηση των δεικτών ικανοποίησης χρηστών...

Και τα νέα στοιχεία είναι χρήσιμα ακριβώς επειδή επιτρέπουν να εντοπίζουμε καλύτερα τις αποκλίσεις.

Αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν με σχέδιο, χρονοδιάγραμμα, μετρήσιμους στόχους και λογοδοσία.

Αλλά άλλο να θέλεις να μεταρρυθμίσεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο και άλλο να θέλεις πρώτα να το απαξιώσεις, ώστε να καταστήσεις πολιτικά ευκολότερη την υποκατάστασή του.

Το πρώτο είναι μεταρρυθμιστική πολιτική. Το δεύτερο είναι ιδεολογική μηχανική.

Και μια πρόβλεψη που αρχίζει ήδη να επιβεβαιώνεται στην πράξη

Μόλις πριν από λίγες ημέρες επαναλαμβάναμε την διατυπωμένη εκτίμησή μας ότι, παρά τα προβλήματα, τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότησή τους, τα περισσότερα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να βλέπουν τα νέα ιδιωτικά Πανεπιστήμια όχι μπροστά τους αλλά στον καθρέφτη τους (Κώστας Χλωμούδης, 5.9.2026, Μεταρρύθμιση).

Τα νέα στοιχεία δεν αποδεικνύουν βεβαίως ότι αυτό θα ισχύει για πάντα. Και δεν θα έπρεπε να ευχόμαστε να ισχύει για πάντα.

Ο πραγματικός ανταγωνισμός υψηλής ποιότητας μόνο καλό μπορεί να κάνει.

Δείχνουν όμως πόσο διαφορετικό είναι σήμερα το σημείο εκκίνησης από αυτό που επί χρόνια μας περιέγραφαν. Και γεννούν μια, μάλλον άβολη, ερώτηση προς όσους/ες επένδυσαν πολιτικά και δημοσιολογικά στη συστηματική απαξίωση των δημόσιων ΑΕΙ: Αν αυτά τα Πανεπιστήμια, με αυτή την υποχρηματοδότηση, παράγουν ήδη τέτοιο ερευνητικό έργο, μήπως το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ότι είχαμε “πολύ δημόσιο Πανεπιστήμιο”;

Μήπως ήταν ότι είχαμε πολύ λίγο ενδιαφέρον να το κάνουμε καλύτερο;

Τώρα λοιπόν που διαθέτουμε περισσότερα δεδομένα, μπορούμε να κάνουμε κάτι πράγματι μεταρρυθμιστικό. Να πάψουμε να αξιολογούμε θεσμούς ανάλογα με το αν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί.

Να αξιολογούμε όλους με τα ίδια απαιτητικά κριτήρια και προφανώς τις ίδιες προϋποθέσεις.

Και ας αφήσουμε τους δείκτες και τους αριθμούς να μιλήσουν.

Γιατί, όπως φαίνεται, έχουν ήδη αρχίσει να λένε ορισμένα πράγματα που εκείνοι/ες που “αγάπησαν να μισούν” το δημόσιο Πανεπιστήμιο θα χρειαστεί να κάνουν την αυτοκριτική τους για ότι δημιούργησαν συνειδητά ή ασυνείδητα. Ένας απολογισμός δημόσιος ή στη συνείδησή τους.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Να προσελκύσουμε τον πλούτο, όχι όμως με πλειστηριασμούς φορολογικής ασυλίας.

Η είδηση ότι ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής κεφαλαίων Κρις Ρόκος, ιδρυτής της Rokos Capital Management, επιλέγει την Ελλάδα ως νέα φορολογική κατοικία του παρουσιάστηκε, δικαιολογημένα ως έναν βαθμό, ως ψήφος εμπιστοσύνης προς τη χώρα.

Και γιατί όχι; Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θέλει να προσελκύσει κεφάλαια, επενδυτές, διεθνείς επιχειρήσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στελέχη υψηλής ειδίκευσης και δραστηριότητες μεγάλης προστιθέμενης αξίας.

Ότι όμως φημολογείται ότι ακολουθεί, φαίνεται να είναι πιο ενδιαφέρον από την προηγούμενη είδηση.

Μετά τον Ρόκος, η Millennium Management, ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς ομίλους hedge funds, με περισσότερα από 97 δισ. δολάρια υπό διαχείριση, σχεδιάζει, επίσης, το πρώτο της γραφείο στην Ελλάδα. Οι Financial Times περιγράφουν μάλιστα μια οργανωμένη προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να προσελκύσει hedge funds και private equity από το Λονδίνο, την Ελβετία και τον Κόλπο, προβάλλοντας συστηματικά τα νέα φορολογικά κίνητρα.

Άρα δεν έχουμε να κάνουμε με μία μεμονωμένη περίπτωση. Φαντάζει να έχουμε μπροστά μας μια επιλογή οικονομικής πολιτικής.

Και γι’ αυτό χρειάζεται να συζητήσουμε όχι αν επιθυμούμε να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα — ασφαλώς και το επιθυμούμε — αλλά με ποιους όρους τους προσελκύουμε και τι ακριβώς κερδίζει η χώρα από αυτή την επιλογή.

Άλλο προσέλκυση επενδύσεων και άλλο αγορά φορολογικής κατοικίας

Το ελληνικό καθεστώς non-dom επιτρέπει σε επιλέξιμους νέους φορολογικούς κατοίκους να καταβάλλουν κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ ετησίως για τα εισοδήματά τους από το εξωτερικό, για περίοδο έως δεκαπέντε ετών.

Παράλληλα, με τις αλλαγές του 2026 θεσπίστηκε ακόμη ευνοϊκότερη μεταχείριση συγκεκριμένων εισοδημάτων στελεχών επενδυτικών σχημάτων: πρόσθετες αποδόσεις, bonus και carried interest μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να φορολογούνται με συντελεστή 5%.

Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφοροποίηση που πρέπει να αναγνωριστεί.

Το δεύτερο αυτό καθεστώς δεν περιορίζεται στην απλή μεταφορά μιας φορολογικής διεύθυνσης. Προϋποθέτει πραγματική εγκατάσταση δραστηριότητας και, μεταξύ άλλων, ετήσιες λειτουργικές δαπάνες τουλάχιστον τριών εκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα.

Αυτό έχει σημασία.

Αν μαζί με έναν διεθνή διαχειριστή κεφαλαίων μεταφέρονται γραφεία, εργαζόμενοι, φορολογητέες αμοιβές, υπηρεσίες, τεχνογνωσία και δημιουργούνται θέσεις εργασίας για Έλληνες οικονομολόγους, αναλυτές, πληροφορικούς, νομικούς και εξειδικευμένα στελέχη, τότε δημιουργείται πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα.

Η πληροφορία ότι η Rokos Capital θα μπορούσε μελλοντικά να αναπτύξει παρουσία περίπου 50 ανθρώπων στην Αθήνα, όπως και η απόφαση της Millennium να δημιουργήσει εδώ δικό της γραφείο, δεν είναι αμελητέες.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν χρειάζεται ιδεολογικούς αυτοματισμούς.

Απαιτείται όμως οπωσδήποτε απάντηση σε ένα κρίσιμο ερώτημα:

Πόσο πρόσθετο δημόσιο όφελος δημιουργείται για κάθε φορολογικό πλεονέκτημα που παραχωρείται;

Να μετρήσουμε όχι μόνο τις αφίξεις, αλλά και τον λογαριασμό

Ο Κρις Ρόκος είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Σύμφωνα με τα βρετανικά στοιχεία, κατέβαλε περίπου 330 εκατ. λίρες σε φόρους στη Βρετανία το προηγούμενο έτος και βρισκόταν μεταξύ των μεγαλύτερων φορολογουμένων της χώρας.

Προφανώς, αυτά τα 330 εκατομμύρια δεν τα «χάνει» η Ελλάδα. Δεν ανήκαν ποτέ στην ελληνική φορολογική βάση.

Όμως η τεράστια απόσταση μεταξύ ενός τέτοιου φορολογικού βάρους και ενός καθεστώτος κατ’ αποκοπή φορολόγησης 100.000 ευρώ μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα της ανταποδοτικότητας.

  • Πόσα κεφάλαια επενδύονται πραγματικά στην Ελλάδα;
  • Πόσες επιχειρηματικές δραστηριότητες μεταφέρονται;
  • Πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται;
  • Πόσες φορολογητέες αμοιβές προκύπτουν;
  • Ποιο είναι το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα και ποιο μέρος αυτής της δραστηριότητας δεν θα είχε δημιουργηθεί χωρίς το ειδικό φορολογικό καθεστώς;

Αυτό είναι το πραγματικό τεστ.

Δεν αρκεί να δημοσιοποιούμε πόσοι εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι επιλέγουν την Ελλάδα. Χρειάζεται να δημοσιοποιούμε και την αξιολόγηση του αποτελέσματος της πολιτικής.

Η κυβέρνηση ανακοινώνει τις αφίξεις. Καλό θα ήταν να μας παρουσιάζει και τον λογαριασμό.

Ο κίνδυνος του πλειστηριασμού

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση που η υπεύθυνη πολιτική ελίτ δε μπορεί να αγνοήσει. Η Ελλάδα δεν κινείται σε κενό αέρος.

Η Ιταλία προσφέρει το δικό της καθεστώς για εύπορους νέους φορολογικούς κατοίκους. Η Ελβετία διαθέτει επί δεκαετίες συστήματα κατ’ αποκοπήν φορολόγησης. Τα Εμιράτα ανταγωνίζονται επιθετικά για την εγκατάσταση κεφαλαίων και διαχειριστών. Και η Βρετανία, μετά την κατάργηση του δικού της καθεστώτος non-dom και τις αλλαγές στη φορολόγηση του carried interest, βλέπει ήδη ορισμένους μεγάλους φορολογουμένους να εξετάζουν άλλες δικαιοδοσίες.

Εάν, όμως, κάθε χώρα απαντά στην προηγούμενη προσφέροντας ακόμη μικρότερο συντελεστή, έχουμε μια κλασική διαδικασία ανταγωνισμού προς τα κάτω.

Σήμερα το 15% γίνεται 5%. Αύριο κάποια άλλη χώρα μπορεί να προσφέρει 3%. Και μεθαύριο μηδέν.

Κάπου εκεί ο θεμιτός διεθνής ανταγωνισμός για επενδύσεις μετατρέπεται σε πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.

Και όμως, η διεθνής κατεύθυνση είναι διαφορετική

Η αντίφαση γίνεται μεγαλύτερη εάν δούμε τι συμβαίνει την ίδια στιγμή διεθνώς.

Η συμφωνία OECD–G20 για ελάχιστο εταιρικό φόρο 15% στις μεγάλες πολυεθνικές δημιουργήθηκε ακριβώς για να περιορίσει έναν αντίστοιχο φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ κρατών.

Τώρα η ίδια συζήτηση επεκτείνεται στους υπερπλούσιους.

Η πρόταση που εκπόνησε ο Gabriel Zucman για τη βραζιλιάνικη προεδρία του G20 προβλέπει μια διεθνώς συντονισμένη ελάχιστη αποτελεσματική επιβάρυνση για τους δισεκατομμυριούχους, περίπου ίση με το 2% της περιουσίας τους ετησίως.

Το σημαντικότερο είναι ότι η συζήτηση αυτή δεν παρέμεινε σε επίπεδο ακαδημαϊκής πρότασης.

Στη Διακήρυξη του Ρίο, το G20 δεσμεύθηκε να συνεργαστεί ώστε οι άνθρωποι εξαιρετικά υψηλού πλούτου να φορολογούνται αποτελεσματικά και αναφέρθηκε ρητά στην ανάγκη αντιμετώπισης «δυνητικά επιζήμιων φορολογικών πρακτικών».

Ακριβώς δηλαδή των πρακτικών που μπορούν να προκύψουν όταν οι χώρες αρχίσουν να ανταγωνίζονται όχι για το ποια προσφέρει καλύτερες συνθήκες επένδυσης, αλλά για το ποια προσφέρει μικρότερη φορολογική υποχρέωση.

«Φορολογήστε μας περισσότερο»

Υπάρχει και μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα συγκυρία.

Δεν ζητούν πλέον μόνο οικονομολόγοι ή πολιτικές δυνάμεις μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη.

Το ζητούν και ορισμένοι από εκείνους που θα κληθούν να πληρώσουν.

Στην πρωτοβουλία «Proud to Pay More», 260 εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι από 17 χώρες απηύθυναν στους ηγέτες που συγκεντρώθηκαν στο Νταβός μια ασυνήθιστα καθαρή έκκληση: φορολογήστε περισσότερο τον ακραίο πλούτο.

Στη Νέα Υόρκη, εύποροι πολίτες και μέλη της κίνησης Patriotic Millionaires εμφανίζονται δημοσίως υποστηρίζοντας υψηλότερη φορολόγηση των εκατομμυριούχων — ακόμη και της δικής τους κοινωνικής κατηγορίας.

Το επιχείρημά τους έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν στηρίζεται στη φιλανθρωπία.

Η φορολογία δεν μπορεί να αντικαθίσταται από την αγαθοεργία ούτε να εξαρτάται από την καλή διάθεση του πλουσίου. Χρειάζεται κανόνες που ισχύουν για όλους.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει απλώς φθηνότερη. Χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι καλύτερη

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η επιλογή που έχουμε μπροστά μας.

  • Ναι, να δημιουργήσουμε στην Αθήνα ένα πραγματικό οικοσύστημα asset management.
  • Ναι, να διευκολύνουμε την εγκατάσταση σοβαρών διεθνών επιχειρήσεων.
  • Ναι, να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική θέση, την ποιότητα ζωής, το ανθρώπινο δυναμικό και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Και ασφαλώς να προσφέρουμε ένα σταθερό, προβλέψιμο και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον.

Αυτό άλλωστε είναι από τα σοβαρότερα αιτήματα κάθε πραγματικού επενδυτή.

Άλλο όμως φορολογική σταθερότητα και άλλο φορολογικό dumping.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη ή την Ελβετία απλώς μειώνοντας περισσότερο τους φορολογικούς συντελεστές.

Μπορεί, όμως, να τους ανταγωνιστεί προσφέροντας πολιτική σταθερότητα, ποιότητα ζωής, ταχύτητα διοίκησης, καλύτερη Δικαιοσύνη, σύγχρονες ψηφιακές υποδομές, πανεπιστήμια, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και σταθερούς κανόνες παιχνιδιού.

Αυτό είναι θεμιτός ανταγωνισμός.

Και υπάρχει επιπλέον μια διάσταση που για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Μια μικρή χώρα, η οποία για την προστασία των εθνικών της συμφερόντων επικαλείται διαρκώς το Διεθνές Δίκαιο και τη διεθνή νομιμότητα, έχει στρατηγικό συμφέρον να βρίσκεται στην προμετωπίδα της διεθνούς νομιμότητας και στην οικονομία.

Να είναι μεταξύ εκείνων που διαμορφώνουν τους κανόνες και όχι μεταξύ εκείνων που αναζητούν τρόπους να τους παρακάμπτουν.

Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα φορολογικής πολιτικής. Είναι και διπλωματικό κεφάλαιο.

Ναι στον πλούτο. Αλλά με κανόνες

Ο Κρις Ρόκος, η Millennium και οποιαδήποτε άλλη διεθνής επιχείρηση επιθυμεί πραγματικά να εγκατασταθεί στην Ελλάδα είναι ευπρόσδεκτοι.

Και μακάρι να ακολουθήσουν πολλοί ακόμη.

Το ζητούμενο όμως πρέπει να είναι να έρθουν επειδή η Ελλάδα είναι καλύτερο μέρος για να επενδύσουν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν, όχι απλώς επειδή είναι φθηνότερο μέρος για να φορολογηθούν.

  • Να διευκολύνουμε την επένδυση.
  • Να εγγυηθούμε τη φορολογική σταθερότητα.
  • Να δημιουργήσουμε ένα ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
  • Να αξιολογούμε όμως ταυτόχρονα με διαφάνεια κάθε ειδικό φορολογικό καθεστώς ως προς τις επενδύσεις, τις θέσεις εργασίας και τα πραγματικά δημόσια έσοδα που δημιουργεί.

Και κυρίως να μη δεχθούμε ότι ο διεθνής ανταγωνισμός για επενδύσεις πρέπει να εξελιχθεί σε διαγωνισμό για το ποιος φορολογεί λιγότερο τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου.

Ναι, λοιπόν! Να προσελκύσουμε τον πλούτο.

Όχι όμως με πλειστηριασμό φορολογικής ασυλίας.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας


“… Η πανεπιστημιακή αστυνομία απέδειξε ότι ήταν μια προσπάθεια η οποία ήταν αχρείαστη. Αναλώσαμε πολύ κεφάλαιο σε μία προσπάθεια η οποία τελικά δεν ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε ένα υπαρκτό πρόβλημα…”. Κυριάκος Μητσοτάκης, 6 Σεπτεμβρίου 2026, συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ.

Καλώς ήλθατε, λοιπόν, έστω και με κάποια χρόνια μετά, στο τραπέζι της συζήτησης με την απαιτούμενη, όμως, αυτοκριτική….

Γιατί το πρόβλημα της βίας, της παραβατικότητας και της ασφάλειας στα Πανεπιστήμια ήταν και παραμένει, υπαρκτό. Αυτό που αμφισβητήσαμε ήταν ΑΝ (;) η ίδρυση ενός ειδικού σώματος Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, αποτελούσε σοβαρή, αναγκαία και αποτελεσματική απάντηση στο πρόβλημα.

Και καλό είναι σήμερα να θυμηθούμε τον δημόσιο διάλογο όλης εκείνης της περιόδου.

Στη «Μεταρρύθμιση» (αναφέρομαι σε προσωπικό επίπεδο για το bullying που είχα υποστεί στοπ διαδίκτυο), ήδη στην προεκλογική περίοδο του 2023, στο άρθρο μου «Η τέχνη της στρεψοδικίας και ο κυρίαρχος προεκλογικός λόγος», αναφερόμουν ευθέως στην «(ανενεργό) πανεπιστημιακή αστυνομία» και στην προσπάθεια να παρουσιάζεται αυτή ως κεντρική απάντηση στις ανάγκες των ΑΕΙ.

Λίγους μήνες αργότερα, πάλι στη «Μεταρρύθμιση» της 22ας Δεκεμβρίου 2023, στο άρθρο «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», έγραφα: «Να θυμηθούμε προσδοκίες που έσπειραν και τι έχουμε θερίσει μέχρι στιγμής». Και πρώτη στον σχετικό κατάλογο βρισκόταν η Πανεπιστημιακή Αστυνομία.

Η αποτίμηση αυτών των πολιτικών, έγραφα τότε, παρήγε στην καλύτερη περίπτωση «μηδενική προστιθέμενη αξία».

Ταυτόχρονα υποστηρίζαμε κάτι που δυστυχώς χάθηκε μέσα στον θόρυβο: την ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης των δημόσιων πανεπιστημίων και χρηματοδότησής τους σε επίπεδο που να μη βρίσκεται τόσο πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Και τον Ιούνιο του 2025, ξανά στη «Μεταρρύθμιση», στο «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», υποστήριζα ανοιχτά πραγματικές μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκή εναρμόνιση και αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση — αλλά με διάλογο, τεκμηρίωση, κοινωνικές συναινέσεις και χωρίς τους συνήθεις κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς και τις επικοινωνιακές μεθοδεύσεις.

Προφανώς και αυτή είναι μια ελάχιστη αναφορά στη πλούσια αρθρογραφία από πολλούς/ες άλλους συναδέλφους, σχολιαστές και πολιτικούς εκπροσώπους.

Αξίζει να τα θυμόμαστε όλα αυτά σήμερα.

Γιατί, εκείνη την εποχή, η διαφωνίες μας δεν αντιμετωπιζόταν ως κάποιες διαφορετικές πρότασεις δημόσιας πολιτικής.

Για ένα τμήμα, εκ των θερμότερων υποστηρικτών της κυβερνητικής επιλογής, αποτελούσε σχεδόν τεκμήριο "ανοχής στην ανομία"...

Δυστυχώς ένα μεγάλο κομμάτι από υψηλής εκπαίδευσης φίλους/ες μας (που δειλιάζουν να το πουν αλλά εν τοις πράγμασι είναι πλέον «δεξιοποιημένοι μεταμεληθέντες»), μαζί με αρκετούς γνωστούς/ες εκ των «ακραιοκεντρώων της φρουράς», είχαν ανακαλύψει τότε, ξαφνικά, ότι το μέτρο της μεταρρυθμιστικής αξιοπιστίας ήταν το "πόσο αποφασιστικά χειροκροτούσε κανείς την ίδρυση και λειτουργία της Πανεπιστημιακή Αστυνομία"...

Με δογματισμό και αξιοσημείωτη τοξικότητα, επιχείρησαν να μετατρέψουν μια συζήτηση αποτελεσματικότητας δημόσιας πολιτικής σε ιδεολογικό πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης:

  • Με την Πανεπιστημιακή Αστυνομία ή με το «μπάχαλο»;
  • Με τη μεταρρύθμιση ή με τη συντήρηση;
  • Με την «τάξη» ή με την ανομία;

Μόνο που αυτή ακριβώς η αντίληψη αποδείχθηκε, τελικά, βαθύτατα αντιμεταρρυθμιστική.

  • Γιατί μεταρρύθμιση δεν είναι κάθε νόμος που βαφτίζεται μεταρρύθμιση.
  • Δεν είναι η αστυνομική ή ιδεολογική επίδειξη πυγμής.
  • Δεν είναι η κατασκευή ενός εχθρού ώστε να συσπειρωθεί ένα ακροατήριο.
  • Και πολύ περισσότερο δεν είναι η συστηματική απαξίωση των δημόσιων πανεπιστημίων, τα οποία, μέσα στις πραγματικές παθογένειες και τις αδυναμίες τους, προσπαθούσαν να σταθούν όρθια σε συνθήκες ανεπαρκούς χρηματοδότησης, αλλεπάλληλων θεσμικών αιφνιδιασμών και μιας διαρκούς δημόσιας αφήγησης ότι περίπου αποτελούν εστίες ανομίας και παρακμής.

Αυτή η ρητορική δεν βοήθησε τα Πανεπιστήμια να μεταρρυθμιστούν.

Τα υπονόμευσε.

Και υπονόμευσε τελικά και την ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης.

Τώρα που ο «τελικός» υπεύθυνος της κυβερνητικής της πολιτικής λέει ότι ήταν «αχρείαστη», θα είχε κάποιο ενδιαφέρον να ακούσουμε και τη δική τους αποτίμηση.

Ο κ. Μητσοτάκης κάνει σήμερα λάθος;

Ή είχαν τότε άδικο εκείνοι που χαρακτήριζαν σχεδόν «αντιμεταρρυθμιστή» όποιον αμφισβητούσε την Πανεπιστημιακή Αστυνομία;

Και εάν ίσχυε το δεύτερο, μια μικρή δημόσια αυτοκριτική δεν θα έβλαπτε.

Όχι για να απολαύσουμε κάποια εκ των υστέρων «δικαίωση» ως “σασταλεγάκηδες”.

Αλλά γιατί χωρίς αποτίμηση των αποτυχημένων πολιτικών δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή μεταρρυθμιστική κουλτούρα.

Γιατί οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από το πόσο δυνατά τις χειροκροτούμε όταν εξαγγέλλονται.

Κρίνονται από το αν εφαρμόζονται και από το αποτέλεσμά τους.

Και με αυτό το κριτήριο, η σημερινή παραδοχή του πρωθυπουργού δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας.

Χαρακτηρίζει μια επιθετική επικοινωνιακή πολιτική των τεχνικών της εξουσίας να επιβάλλουν την όποια άποψή τους χωρίς την αναζήτηση των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών ως αποτέλεσμα του αναγκαίου γόνιμου δημόσιου διαλόγου.

Και αυτή η πραγματικότητα δεν σταματά στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία. Χαρακτήρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του κου Μητσοτάκη,.

Και ίσως των να σηματοδοτεί και το λυκόφως μιας ολόκληρης περιόδου ηγεμονίας της μεταρρυθμιστικής ρητορείας, χωρίς μεταρρυθμιστική πολιτική.

Η “έκθεση Πισσαρίδη” ως άλλοθι για μια ανάπτυξη "των λίγων".

  Η κυβέρνηση υποσχέθηκε αλλαγή “παραγωγικού μοντέλου” της χώρας. Εφτά χρόνια μετά, μπορεί να γίνει ο απολογισμός και πρέπει να γίνει στην π...